Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ἡ ἀσκητική μέθοδος στήν Ὀρθοδοξία καὶ οἱ οἰκουμενικοί διάλογοι Μέρος Γ΄. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

Ἡ ἀσκητική μέθοδος στήν Ὀρθοδοξία καὶ οἱ οἰκουμενικοί διάλογοι. Μέρος Γ΄.*

Πρωτοπρ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς

Ἐν Πειραιεῖ 20-11-2013
Ἡ ἄσκηση δέν περιφρονεῖ τό σῶμα. 

«Ἡ ἀληθινή ἄσκηση καμμία σχέση δέν ἔχει πρός τήν πλατωνική ἤ μανιχαϊκή περιφρόνηση τῆς ὕλης ἤ τοῦ σώματος. Οἱ Χριστιανοί ἀσκητές ἀσκοῦνται, ὄχι διότι περιφρονοῦν τό σῶμα, ἀλλά διότι θέλουν νά τό καταστήσουν πειθήνιο ὄργανο τῆς ψυχῆς. Κατά τόν μζ' (47ο) Ἱερό Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, οἱ βδελυσσόμενοι (ὅσοι περιφρονοῦν μέ μίσος) τόν γάμο, ἀποστρεφόμενοι τόν οἶνο καί τήν κτίση τοῦ Θεοῦ, μεμιασμένη (μολυσμένη) εἶναι λέγοντες, δέν μπορούν νά γίνουν ἀποδεκτοί στήν Ἐκκλησία χωρίς νά βαπτισθοῦν. Ἄς μήν ἰσχυρίζονται δέ ὅτι ἔχουν βαπτισθεῖ στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ' ὅσον θεωροῦν τόν Θεό ποιητή τοῦ κακοῦ καί καθίστανται ἐφάμιλλοι πρός τόν Μαρκίωνα καί τούς λοιπούς αἱρετικούς[1]…».
Ἡ ἄσκηση ἔχει ἐσχατολογικό χαρακτήρα.

«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρισθεῖ ἐκτός τῶν ἄλλων καί ὡς Ἐκκλησία ἀσκήσεως. Αὐτό μαρτυροῦν οἱ πολλές καί μακρές περίοδοι νηστείας, οἱ μακρές ἀκολουθίες καί ἡ κατ’ αὐτές ὀρθοστασία (τά παλαιά στασίδια δέν ἔδιναν, ὡς γνωστόν, τήν δυνατότητα ἀναπαυτικοῦ καθίσματος), τά αὐστηρά ἐπιτίμια πρός τούς ἁμαρτάνοντας, ὁ σεβασμός τῶν κοσμικῶν πρός τούς αὐστηρούς μοναχούς καί ἀσκητές, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ μέ ταλαιπωρία ὁδοιπορίες καί ταξίδια πρός ἱερούς τόπους (προσκυνήματα) κ.τ.ὅ.
Εἶναι ἀδιανόητο γιά ἕνα δυτικό Χριστιανό νά νηστεύσει ἤ νά μείνει στήν Ἐκκλησία τρεῖς ἤ πέντε ὧρες, ὅπως μένουμε οἱ Ὀρθόδοξοι κατά τίς μακρές ἀκολουθίες καί ἰδίως τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Εἶναι ἀντιθέτως σύνηθες στούς αἱρετικούς Διαμαρτυρομένους (προτεστάντες) νά κοινωνοῦν, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχουν φάει τό πλούσιο πρωϊνό τους. Οἱ αἱρετικοί παπικοί κατήργησαν τελευταίως στήν Ἀμερική καί αὐτή τήν σκιώδη νηστεία τῆς Παρασκευῆς.
Τό θαυμαστό σ’αὐτά εἶναι ὅτι τό ἀσκητικό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μας συνδυάζεται μέ τό ἐσχατολογικό πνεῦμα τῆς προγεύσεως τῆς χαρᾶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς ἀγάπης. Ἡ ἄσκηση τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι χαροποιός ἄσκηση, ὅπως καί τό πένθος μᾶς εἶναι χαροποιό πένθος[2]…».

Εἶναι δυνατός ὁ συγχρονισμός τῆς ἀσκήσεως;

«Πράγματι ὁ ἀσκητισμός εἶναι κάτι τό ἀκατανόητο γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου ἡ συνείδηση ἔχει ἐκκοσμικευθεῖ ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς ἀθέου κουλτούρας, μέσα στήν ὁποία ζεῖ. Τά ἰδεώδη της κουλτούρας αὐτῆς εἶναι ἡ ἐπιτυχία, ἡ εὐημερία, ἡ ἀπόλαυση, τό σέξ, ἡ αὐτάρκεια. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας ἔχει ἐπίσης σχεδόν χαθεῖ. Ἁμαρτία δέν εἶναι πλέον ἡ παράβαση τοῦ ἠθικοῦ νόμου, ἀλλά ἡ μή παράβασή του, ὅταν ἐμποδίζεται ἀπ’ αὐτόν ὁ ἄνθρωπος νά ἱκανοποιήσει τίς μή ἰκανοποιηθεῖσες ἀπωθημένες ὀρέξεις του. Αὐτό διδάσκει ὁ Φρόϋντ καί ἐπί τῆς ἀρχῆς αὐτῆς θεμελιώνεται ἡ φροϋδικῆ ψυχανάλυση καί τό στύλ τῆς ζωῆς, πού διαμορφώνεται ἀπό αὐτήν…
 Μέσα σ’ ἕνα στό σύνολό του παράλογο καί μηδενιστικό κόσμο τί νόημα μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἄσκηση; Πολλοί θεολόγοι στό ἐξωτερικό ἀπάντησαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά κενωθεῖ, νά χάσει τόν ἑαυτό της, γιά νά κερδίσει τόν κόσμο. Ἔτσι, κήρυξαν ὅτι ὁ Θεός πέθανε («θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ»), ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἱστορικό γεγονός καί ὅτι τό Εὐαγγέλιο δέν ἔχει σταθερές ἠθικές ἀπαιτήσεις (περιπτωσιακή ἠθική). Ἀλλά, αὐτό δέν εἶναι κένωση, εἶναι πτώση καί μεταβολή τῆς Ἐκκλησίας σέ κόσμο. Εἶναι συσχηματισμός μέ τόν κόσμο. Ἐάν ἡ Ἐκκλησία ἔπαυε νά εἶναι ἀσκητική, θά πρόδιδε τόν Κύριό της, ὁ Ὁποῖος ἔτσι τήν θέλησε, θά πρόδιδε ἐπίσης τόν ἄνθρωπο, διότι χωρίς τήν ἄσκηση εἶναι ἀδύνατη ἡ θέωσή του...». Ἑπομένως, δέν πρέπει νά παρουσιάζουμε ἕνα εὔκολο χριστιανισμό, ἀποστερημένο τοῦ ἀσκητικοῦ χαρακτήρα, γιά νά κερδίσουμε τούς συγχρόνους ἀνθρώπους καί μάλιστα τούς νέους.
«Ἀλλά, ὑπάρχει, καί τό δεύτερο ἐρώτημα :

Εἶναι ἐπιτρεπτός ὁ συγχρονισμός καί ἡ προσαρμογή τῆς ἀσκήσεως στίς ἀνάγκες καί τήν ψυχοσωματική κατάσταση καί ἀντοχή τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου;

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἀνθεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου στόν πόνο, τίς στερήσεις, τίς σκληραγωγίες ἔχει σήμερα αἰσθητῶς μειωθεῖ παρά ἤ ἴσως καί λόγω τῆς ὑπό τῆς ἰατρικῆς παρατάσεως τῆς ζωῆς. Οἱ συνθῆκες διαβιώσεως (ὁ θόρυβος τῶν μεγαλουπόλεων, οἱ ταχύτητες τῶν συγκοινωνιακῶν μέσων, ὁ ταχύς ρυθμός τῆς ζωῆς, ἡ ἀνασφάλεια καί ὁ φόβος) κάνουν τόν ἄνθρωπο ὑπερευαίσθητο, νευρικό, ἑτοιμόρροπο. Λόγοι ποιμαντικῆς διακρίσεως καί φιλανθρωπίας ἐπιτρέπουν καί ἴσως ἐπιβάλλουν κάποια προσαρμογή τῆς ἀσκήσεως, ὑπό τόν ὄρο ὅτι ἡ ἄσκηση δέν θά καταντήσει ἕνα εἶδος καταπραϋντικοῦ, ἀλλά θά διατηρήσει τόν χαρακτήρα τῆς στερήσεως, τοῦ ἀγῶνος, τῆς ἀποταγῆς τοῦ ἰδίου θελήματος καί τῆς θυσίας…».

Ἡ ἀγωγή τῆς ἀσκήσεως

«Ὑπάρχει τέλος τό ἐρώτημα τῆς ἀγωγῆς τῆς ἀσκήσεως. Πῶς δηλ. ὁ πιστός θά μάθει νά ἀσκεῖται.
Ἡ καλύτερη ἀγωγή ἀσκήσεως εἶναι ἡ ἔνταξη τοῦ πιστοῦ στήν ζωή καί τήν λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία παιδαγωγεῖ τά τέκνα της μέ σοφία καί στοργή στήν ἄσκηση. Οἱ ἐντός τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους σοφῶς κατανεμημένες νηστεῖες, οἱ κατανυκτικές ἀκολουθίες, ὅπως τά Μεγάλα Ἀπόδειπνα, οἱ Χαιρετισμοί, οἱ ἐνδιαμέσως τῶν νηστειῶν πανευφρόσυνες ἑορτές (τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κ.λπ.), ἐμπνέουν, διευκολύνουν καί στηρίζουν τόν ἀσκούμενο Χριστιανό.
Τό πρόβλημα εἶναι πῶς ὅλα αὐτά θά διοχετευθοῦν ποιμαντικῶς στόν λαό. Παλαιότερα, σχολεῖο τῆς ἀσκήσεως ἦταν ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική οἰκογένεια. Ἐκεῖ μάθαινε τό παιδί τήν νηστεία, τήν ἐγκράτεια, τίς καλές καί ἅγιες παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί γι' αὐτό μποροῦσε, ὅταν ἔφθανε ἡ ἡλικία τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν, νά συγκροτεῖται καί νά ἐγκρατεύεται.
Σήμερα πού ἡ οἰκογένεια ἐν πολλοῖς δέν εἶναι χριστιανική, πρέπει νά διδάσκουμε συστηματικῶς τίς ἅγιες αὐτές παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας στά Κατηχητικά Σχολεῖα, στά κηρύγματα καί σέ κάθε ποιμαντική εὐκαιρία.
Στήν ἐποχή αὐτή τῆς ἀποστασίας, τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καί τῆς συγχύσεως, ἐμεῖς ἄς κηρύξουμε μέ ταπεινοφροσύνη καί πίστη τό κήρυγμα τῆς ἐν μετάνοια, ἐγκρατεία καί ἀσκήσει ἐπιστροφῆς στόν Πατέρα καί Πλάστη μας.
Ἡ ἀναβίωση στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσκητικοῦ ἰδεώδους θά ἀποτελέσει τό σπουδαιότερο μέσο, ἀλλά καί καρπό τῆς ἐν Ἁγίω Πνεύματι ἀνακαινίσεώς της. Θά δώσει, ἐπίσης, νέα ὤθηση καί δραστηριοποίηση στό ποιμαντικό καί Ἱεραποστολικό της ἔργο, τό ὁποῖο μποροῦν νά ἀναλάβουν μόνο ἄνθρωποι αὐταπαρνήσεως καί θυσίας.
Εἶναι χαρακτηριστικό τό κατανυκτικό στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ της Κυριακῆς της Τυρινῆς, τό ὁποῖο συνοψίζει τήν ὀρθόδοξη θεολογία τῆς ἀσκήσεως : «Τόν τῆς Νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρός ἀγώνας πνευματικούς ἑαυτούς ὑποβάλλοντες· ἀγνίσωμεν τήν ψυχήν, τήν σάρκα καθάρωμεν˙ νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν ταῖς βρώμασιν ἐκ παντός πάθους, τάς ἀρετᾶς τρυφῶντες τοῦ πνεύματος· ἐν αἶς διατελοῦντες πόθω, ἀξιωθείημεν πάντες, κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί τό Ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι». 
Δηλ. ἄς ἀρχίσουμε μέ εὐχαρίστηση καί πνευματική χαρά τόν καιρό τῆς νηστείας τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς πρίν ἀπό τό Πάσχα, ἀφοῦ ὑποβάλλουμε τούς ἑαυτούς μας σέ πνευματικούς ἀγῶνες. Ἄς ἀγνίσουμε ἀπό τούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας τήν ψυχή μας ὁ καθένας καί ἄς καθαρίσουμε, ἐπίσης, καί τό σῶμα μας. Ἄς νηστεύσουμε ἀπό κάθε πάθος, ὅπως νηστεύουμε ἀπό τά ὑλικά φαγητά καί ποτά, ἀφοῦ εὐχαρίστως μετέχουμε καθαρτικά στίς ἀρετές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέσα σ’ αὐτές τίς ἀρετές, ἀφοῦ διατελέσουμε καί ἐντρυφήσουμε μέ θεῖο πόθο καί ἔρωτα θεϊκό, μακάρι νά ἀξιωθοῦμε ὅλοι νά δοῦμε, νά φθάσουμε, νά μετάσχουμε στό πάνσεπτο Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί στό Ἅγιο Πάσχα, ἔχοντας χαρά καί ἀγαλλίαση καί εὐφροσύνη πνευματικῶς».

Σκοπός συγγραφῆς

Ζητοῦμε συγγνώμη, διότι δέν πρωτοτυποῦμε στό θεολογικό αὐτό δοκίμιο, δέν γράφουμε κάτι τό ἐντυπωσιακό, φαινομενικό, γιά νά κολακεύσουμε ἐγωιστικά τούς ἀναγνῶστες μας. Σκοπός μας εἶναι, πρῶτον, νά ξυπνήσουμε πνευματικῶς πρῶτα ἐμεῖς, πού γράφουμε ὄλ’αὐτά, καί νά ἀκολουθοῦμε ταπεινῶς, υἱϊκῶς καί εὐσεβάστως τήν Ἁγία Γραφή, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τούς ἁγίους Προφῆτες, Ἀποστόλους, Μάρτυρες, Δικαίους, Μοναχούς, Ὁμολογητές, ὅλους δηλ. τούς ἁγίους Πατέρες καί τίς Τοπικές καί τίς ἐννέα Ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Δεύτερον, γράφουμε ὄλ’αὐτά, γιά νά εὐαγγελισθοῦμε τήν εἰρήνη, τήν ἀλήθεια, τήν ἀγάπη καί τήν ἐλευθερία τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ σέ ὅσους καλοπροαιρέτως ποθοῦν καί ἀναζητοῦν τήν πραγματική ἀλήθεια καί ἑνότητα ἐν Χριστῷ καί ἐν τή Ἐκκλησία.


[1] νγ΄ Ἁγίων Ἀποστόλων καί ιγ΄ ΣΤ΄
[2] ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑÏΤΗΣ, Κλίμαξ, Λόγος ζ΄ (7ος), ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1999, σσ. 140-156.


* Τὸ Μέρος Α΄ ἐδῶ
* Τὸ Μέρος Β΄ ἐδῶ

* Τὸ Μέρος Δ΄ ἐδῶ

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2412.html

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ἡ θρησκευτικότης τῶν Ἑλλήνων. Τῆς Ἁγίας Σκέπης. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης


Ἡ θρησκευτικότης τῶν Ἑλλήνων. Τῆς Ἁγίας Σκέπης (Ἑβρ. 9,1-7)
Ἀδελφοί, «εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε Ἅγιον κοσμικόν…» (Ἑβρ. 9,1)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἡ θρησκεία μας, ἀγαπητοί μου, ἔχει ἐχθρούς, ποὺ ἀφρίζουν ἅμα ἀκούσουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Τοὺς ἐνοχλεῖ. Ἂν ἦταν στὸ χέρι τους –δὲν ξέρουμε, μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ Θεὸς σύμφωνα μὲ τὴν Ἀποκάλυψι (βλ. Ἀπ. 11,7-10· 13,3-8,12-17· 17,6)–, θὰ ἔβαζαν δυναμίτη νὰ τινάξουν ὅλες τὶς ἐκκλησίες.
Νομίζουν οἱ ταλαίπωροι, πὼς ἔτσι θὰ ξερριζώσουν τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ. Πόσο σφάλλουν! «Ἱνατί ἐφρύαξαν ἔθνη, καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά;» (Ψαλμ. 2,1).

Ἡ θρησκεία μας δὲν εἶνε, ὅπως λένε μερικοί, ἐφεύρεσι τῶν παπάδων καὶ δεσποτάδων· εἶνε, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ ἔρευνα τῆς ψυχῆς, συναίσθημα ἔμφυτο. Ὅπως ἡ μητρικὴ στοργή· ὁ Θεὸς φύτεψε στὴν καρδιὰ κάθε μάνας τὴν ἀγάπη στὸ παιδὶ καί, ὅσα διατάγματα κι ἂν ἐκδοθοῦν νὰ μὴν τὸ ἀγαπᾷ, αὐτὴ θὰ τὸ ἀγαπᾷ. Ἔτσι καὶ γιὰ τὴ θρησκεία· ὅσα διατάγμα τα κι ἂν ἐκδοθοῦν νὰ μὴ θρησκεύῃ ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς θὰ ἐξακολουθῇ νὰ θρησκεύῃ. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε ὂν κατ᾽ ἐξοχὴν θρησκευτικό, ἡ φύσις του εἶνε θρησκευτική.

Αὐτὸ τὸ ἀποδεικνύει ἡ ἱστορία, ποὺ διαπιστώνει ὅτι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ παρουσιάστηκε πάνω στὴ γῆ, ἀπὸ τότε ἄρχισε νὰ λατρεύῃ τὸ Θεό, νὰ ἐκδηλώνῃ ποικιλοτρόπως τὰ θρησκευτικά του συναισθήματα.
Ὅπως λέει ὁ Πλούταρχος (ἐπιστ. πρὸς Κολώτην ΧΧΧΙ,4), ἂν περιοδεύσῃς τὴ γῆ, μπορεῖ νὰ βρῇς πόλεις χωρὶς κάστρα, χωρὶς δρόμους, χωρὶς πλατεῖες, χωρὶς σχολεῖα, χωρὶς πολιτισμό· ἀλλὰ πόλι χωρὶς θρησκεία δὲν θὰ βρῇς, ἀσχέτως ἂν αὐτὸ ποὺ πιστεύει εἶνε ἀληθινὸ ἢ ὄχι· πάντως δὲν ὑπάρχει λαὸς χωρὶς θρησκεία.
Καὶ αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἀρ χαῖος Πλούταρχος, αὐτὸ ἐπανέλαβε στὶς ἡμέ ρες μας ἕνας μεγάλος ξένος ἱστορικός. Μίλησε στὴν αἴθουσα τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Καὶ ἐνῷ δικοί μας καθηγηταὶ ντρέπονται ν᾽ ἀναφέρουν τὴ λέξι Θεός, αὐτὸς κατ᾿ ἐπανά ληψιν εἶπε· Ὅλοι οἱ πολιτισμοὶ ποὺ ἄνθησαν πάνω στὴ γῆ ἔχουν ῥίζα θρησκευτική· δὲν ὑπάρχει πολιτισμὸς ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ θρησκευτικὴ ῥίζα.
Ὥστε λοιπὸν παλαιοὶ καὶ νέοι ἱστορικοὶ καὶ ἀρχαιολόγοι καὶ περιηγηταὶ βεβαιώνουν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἐκ φύσεως θρησκευτικός.
* * * 
Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ λαοὶ θρησκεύουν. Ἀλλ᾽ ἂν ὑπάρχουν κάποιοι ποὺ διακρίνονται γιὰ τὴ θρησκευτικότητά τους, λαοὶ ποὺ κατ᾽ ἐξοχὴν θρήσκευαν καὶ θρησκεύουν, εἶνε δύο· πρῶτος ὁ Ἰουδαϊκὸς καὶ δεύτερος ὁ Ἑλληνικός.
 ⃝ Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους δὲν χρειάζεται ἄλλη ἀπόδειξις· διαβάστε τὸν σημερινὸ ἀπόστολο. Κάποτε ὁ λαὸς αὐτὸς δὲν κατοικοῦσε σὲ πόλεις, δὲν εἶχε σπίτια· ζοῦσαν ὡς νομάδες σκηνῖτες. Σαράντα χρόνια περιπλανόνταν στὴν ἔρημο, ὅπως λέει ἡ ἁγία Γραφή (βλ. Ἔξοδος).
Καὶ ὅμως στὸ διάστημα αὐτὸ εἶχαν ναό. Τί ναό;  Ὄχι ἀπὸ πέτρες ἢ μάρμαρα, ἀλλὰ φορητό, λυόμενο. Ὅπως ὁ τσοπᾶνος ἔ χει τὴν κάππα του καὶ σκεπάζεται, ὅπως ὁ στρατιώτης λύνει τὴ σκηνή του, τὴ μεταφέρει καὶ τὴ στήνει ὅπου σταθμεύσῃ, ἔτσι κι αὐτοί. Ὁ ναὸς ἐκεῖνος ἦταν ἡ «σκηνὴ» τοῦ μαρτυρί ου (Ἑβρ. 9,1).
Ἦταν φτειαγμένος ἀπὸ βαρύτιμα ὑλικά, δέρματα ζῴων (αἰγῶν καὶ τράγων, προβάτων καὶ κριῶν, δορκάδων), ἀπὸ χοντρὰ ὑφάσμα τα κεντημένα μὲ χρυσάφι καὶ ἀσήμι καὶ στολισμένα μὲ πετράδια. Εἶχε μεγάλη ἀξία· ὑπολογίζουν ὅτι στοίχιζε διακόσες χιλιάδες λίρες!
Γιὰ νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ ναός, συνεισέφεραν ὅλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί. Ἔδωσαν ὅ,τι εἶχαν. Ἡ σκηνὴ διαιρεῖτο σὲ μέρη χωρισμένα μὲ κουρτίνα, τὸ «καταπέτασμα» (Ἑβρ, 9,3). Ἀλλοῦ στεκόταν ὁ λαὸς –καὶ κατόπιν οἱ προσήλυτοι, ὅσοι δηλαδὴ ἐκδήλωναν ἐπιθυμία νὰ εἰσαχθοῦν στὴν ἰουδαϊκὴ θρησκεία καὶ κατηχοῦνταν–, καὶ ἀλλοῦ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ λευῖτες (=ὑ πηρέτες καὶ νεωκόροι).
Μετὰ τὸ πρῶτο καταπέτασμα τὸ πρῶτο μέρος λεγόταν «Ἅγιον κοσμικὸν» ἢ  «Ἅγια». Μέσα ἐκεῖ ὑπῆρχαν «ἡ λυχνία», «ἡ τράπεζα» καὶ «ἡ πρόθεσις» ἐπάνω στὴν ὁποία βρίσκονταν οἱ ἄρτοι (Ἑβρ. 9,1-2).
Τὸ σπουδαιότερο ὅμως μέρος τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἦταν τὰ «Ἅγια (τῶν) Ἁγίων», ποὺ χωριζόταν ἀπὸ τὰ «Ἅγια» μὲ τὸ «δεύτερον καταπέτασμα» (ἔ.ἀ. 9,3). Ἐκεῖ δὲν ἐπιτρεπόταν ἡ εἴσοδος. Μέσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν τὰ ἱερώτερα ἀντικείμενα τῆς λατρείας τους· τὸ «χρυσοῦν θυμιατήριον» καὶ τὴν «κιβωτὸν τῆς διαθήκης» καλυμμένη ἀπὸ παντοῦ μὲ φύλλα χρυσοῦ, μέσα στὴν ὁποία φυλάσσονταν μιὰ στάμνα χρυσῆ ποὺ περιεῖχε τὸ μάννα, τὸ ῥαβδὶ τοῦ Ἀαρὼν ποὺ εἶχε βλαστήσει θαυματουργικά, καὶ οἱ δύο πλάκες ποὺ ἐπάνω τους ἦταν γραμμένες οἱ Δέκα Ἐντολές.

Πάνω ἀπὸ τὴν κιβωτὸ ὑπῆρχαν δύο χρυσᾶ Χερουβίμ, «ποὺ ἀνάμεσά τους ἐμφανιζόταν καὶ μιλοῦσε ὁ Θεός» (μτφρ. Τρεμπ.), τὰ ὁποῖα μὲ τὶς ἀγγελικὲς φτεροῦγες τους σκίαζαν «τὸ ἱλαστήριον», τὸ χρυσὸ δηλαδὴ κάλυμμα τῆς κιβωτοῦ (ἔ.ἀ. 9,4-5).
Αὐτὰ ἦταν τὰ ὅσια καὶ ἱερὰ τῶν Ἰουδαίων. Καὶ ἐνῷ στὸ «κοσμικὸν Ἅγιον» ἔμπαιναν κάθε μέρα οἱ ἱερεῖς καὶ προσέφεραν τὶς θυσίες, στὰ «Ἅγια (τῶν) Ἁγίων» ἔμπαινε μόνος του ὁ ἀρχιερεὺς καὶ μόνο μιὰ φορὰ τὸ χρόνο, καὶ τὰ ῥάντιζε ὅλα μὲ αἷμα ἀπὸ σφαγμένο ζῷο. Αὐτὸ ἦταν μιὰ σκιὰ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, προτύπωσις τῆς μεγάλης θυσίας τοῦ Γολγοθᾶ.

-Μετὰ τοὺς Ἰουδαίους, ὁ ἄλλος λαὸς ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν θρησκευτικότητά του εἶνε ὁ Ἑλληνικός. Οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς ἐκδηλώνουν ζωηρὸ τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα. Ἔχτισαν ναοὺς λαμπρούς, ὅπως τὸν Παρθενῶνα στὴν Ἀκρόπολι, μνημεῖα τέχνης ποὺ φανερώνουν προχωρημένη ἱκανότητα. Μηχανικοί, τεχνῖτες, γλύπτες, ζωγράφοι ἔστυψαν τὰ μυαλά τους καὶ μὲ τὰ σπάνια χαρίσματά τους ἀποτύπω σαν τὴ δίψα τῆς ψυχῆς τους.
Αὐτὸς ὁ λαός, οἱ εἰδωλολάτρες πρόγονοί μας, πίστευε βαθειά – ἄσχετο ἂν ἡ θρησκεία του δὲν ἦταν ἀληθινή. Δὲν ἔκαναν τίποτα, οὔτε πόλεμο οὔτε εἰρήνη, ἂν δὲν ρωτοῦσαν τοὺς θεούς τους.
Στὴν ἀρχαία Ἀθήνα δὲν ἐπέτρεπαν νὰ βλαστημήσῃ κανεὶς τὰ θεῖα. Ὅποιος τολμοῦσε νὰ ἀσεβήσῃ σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ψεύτικους θεούς, δὲν μποροῦσε πιὰ οὔτε μιὰ μέρα νὰ ζήσῃ ἀνάμεσά τους· δὲν ἐπέτρεπαν τὴν παραμικρὴ ἀσέβεια. Κι αὐτὸν τὸν Σωκράτη, ἐπειδὴ θεώρησαν ὅτι βλαστήμησε τὸ θεό τους, τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο.

Αὐτοὶ ἦταν οἱ Ἕλληνες στὴν ἀρχαιότητα. Κι ὅταν ὁ λαὸς αὐτὸς ἄκουσε γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό, τότε βρῆκε αὐτὸ ποὺ ζητοῦσε. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸν Ἄρειο πάγο εἶπε στοὺς Ἀθηναίους· «Ἀπ᾿ ὅσους γνώρισα ἐσᾶς βρίσκω πιὸ εὐλαβεῖς σὲ ὅλα» (βλ. Πράξ. 17,22). Κι ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες πίστεψαν στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸ θρησκευτικό τους συναίσθημα πῆρε τὸ σωστὸ δρόμο καὶ εἶχε λαμπρὲς ἐκδηλώσεις. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶνε ἐκεῖνος, ποὺ ἔχτισε τὸν περίλαμπρο ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ στὰ ἐγκαίνιά του ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστιανιανὸς εἶπε «Νενίκηκά σε, Σολομῶν».
Ἕλληνες ἔχτισαν στὸ Ἅγιο Ὄρος τὰ περίφημα μοναστήρια, ποὺ ἔχουν ζωὴ πάνω ἀπὸ χίλια χρόνια.
Ἕλληνες ἔχτισαν στὴν κορυφὴ τοῦ Σινὰ τὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης.
Ἕλληνες γέμισαν τὸν Πόντο καὶ τὴ Μικρὰ Ἀσία μὲ χιλιάδες ναοὺς μικροὺς καὶ μεγάλους.
Κι ὅταν πάλι τὸ 1922 ὁ λαὸς αὐτὸς ἔφευγε ἀπὸ ᾽κεῖ μὲ τὴν ψυχὴ στὰ δόντια κι ἄφηνε τὰ πάντα (σπίτια, χωράφια, περιουσίες), τίποτε ἄλλο δὲν πῆρε μαζί του παρὰ τὶς εἰκόνες καὶ τὰ λείψανα τῶν ἁγίων (π.χ. τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ ῾Ρώ σου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ κ.ἄ.).
* * * 
Ἡ θρησκευτικότης, ἀδελφοί μου, εἶνε ἡ ἀναπνοὴ τοῦ ἔθνους μας. Τὸ ψάρι δὲν ζῇ ἔξω ἀπὸ τὴ θάλασσα, κι ὁ Ἕλληνας δὲν ζῇ χωρὶς τὴ θρησκεία του. Ἄλλοι λαοὶ μποροῦν ἴσως νὰ σταθοῦν καὶ κάπως ἀλλιῶς – μολονότι κανένας δὲν ζῇ χωρὶς θρησκεία· κι αὐτὸς ὁ ῾Ρωσικὸς λαὸς θρησκεύει βαθύτατα, παρ᾽ ὅλη τὴν ἀθεϊστικὴ προπαγάνδα ποὺ δέχθηκε.
Πολὺ περισσότερο ἐμεῖς. Ἡ θρησκεία εἶνε ἡ ἀναπνοή μας, τὸ ζωτικὸ στοιχεῖο, ἡ σκέπη, τὸ ὅπλο, ἡ ζωή μας. Αὐτὴ δημιούργησε τὸ Βυζάντιο μὲ πολιτισμὸ ποὺ βάσταξε χίλια χρόνια. Αὐτὴ μᾶς παρηγόρησε πεντακόσα χρόνια κάτω ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῶν Τούρκων. Αὐτὴ ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ ᾿21.
Αὐτὴ τὸ 1912-13 μᾶς ἔδωσε φτερὰ καὶ ἀνήμερα τοῦ ἁγίου Δημητρίου τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος μπῆκαν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὕψωσαν τὴν ἑλληνικὴ σημαία. Αὐτὴ μᾶς κράτησε τὸ 1940 καὶ στὴν κατοχή.
Νὰ τὴν κρατήσουμε λοιπόν. Νὰ φράξουμε τὰ αὐτιά μας νὰ μὴν ἀκοῦμε τί λένε ἐναντίον της. Βέβαια πρέπει νὰ φροντίσουμε ν᾿ ἀποκτήσουμε κλῆρο, ν᾽ ἀνακαινίσουμε τὴν ἐκκλησία μας, νὰ ἔλθῃ ἀναγέννησις· ἀλλὰ νὰ μὴ φύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας.
Νὰ ζήσουμε ἀξίως τῆς πίστεως, ἀξίως τῶν προγόνων μας, ἀξίως ὅλου τοῦ ἱστορικοῦ μεγαλείου τῆς φυλῆς μας, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ λέμε «Εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;» (῾Ρωμ. 8,31)· «γνῶτε ἔ θνη καὶ ἡττᾶσθε …ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ἠσ. 8,9-10).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Προφήτου Δανιὴλ Βοτανικοῦ - Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ 28-10-1962. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 21-9-2013.

Διαβάστε σχετικά

Ἡ σημασία τῶν ἐθνικῶν ἑορτῶν. Ἁγίας Σκέπης καὶ ἐθνικὴ ἑορτὴ 28 Ὀκτωβρίου 2011. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

  http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_8965.html

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

Ihsous_Xristos“ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ”

1. Χάσαμε το μέτρο. Σε μια χώρα, στην οποία έχουν καταλυθεί βασικές αρχές της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας στα τρία επάρατα χρόνια των Μνημονίων και μάλιστα με το τρομοκρατικό δόγμα του ΣΟΚ, οι αρχές ψάχνουν για πραξικοπηματίες και τρομοκράτες, για αναρχικούς και ακραίους, τη στιγμή που ζούμε σε μια ακραία συνθήκη φτώχειας, εξαθλίωσης, ανεργίας και αυτοκτονιών. “Σβησμένες όλες οι πλάστρες φωτιές μέσα στη χώρα”, που λέει κι ο ποιητής. Στάχτη τα όνειρα, ενίοτε δε οι περιουσίες και οι ζωές των Ελλήνων.
2. Οι θεσμικές εξουσίες συναγωνίζονται η μία την άλλη ποιά θα δείξει υπερβάλλοντα ζήλο για την καταπολέμηση της ανωμαλίας, μόνο που κοιτάνε προς άλλη κατεύθυνση, αντίθετα από την πηγή της έντασης και της ακαταστασίας. Σε μια στιγμή γενικής επίθεσης κατά του λαού μας, κάναμε πάλι το λάθος, διχάσαμε τον κόσμο, ενσπείραμε τον φόβο, θρονιάσαμε την καχυποψία και πράττουμε κατά το θέλημα των εχθρών μας. Αρχίσαμε να βλέπουμε παντού εφιάλτες, πράγμα άδικο και υποτιμητικό για τον λαό μας.
3. Πλέον, είναι κατάδηλο, ότι χρειαζόμαστε μια δύναμη έξω από μας για να μας συνετίσει και σταματήσει. Αν δεν επικαλεσθούμε τον Ουρανό, θάρθουν τα επίγεια και τα υποχθόνια συστήματα του χάους να μας εξαφανίσουν. Μέσα σ΄ αυτό τον ορυμαγδό λοιπόν, εμείς ας σηκώσουμε τα μάτια ψηλά στην Υπέρμαχο Στρατηγό, την διαχρονική Προστάτιδα του Γένους μας, και ας την παρακαλέσουμε να βάλει φρένο σ΄ αυτή τη βιασύνη της αυτοκαταστροφικής μας πορείας.
4. Όλο αυτό το σκηνικό ασφαλώς πατέρα έχει τον διάβολο, ο οποίος θέλει να χαντακώσει την Ορθόδοξη Πατρίδα μας, γιατί ακόμη παραμένει Ελληνική και Ορθόδοξη και δεν έχει γίνει απόλυτα εκκοσμικευμένη και αιρετική κοινωνία. Έτσι με όλα αυτά τα φαινόμενα της κοινωνικής παθογένειας περνάει προς τα έξω όχι την καλή μαρτυρία της Πίστεώς μας στο Χριστό, αλλά ότι δεν ωφελούμαστε σε τίποτε που είμαστε ακόμη  Ορθόδοξοι. Δυσφημείται η πίστη του λαού μας και η Εκκλησία του. Το είπε άλλωστε κι ένας δικός μας – ΄Ελληνας – φιλοσοφών, ότι για όλα φταίει η Φιλοκαλία. Αλλά και προς τα μέσα υπάρχει η απογοήτευση και η απαξίωση του πνευματικού θησαυρού της Εκκλησίας μας, στης οποία την μαρτυρία και φωνή επιβλήθηκε αφωνία ή παραφωνία.
5. Σήμερα όσο ποτέ άλλοτε χρειάζεται εμείς να ζήσουμε “Μετά Φόβου Θεού, Πίστεως και Αγάπης”. Όχι με ανθρώπινο φόβο, αλλά με θεάρεστο και αναγεννητικό σεβασμό προς τον Θεό. Να μείνουμε πιστοί στον Τριαδικό Θεό, εύσπλαχνοι στις διαπροσωπικές μας σχέσεις και χωρίς τη χυδαιότητα της ψυχής και συμπεριφοράς, γεγονός – το τελευταίο – που παρά τα οικονομικά μας χάλια, ανθεί και καρποφορεί τα ζιζάνια της αμαρτίας. Η προσωπική μας κάθαρση θα φέρει και την κάθαρση στην κοινωνία και το σύνολο του ελληνικού λαού.
Χριστιανική Εστία Λαμίας

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CF%83%CF%84%CF%89%CE%BC%CE%B5%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%83/

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ – ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ENOTHTA
Ο π. Πορφύριος ήθελε το «ίνα ώσιν εν» με το πνεύμα του Θεού, που είναι αγνό και ανιδιοτελές, όχι με το μπερδεμένο πνεύμα του κόσμου –και βέβαια αφού έχουμε πρώτα καθαρισθεί από τα βασικά πάθη. Κάποτε για παράδειγμα του είπαν: «Γέροντα δυο μοναχοί ζουν στο τάδε μέρος πολύ καλά, αρμονικά». Χαμογέλασε λέγοντας: «Ταίριαξαν τα πάθη τους». Στην ιστορία του μοναχισμού όποτε υπήρχε ένα άτομο με ιδιαιτερότητες και δεν προσαρμοζόταν στο πρόγραμμα της μονής ή το απομόνωναν ή το έδιωχναν σαν ξένο σώμα. Αντιθέτως ο π. Πορφύριος επιδίωκε να έχει τέτοια άτομα στο περιβάλλον του, διότι προσωπικά ο ίδιος είχε μεγάλο όφελος αλλά και η συνοδεία του. Τα άτομα με τις αντιθέσεις τους καλλιεργούν σε μεγάλο βαθμό την αγία ταπείνωση. Τα αντίθετα πράγματα είναι το μεγάλο μυστικό για να αποκτήσουμε την αγία ταπείνωση.
Το πνεύμα του π. Πορφυρίου ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό της εποχής μας το οργανωσιακό και της παγκοσμιοποίησης. Η εποχή μας συνθλίβει την ελευθερία και την προσωπικότητα του ατόμου, που είναι η βασική αρχή της δημιουργίας των όντων, δηλαδή του αγγελικού κόσμου και του ανθρώπου.
Όταν ο Γέροντας έβλεπε ότι πάμε να ενωθούμε μέσα από τα πάθη μας, το αντιλαμβανόταν με το βυθοσκόπιό του και αμέσως ξεκινούσε τη δουλειά, με έναν πρωτάκουστο τρόπο για μας, αλλά πολύ γνωστό τρόπο για τον Θεό και τους αγίους Του, που ήταν πραγματικοί ιατροί των ψυχών. Προκαλούσε ο ίδιος τη σύγχυση, ώστε να διαλύσει αμέσως τη φιλία που δεν ήταν κατά Θεόν αλλά κατά κόσμον. «Η φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού εστί» (Ιακ.δ’4).
Στον πύργο της Βαβέλ συνέβη το ίδιο. Οι άνθρωποι είχαν ενωθεί όχι για να αγαπήσουν τον Θεό, αλλά για να αποφύγουν με τη δική τους δύναμη τη δύναμη του Θεού. Σε αυτό  το σημείο του οδήγησε η σύγχυση. Διαίρεσε τους ανθρώπους, γι’ αυτό και ο τόπος εκεί ονομάστηκε Βαβέλ, δηλαδή τόπος σύγχυσης. Μήπως σήμερα δεν ζούμε τη σύγχυση της Βαβέλ, ενώ υπάρχει ο άμεσος κίνδυνος να εμφανιστεί ο διάβολος σαν ειρηνοποιός (παγκοσμιοποίηση, αντίχριστός); Και στον Παράδεισο ο διάβολος ένωσε τον Αδάμ με την Εύα με πονηρία. Αντιθέτως ο Θεός τους ένωσε με την αγαθότητά Του και την ελευθερία Του. Στην Κλίμακα του Αγίου Ιωάννη αναφέρεται σε κάποιο κεφάλαιο ότι ένας πολύ διακριτικός γέροντας έβαζε «φιτιλιές» μεταξύ δύο αδελφών για να συγκρούονται, να τσακώνονται, να βγαίνουν τα πάθη, να τα γνωρίζουν, να ταπεινώνονται και μετά να αγωνίζονται για το πρόβλημά τους φιλότιμα. Έτσι έπειτα από πολλή δουλειά, κόπο και χρόνο σιγά-σιγά θα αγαπιούνταν και θα έχτιζαν την ψυχή τους πάνω στο βράχο που είναι ο Χριστός, κι όχι πάνω στην άμμο που είναι ο διάβολος.
Το «διαίρει και βασίλευε» είναι μια τακτική που έχει περάσει στον κόσμο αρνητικά, αλλά δεν γνωρίζει κανείς ότι μπορεί να λειτουργήσει και με τρόπο θετικό, για να βασιλεύει πραγματικά ο Θεός και οι άγιοί Του. Για παράδειγμα η Ελλάδα είναι ένας τόπος που φθονείται πολύ, εξαιτίας των μεγάλων χαρισμάτων που έχει ο λαός της, του δυνατού μας μυαλού και της αγαπητικής μας καρδιάς, ως μεσογειακός λαός που είμαστε. Η ιστορία απέδειξε ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να υπάρχει σαν Έθνος. Από αρχαιοτάτων χρόνων έζησε μέσα στους πολέμους, εξαιτίας πάλι της γεωγραφικής της θέσης, της ομορφιάς της, των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών. Όλα αυτά προκάλεσαν μέσα στην ιστορία το φθόνο των γύρω λαών κι ενώ πάντοτε ήθελαν να την κατασπαράξουν, αυτή συνέχισε να ζει και να πορεύεται μέσα σους αιώνες, ως «αστήρ εμφαίνων τον ήλιον».
 Ο ίδιος ο Χριστός είπε για τους Έλληνες.  «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου». (Ιωαν ιβ’23). Για ποιο λόγο; Αυτός ο λαός έχει τα χαρακτηριστικά και τις προϋποθέσεις να μοιάσει του Χριστού. Την ευφυΐα, τη δυναμική, το όραμα, την εφευρετικότητα, το ανικανοποίητο ως πόθο για το ανώτερο, και φυσικά το φιλότιμο, λέξη που δεν συναντάς σε άλλη γλώσσα. Αυτός ο λαός πριν γνωρίσει το Χριστό είχε φτάσει πολύ κοντά Του. Όταν τον αντάμωσε εκπληρώθηκαν οι πόθοι και οι προσδοκίες του. Ήταν το σύγχρονο και διαχρονικό μοντέλο του Έλληνα όλων των εποχών.
Ο διάβολος όλα αυτά τα χρόνια, όσο κι αν προσπαθούσε να αφανίσει τον λαό αυτόν με εξωτερικούς κινδύνους, δεν το πέτυχε. Όποτε εμφανίστηκαν προδότες και κυριαρχούσε η διχόνοια ανάμεσα στους Έλληνες, ο λαός μας τραυματιζόταν και κινδύνευε με αφανισμό. Αλλά ο Θεός ποτέ δεν μας εγκατέλειψε. Πότε όμως ο Θεός «χρησιμοποίησε» στη σύγχρονη ιστορία το διχασμό για να μην κινδυνέψει η βασιλεία Του μέσα στην Ελλάδα; Όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε από του Τούρκους, υπήρξαν, -κι έκτοτε πάντοτε υπάρχουν- κάποιοι που ήθελαν να εμποτίσουν τον λαό με ένα πνεύμα εντελώς ξένο από εμάς: το πνεύμα της Δύσης, το οποίο μοιάζει με τη Λερναία Ύδρα που έχει πολλά κεφάλια –της κόβεις το ένα και βγαίνουν κι άλλα. Κύριο χαρακτηριστικό του δυτικού πνεύματος είναι ότι έχει ως κέντρο τον άνθρωπο και λατρεύει την κτίση και όχι τον Κτίσαντα.
Ο Έλληνας δεν πρέπει να αποκτήσει αυτό πνεύμα και για να μας προφυλάξει ο Θεός σπέρνει τη θεϊκή «διχόνοιά» Του. Ο Θεός είναι ζηλότυπος και θέλει να λατρεύεται μονάχα Αυτός. Θα μου πείτε, που οδεύει ο κόσμος της Δύσης; Το πρόβλημα ξεκίνησε από την εποχή του Χρυσοστόμου, ο οποίος πρώτος το αντιλήφθηκε και το ομολόγησε κάνοντας λόγο για την «επηρμένη οφρύ της Δύσης». Διέβλεπε από τότε πως θα αποκοπεί η Δύση από την Ανατολή.
Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Το χάσμα συνεχώς υπέβοσκε. Εκδηλώθηκε με το σχίσμα φανερά, για λόγους καθαρά πολιτικούς και όχι εκκλησιαστικούς. Ο πολιτισμός της Δύσης έβαλε στόχο να ενώσει τους ανθρώπους όχι όμως εν Χριστώ, αλλά φορτωμένους με τα πάθη τους. Το αναγεννησιακό πνεύμα πέρασε και στην Ελλάδα μέσω των οργανώσεων και οι άνθρωποι ενώθηκαν φαινομενικά, καταπιεσμένοι όμως από τα πάθη τους. Καλλιεργούσαν μόνο το φλοιό τους, είχαν μια ηθική που κατάντησε να γίνει σκοπός και αγνοήθηκε η ενότητα με τον Θεό. Η Δυτική Εκκλησίας υποτάχθηκε στον άνθρωπο και όχι στον Θεό, ενώ η Ανατολή παρέμεινε όρθια γιατί είχε στο κέντρο της τον Θεό. Το φανερό ατόπημα της Δύσης ήταν ότι πρόβαλλε και δεχόταν τον αρχηγό της Εκκλησίας ως αλάνθαστο. Αυτός ήταν και ο σύγχρονος πεσών Εωσφόρος. Από τότε άνοιξε ο δρόμος του Αντιχρίστου.
Μετά τη σύγκρουση του Βαρλαάμ με τον Γρηγόριο Παλαμά ήρθε η Αναγέννηση, που καθιέρωσε το σύγχρονο μοντέλο του δυτικού ανθρώπου: μια ηθική χριστιανική που μοιάζει με το χρυσό πανωφόρι πάνω σε βρόμικο σώμα, καλύπτοντας της δυσωδία του με αρώματα. Ο δρόμος άνοιξε για να γκρεμίσει και να αποκόψει περισσότερο τον άνθρωπο από τον Θεό. Ο άνθρωπος ήταν πλέον εύκολη λεία για τον πολέμιό του, τον διάβολο. Αυτή η ηθική ήταν πολύ μικρή για να τον κρατήσει κοντά στον Θεό.
 Ακολούθως ήρθε ο Διαφωτισμός. Φανερά και απροκάλυπτα ο άνθρωπος σκότωσε τον Θεό μέσα του και ήθελε να περάσει στη συνείδηση όλων ότι ο Θεός δεν υπάρχει. «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού, ουκ εστί Θεός» (Ψλ.ιγ’ 1). Από τότε ο άνθρωπος έχασε πραγματικά το μυαλό του. Όχι μόνο δεν λάτρευε τον Θεό όπως έπρεπε, αλλά αρνήθηκε και την ύπαρξή Του.
Στη συνέχεια ο καπιταλισμός και ο κομμουνισμός μοίρασαν και δίχασαν τον κόσμο για να υπηρετήσει τον εγωιστή άνθρωπο, δηλαδή τα πάθη του, τον διάβολο. Ο καπιταλισμός αγκάλιασε τη Δύση, ο δε κομμουνισμός την Ανατολή. Η Δύση είναι αυτή που κολακεύει τα πάθη του ανθρώπου και η Ανατολή είναι  αυτή που, θέλοντας να προστατεύσει τον άνθρωπο από τα πάθη, τον ισοπέδωσε.
Νομίζουμε πως αυτά δεν ισχύουν για μας τους χριστιανούς; Αυτά τα δύο πνεύματα πολεμούν το σύγχρονο χριστιανό. Δηλαδή, το πνεύμα της κολακείας και της υποκρισίας, που προέρχεται από τη Δύση, και το πνεύμα του εκμηδενισμού και της ισοπέδωσης του εγώ, που προέρχεται από την Ανατολή. Και στις δύο περιπτώσει ο άνθρωπος στερείται την ελευθερία. Ο διάβολος πάντα πιάνει τα άκρα. Οι άγιοι, αντιθέτως, διαλέγουν πάντα τη μεσαία οδό, τη βασιλική. Αυτός ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος διότι πρέπει διαρκώς να βρίσκεσαι σε εγρήγορση, προσπαθώντας να κρατάς τις ισορροπίες μεταξύ άκρατης ελευθερίας και απόλυτης προστασίας.
Η μεσαία οδός διχάζει ακριβώς αυτά τα δύο πνεύματα και μοιάζει με ένα τεντωμένο σκοινί. Όμως μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος επιτυγχάνεται η ισορροπία, πάνω σε αυτό. «Ορθοδοξείν εστί το αεί σχοινοβατείν». Ορθόδοξος δηλαδή είναι ο ακροβάτης. Έτσι η Δύση έχει την απόλυτη ελευθερία και η Ανατολή την αυστηρή πειθαρχία που είναι υπακοή στον διάβολο.
Η χάρη του Θεού λειτουργεί σαν το λέιζερ, το οποίο χρησιμοποιείται στις σύγχρονες εγχειρήσεις υψηλής ακρίβειας.
Έτσι και ο Θεός μόνο με τον δικό του λέιζερ μπορεί να παρέμβει στην ανθρώπινη ψυχή και να κάνει δύσκολες επεμβάσεις, να κόψει στη μέση τη συνύπαρξη των δύο πνευμάτων, της ελευθερίας και της πειθαρχίας.
Ο π.Πορφύριος είπε σε ένα πνευματικό του τέκνο λίγο προτού πεθάνει: «Φεύγω, γιατί δεν με ακούει κανείς. Φεύγω γιατί κανείς δεν ακούει κανέναν. Φεύγω γιατί με σαμποτάρουν όλοι. Ο καθένας σήκωσε δική του παντιέρα. Θα σωθούμε μόνο αν μπούμε στην άκτιστη Εκκλησία του Χριστού κι ενωθούμε στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Με παίρνουν τηλέφωνο «προτεστάντες» και μασόνοι και θέλουν να μου πάρουν συνεντεύξεις με κασετόφωνα (εννοούσε οργανωσιακούς κι ορθοδόξους κατά τ’ άλλα ανθρώπους). Φεύγω γιατί με εκμεταλλεύονται (ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα).

Απόσπασμα από το βιβλίο του αρχιμ. Αρσενίου Κωτσόπουλου
ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ. Στα ίχνη ενός σπουδαίου ανθρώπου του Θεού

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B9%CE%BD%CE%B1-%CF%89%CF%83%CE%B9%CE%BD-%CE%B5%CE%BD-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%83-%CF%83%CF%84%CE%B7/

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η κατασκευασμένη «διανόηση» στο μάταιο αγώνα κατά της Πίστης. Χαράλαμπος Άνδραλης

Η κατασκευασμένη «διανόηση» στο μάταιο αγώνα κατά της Πίστης

Τα τελευταία χρόνια, έχουν εμφανισθεί απ’ το πουθενά και έχουν γίνει πρωταγωνιστές στην κοινωνικο-πολιτική ζωή του τόπου, κάποιοι περίεργοι τύποι, αυτοπαρουσιαζόμενοι ως διανοούμενοι. Τα κοινά χαρακτηριστικά τους είναι δύο:
Το πρώτο, ότι είναι αμφιβόλου πανεπιστημιακής μορφώσεως. Όπως η καθηγήτρια γαλλικών που φυτεύθηκε ως καθηγήτρια Πανεπιστημίου στον τομέα της Ιστορίας και ο «συγγραφέας» με το απολυτήριο λυκείου και τις … αμέτρητες κατακτήσεις!
Σαφώς και ο κάθε άνθρωπος είναι σεβαστός ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου και καλλιέργειας. Μας γεμίζει όμως εύλογες απορίες η ανέλιξη τέτοιων ανθρώπων στην ελίτ της ελληνικής διανόησης και στα έδρανα του Ελληνικού Κοινοβουλίου.
Το δεύτερο κοινό στοιχείο των ουρανοκατέβατων διανοούμενων, είναι ότι έχουν αβυσσαλέα αντιπάθεια προς κάθε τι ελληνικό και ορθόδοξο.
Συγκεκριμένα, δείχνουν να ενδιαφέρονται να χτυπήσουν τη γλώσσα μας, τη Θρησκεία μας, τα πολιτισμικά και ιστορικά μας αποθέματα. Το περίφημο σχέδιο Κίσσινγκερ, εφαρμόζεται πολλά χρόνια στην Ελλάδα και εφαρμόστηκε κυρίως από τα δύο κόμματα εξουσίας, που τώρα προσπαθούν να «βγάλουν την ουρά τους απ’ έξω» και αναλαμβάνουν υποκριτικά το ρόλο του υπερασπιστή των Παραδόσεών μας, απέναντι στους θρασείς, αλλά ειλικρινείς σύγχρονους ελληνόφωνους εκκλησιομάχους.
Ταυτόχρονα, χάριν της επικράτησης του υλισμού και της αθεΐας, στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων, έχουν εκτοπισθεί όσοι ομολογούν ανοιχτά την Πίστη τους στο Χριστό και την Εκκλησία, όπως ο ταλαντούχος μουσικοσυνθέτης κ. Στ. Σπανουδάκης.
Η «διανόηση» έχει μετατραπεί σε μια κλειστή κάστα υψηλοφρόνων όπου οι λέξεις Χριστός και Ελλάδα είναι απαγορευμένες. Παράλληλα, η νεολαία του τόπου μας, έχοντας ως πρότυπα αυτούς τους προβαλλόμενους ως επιτυχημένους ανθρώπους, θεωρεί σε μεγάλο βαθμό ως ξεπερασμένα στερεότυπα τα υψηλά ιδανικά που είχαν οι πατέρες μας.
 Μην απορούμε επομένως γιατί δεν υπάρχει αντίδραση σε όσα παράλογα γίνονται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Το ηρωικό πνεύμα τους Ελληνισμού, έχει παραδώσει την σκυτάλη σε ένα πνεύμα αμοραλισμού, ατομισμού, υλισμού, πανσεξουαλισμού κοκ. Ο σύγχρονος Νεοέλληνας, ο οποίος σφυρηλατήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες με αυτά τα πρότυπα, ο άνθρωπος χωρίς οικογένεια, χωρίς Πίστη, χωρίς φιλαδελφεία, είναι ιδανικό άτομο για τη συγκρότηση της Παγκόσμιας Τάξης Πραγμάτων.
Ακόμα, όμως, και αν φαινομενικά κερδίζει τη μάχη η αμοραλιστική-ψευτοπροοδευτική πλευρά, ο Θεός έχει τα δικά του σχέδια για την Πατρίδα μας.
Μελετώντας κάποια προπολεμική επιστολή του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, η οποία γράφηκε για τη ρωσική τραγωδία του 1917, άκοπα κάποιος μπορεί να δει τα κοινά σημεία της προκομμουνιστικής Ρωσίας και της σημερινής Ελλάδος.
Συγκεκριμένα, ο άγιος Νικόλαος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επανάσταση ήταν αποτέλεσμα της επικράτησης της υλιστικής ρωσικής (ιουδαϊκής κατά τον άγιο) διανόησης έναντι της ορθοδόξου. Στη συγκεκριμένη επιστολή, ο άγιος κάνει μια σημαντική προφητεία για τη Ρωσία που επαληθεύθηκε πανηγυρικά τα χρόνια που ακολούθησαν όταν έπεσε η δικτατορία του προλεταριάτου. Η προφητεία αυτή έχει ως εξής:
 «Και η δύναμη των ιουδαιζόντων στη Ρωσία δεν σημαίνει το «φινάλε» αλλά το «πρελούδιο» της ρωσικής δόξας. Όπως στην περίπτωση του Ιώβ, έτσι και στην περίπτωση της Ρωσίας, ο σατανάς θα εργασθεί άθελά του για τον Ύψιστο, Παντοδύναμο, Ακαταμάχητο, Νικηφόρο Πατέρα του φωτός. 
Τούτο μας μαρτυρεί και εγγυάται η ιουδαϊκή Βίβλος, την οποία οι ιουδαίζοντες πέταξαν. Σαν περιπλανόμενοι ακροβάτες οι άθεοι βαδίζουν με περασμένο το χαλινάρι του ηγεμόνα της κόλασης από ήττα σε ήττα…. 
Το παντοτινό έργο τους –παμπάλαιο και εντελώς γερασμένο- είναι να απορρίπτουν το Βασίλειο των Ουρανών και ανεπιτυχώς να προσπαθούν να θεμελιώσουν το γήινο βασίλειο. Όταν λάμψει το φως του Χριστού, η σκιά τους στην ιστορία θα παραμείνει πολύ σκοτεινή, και επί αιώνες θα φοβερίζει τους λαούς και θα τους προσκολλά στον Θεό.» (Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δεν φτάνει μόνο η πίστη, Εκδόσεις Εν Πλω, σελ. 69-70).
Σήμερα, η ήττα της ιουδαϊκής αθεΐας στη Ρωσία, αποτελεί καύχημα για όλους τους Ορθοδόξους και καταισχύνη για τους ανά τον κόσμο ιουδαίζοντες.
Οι «παλαιοημερολογήτες διαφωτιστές», όπως ευφυώς τους χαρακτήρισε μαχητής Μητροπολίτης, λακτίζουν ματαίως προς κέντρα. Ό,τι και να καταφέρουν, αυτό θα αποβεί στο τέλος εις δόξαν Θεού και καταισχύνη δική τους και των ιδεολογιών τους.
Τα συναισθήματα που πρέπει να μας προκαλούν οι εχθροί της Εκκλησίας είναι η συμπόνια και ο οίκτος, διότι όπως είπε και ο προαναφερθείς άγιος: «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…»
Χαράλαμπος Άνδραλης
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/09/blog-post_7982.html

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ 1


ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Εἰρήνης Ἀρτέμη
Θεολόγου καὶ Φιλολόγου
MA & PhD Θεολογίας


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ὁ φύλακας τῆς παρακαταθήκης τῶν δογμάτων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῆς διδασκαλίας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ἕως καὶ σήμερα.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακηρύττει, καὶ ὄχι ἄδικα, ὅτι ἀποτελεῖ τὸ θεματοφύλακα τῶν Δογμάτων τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως αὐτὰ διατυπώθηκαν ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ἑρμηνεύθηκαν στὰ συγγράμματα τῶν Πατέρων. Μέσα στὰ δύο χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τὴ ἵδρυση τῆς Μίας, Ἀποστολικῆς καὶ Καθολικῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ὀρθοδοξίας εἶναι ἐκείνη ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μόνο γνήσιο συνεχιστὴ τῆς Θρησκευτικῆς Παράδοσης καὶ διδασκαλίας ποὺ διατυπώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Εὐαγγελιστές. Αὐτὸ ἄλλωστε φανερώνει καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως «Ὀρθοδοξίας». Ὁ ὅρος σημαίνει τήν ὀρθὴ δόξα, τήν ὀρθὴ πίστη, διδασκαλία.
Ὁ ὅρος «Ὀρθοδοξία» προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐπίθετο «ὀρθὸς» καὶ τὸ ρῆμα «δοκῶ» ἢ «δοξάζω». Σημαίνει, λοιπόν, αὐτὸς πού ἔχει τὴν ὀρθὴ δηλαδὴ τὴ σωστὴ γνώμη ἢ αὐτὸς πού ὀρθὰ δοξάζει τὸ Θεό. Ἡ ἀληθινὴ πίστη δὲν εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική, λειτουργικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωὴ ὡς δόξα καὶ αἶνος Θεοῦ. Ἡ ὀρθὴ πίστη εἶναι μία συνισταμένη ὅσων ἐκφράζονται στὴν Ἁγία Γραφή, τὴν Ἱερὰ Παράδοση καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ περιεχόμενο τῶν δογμάτων ποὺ διατυπώθηκε μέσα ἀπὸ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους παίρνει σάρκα καὶ ὀστᾶ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Γίνεται, λοιπόν, μία δοξολογία τῆς Ἁγίας Τριάδας μέσα ἀπὸ τὴ λατρευτική, λειτουργικὴ καὶ ἐν γένει μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας[1].
Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνα ἰδεολογικὸ ἢ φιλοσοφικὸ σύστημα – ρεῦμα. Οὔτε φυσικὰ ἀποτελεῖ κάποιο μουσειακὸ ἔκθεμα, κάποια λαϊκὴ παράδοση. Τέλος, δὲν εἶναι ἡ συνιστῶσα ποὺ ἐξασφαλίζει τὴ διαχρονικὴ καὶ οἰκουμενικὴ ἑνότητα τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία» πρὸς τὴν ὁποία δηλώνουμε πίστη καὶ ἀφοσίωση μὲ τὴν ὁμολογία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, προϊόν της Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, -γνωστὸ καὶ ὡς Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως[2]. Καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου, τοῦ Χριστοῦ[3]. Οἱ μετέχοντες στὸ σῶμα αὐτὸ ἀποτελοῦν τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Βασικὴ προϋπόθεση γιὰ νὰ γίνει κάποιος μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας Του, εἶναι νὰ ἔχει βαπτιστεῖ στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδας –στὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τέλος τὴν Ἐκκλησία ἀποτελοῦν μαζὶ κλῆρος καὶ λαός, οἱ ὁποῖοι ἑνώνονται μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ ἔχει μία διαχρονικὴ καὶ συγχρόνως παγκόσμια ἑνότητα τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Πίστεως[4]. Ἡ διδασκαλία της ἂν καὶ διατυπώθηκε σὲ συγκεκριμένο τόπο, χρόνο καὶ ἀπὸ συγκεκριμένο πρόσωπο δὲν περιορίστηκε στὰ πλαίσια αὐτὰ ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τόνισε τὸν οἰκουμενικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ χαρακτήρα της[5]. 2012 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τηρεῖ πιστὰ ὅσα δίδαξε ὁ Χριστός, κήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι, διαφύλαξε ἡ Παράδοση μέσα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ λειτουργικὴ ζωή της. Πολλοὶ πιστεύουν λανθασμένα πὼς ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μία ἀκόμη «Ἐκκλησία». Μία «ἄποψη», δηλαδή, τοῦ χριστιανισμοῦ, ἢ ἄλλοι θεωροῦν τὴν Ὀρθοδοξία ὡς μία θρησκεία. Καὶ οἱ δύο ἀπόψεις εἶναι παντελῶς λανθασμένες. Ὀρθοδοξία στὴν κυριολεξία, ὅπως προαναφέρθηκε, σημαίνει ὀρθὴ δόξα, ὀρθὴ πίστη. Δὲν εἶναι μία ἐκ τῶν «ἐκκλησιῶν» διότι εἶναι ἡ Μόνη ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ δὲν εἶναι φυσικὰ ἀλαζονεία ἀλλὰ ἡ Ἀλήθεια. Ἀφοῦ ὁ Κύριος ἵδρυσε μόνον μία Ἐκκλησία, πῶς μιλοῦμε ἐμεῖς γιὰ πολλές; Ἐπίσης, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ θρησκεία διότι ἡ θρησκεία εἶναι δεισιδαιμονία· προσπαθεῖ νὰ καλύψει (ἡ κάθε θρησκεία) τὶς ψυχολογικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίθετα ἡ Ὀρθοδοξία θεραπεύει τὸν πάσχοντα ψυχικὰ ἄνθρωπο (ἐννοεῖται κάθε ἄνθρωπο) καὶ τὸν καθιστὰ ἅγιο, αὐτὸ εἶναι ἡ ἁπτὴ καὶ περίτρανη ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἕνα μέρος μίας τοπικῆς ἀλήθειας ἀλλὰ εἶναι μία ἀλήθεια σὲ μία παγκόσμια κλίμακα[6]. Εἶναι ἡ «Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία».
Ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει Ὀρθοδοξία ἀλλὰ οὔτε καὶ σωτηρία Μακριὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, αὐτὸ ποὺ οἱ πολλοὶ ὀνομάζουν Ὀρθοδοξία ἀποκόπτεται ἀπὸ τὶς ρίζες της, χάνει τὴν ταυτότητά της, γίνεται ἕνα ἁπλὸ ἰδεολόγημα. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει τὴν Ἐκκλησία «στύλο καὶ ἑδραίωμα Ἡ Ἐκκλησία μὲ πρωτοστάτες τοὺς φωτισμένους ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πατέρες της διαφύλαξε τὴν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια ἀπὸ τὸ Χριστό. Γιατί μόνο ἡ τήρηση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Οἱ πολλοὶ ἀγῶνες, ποὺ διαμέσου τῶν αἰώνων διεξήγαγε ἡ Ἐκκλησία στὰ πρόσωπα θεοφόρων ποιμένων καὶ διδασκάλων της̇ οἱ σύνοδοι ποὺ συνεκρότησε καὶ ἡ ἀνυποχώρητη ἐμμονὴ ποὺ ἐπέδειξε, πέρα ἀπὸ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἀκρότητες – ἀναπόφευκτες γιὰ τὰ ἀτελῆ ἀνθρώπινα μέτρα – σ’ ἕνα καὶ μόνο ἀποσκοποῦσαν: στὴ διαφύλαξη τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀλήθειας. Τῆς ἀλήθειας ποὺ ἐλευθερώνει καὶ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία ὅποιον τὴ βιώνει. Ἐπειδὴ ἡ κατὰ Χριστὸν ζωὴ ἀποτελεῖ τὴ μετουσίωση τῆς πίστεως σὲ βίωμα καὶ ἐμπειρία.
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Ἀκτίστου Λόγου τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία καὶ ἡ δυνατότητα τοῦ κτιστοῦ -του ἀνθρώπου νὰ γίνει Θεὸς «κατὰ χάριν». Ἔτσι ὁ Χριστιανισμὸς δίνει τὴ δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ φτάσει τὴ θέωση μέσα ἀπὸ ἕνα συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς καὶ τηρώντας κάποιες «ἀρχὲς καὶ κανόνες»[7].
Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ διευκρινιστεῖ ὅτι ἄλλο φυσικὴ θρησκεία καὶ ἄλλο Ἐκκλησία. Ἄλλο ἀτομικὴ θρησκευτικότητα καὶ ἄλλο ἐκκλησιαστικὴ ἐν Χριστῷ ζωή. Ἄλλο ἀλτρουϊσμὸς καὶ φιλαλληλία καὶ ἄλλο αὐταπάρνηση καὶ θυσιαστικὴ ἀγάπη. Αὐταπάρνηση ποὺ μᾶς βγάζει ἀπὸ τὸ ἀτομικὸ κέλυφός μας καὶ μᾶς ὁδηγεῖ κοντὰ στοὺς ἄλλους. Μετατρέπει τὸ ἐγὼ σέ ἐμεῖς. Ἀγάπη ἀληθινή, ποὺ βεβαιώνει τὸν κόσμο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός: «Εἰ οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἠμᾶς, καὶ ἠμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλοις ἀγαπᾶν»[8]
Ἑπομένως ἡ ἵδρυση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀνάγεται στοὺς χρόνους τῶν Ἀποστόλων καὶ ἡ πορεία της εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῶν λειτουργῶν της. Δέχεται ὡς θεμέλιό της ἀλήθειας της τὴν Ἁγία Γραφή, τὴ θεολογία τῶν Ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων. Τὸ διοικητικό της σύστημα εἶναι συνοδικό. Τέλος πρέπει νὰ γίνει κατανοητὸ πώς ἡ Ὀρθοδοξία εἰσῆλθε σὲ διάφορους ἀγῶνες προκειμένου νὰ διασφαλίσει τὴ συνέχιση τῆς χριστιανικῆς εὐαγγελικῆς ἀποστολικῆς παράδοσης. Αὐτὴ ἡ παράδοση βρίσκεται σὲ κίνδυνο μπροστὰ στὴν παγκοσμιοποίηση, τὴ νεωτερικότητα, τὸν Οἰκουμενισμὸ σύμφωνα μὲ μερικοὺς λαϊκοὺς χριστιανοὺς καὶ ἱεράρχες, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἄποψη εἶναι ὅτι μέσα ἀπὸ τὴν παρουσία μίας δυναμικῆς Ὀρθοδοξίας θὰ μπορέσουν καὶ οἱ ἄλλες  Χριστιανικὲς Ὁμολογίες νὰ ἐπαναπροσδιοριστοῦν καὶ νὰ διορθώσουν πιθανὰ λάθη τοῦ παρελθόντος.

Συνεχίζεται…



[1] Α. Μπασδέκη, Ἐμεῖς καί οἱ ἄλλοι. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καἱ οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες καί Ὁμολογίες. Τί μᾶς ἑνώνει καί τί μᾶς χωρίζει, ἐκδ. Κ. Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 23.
[2] Σ. Π. Κούτσα, Μητρ. Ν. Σμύρνης, «Τό νόημα τῆς Ορθοδοξίας μας. Ὁμιλία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ν. Σμύρνης κ. Συμεών τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας», http://www.oodegr.com/oode/orthod/genika/noima_orthod_1.htm
[3] Βλ. σχετικά Ε. Ἀρτέμη, «Τό μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως σέ δύο διαλόγους, «Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς» καί «Ὅτι εἷς ὁ Χριστός», τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας», Ἐκκλησιαστικός Φάρος, τ. ΟΕ (2004), 145-277. Συναφῶς βλ. Τῆς ἰδίας, «Ἡ ἐν χρόνῳ κατά σάρκα γέννηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ», δημοσίευση στό διαδικτυακό τόπο: «Ἀντιαιρετικό Ἐγκόλπιο», (2009) http://egolpion.com/gennhsh yiou.el.aspx. Τῆς ἰδίας, «The rejection of the term Theotokos by Nestorius Constantinople and the refutation of his teaching by Cyril of Alexandria», στο Γρηγόριος Παλαμάς 845 (2012) 153-177.
[4] Μοναχοῦ Σεραφείμ, «Οἰκουμενισμός», Θεοδρομία Α΄(2012), 138.
[5] Ἀ. Γιαννουλάτου, ἀρχιεπ. Τιράνων, Παγκοσμιότητα καί Ὀρθοδοξία, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2001, 263.
[6] Γ. Μεταλληνοῦ, (πρωτοπρ.), ὁμ. Καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν,  «Ὀρθόδοξη Οἰκουμενικότητα καί Παγκοσμιοποίηση»  http://www.impantokratoros.gr/B505BE3B.el.aspx (2012)
[7] Αὐτόθι.
[8] Α΄ Ιω. 4,11.

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B5%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-1/

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ


ELLAS-ORTHODOXY
Ἀναστασίου Παρούτογλου
            Πρωτοπρεσβυτέρου

           Δύο  εἶναι οἱ  βάσεις  πάνω  στὶς  ὁποῖες  ἔχει  στηριχθεῖ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς διὰ  μέσου   τῶν  αἰώνων. Ἡ  μία  εἶναι  ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ γραμματεία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη, παράδοση καὶ θεολογία. Ἡ σχέση ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους σκέψης καὶ ζωῆς, τὸν ἑλληνικὸ καὶ τὸν χριστιανικό, ξεκίνησε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ποὺ τὸ εὐαγγελικὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων βγῆκε ἀπὸ τὰ ἀρχικὰ ἰουδαϊκά του ὅρια, γιὰ νὰ ἐξαπλωθεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸν ρωμαϊκὸ κόσμο. Ἡ ἑλληνιστικὴ κοινὴ ἦταν ἡ γλώσσα, ποὺ ἔγινε τὸ ἀναντικατάστατο ὄχημα γιὰ τὴν  πρώτη  αὐτὴ μετάδοση καὶ ἐξάπλωση τοῦ χριστιανισμοῦ.
            Ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα οἱ δύο αὐτοί, ἀρχικὰ ξένοι καὶ ἀντιφατικοὶ μεταξύ τους τρόποι σκέψης καὶ ζωῆς, βρῆκαν πολὺ περισσότερα κοινὰ σημεῖα ἀπὸ ὅσα φαίνονταν στὴν ἀρχή. Ἔχουν συνδεθεῖ τόσο ἄρρηκτα μεταξύ τους, ὥστε μέχρι μόλις πρὶν ἀπὸ λίγες δεκαετίες, ἐθεωρεῖτο ἀδιανόητο νὰ ἀποκαλεῖται κάποιος Ἕλληνας ἢ νὰ χαρακτηριστεῖ ἑλληνικὴ μία πολιτιστικὴ δημιουργία, ἕνα κείμενο ἢ μία εἰκόνα, ἐὰν δὲν εἶχε ἄμεση σχέση, ἀναφορὰ καὶ προέλευση ἀπὸ τὸν ἑλληνορθόδοξο τρόπο σκέψης, ἀπὸ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση.
            Τὸ ἑλληνικὸ σύνταγμα ἀναγνωρίζει τὴ θρησκεία τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας ὡς τὴν ἐπίσημη καὶ ἐπικρατοῦσα θρησκεία στὴ χώρα μας. Στὴν Ἑλλάδα δηλαδὴ ὑπάρχει μὲν ἀνεξιθρησκία, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἐπίσημα ἀναγνωρισμένη ἐπικρατοῦσα θρησκεία, τὴν ὁποία τὸ κράτος ἔχει δεσμευθεῖ νὰ προστατεύει ὡς παράδοση τοῦ ἔθνους, ὡς ἀναπόσπαστο συστατικὸ στοιχεῖο τοῦ ἔθνους. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα νομικὰ κατοχυρωμένο καθεστώς, οὔτε βασίζεται ἀποκλειστικὰ στὸ ποσοστὸ τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανικοῦ θρησκεύματος στὸν ἑλληνικὸ πληθυσμό. Ἀλλὰ εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν αἰώνων ἱστορίας τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ πολιτισμοῦ του καὶ ἡ ἑλληνορθοδοξία ἔχει ἐμπεδωθεῖ στὸ διάβα τῶν αἰώνων ὡς ἀδιάσπαστη ὑπαρξιακὴ ὀντότητα. Ὁ Ἕλληνας ξέρει νὰ ἀγαπᾶ τὴν ὀρθόδοξη πατρίδα του, νὰ τὴν ὑπερασπίζεται καὶ νὰ δίνει ἀκόμη καὶ τὴ ζωή του γι’  αὐτήν.
            Ἡ ἔννοια τῆς πατρίδας εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ἔννοια τῆς θρησκείας, διότι σ’ αὐτὴν ὑπάρχουν τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς πίστεώς μας. Ἀκόμη καὶ οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας ἔδιναν μία ἱερότητα στὴν ἔννοια τῆς πατρίδος καὶ αὐτὸ τὸ τονίζει ὁ σοφὸς Σωκράτης: «Μητρός τε καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερον ἐστὶν ἡ πατρὶς καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον…» (Καὶ ἀπὸ τὴ μητέρα καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα κι ὅλους γενικά τους ἄλλους προγόνους πιὸ πολύτιμο ἀγαθὸ εἶναι ἡ πατρίδα καὶ πιὸ σεβαστὸ καὶ πιὸ ἱερό…). Ὁ δὲ στρατηγὸς Μακρυγιάννης στὰ ἀπομνημονεύματά του ἔγραφε: « Γλυκύτερον πράγμα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ τὴν θρησκεία». Καὶ ὁ Κωστὴς Παλαμᾶς γράφει μὲ τόλμη: «Δὲν ζεῖ χωρὶς πατρίδα ἡ ἀνθρώπινη ψυχή».
            Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητο ὅτι στὴν πατρίδα ἐμπιστευόμαστε τὴ ζωή μας, τὴ ζωὴ τῶν παιδιῶν μας, τὴν τιμή μας, τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσιά μας. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀγαπᾶμε τὴν πατρίδα μας καὶ νὰ ἔχουμε ἐθνικὴ συνείδηση. Διότι ἡ ἐθνικὴ συνείδηση δηλώνει κοινοὺς ἀγῶνες, κοινὴ γλώσσα καὶ θρησκεία καὶ κοινὲς παραδόσεις.
            Ἡ ἐθνικὴ καὶ ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση πρέπει νὰ πορεύονται μαζί, ὅπως ἡ ἑνότητα ἑνὸς ἔθνους καὶ ἡ πίστη στὸ Θεό, ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ θεῖο. Καὶ οἱ δύο μαζὶ ὁδηγοῦν στὴν ὁμόνοια ἑνὸς ἔθνους. Τὸ παρελθὸν τῆς Ἑλλάδος εἶναι λαμπρὸ μὲ τὶς ἡρωικὲς μορφές της, ποὺ τὴν διέκριναν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου. Οἱ ἱερὲς παραδόσεις ἐξυψώνουν τὴν ἐθνικὴ συνείδηση γιὰ νέους ἀγῶνες καὶ θυσίες.
            Ἡ πίστη στὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ ἐμπνέει τὸ πνεῦμα τῆς ἅμιλλας, τῆς ἑνότητας καὶ συνεργασίας ποὺ ξυπνᾶ τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὸν λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας καὶ τῆς ἀτομικῆς εὐμάρειας. Ἂς ξεχάσουμε τοὺς φανατισμούς μας, τὶς μισαλλοδοξίες, τὶς ἀδικίες καὶ τὰ μίση ποὺ διασποῦν τὴν ἑνότητά μας, διότι ἡ ἑλληνικὴ ἱστορία μᾶς ἔχει διδάξει ὅτι τίποτε καλὸ δὲν ἔχουμε ἐπιτύχει μὲ τὶς διχόνοιες. Ὅπως προέτρεπε ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τοὺς Ἕλληνες, «νά’ στε μονιασμένοι».
            Ἀλλὰ καὶ ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν πάντοτε παράγοντας ἑνότητας, εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως τῶν Ἑλλήνων, διότι κηρύττει τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀγάπη μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Βλέπει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ σέβεται προσφέροντάς του τὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ καὶ τὶς θεανθρώπινες ἀξίες τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία στοχεύει νὰ δημιουργήσει ὥριμους καὶ ὑπεύθυνους ἀνθρώπους μὲ ὑψηλοὺς σκοπούς, ὥστε νὰ συμβάλλουν γιὰ μία καλύτερη κοινωνία, ἡ ὁποία νὰ ἐμφορεῖται ἀπὸ τὶς ἀξίες τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀγάπης.
            Ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουμε τὴν προσωπικὴ εὐθύνη γιὰ ὀρθόδοξο καὶ ἑλληνικὸ ἦθος. Καὶ τὰ δύο μαζὶ νὰ συμπορεύονται καὶ νὰ κατευθύνουν τὴν ψυχὴ τοῦ Ἕλληνα σὲ νέους ἀγῶνες καὶ θυσίες. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν ἀναπτύξει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴ μεγάλη ἀξία τῆς θρησκείας καὶ τῆς πατρίδος.
                        Μπορεῖ νὰ αἰσθανόμαστε ἀδύναμοι μπροστὰ στὶς δυνάμεις τῶν μεγάλων ἐθνῶν, στὶς ὑπεράριθμες στρατιὲς ἄλλων χωρῶν, ἀλλὰ ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι 12.000 στρατιῶτες ποὺ εἶχαν μείνει στὰ τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης μὲ τὸν πατριάρχη Σέργιο καὶ τὸ στρατηγὸ Βῶνο πολέμησαν τὶς μυριάδες τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων, ποὺ κτυποῦσαν ἀλύπητα τὰ φρούρια τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ ξηρὰ καὶ θάλασσα. Ἡ νίκη τῶν βαρβάρων ἦταν σίγουρη, ἀλλὰ δὲν εἶχαν ὑπολογίσει τὴν πίστη τῶν ὀλιγάριθμων Χριστιανῶν. Ἡ Παναγία ἔκανε  τὸ θαῦμα Της καὶ ὡς Στρατηγὸς διηύθυνε τὸ στράτευμα, προσθέτοντας τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ κατατροπώνοντας τὶς ἐχθρικὲς δυνάμεις τῶν Περσῶν καὶ τῶν Ἀβάρων. Ἡ δύναμή μας εἶναι ἡ πίστη μας στὸν Θεὸ καὶ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία ὡς Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς θὰ ὁδηγήσει τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴ μικρὴ Ἑλλάδα καὶ σὲ ἄλλα θαύματα, ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε σταθεροὶ στὴν πίστη καὶ στὰ ἰδανικά μας.
            Ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς πορευόμενοι μαζὶ δίνουν μήνυμα καὶ πρόσκληση στὸν σύγχρονο κόσμο, προσφέροντας τὶς παραδόσεις καὶ τὴν πνευματικὴ κληρονομιά της. Πάντοτε ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ὑπῆρξαν ἑνωμένοι καὶ αὐτὸ δηλώνεται μὲ τὴν σφραγίδα τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ.
            Ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς δίνουν πάντοτε τὴ δική τους μαρτυρία σὲ ὅλον τὸν κόσμο, προβάλλοντας τὶς πνευματικές τους ἀξίες στὸ δυτικὸ τρόπο ζωῆς, ὁ ὁποῖος ἀποχαυνώνει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο καὶ προξενεῖ μία νέα ἀπαξία, τοῦ μηδενισμοῦ καὶ τῆς στείρας λογικῆς. Ἡ μὲν Ὀρθοδοξία ἐκτὸς ἀπὸ μία μυστηριακὴ ἐκκλησιολογικὴ ἑνότητα, δημιουργεῖ ἕνα συγκροτημένο ἄνθρωπο μὲ ὀρθόδοξο ἦθος. Ὁ δὲ Ἑλληνισμὸς μὲ τὸν πολιτισμὸ τοῦ προσφέρει ἕνα κοινωνικὸ γίγνεσθαι στὸ σημερινὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ λαβύρινθο τῶν ἀδιεξόδων ποὺ μαστίζουν τὴν κοινωνία. Ἡ Ὀρθοδοξία προβάλλει τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ἑλληνισμὸς τὴν ἀκρόπολη τῶν ἀξιῶν, τὴ Δημοκρατία μὲ ὅλα τὰ ὑγιῆ στοιχεῖα της. Ἡ Ὀρθοδοξία μὲ τὴν λατρεία της ἑνώνει τὸν πιστὸ μὲ τὸν Θεό, γιὰ νὰ νικήσει τὶς δυνάμεις τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει πλέον στὴ θεία ζωὴ τοῦ καινοῦ κόσμου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἑλληνισμὸς προβάλλει τὴν ἀρετὴ τοῦ Σωκράτη, τὴν ἠθική του Πλάτωνα, τὴν ἀνδρεία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ σοφῶν ἀνδρῶν.
            Καὶ σήμερα ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος, προσβάλλοντας τὴν ἐθνικὴ συνείδησή μας μὲ τὸ νὰ ἀλλοιώνουν τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία. Ἐπίσης ἐσωτερικοὶ ἐχθροὶ ποὺ προσβάλλουν τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, προβάλλοντας ξενόφερτα πρότυπα ζωῆς, ἰδέες καὶ δοξασίες ἄλλων χωρῶν. Προσπαθοῦν μὲ ὅλα αὐτὰ νὰ μειώσουν τὴ δύναμη τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ δεσμεύσουν τὴν ἐλευθερία τῆς πίστεως τοῦ λαοῦ. Στὴν Ἑλλάδα γεννήθηκαν ὁ λόγος καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ Ἑλλάδα μεγαλούργησε, γιατί πίστευε σὲ ὑψηλὰ ἰδανικὰ καὶ ἀξίες ποὺ τὴν διέκριναν ἀπὸ τὶς ἄλλες χῶρες τοῦ κόσμου. Καὶ σήμερα, ἂν ἀγαπᾶμε τὴν πατρίδα καὶ τὴν Ὀρθοδοξία μας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑψώσουμε τὴ φωνή μας τόσο σὲ ξένους ἐπιβουλεῖς ὅσο καὶ σ’ ἐκείνους, ποὺ ζητοῦν νὰ σκλαβώσουν τὴ θρησκευτικὴ πίστη μας εἴτε σὲ μία ταυτότητα ἢ σὲ ξενόφερτες παραθρησκεῖες καὶ αἱρέσεις, ποὺ ἀλλοιώνουν τὴν ὀρθόδοξη ἑλληνικὴ παράδοση.
            Γιατί, εἶναι ἀλήθεια, πὼς ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς δέχονται ἀπίστευτο πόλεμο καὶ ἀμφισβήτηση στὴν πατρίδα μας, γεγονὸς ποὺ συνιστᾶ φαινόμενο σαφοῦς παρακμιακοῦ σκοταδισμοῦ. Οἱ ἐκφραστές του προφανῶς δὲν ἔλαβαν ὑπ’ὄψιν τὶς ἐπισημάνσεις ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Ρώσων Θεολόγων τοῦ 20οῦ αἰώνα, τοῦ π. Γεωργίου Φλορόφσκι, ὁ ὁποῖος διεκήρυττε ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὑπῆρξεν ὁ θεματοφύλαξ τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ αὐτὸ τὸ δημιουργικὸν πνεῦμα τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ πρέπει νὰ ἀναζητῶμεν. Ἂς γίνωμεν περισσότερον Ἕλληνες, διὰ νὰ ἀποβῶμεν Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί».
            Τὶς σωτήριες συνέπειες γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν ἑλληνικὸ χῶρο ἐπισημαίνει ξεκάθαρα ὁ ἀείμνηστος  πολιτικὸς καὶ ἱστορικὸς Παναγιώτης Κανελλόπουλος: «Τὸ θαῦμα ποὺ σήμανε ἡ ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔσωσε καὶ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα. Χωρὶς τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διαμορφωθεῖ ὁ κόσμος, ὅπως τὸν ξέρουμε, ἂς ποῦμε ὁ δυτικὸς κόσμος. Ἀλλὰ καὶ χωρὶς τὸν Χριστιανισμὸ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα θὰ εἶχε ταφεῖ καὶ χαθεῖ κάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ ρωμαϊκοῦ κόσμου».
            Σὲ μιὰ ἐποχή, λοιπόν, ποὺ ὁ Νέος Ἑλληνισμὸς ἀντιμετωπίζει  κρίση ταυτότητας, πέρα ἀπὸ τὰ τεχνικά, αἱρετικὰ καὶ κτιστὰ διλήμματα, ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς σώθηκε μέσα στὸν Χριστιανισμὸ καὶ ὁ Χριστιανισμὸς μίλησε ἑλληνικά.
            Μόνο ἔτσι ὡς Ἕλληνες Χριστιανοὶ θὰ ἀντιμετωπίσουμε δημιουργικὰ τὴν ψευδῆ διδασκαλία τοῦ νεοπαγανισμοῦ καὶ τῆς «ἀρχαιολατρείας», ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νὰ γκρεμίσει τὴν πίστη τῶν Πατέρων μας καὶ τὸ πολιτισμικό μας ὑπόβαθρο καὶ νὰ ἐπιβάλει τὸ δικό της ἰσοπεδωτικὸ «πολιτισμὸ» καὶ βέβαια τὴ νέα πανθρησκεία τῆς σύγχρονης Βαβέλ, στὴν ὁποία δὲν θὰ ὑπάρχει θέση γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
-Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου (Ζηζιούλα), Εὐρωπαϊκὸ πνεῦμα καὶ ἑλληνικὴ Ὀρθοδοξία, περιοδ. Εὐθύνη, τ. 167/1985.
-Ἀρχιμ. Δαμιανοῦ Ζαφείρη, Ἑπτὰ Λόγοι στοὺς Χαιρετισμούς, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα, 1998.
 -Ὀρθοδοξία καὶ Ἑλληνισμός. Ἐκδόσεις Ἱ.Μ. Κουτλουμουσίου, Ἅγιον Ὄρος.
-«Ὀρθόδοξος Παρατηρητής», Περιοδικὸ Ἀρχιεπισκοπῆς Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς, Ἰανουάριος, 1957.
-Ἰωάννου Δανδουλάκη, Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία.
-Παναγιώτου Κανελλοπούλου, Ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ἡ ἐποχή μας.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , ΙΒ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2012

http://www.enromiosini.gr/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%B9%CE%B1/

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ*

ἀρχιμ. π. Χρίστου Κυριαζόπουλου
 δρ. Βυζαντινῆς Ιστορίας

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ συμπλήρωμά του («ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Ἐφ. α΄, 23), τὸ διὰ μέσου τῶν αἰώνων συμπληρούμενο καὶ αὐξανόμενο· εἶναι τὸ σύνολο τῶν πιστευόντων στὸν Χριστό, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὸ Μυστικὸ Σῶμα τοῦ διὰ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς κοινωνίας τοῦ ποτηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας.
 Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Κύριος («καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τὴ ἐκκλησία» Ἐφ. α΄ 22), ὁ ὁποῖος τόσο πολὺ τὴν ἀγαπᾶ, ὥστε λαχταρᾶ νὰ τὴν ἔχει ἑνωμένη μαζί του ὡς σῶμα του. Αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ οἱ πιστοὶ τὰ μέλη. «Καὶ γὰρ πλήρωμα κεφαλῆς σῶμα καὶ πλήρωμα σώματος κεφαλή…- θὰ πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συγκεκολλημένοι». Πρόκειται γιὰ μία ἀπόλυτη καὶ πραγματικὴ ἕνωση-συγκόλληση. Οἱ χριστιανοὶ ἐνσωματώνονται στὸν Χριστὸ καὶ ὁ Χριστὸς μένει σ’ αὐτούς· ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία ζοῦν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ ἕνωση συνιστᾶ τὸ ἀκατανόητο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ μυστήριο τῆς  Ἐκκλησίας.
 «Μπαίνοντας στὴν ἄκτιστη Ἐκκλησία -ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος- ἐρχόμαστε στὸν Χριστό, μπαίνουμε στὸ ἄκτιστον. Καλούμεθα, δηλαδή, κι ἐμεῖς οἱ πιστοὶ νὰ γίνουμε ἄκτιστοι κατὰ χάριν, νὰ γίνουμε μέτοχοι τῶν θείων ἐνεργειῶν…».
 Ἡ Ἐκκλησία συνεστήθη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τότε ποὺ κατῆλθε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ εἰσῆλθε στὸν κόσμο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν σταυρωθέντα καὶ ἀναστάντα Χριστό. Εἶναι ἡ στοργικὴ καὶ καταδεκτικὴ μητέρα· εἶναι τὸ ἀπάνεμο λιμάνι. Αὐτὴ ποὺ ἔχει τὸν τρόπο νὰ μεταβάλλει τοὺς χειρότερους ἁμαρτωλοὺς σὲ δικαίους καὶ ἁγίους.
 Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσίδωρο τὸν Πηλουσιώτη Ἐκκλησία ὀνομάζεται «τὸ ἄθροισμα τῶν ἁγίων, τὸ ἐξ ὀρθῆς πίστεως καὶ πολιτείας ἀρίστης συγκεκροτημένον». Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, τοῦ Χριστοῦ προϋποθέτει τὴν πίστη στὰ ὀρθὰ δόγματα. Κατὰ συνέπεια, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ λέγονται Χριστιανοί, χωρὶς νὰ ἀνήκουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι αἱρετικοὶ καὶ δὲν ἀποτελοῦν Ἐκκλησία. Ἂν θέλουν ὅλοι αὐτοὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸν ἀρχικό, ἀδιαίρετο, ἀποστολικὸ χριστιανισμό, πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ εἶναι ἡ μόνη ποὺ κατέχει σὲ πληρότητα τὴν Ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθεια ποὺ κήρυξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἑρμήνευσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὁριοθέτησαν οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι διεκήρυξαν τὴν ὁμόφωνη θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀναφορικὰ μὲ ὅσα οἱ Προφῆτες προανήγγειλαν, ὁ Χριστὸς δίδαξε, οἱ Ἀπόστολοι κήρυξαν καὶ οἱ Πατέρες ἐδογμάτισαν, δηλαδὴ τὴν ἐκκλησιαστική μας Παράδοση.
 Θὰ ἦταν, βέβαια, ἰδεῶδες νὰ γνωρίζαμε ὅλους τους Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖοι μᾶς προσφέρουν τὴν αὐθεντικὴ ἑρμηνεία γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα τῆς πίστεώς μας καὶ μᾶς κρατοῦν στὸν δρόμο τῆς Παραδόσεως. Θὰ εἴμασταν τότε προστατευμένοι ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τῆς πλάνης. Ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι ἐφικτὸ γιὰ ὅλους. Ὅσοι δὲν ἔχουμε τὴ δυνατότητα αὐτή, ἂς ἀκολουθήσουμε αὐτὸ ποὺ ὁ Γέροντας Παΐσιος -τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία- συμβουλεύει: «Πολλοὶ ἅγιοι Μάρτυρες, ὅταν δὲν ἤξεραν τὸ δόγμα, ἔλεγαν: «Πιστεύω ὅ,τι θέσπισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες». Ἂν κάποιος τὸ ἔλεγε αὐτό, μαρτυροῦσε. Δὲν ἤξερε, δηλαδή, νὰ φέρει ἀποδείξεις στοὺς διῶκτες του γιὰ τὴν πίστη του καὶ νὰ τοὺς πείσει, ἀλλὰ εἶχε ἐμπιστοσύνη στοὺς Ἁγίους Πατέρες…Νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὴν Παράδοση…Ἔγινε τόσος ἀγώνας, γιὰ νὰ λαμπικάρει τὸ δόγμα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες κάτι ἤξεραν καὶ ἀπαγόρευσαν τὶς σχέσεις μὲ αἱρετικό».
 Αὐτὲς οἱ μεγάλες, ὅμως, καὶ αὐτονόητες ἀλήθειες τίθενται ἐσχάτως ὑπὸ ἀμφισβήτηση. Ὁρισμένοι διανοούμενοι, πτυχιοῦχοι θεολογικῶν, κυρίως,  σχολῶν, διατυπώνουν θεωρίες καὶ ἀπόψεις καινοφανεῖς γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ δεδομένα καὶ εἰσηγοῦνται ἀνατροπὲς σὲ ζητήματα τὰ ὁποῖα παρέμεναν ἐπὶ αἰῶνες σεβαστὰ καὶ ἀπαραβίαστα. Μία ἀσυγκράτητη «νεωτερικότητα» -ἡ ὁποία πιθανῶς δὲν θὰ δημιουργοῦσε προβλήματα ἢ ἴσως ἀκόμη νὰ ἦταν θεμιτὴ ἢ καὶ ἀναγκαία στὸν χῶρο τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς τέχνης- πλήττει κατὰ μέτωπο ὅλες τὶς πτυχὲς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου. Συγκεκριμένα:
 Παρεισφρέει, ἐν πρώτοις, ἕνας διάχυτος συγκρητισμὸς (ὅλες οἱ θρησκεῖες κι ὅλα τὰ δόγματα εἶναι τὸ ἴδιο· ὅποιος πιστεύει στὸν Χριστὸ ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία κι ἂς εἶναι παπικὸς ἢ προτεστάντης) καὶ μία εὐθεία ἀμφισβήτηση τοῦ κύρους τῶν ἁγίων Πατέρων (γι’ αὐτὸ καὶ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς «μεταπατερικῆς» θεολογίας καὶ τῆς θεολογίας τῆς «συνάφειας»). Ὅμως ὁ «Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8) καὶ ἡ ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῆς ὀρθῆς πίστεως πρέπει νὰ ἀποτελεῖ προϋπόθεση ὁποιασδήποτε ἀλλαγῆς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Κι ὅσο γιὰ τοὺς Πατέρες, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀσφαλεῖς ἑρμηνευτὲς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, οἱ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου τῶν Ἀποστόλων, ἐκεῖνοι ποὺ μετέδωσαν τὸ ὀρθὸ δόγμα καὶ ποὺ ἡ συμφωνία τῶν ἀπόψεών τους ἀντανακλᾶ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε «ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα». Θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον νὰ δημιουργοῦνταν στὴν πατρίδα μας, ὅπου ἀρκετοὶ εἶναι ἀκόμη αὐτοὶ ποὺ κατανοοῦν τὴ γλώσσα τῶν Πατέρων, ἕνα ὄντως ἀναγεννητικὸ ρεῦμα ἐπιστροφῆς σ’αὐτούς. Ἡ ὠφέλεια θὰ ἦταν πολλαπλὴ καὶ  τεράστια.
Ἡ κραυγὴ ἀγωνίας τοῦ ἐγκαταλελειμμένου καὶ ἀποπροσανατολισμένου λαοῦ ποὺ σχοινοβατεῖ, ἡ κραυγὴ τῆς ἱστορίας ποὺ παραχαράσσεται, τῆς πίστεως καὶ τῶν ἰδανικῶν ποὺ διακυβεύονται, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν ἀρχῶν ποὺ βιάζονται, αὐτὴ ἡ κραυγὴ ταπεινὰ φρονοῦμε πὼς θὰ πρέπει νὰ φθάνει στ’ αὐτιὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας ἐκπροσώπων, τῶν ποιμένων καὶ πατέρων μας». Τὴν ἔμπρακτη μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναμένει ἀγωνιωδῶς νὰ δεῖ, αὐτὲς τὶς βάρβαρες ὧρες ποὺ περνοῦμε, ὁ εὐσεβὴς λαὸς τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του καὶ νὰ παλαίψει μὲ κουράγιο καὶ μὲ  φιλότιμο. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα λαχταρᾶ βαθύτατα νὰ ἐπιβεβαιώσει μέσα του πὼς ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητές του «καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας» (Ἰω. ιγ’14) ἀποτελεῖ βίωμα καὶ γίνεται καθ’ ἡμέραν πράξη στὴ ζωὴ καὶ τῶν σημερινῶν ἐκκλησιαστικῶν του ταγῶν.
Ὡς μὴ ὤφειλε ἄρχισαν ἤδη νὰ ἀκούγονται καὶ κάποιες σποραδικὲς προτάσεις καὶ ἐναντίον τοῦ ράσου τῶν κληρικῶν καὶ γιὰ τὴν ὑπὸ προϋποθέσεις κατάργησή του. Παλιὰ ἡ ἱστορία καὶ γνωστὸ τὸ ἐπιχείρημα: Θὰ ἑλκυσθοῦν στὶς τάξεις τοῦ κλήρου ἄνθρωποι νέοι καὶ μορφωμένοι. Δὲν φαίνεται, πάντως, νὰ ἔχουμε αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νέων κληρικῶν στὶς χῶρες στὶς ὁποῖες τὸ σεβάσμιο αὐτὸ ἔνδυμα ἀποτελεῖ παρελθόν. Ἀπεναντίας! Πέραν αὐτοῦ, θεωροῦμε τὸ ράσο ὡς ἕνα ἰσχυρὸ παράγοντα συνοχῆς στὴν Ἐκκλησία καὶ ὡς ἐκ τούτου πολὺ ἀναγκαῖο, τουλάχιστον γιὰ τὴν πατρίδα μας.
Πολλὰ θὰ μποροῦσαν νὰ γραφοῦν γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγνωσης καὶ ἐκφώνησης στὴ δημοτικὴ τῶν λατρευτικῶν κειμένων, τὸ ὁποῖο πρὸ ἔτους ἀναθερμάνθηκε καὶ ὁρισμένοι ἐπίσκοποι ἐξακολουθοῦν νὰ  τὸ συντηροῦν. Θὰ ἀρκεσθοῦμε μόνον στὴν παράθεση μιᾶς παραγράφου ἀπὸ παλαιότερο κείμενό μας: 
«Ἔχουμε, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἀπερίφραστα, τὴν αἴσθηση πὼς αὐτοὶ ποὺ μὲ πάθος καὶ ἔπαρση ὑποστηρίζουν τὸν μονόδρομο τῆς μετάφρασης τῶν ἱερῶν κειμένων ἀκολουθοῦν τὴ λογικὴ ἐκείνων ποὺ κατήργησαν ἐν μιᾷ νυκτὶ τὸ πολυτονικό, ἀσκώντας τότε ἕνα δημόσιο καὶ βίαιο ἐξαναγκασμό, ποὺ κατήργησε μία ἱστορική παράδοση αἰώνων, καθὼς καὶ ἐκείνων ποὺ κάποτε καμάρωσαν πὼς «ἔθαψαν» τὴν καθαρεύουσα -ὡς δυνατότητα διδασκαλίας-  «θάβοντας» μαζί της κι ἕνα θησαυροφυλάκιο λογοτεχνίας καὶ ἐπιστημονικῆς γνώσης. Εἶναι κρίμα ποὺ στὴ διδακτικὴ πράξη ὁδεύουν πρὸς κατάργηση ὁ Κάλβος, ὁ Βιζυηνός, ὁ γλυκύτατος Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Θὰ ἦταν κρίμα μας  μεγαλύτερο ἂν ὑπερφίαλοι ἐξοβελίζαμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ τὴν ἐθνική μας ζωὴ τοὺς ἁγίους Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, Βασίλειο τὸν Μέγα, Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ,  Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, Ρωμανὸ τὸν Μελωδό, Κοσμᾶ τὸν Μελωδό, Ἀνδρέα τὸν Κρήτης, Κασσιανὴ τὴν ὁσία, καὶ τόσους ἄλλους κορυφαίους δημιουργούς μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν πνευματικὰ ἀναστήματα τοῦ παγκόσμιου πολιτισμοῦ. Θὰ ἦταν σὰν νὰ ἀπεμπολούσαμε οἱ Νεοέλληνες τὸν ἑαυτό μας».
 Ἂς δώσουμε, ἐν κατακλείδι, τὸν λόγο στὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ:
«Τελικῶς ἡ Παράδοσις ἀποτελεῖ συνέχισιν τῆς αἰωνίου παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, συνέχειαν θείας καθοδηγήσεως καὶ φωτισμοῦ…Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀναλάβει τόσον τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, ὅσον καὶ τὸ δόγμα τῶν Πατέρων. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἂς ἀναφέρωμεν ἕνα παλαιὸν ὕμνον (πιθανῶς ἔργον Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ):
Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα
καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα
ἡ Ἐκκλησία φυλάττουσα,
μίαν τὴν πίστιν ἐσφράγισε
καὶ τὸν χιτώνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας
τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας
ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει τῆς εὐσεβείας
τὸ μέγα μυστήριον».
Ἂς μὴν καταστρέφουμε μὲ κινήσεις νεωτερικότητας καὶ ὑποτιθέμενου προοδευτισμοῦ τὸν χιτώνα τῆς Ἐκκλησίας.

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Η΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2011

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/17598-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B5%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA/

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΤΣΕΧΙΑ

Ἰ­ω­άν­νη Ζό­ζου­λακ
Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πρέ­σοβ, Σλο­βα­κί­α

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­χε ἀν­τι­με­τω­πί­σει δι­ά­φο­ρα προ­βλή­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως τοὺς δι­ωγ­μοὺς τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρῶν, τὶς ἐ­σω­τε­ρι­κὲς αἱ­ρέ­σεις, τὶς ὀρ­δὲς τῶν βαρ­βά­ρων λα­ῶν ποὺ πο­λε­μοῦ­σαν ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, καὶ τὸ σχί­σμα ποὺ με­θό­δευ­σαν μὲ δό­λο οἱ Φράγ­κοι. Ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε ὁ Προ­τε­σταν­τι­σμός, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­γω­νι­οῦ­σε κά­τω ἀ­πὸ τοὺς πα­πι­κοὺς δι­ωγ­μοὺς στὴ Δύ­ση, καὶ τὸν ἐ­πε­κτα­τι­σμὸ τῶν Μου­σουλ­μά­νων στὴν Ἀ­να­το­λή. Οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι λα­οὶ ἀ­γω­νί­ζον­ταν νὰ κρα­τή­σουν ζων­τα­νὴ τὴν πί­στη στὴν ἐ­πι­κρά­τεια τῆς Ὀ­θω­μα­νι­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.
Στὴν ἀρ­χὴ οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι δὲν γνώ­ρι­ζαν ἐ­πα­κρι­βῶς τὶς ἰ­δέ­ες τῶν Προ­τε­σταν­τῶν γι᾿ αὐ­τὸ ὁ πα­τριά­ρχης Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Ἰ­ω­ά­σαφ Β΄ ἔ­στει­λε στὴν Βιτ­τεμ­βέρ­γη (Wittenberg) τὸν δι­ά­κο­νό του Δη­μή­τριο Μυ­σὸν γιὰ νὰ φέ­ρει ἀ­κρι­βέ­στε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες. Αὐ­τὸς ἐ­πέ­στρε­ψε καὶ ἔ­φε­ρε στὸν Πα­τριά­ρχη ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ Με­λάγ­χθο­νος (1559). Ὅ­τι ἔ­φε­ρε καὶ ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς Αὐ­γου­σταί­ας Ὁ­μο­λο­γί­ας εἶ­ναι ἁ­πλὴ εἰ­κα­σί­α[1].
Στὴν ἐ­πι­στο­λὴ του ὁ Με­λάγ­χθον κα­τε­χό­με­νος ἀ­πὸ θλί­ψη γιὰ τὴ δύ­σκο­λη θέ­ση τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐκ­φρά­ζει τὴν χα­ρὰ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἔ­σω­σε τὴν Ἐκ­κλη­σί­α του ἀ­πὸ τοὺς σκλη­ροὺς ἐ­χθρούς τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ[2]. Με­τὰ βε­βαι­ώ­νει πὼς οἱ Προ­τε­στάν­τες τή­ρη­σαν τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή, τὶς συ­νό­δους καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α τὴν Ἑλ­λή­νων Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Στὸ τέ­λος πα­ρα­κα­λεῖ τὸν Πα­τριά­ρχη νὰ μὴ πι­στεύ­ει τὶς συ­κο­φαν­τί­ες ἐ­ναν­τί­ων τῶν Προ­τε­σταν­τῶν. Ὁ Πα­τριά­ρχης δὲν ἀ­πάν­τη­σε στὴν ἐ­πι­στο­λή τοῦ Με­λάγ­χθο­νος[3].
Κα­λύ­τε­ρη γνώ­ση τῶν Προ­τε­σταν­τῶν ἔ­λα­βαν οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι στὴν Ἀ­να­το­λὴ ἐ­πὶ τοῦ Πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Ἱ­ε­ρε­μί­ου Β΄, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α οἱ θε­ο­λό­γοι ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο στὴ Τυ­βίγ­γη (Tübingen)[4].
Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πα­τριά­ρχη Ἱ­ε­ρε­μί­α Β΄ χει­ρί­στη­κε τὸ θέ­μα ἑ­νὸς εἴ­δους Δι­α­λό­γου μὲ τὴν και­νο­φα­νῆ τό­τε Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Προ­τε­σταν­τῶν (Λου­θη­ρα­νῶν). Οἱ Λου­θη­ρα­νοὶ θε­ο­λό­γοι τῆς Τυ­βίγ­γης, τοῦ κρα­τι­δί­ου σή­με­ρα τῆς Βά­δης – Βυρ­τεμ­βέρ­γης τῆς Γερ­μα­νί­ας, ἔ­στει­λαν στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τὴν Αὐ­γου­σταί­α Ὁ­μο­λο­γί­α στὴν ὁ­ποί­α ἐ­ξέ­θε­ταν σὲ 2 Μέ­ρη καὶ 28 Κε­φά­λαι­α τὴν πί­στη τους. Σ᾿ αὐ­τὰ ὁ Ἱ­ε­ρε­μί­ας Β΄ καὶ οἱ πε­ρὶ αὐ­τὸν θε­ο­λό­γοι ἀ­πάν­τη­σαν ἀ­να­λυ­τι­κὰ στὴν Α΄ ἀ­πό­κρι­ση πρὸς Λου­θη­ρα­νοὺς θε­ο­λό­γους, σὲ τί συμ­φω­νεῖ καὶ σὲ τί ὄ­χι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἀ­να­το­λὴ[5].
Ὁ Πα­τριά­ρχης Ἱ­ε­ρε­μί­ας ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐν ἐ­κτά­σει μὲ ἕ­ξι θέ­μα­τα στὰ ὁ­ποῖα­ οἱ Λου­θη­ρα­νοὶ θε­ο­λό­γοι τῆς Τυ­βίγ­γης ἐ­ξέ­φρα­σαν δι­α­φω­νί­α. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἐκ­πό­ρευ­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐκ τοῦ Θε­οῦ καὶ ὄ­χι καὶ ἐκ τοῦ Υἱ­οῦ – Filioque, γιὰ τὸ αὐ­τε­ξού­σιο τοῦ ἀν­θρώ­που, τὴ δι­καί­ω­ση (ἐκ πί­στε­ως καὶ ἔρ­γων), τὰ Μυ­στή­ρια, τὴν ἐ­πί­κλη­ση καὶ προ­σκύ­νη­ση τῶν Ἁγί­ων καί, τέ­λος τὸ μο­να­χι­κὸ βί­ο. Ἡ τρί­τη Ἀ­πό­κρι­ση τοῦ Ἱ­ε­ρε­μί­ου Β΄ κα­τὰ βά­ση πε­ρι­έ­χει δι­α­σα­φή­σεις σὲ αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα[6].
Στὶς στε­νό­τε­ρες σχέ­σεις μὲ τοὺς Προ­τε­στάν­τες ἦρ­θαν οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι θε­ο­λό­γοι ἐ­πὶ τοῦ Πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Κυ­ρίλ­λου Λού­κα­ρη, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­έ­ξα­γε σφο­δρὸ ἀ­γῶ­να ἐ­ναν­τί­ων τῶν πα­πι­κῶν.
Ἀ­ξί­ζει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι καὶ στὴν Τσε­χί­α ὑ­πῆρ­χαν προ­σπά­θει­ες τῶν Προ­τε­σταν­τῶν (Οὐ­σι­τῶν) νὰ βροῦν κα­λὲς σχέ­σεις μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Ἡ ἀν­τί­δρα­ση τῶν Τσέ­χων χρι­στια­νῶν στὶς και­νο­το­μί­ες τῆς Ρώ­μης στὸ τέ­λος τοῦ 14ου καὶ στὴν ἀρ­χὴ τοῦ 15ου αἰ­ῶνα ἦ­ταν ἡ αἰ­τί­α τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ κι­νή­μα­τος τῶν Οὐ­σι­τῶν μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν Ἰ­ω­άν­νη Χοὺς[7] (Ján Hus) καὶ τὸν ἐκ Πρά­γας Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο (Jeroným Pražský). Κα­τὰ τοὺς χρό­νους τοῦ κι­νή­μα­τος τῶν Οὐ­σι­τῶν ὁ τσε­χι­κὸς λα­ὸς εἶ­χε στε­ρε­ὰ τὴν συ­νεί­δη­ση ὅ­τι οἱ ἀρ­χὲς τοῦ ὀρ­γα­νω­μέ­νου χρι­στι­α­νι­σμοῦ στὴ χώ­ρα του εἶ­χαν ἀ­να­το­λι­κή, ἑλ­λη­νι­κὴ προ­έ­λευ­ση.
Στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πρά­γας, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης Χούς, δέ­χον­ταν τὶς ἀ­πό­ψεις τοῦ Ἄγ­γλου J. Wiklef, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἡ Ρώ­μη κα­τε­δί­κα­σε ὡς αἱ­ρε­τι­κό, μὲ κρι­τι­κή. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης Χοὺς καὶ οἱ πιὸ κον­τι­νοὶ μα­θη­τὲς του συμ­φω­νοῦ­σαν μὲ τὸν Wiklef μό­νο στὴν κρι­τι­κὴ τῆς ἠ­θι­κῆς τῆς ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λὰ ἀ­πέ­ρι­ψαν τὶς δογ­μα­τι­κές του θέ­σεις. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ γιὰ τὸν πνευ­μα­τι­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμὸ τοῦ κι­νή­μα­τος τῶν Οὐ­σι­τῶν εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο τὸ γε­γο­νός, ὅ­ταν ὁ Ἰ­ω­άν­νης Χοὺς στὰ συγ­γρά­μα­τά του γρά­φει γιὰ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, δὲν βρῆ­κε τί­πο­τα ποὺ θὰ ἦ­ταν ἄ­ξιο τῆς κρι­τι­κῆς[8].
Οἱ ὁ­μι­λί­ες τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Χοὺς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πρά­γας, κα­θὼς καὶ στὸ με­γά­λο πα­ρε­κκλή­σι, λε­γό­με­νο τῆς Βη­θλε­ὲμ εἰ­πώ­θη­καν ὑ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὴν κα­θα­ρὴ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου τοῦ Χρι­στοῦ, γι᾿ αὐ­τὸ ἀν­τι­δροῦ­σε στὴν ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α στὰ συγ­χω­ρο­χάρ­τια ὡς σι­μω­νί­α καὶ ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν πὼς κά­θε χρι­στια­νὸς εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νος γιὰ τὰ ἔρ­γα του. Ἐ­πί­σης ἔ­κα­νε τὴν κριτ­κὴ τῆς κο­σμι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας τοῦ κλή­ρου καὶ εἰ­δι­κά τοῦ πά­πα τῆς Ρώ­μης. Τὸ αἴ­τη­μά του νὰ ἀ­να­γνω­ρι­σθεῖ τὸ ὅ­τι ἡ Ρώ­μη ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Χρι­στοῦ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸ δε­χθοῦν οἱ πα­πι­κοὶ γι᾿ αὐ­τὸ ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σει ἡ φω­νή του μὲ τὸν βί­αι­ο τρό­πο στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1415 ὅ­ταν πέ­θα­νε στὶς φλό­γες τῆς φω­τιᾶς στὴν Κων­σταν­τί­αν τῆς Ἑλ­βε­τί­ας.
Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον ἐ­ξέ­χον­τες στο­χα­στὲς καὶ λο­γί­ους τοῦ πρώ­του κύ­μα­τος τῆς τσέ­χι­κης με­ταρ­ρύθ­μι­σης καὶ ὁ πιὸ πι­στὸς φί­λος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Χοὺς ἦ­ταν ὁ ἐκ Πρά­γας Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πέ­κτη­σε δι­πλώ­μα­τα μα­γί­στρου στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Πα­ρι­σί­ων, Κο­λω­νί­ας, Ὀξ­φόρ­δης καὶ Πρά­γας. Ὁ Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος ἀ­σπά­στη­κε τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­φοῦ ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τὴ Λι­θου­α­νί­α καὶ τὴ Ρω­σί­α τὸ 1412, ὅ­που τὸν κά­λε­σε ὁ ἡ­γε­μό­νας τῆς Λι­θου­α­νί­ας Βι­τολντ. Τό­τε γνώ­ρι­σε προ­σω­πι­κὰ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη καὶ στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­δε τὴν γνή­σια Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος ἦ­ταν πα­ρὼν στὶς ὀρ­θό­δο­ξες ἀ­κο­λου­θί­ες, λει­τα­νί­ες, δη­μό­σια προ­σκύνη­σε τὶς Ἁ­γί­ες εἰ­κό­νες καὶ τὰ λεί­ψα­να τῶν Ἁγί­ων. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων κα­τη­γο­ρι­ῶν καὶ αὐ­τὴ ἡ πρά­ξη του χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε στὸ νὰ κα­τα­δι­κα­σθεῖ σὲ θά­να­τον διὰ πυ­ρὸς στὶς 30 Μα­ΐ­ου τὸ 1416. Πέ­θα­νε δη­λα­δὴ μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ὅ­πως καὶ ὁ Ἰ­ω­ά­νης Χούς. Με­ρι­κοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ ἔ­χουν τὴν γνώ­μη ὅ­τι ὁ Ἱ­ε­ρώ­νυ­μος ὄ­χι μό­νο ἀ­σπά­σθη­κε τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, ἀλ­λὰ ἔ­γι­νε καὶ ὀρ­θό­δο­ξος μο­να­χός.
Τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Ἱ­ε­ρω­νύ­μου καὶ οἱ ἰ­δέ­ες τοῦ Ἰ­ω­ά­νη Χοὺς ὁ­δή­γη­σαν ἀρ­γό­τε­ρα τοὺς Οὐ­σί­τες στὴν ἀ­πό­πει­ρα νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὴν ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ ἑ­νω­θοῦν μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἐ­πει­δὴ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὴν Τσε­χί­α ἦρ­θε τὸ φῶς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου τοῦ Χρι­στοῦ στὴν κα­τα­νο­η­τὴ σλα­βο­νι­κὴ γλῶσ­σα μέ­σῳ τῶν ἰ­σα­πο­στό­λων τῶν Σλά­βων τῶν Κύ­ριλ­λο καὶ Με­θό­διο καὶ τῶν μα­θη­τῶν τους. Τὸ βα­σι­κὸ ντο­κου­μέν­το τῶν δι­α­πραγ­μα­τεύ­σε­ων τῶν Οὐ­σι­τῶν στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­στο­λὴ ποὺ στάλ­θη­κε στὴν Τσε­χί­α στὶς 18 Ἰ­ου­λί­ου 1452. Τὸ Οἰ­κου­με­νι­κὸ πα­τρι­αρ­χεῖ­ο μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­στο­λὴ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὴν σω­στὴ οὐ­σι­τι­κὴ ὁ­μο­λο­γί­α πί­στης καὶ κα­λεῖ τοὺς Οὐ­σί­τες στὴν ἕ­νω­ση ἐ­λεύ­θε­ρα μὲ τὴν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς γνή­σιας χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης. Ἀ­πὸ τὸ 1451 ἕ­ως τὸ 1453, πρὶν ἀ­κό­μη οἱ Οὐ­σί­τες δι­α­πραγ­μα­τευ­τοῦν μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὴν ἕ­νω­σή τους μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, εἶ­χαν ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς τοῦ ἀ­πο­στο­λι­κοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ στὴ χώ­ρα τους. Οἱ Οὐ­σί­τες στὶς 29 Σε­πτεμ­βρί­ου 1452 ἔ­στει­λαν στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη τὴν ἐ­πι­στο­λὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α εὐ­χα­ρί­στη­σαν γιὰ τὴν ἀ­γά­πη, δι­ευ­κρί­νη­σαν τὴν ὁ­μο­λο­γί­α πί­στης καὶ ἐ­ξή­γη­σαν τὴν ἀρ­νη­τι­κή τους στά­ση πρὸς τὴν ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α καὶ εἰ­δι­κὰ στὸν πά­πα. Οἱ Οὐ­σί­τες δὲν ἔ­λα­βαν τὴν ἀ­πάν­τη­ση καὶ τὰ σχέ­δια αὐ­τὰ δι­α­κό­πη­καν ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἁ­λώ­σε­ως τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως τὸ 1453.
Ἄλ­λες δι­α­πραγ­μα­τεύ­εις γιὰ τὴν ἕ­νω­ση τῶν Οὐ­σι­τῶν μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως δὲν ἦ­ταν δυ­να­τές. Οἱ Τσέ­χοι στὴ συ­νέ­χεια δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔ­χουν τὴν ἄ­με­ση σχέ­ση μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὸ κί­νη­μα τῶν Οὐ­σι­τῶν ἐ­πι­ρε­ά­σθη­κε ἀ­πὸ τὴν γερ­μα­νι­κὴ με­τα­ρύθ­μη­ση, μὲ τὴν ὁ­ποί­α στὸ τέ­λος ἑ­νώ­θη­καν. Οἱ Οὐ­σί­τες, δη­λα­δὴ ὁ­λό­κλη­ρος ὁ τσε­χι­κὸς λα­ός, ἀ­πε­χω­ρί­σθη­καν τοῦ πά­πα Ρώ­μης. Κα­τό­πιν τῆς ἥτ­τας τῶν τσε­χι­κῶν στρα­τευ­μά­των στὸ Λευ­κὸ Ὅ­ρος τὸ 1620 ἄρ­χι­σε ὁ βί­αι­ος καὶ συ­στη­μα­τι­κὸς ἐ­κλα­τι­νι­σμὸς τῆς χώ­ρας ποὺ δι­αρ­κοῦ­σε μὲ σφο­δρὰ ὀ­ξύ­τη­τα μέ­χρι τέ­λος τοῦ ΙΗ΄ αἰ­ῶ­να. Ὁ βα­σι­λιάς τῆς Τσε­χί­ας ἀ­πα­γό­ρε­ψε ὅ­λες τὶς ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κή, καὶ ὅ­λους τούς πλου­σί­ους μὴ ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοὺς ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα του. Τὶς πε­ρι­ου­σί­ες τους ἔ­δω­σε στοὺς κα­θο­λι­κοὺς ὑ­πο­στη­ρι­κτές του. Ἡ Ρώ­μη κα­τώρ­θω­σε νὰ ἐ­πα­να­κτή­σει τὴν κυ­ρί­αρ­χη θέ­ση της καὶ νὰ τὴν δι­α­τη­ρή­σει μέ­χρι τὸ 1918.





1. Βλ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ, Β.: Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἀπ᾿ ἀρ­χῆς μέ­χρι σή­με­ρον. Ἀ­θῆ­ναι 1959,  σελ. 703.
2. Βλ. Osinin: Popytki protestantov k sojedineniju s pravoslavnoju vostočnoju cerkovju v XVI veke. In: Christianskoje čtenie, Saktpeterburg 1865, Μά­ϊ­ος, σελ. 39 – 40.
2. Βλ. Osinin: Popytki protestantov k sojedineniju s pravoslavnoju vostočnoju cerkovju v XVI veke. In: Christianskoje čtenie, Saktpeterburg 1865, Μά­ϊ­ος, σελ. 39 – 40.
3. Βλ. Basile (Krivochéine): Symbolické texty v pravoslavné církvi. In: Orthodox revue, ἀ­ριθ. 4-5, Praha 2001, σελ. 164.
4. Βλ. Ἱερεμίας Β΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως: Α΄ ἀπόκρισις πρὸς Λουθηρανοὺς θε­ο­λό­γους. Ἐκδ. Λύ­χνος, με­τα­φρα­στή­ς Λέκκος Εὐάγγελος Π. Ἡ Ἀπόκριση αὐτὴ πα­ρου­σιά­ζει ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀ­φοῦ ἐκ­θέ­τει τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πε­ρὶ: Θε­οῦ, προ­πα­το­ρι­κῆς ἁ­μαρ­τί­ας, Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ, δι­και­ώ­σε­ως, κη­ρύγ­μα­τος, πί­στε­ως καὶ ἔρ­γων, Ἐκ­κλη­σί­ας, Μυ­στη­ρί­ων, Βα­πτί­σμα­τος, θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, με­τα­νοί­ας,  ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν θε­σμῶν, πο­λι­τι­κῶν ἐ­ξου­σι­ῶν, ἐ­σχά­της κρί­σε­ως, αὐ­τε­ξου­σί­ου, αἰ­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν, τι­μῆς τῶν ἁ­γί­ων, θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, γά­μου ἱ­ε­ρέ­ων, πα­ρα­δό­σε­ως, μο­να­χι­κοῦ βί­ου καὶ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας.
5. Βλ. Ἱερεμίας Β΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως: Β΄ καὶ Γ΄ ἀπόκρισις πρὸς Λου­θη­ρα­νοὺς θε­ο­λό­γους. Ἐκδ. Λύ­χνος, με­τα­φρα­στή­ς Λέκκος Εὐάγγελος Π.
6. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης Χοὺς γεν­νή­θη­κε πε­ρὶ τὸ 1370 στὸ Husinec τῆς Ν. Τσε­χί­ας καὶ ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος μὲ ἔ­ξο­χες ἱ­κα­νό­τη­τες. Ἔ­γι­νε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ἐ­πι­βλη­τι­κὰ πρό­σω­πα τοῦ τσε­χι­κοῦ ἔ­θνους.
7. Βλ. KRYŠTOF, arcibiskup: Vím, komu jsem uvěřil. Εκδ. Pravoslavná akademie 2003, σελ. 162 – 163.

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/17553-%CE%BF%CE%B9-%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83-%CE%BC%CE%B5/