Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Ευρυδίκη: «Η μουσική έχει σύνορα όταν πρόκειται για την πατρίδα μου»

Στον Γιώργο Στεφάνου
Από τις πιο αυθεντικές pop ερμηνεύτριες στην ελληνική σκηνή, βλέποντάς την έχεις την εντύπωση πως κουβαλά πάνω της όλη την ενέργεια και τη νεανικότητα της μουσικής που υπηρετεί. Στοιχεία που συναντούν τη μουσική παιδεία που έχει αποκτήσει στη διαδρομή της από την Κύπρο ως την Αμερική και αποκαλύπτει στη μουσική παράσταση «Εγώ, η Edith και ο Εlvis… το μπλε ταξίδι». Η Ευρυδίκη ήρθε στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο για ένα μουσικό ταξίδι με σταθμούς τα τραγούδια που σημάδεψαν τη ζωή της.
Τι σημαίνει ο τίτλος της παράστασης και τι αντιπροσωπεύει για σένα το ρεπερτόριο που επέλεξες;
Είναι μια μουσική αναδρομή μέσα από τις αναμνήσεις ενός κοριτσιού. Αναπολώντας τα παιδικά και τα εφηβικά μας χρόνια, αναπόφευκτα συναντάμε αγαπημένα μας τραγούδια, τα οποία πάντα είναι συνδεδεμένα με τις πιο σημαντικές μας στιγμές. Ξεκινά, λοιπόν, η διαδρομή αυτή από το Παρίσι, την Εdith Piaf και τον Jacques Brel και περνάει από Νέα Υόρκη και Νέα Ορλεάνη, με υπέροχα κλασικά τραγούδια από την Billie Holiday και τη Nina Simone, αλλά και δυνατά rock ‘n’ roll του Elvis. Έτσι ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος, για να φτάσουμε εκεί που χτυπά δυνατά η καρδιά μας, στην Ελλάδα, και να κάνουμε το «μπλε ταξίδι» με κάποια από τα πιο όμορφα τραγούδια των σπουδαιότερων δημιουργών μας. Όλο το δεύτερο μέρος της παράστασης είναι αφιερωμένο στην Ελλάδα, κυρίως με τραγούδια που αγαπήσαμε μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο. Όλα τα τραγούδια που επέλεξα έχουν ιδιαίτερη σημασία για μένα. Αποτελούν τα παιδικά μου ακούσματα, μου θυμίζουν έντονα τα χρόνια στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσα, τα όνειρα που έκανα μέσα από τα συναισθήματα που μου προκαλούσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια και κυρίως οι καλλιτέχνες, πολλοί από τους οποίους αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης και ήταν πρότυπα για μένα.
Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Ρήγο;
Η ιδέα για την παράσταση υπήρχε εδώ και καιρό, αλλά μόλις πριν από το καλοκαίρι αποφάσισα ότι ήμουν έτοιμη γι’ αυτό το βήμα. Έτσι, λοιπόν, έχοντας δει πολλές ενδιαφέρουσες δουλειές του Κωνσταντίνου, τον πήρα τηλέφωνο και του πρότεινα να την αναλάβει. Εκείνος, διαβάζοντας κάποια πρώτα κειμενάκια που περιέγραφαν την παράσταση, μπήκε ακόμα πιο βαθιά σε όλο αυτό, γέννησε καινούργιες ιδέες και το προχώρησε ακόμα πιο πέρα.

Ποιος είναι ο ρόλος του στην παράσταση και τι θα δούμε να «πειράζει» στη δική σου εικόνα;
Στην ουσία σκηνοθετεί, φτιάχνει βίντεο, χορογραφεί, δημιουργεί εικόνες και μας ταξιδεύει στο χρόνο. Στην εικόνα μου θα επέμβουμε όσο χρειάζεται για να είμαι μέσα στο κλίμα της εποχής των τραγουδιών.
Θα μπορούσες να σκεφτείς τον εαυτό σου να παρουσιάζει το ίδιο ρεπερτόριο στο Μέγαρο Μουσικής ή στο Ηρώδειο;
Πιστεύω ότι τη διαφορά σε αυτούς τους χώρους την κάνουν το ρεπερτόριο και ο τρόπος που παρουσιάζει κανείς μια παράσταση. Με ανάλογο ρεπερτόριο θα μπορούσα να τραγουδήσω σε οποιοδήποτε θέατρο στον κόσμο – άλλωστε σε πολύ μικρή ηλικία είχα δώσει παραστάσεις στο Αρχαίο Ωδείο Πάτρας και στο Κούριο στην Κύπρο. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχω σκεφτεί ποτέ τον εαυτό μου στο Μέγαρο ή στο Ηρώδειο, ίσως γιατί ούτε το ρεπερτόριό μου ούτε το μουσικό προφίλ μου ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτών των χώρων. Συνήθως ονειρεύομαι τραγούδια και παραστάσεις, και αφού καταλήξω στο τι θέλω να κάνω, τότε αποφασίζω σε ποιο χώρο ταιριάζει να στηθεί η κάθε παράσταση.
Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο δισκογραφικά;
Όχι ακόμα. Θεωρώ ότι το «Ονειρεύομαι ακόμα μαμά» δεν έχει κάνει τον κύκλο του. Θα συνεχίσω να παρουσιάζω τα τελευταία μου τραγούδια, μέχρι να νιώσω την ανάγκη για κάτι καινούργιο και διαφορετικό. Προς το παρόν, η παράσταση που ετοιμάζω με καλύπτει συναισθηματικά και καλλιτεχνικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν με ενοχλεί το ότι δεν λέω δικά μου τραγούδια παρά ελάχιστα και πολύ επιλεκτικά, αυτά που θεωρώ ότι ταιριάζουν με το ύφος της παράστασης. Από την άλλη, έτσι όπως είναι η δισκογραφία σήμερα, είναι πολυτέλεια να κάνει κάποιος δίσκο κάθε χρόνο. Οι περισσότεροι παρουσιάζουν ένα τραγούδι σε ψηφιακή μορφή, ενώ οι ολοκληρωμένες δουλειές, ως πολυέξοδες παραγωγές, δεν έχουν καμία τύχη ούτε για τις εταιρείες ούτε για τους καλλιτέχνες. Μόνο κάποιοι ρομαντικοί, στους οποίους περιλαμβάνομαι κι εγώ, επιμένουν σε άλμπουμ, αλλά ειλικρινά, με την κρίση που επηρεάζει τα πάντα, μαζί και τη δισκογραφία, δεν ξέρω πόσο ακόμα θα μπορούμε να επιμένουμε.
Tι ρόλο έχει παίξει το internet στην επικοινωνία της δικής σου δουλειάς;
Σημαντικό ρόλο. Από τότε που άρχισα να ασχολούμαι προσωπικά, βλέπω ότι μπορώ να ενημερώνω άμεσα τους ανθρώπους που με παρακολουθούν για τη δουλειά μου, με αποτέλεσμα ακόμα και χωρίς άλλη διαφήμιση να έχουν επιτυχία οι εμφανίσεις μου και τα τραγούδια μου να γίνονται γνωστά ακόμα κι όταν δεν παίζονται στα ραδιόφωνα. Πέρα όμως από τα καλά, ένα μεγάλο αρνητικό είναι η παράνομη διάθεση των τραγουδιών μας, κάτι το οποίο έπληξε σοβαρά τη δισκογραφία, μαζί με την πειρατεία που προϋπήρχε.
Επίσης χρησιμοποιείς τα κοινωνικά δίκτυα και για να εκφράσεις την άποψή σου...
Ναι, αρκετές φορές, όταν συμβαίνουν πράγματα που με αφορούν, με ενοχλούν, με θυμώνουν ή με πληγώνουν, νιώθω ότι πρέπει να πάρω θέση, όπως όλοι οι πολίτες μιας χώρας.
Το καλοκαίρι μέσω Τwitter εξέφρασες τη δυσαρέσκειά σου για την επιλογή της Άντζελας Δημητρίου να εμφανιστεί σε καζίνο στα Κατεχόμενα, αντικρούοντας το επιχείρημα πως «η μουσική δεν έχει σύνορα». Τι σημαίνουν ενέργειες σαν αυτή για σένα;
Η μουσική έχει σύνορα όταν πρόκειται για μια πατρίδα, τη δική μου πατρίδα, όπου κάθε πρωί ξυπνάμε και βλέπουμε στον Πενταδάκτυλο ζωγραφισμένη μια τεράστια τουρκική σημαία να μας θυμίζει τον πόλεμο, την προδοσία, τις δολοφονίες, τους βιασμούς, τους αγνοούμενους, την κατοχή, η οποία υφίσταται μέχρι και σήμερα, τους βανδαλισμούς, οι οποίοι συνεχίζονται μέχρι και σήμερα, και πολλά ακόμα. Η άγνοια και η αφέλεια σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ο μεγαλύτερος εχθρός.
Το γεγονός πως εκατοντάδες Κύπριοι καθημερινά περνούν στα Κατεχόμενα για να παίξουν στο καζίνο δεν σου προκαλεί ανάλογο θυμό;
Μπορώ να καταλάβω τον πόθο του πρόσφυγα να επιστρέψει και να δει το σπίτι του, τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε, να ανάψει ένα κερί στην εκκλησία του χωριού του –αν δεν έχει καταστραφεί από τους βανδαλισμούς–, αλλά πιστεύω ότι από αυτούς που πήγαν οι περισσότεροι το μετάνιωσαν, γιατί το να βλέπεις το σπίτι σου με τον Τούρκο μέσα, να σου υπενθυμίζει ότι τώρα είναι δικό του, είναι μεγάλη πληγή. Θυμώνω όμως με τους υπόλοιπους, που πάνε να παίξουν στο καζίνο ή να κάνουν τα ψώνια τους και να επιστρέψουν, που πάνε διήμερα σε ξενοδοχεία, τα δικά μας ξενοδοχεία, που τα άρπαξαν και τα εκμεταλλεύονται οι Τούρκοι. Θυμώνω με το πόσο εύκολα κάποιοι ξεχνούν, με την έλλειψη εθνικής συνείδησης, με το ότι κάποιοι δεν ξέρουν την ιστορία μας και δείχνουν ασέβεια απέναντι σε όλους αυτούς που πολέμησαν και θυσιάστηκαν για μας, για την ελευθερία μας. Όπως θυμώνω και με την πλύση εγκεφάλου που μας κάνουν τα ελληνικά κανάλια προβάλλοντας αδιάκοπα τουρκικές σειρές.
 http://www.citypress.gr/freesunday/index.html?action=article&article=7159

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου