Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παράδοση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΗΡΩΪΔΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ*


XVRIO
Σα­ΐ­τη Χα­ρά

Κά­θε πρω­ΐ ξυ­πνά­ω ἀ­πὸ τὸ γκὰπ-γκοὺπ ποὺ κά­νει τὸ τσε­κού­ρι της πά­νω στὰ ξύ­λα. Μέ­σα στὸ πρω­ϊνὸ τσά­φι, γρι­ὰ κι ἄρ­ρω­στη γυ­ναῖκα αὐ­τή, πά­νω ἀ­πὸ 75, σκί­ζει τὰ κούτ­σου­ρα γι­ὰ τὸ τζά­κι της καὶ τὰ μά­γου­λά της ρο­δί­ζουν σὰν τὴν αὐ­γὴ ποὺ ἀ­χνο­φέγ­γει πί­σω ἀπ᾿ τὸ σπι­τά­κι της.
Μέ­χρι νὰ πι­ῶ ἐ­γὼ τὸν κα­φέ μου, ἐ­κεί­νη ἔ­χει μα­γει­ρέ­ψει, ἔ­χει τα­γί­σει τὶς κό­τες, ἔ­χει ἀρ­μέ­ξει τὴ γί­δα της, ἔ­χει σκου­πί­σει τὴν αὐ­λή της καὶ μπαί­νει στὸν κῆ­πο της.
Φεύ­γον­τας γι­ὰ τὴ δου­λει­ά μου, τὴ χαι­ρε­τά­ω ἀ­π᾿ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ τὸ χέ­ρι. Εἶ­ναι σκυμ­μέ­νη στὸν κῆ­πο της καὶ σκά­βει. Βά­ζει πα­τά­τα καὶ μι­σο­ση­κώ­νε­ται γι­ὰ νὰ μοῦ ἀν­τα­πο­δώ­σει τὸ κα­λη­μέ­ρι­σμα. Λί­γες ἄ­σπρες τοῦ­φες ἀ­π᾿  τὰ μαλ­λι­ὰ της ξε­φεύ­γουν ἀ­π᾿ τὸ μαῦ­ρο κε­φα­λο­μάν­τη­λο.
Ὅ­ταν ἐ­γὼ ἐ­πι­στρέ­φω, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα, τὴ βρί­σκω στὸν πί­σω κῆ­πο μὲ τὰ λα­χα­νι­κά.
-         «Τί ἀ­γω­νι­έ­σαι πά­λι θει­ά;». Κι ἐ­κεί­νη μὲ τὸ χα­μό­γε­λο πάν­τα, σὰν νὰ ἀ­πο­λο­γεῖ­ται:
-         «Τί νὰ κά­νω, γι­ὲ μ᾿, δύ­ο πραμ­μα­τά­κι­α γι­ὰ τὰ παι­δι­ά. Ἀ­μέ, ποῦ νὰ τρέ­χω ν᾿ ἀ­γο­ρά­ζω;».
Τὸ βρα­δά­κι θὰ πή­ξει τὸ τυ­ρί της, τὴ γι­α­ούρ­τη της, θὰ ἀ­νοί­ξει φύλ­λο γι­ὰ λα­χα­νό­πι­ττα. Κι ὅ­ταν θὰ τε­λει­ώ­σει ὅ­λα αὐ­τά, θὰ στρω­θεῖ δί­πλα στὴ φω­τίτ­σα της νὰ πλέ­ξει. Τό­σες ἀγ­γο­νι­ὲς εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἀ­νύ­παν­τρες, νὰ μὴν ἔ­χουν κά­τι ἀ­π᾿ τὴ γι­α­γι­ά τους;
Ὅ­ταν ἔ­χει λι­α­κά­δα βά­ζει τὴ σκά­φη καὶ μο­σκο­πλέ­νει τὰ σκου­τι­ά της. Με­τὰ θὰ βγεῖ στὴ γύ­ρα νὰ φέ­ρει προ­σα­νάμ­μα­τα. Τὰ κου­βα­λά­ει ὅ­λα στὴν πλά­τη. Ὅ­ταν βρί­σκει λά­χα­να -καὶ ξέ­ρει αὐ­τὴ νὰ τὰ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ μα­κρι­ὰ-  γε­μί­ζει ἕ­να τσου­βά­λι καὶ τὸ με­τα­φέ­ρει πά­νω στὸ κε­φά­λι της.
Χα­ρο­κα­μέ­νη καὶ κα­κο­πε­ρα­σμέ­νη, δὲν βα­ρυγ­κό­μι­σε πο­τέ της. Πο­λέ­μους, ἐμ­φύ­λι­ο, κα­το­χή, ξύ­λο καὶ κα­κου­χί­ες ἀ­πὸ παι­δά­κι. Ἀ­γράμ­μα­τη, κου­βα­λά­ει τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ στὸ κύτ­τα­ρο, ὅ­πως τῆς τὸν πέ­ρα­σε ἀ­πὸ στό­μα σὲ στό­μα ἡ μά­ννα της κι ἡ βά­βω της.
Ἀλ­λὰ ἡ ζω­ή, ζω­ὴ εἶ­ναι. Μό­νη της ἔ­χει μεί­νει ἡ κα­ψε­ρή, «ἕ­να κούτ­σου­ρο». Τὰ παι­δι­ὰ της παν­τρε­μέ­να, ζοῦ­νε δι­ά­σπαρ­τα ὁ ἕ­νας ἐ­δῶ, ὁ ἄλ­λος ἐ­κεῖ. Ἡ ἔν­νοι­α της τὰ συν­τρο­φεύ­ει πάν­τα. Στὸν ἕ­να δὲν ἀ­ρέ­σει τὸ τυ­ρὶ πο­λὺ ἁλ­μυ­ρό, στὸν ἄλ­λο νὰ δώ­σει πι­ὸ πο­λὺ πα­τά­τα, πέρ­σι δὲν τὸν ἔφ­τα­σε. Που­λά­κι­α νὰ βά­λει και­νούρ­γι­α, τὴν τρῶ­νε τὴν κο­τό­σου­πα τὰ παι­δι­ά. Καὶ οἱ προ­μή­θει­ες τα­ξι­δεύ­ουν κά­θε τό­σο, γι­ὰ τὴν Ἀ­θή­να, γι­ὰ τὴ Λευ­κά­δα… 
Κά­θε βρά­δυ ὀ­σμί­ζε­ται τὸν ἀ­γέ­ρα, πί­σω ἀ­π᾿ τὴ μι­σά­νοιχ­τη πόρ­τα, νὰ δεῖ τί και­ρὸ θὰ κά­νει. Μὴ ρί­ξει πά­χνη αὔ­ρι­ο καὶ κά­ψει τὴν πα­τά­τα της. Μὴ τῆς χα­λά­σει τὴ ντο­μά­τα. Μὴν ἀ­πορ­ρί­ξει ἐ­κεί­νη ἡ γί­δα. Μὴ μπεῖ κα­μμι­ὰ ἀ­λε­ποῦ στὸ κο­τέτ­σι. Στὴ γλά­στρα τὰ γε­ρά­νι­α προ­κο­πὴ δὲν ἔ­χου­νε, θέ­λουν με­τα­φύ­τευ­ση. Ὁ μι­κρό­κο­σμός της, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σύμ­παν.

Ἄ­γνω­στη ἡ­ρω­ΐδα τῆς ζω­ῆς… Ἐ­κεί­νη ποὺ κρά­τη­σε τὴν οἰ­κο­γέ­νει­ά της ὄρ­θι­α σὲ και­ροὺς δύ­σκο­λους. Πού δὲ ζή­τη­σε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ της τί­πο­τα. Πού ἔ­ζη­σε τί­μι­α, μὲ μό­νο στο­λί­δι τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­α. Πού στή­ρι­ξε αὐ­τὴ –ἡ φτω­χού­λα κι ἀ­γράμ­μα­τη–  τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ τὴ στη­ρί­ζει ἀ­κό­μα. 
Χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει, ἔ­χει δώ­σει μί­α ἀ­πάν­τη­ση στὴν παγ­κό­σμι­α οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση.
Σί­γου­ρα τὴν ἔ­χεις γνω­ρί­σει, μέ­νει δί­πλα σου, στὴ γει­το­νι­ά σου, στὸ χω­ρι­ό σου. Καὶ κα­νεὶς δὲ θὰ βρε­θεῖ νὰ τῆς κά­νει ἄ­γαλ­μα….

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ι΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2012


 http://www.enromiosini.gr/%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B7%CF%81%CF%89%CF%8A%CE%B4%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%85/

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

ΡΩΜΑΙΪΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ*


BYZANTINH
Δημήτρη Μασσαρ
Θεολόγου-Φιλολόγου

Ὅπως συμβαίνει μὅλους τοὺς πολιτισμένους λαούς, ἔτσι καὶ οἝλληνες διαμόρφωσαν τὴν ἱστορία τους μέσα στοὺς αἰῶνες ἄλλοτε μἔνοπλους ἀγῶνες καἄλλοτε μὲ πολιτιστικὰ δημιουργικἐπιτεύγματα. Ἡ πλούσια μακραίωνη ἱστορία μας καταλαμβάνει πολλοὺς τόμους σἱστορικὰ βιβλία καἐγκυκλοπαίδειες, ἀλλὰ καὶ τὰ πολιτιστικά μας δημιουργήματα κατέ­στησαν πολλὲς φορὲς ἀξιοζήλευτα ἀπἄλλους λαούς, ὥστε πολλἀπὸ αὐ­τἔγιναν ἀντικείμενο εἴτε μιμήσεως εἴτε κλοπῆς. Πολλἀρχαῖα ἢ βυζαντι­νά ἔργα τέχνης βρίσκονται σήμερα «αἰχμαλωτισμένα» σὲ ξένα μουσεῖα. Παράλληλα, πολλὲς δυτικὲς τεχνοτροπίες σὲ διάφορες μορφὲς τέχνης, (γλυπτική, ζωγραφική, ἀρχιτεκτονική, μουσική, λογοτεχνία), δὲν κρύβουν τἐμφανῆ σημεῖα ἐπηρεασμοῦ τους ἀπὸ τὶς ἀντίστοιχες ἀρχαιοελληνικὲς καὶ βυζαντινές.
Τὸ πλέον δυσάρεστο ὅμως γεγονὸς εἶναι ὅτι μετὰ τὴν ἵδρυση τοῦ νεοελλη­νικοῦ κράτους καἰδιαιτέρως μετὰ την βαυαροκρατία, λησμονήσαμε τὴν πολιτιστική μας παράδοση καὶ στραφήκαμε στὴν τυφλἀπομίμηση τῶν δυ­τικῶν πολιτιστικῶν προτύπων. Οἱ δυτικοὶ κυβερνῆτες μας κατέβαλαν ἔντο­νες προσπάθειες καὶ τελικά κατόρθωσαν νἐμφυσήσουν στοὺς νεοέλληνες τὴν περιφρόνηση πρὸς τὴν δική τους (δῆθεν ἐπαρχιώτικη καὶ ξεπερασμένη) παράδοση καὶ νὰ στραφοῦν πρὸς τὴν (δῆθεν πεφωτισμένη) δυτικὴ κουλτού­ρα. Πολὺ χαρακτηριστικὁ καθηγητὴς Χρῆστος Γιανναρᾶς παρατηρεὅτι οὑπόδουλοι Ἕλληνες ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας εἶχαν πολιτιστικὴ παραγωγή, ὁποία ὅμως μετατράπηκε σὲ τυφλὴ δυτικόστροφη ἀπομίμηση μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς τομεῖς πολιτισμοῦ τῆς παραδόσεώς μας, ὁποῖος ὑπέστη ἔντονα αὐτὴν τὴν κακοποίηση εἶναι ἡ μουσική. Στὑπ. ἀριθμ. 8 τεῦχος τοῦ «Ἐρῶ», (σ. 121-122), ὁ καθηγητὴς Ἀθανάσιος Βουρλῆς ἀναφέρεται μὲ σαφή­νεια στὴ μουσικὴ παράδοση τῶν ἀρχαίων προγόνων μας, ὁποία δεχόμενη φυσιολογικὰ τὶς μουσικὲς ἐπιδράσεις γειτονικῶν λαῶν, συνεχίστηκε ἀδιά­κοπα καθ΄ ὅλην τὴν ρωμαϊκὴ μεσαιωνικὴ περίοδο λαμβάνοντας τὴν μορφὴ τῆς λεγόμενης βυζαντινῆς μουσικῆς, εἴτε κοσμικῆς εἴτε ἐκκλησιαστικῆς. Ἡ μουσικὴ αὐτὴ μορφἀπετέλεσε τὴν κατ΄ ἐξοχὴν μελωδικἔκφραση τῶν προγόνων μας σὲ κάθε κοινωνικὴ περίσταση· ἔγινε ἡ μουσική μας. ἴδια μουσικὴ τεχνοτροπία ἀξιοποιήθηκε καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ λατρεία κατὰ τὴν βυζαντινὴ περίοδο, ἰδίως στὸν χῶρο τῆς βαλκανικῆς χερσονήσου καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μὲ τὴν μόνη διαφορὅτι στοὺς ἱεροὺς ναοὺς χρησιμοποι­ήθηκε μόνο ἀνθρώπινη φωνὴ χωρὶς τὴν συνοδεία μουσικῶν ὀργάνων.
Μὲ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων ἡ μουσικὴ αὐτὴ τεχνοτροπία γνώρισε τὴν φυ­σιολογική της ἐξέλιξη. Ἡ ρωμαίικη παράδοση τῆς προσέδωσε ἀπαράμιλλη ποικιλία ἀναλόγως μὲ τὶς τοπικές, ἐπαγγελματικὲς καὶ κοινωνικὲς ἰδιαιτερό­τητες τῶν ἀνθρώπων ποὺ κατοικοῦσαν στὴν περιοχὴ τῆς βυζαντι­νῆς ρωμιοσύνης. Κατέστη μουσικὴ τεχνοτροπία, ὁποία ἀγκάλιασε μὲ πο­λὺ μεγάλη ἐπιτυχία τὶς ἐκδηλώσεις χαρᾶς, λύπης, ἡρωισμοῦ, ἀγάπης, πα­τριωτισμοῦ καἀναφορᾶς στὸ φυσικὸ περιβάλλον. Μὲ τὴ μορφὴ αὐτὴ εἶναι γνωστὑπὸ τὸν τίτλο «δημοτικὴ» ἢ «δημώδης» μουσική. Εἶναι γνωστὲς οἱ διαφοροποιήσεις καὶ τὰ ποικίλα δημοτικὰ μουσικἀκούσματα μὲ τὶς ἰδιαι­τερότητες τῶν νησιῶν, τῆς Πελοποννήσου, τῆς Ρούμελης, τῆς Ἠπείρου, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης, τῆς Κρήτης, τοῦ Πόντου, τῆς Κύπρου, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ Κωνσταντινουπόλεως. Πρόκειται γιἕναν ἀσύγκριτο μουσικὸ πλοῦτο. Στὴ συνέχεια, αὐτὸ τὸ εἶδος μουσικῆς ἐπηρέασε καἀρκετοὺς σύγχρονους μουσικοσυνθέτες τοἐντέχνου, κυρίως, νεοελλη­νικοῦ τραγουδιοῦ. Τελικά, δὲν χρειάζεται νὰ προσπαθήσουμε πολὺ γιὰ νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἡ ρωμαίικη, (βυζαντινὴ) μουσικὴ εἶναι ἡ δική μας, ἑλ­ληνικὴ μουσική.
Ἀπὸ τἀνωτέρω προκύπτει τὸ λογικἐρώτημα: Γιατὶ σήμερα δὲν καλλι­εργεῖται ὅσο θἔπρεπε ἡ μουσική μας παράδοση; Γιατἀσχολοῦνται μὲ αὐ­τὴν σχεδὸν μόνο ἰδιῶτες ἔχοντας ὡς ἐφαλτήριο τὴν προσω­πική τους διάθεση καὶ τὸ «μεράκι»; Εὐτυχῶς, μὲ προσπάθειες ἐκκλησιαστι­κῶν κυρίως ἀνθρώπων ἔχει καταγραφεῖ καὶ διασωθεὁ θησαυρὸς τῆς ρω­μαίικης ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ σήμερα ὅλοι ἔχουν εὔκολα πρόσβαση στὸ μεγάλο πλῆθος τῶν ἐκκλησιαστικῶν μουσικῶν κειμένων. Μάλιστα, τὸ εὐχάριστο εἶναι ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν τερματίστηκε, καθὼς πολλοὶ σύγχρο­νοι μουσικοδιδάσκαλοι τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς συνθέ­τουν νεώτερα μελίσματα βασιζόμενοι πάντα στὴν βυζαντινὴ παράδοση. Παράλληλα, πάλι μετἀπἰδιωτικές, κυρίως, πρωτοβουλίες καταγράφηκε καὶ διασώθηκε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς δημώδους μουσικῆς παραδόσεως τοἀπανταχοἙλληνισμοῦ.
Πολλοὶ εἶναι οἀφανεῖς καὶ φανεροἥρωες, οὁποῖοι ἀγωνίστηκαν καἀφοσιώθηκαν ψυχῇ τε καὶ σώματι στὴν προσπάθεια τῆς καταγραφῆς καὶ διαδόσεως τῆς ρωμαίικης παραδόσεώς μας. Ὡστόσο, δὲν ἔτυχαν τῆς ἀνάλο­γης προβολῆς, τόσο οἴδιοι, ὅσο καὶ τἔργο τους. Λίγοι, ἰδιαιτέρως οἱ νέοι, γνωρίζουν σήμερα τἔργο τῆς ἀείμνηστης Δώρας Στράτου, ὁποία μὲ πο­λὺ κόπο καὶ μεγάλο ἀγῶνα διέσωσε καὶ διέδωσε τοὺς παραδοσιακοὺς χο­ροὺς καἐνδυμασίες. Τἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ κολοσσιαῖο ἔργο τῆς ἀξέ­χαστης Δόμνας Σαμίου καὶ τοῦ Χρόνη Ἀηδονίδη, οὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ παραδοσιακὸ ρωμαίικο τραγούδι συνεχίζοντας τὶς ἄοκνες προσπάθειες τοῦ Σίμωνα Καρρᾶ. Τὸ παρήγορο εἶναι ὅτι ἐκτὸς τῶν προαναφερθέντων, πολλοὶ εἶναι οἱ θιασῶτες τῆς παραδοσιακῆς μας τέχνης ἐργαζόμενοι κυρίως στὸ παρασκήνιο τῆς δημοσιότητας γιὰ τὴν καλλιέργειά της.
Ὡστόσο, θὰ πρέπει νὰ γίνουν ἀποφασιστικὰ βήματα καἀπὸ τὴν πολι­τεία. Εἶναι ἐλάχιστη ἕως ἀνύπαρκτη ἡ συμμετοχὴ τοῦ δημόσιου παράγοντα στὴν προσπάθεια καλλιέργειας τῆς μουσικῆς μας. Ἡ παραδοσιακὴ ρωμαίι­κη μουσικἀπουσιάζει σχεδὸν παντελῶς ἀπὸ τἀναλυτικὰ προγράμματα τοῦ δημοσίου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Στὰ πλαίσια τοῦ μουσικοῦ μαθή­ματος στὸ δημοτικὸ σχολεῖο καὶ στὸ γυμνάσιο ἀναφορὰ στὴν ἑλληνικὴ μουσικὴ παράδοση εἶναι ἐλάχιστη καὶ φευγαλέα. Ἀντιθέτως, τονίζεται ὑπέρμετρα ἡ σπουδὴ τῆς δυτικῆς μουσικῆς. Κατὰ παρόμοιο τρόπο, (ἐξαιρου­μένης μίας μόνο τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς), εἶναι παραμελημένη καἡ προβο­λὴ τῆς μουσικῆς μας ἀπὸ τὰ Μ.Μ.Ε. Ραδιοφωνικοὶ καὶ τηλεοπτικοὶ σταθμοἀποφεύγουν νἀσχοληθοῦν μὲ αὐτήν, διότι προφανῶς δὲν εἶναι «ἐμπορι­κή». Μόνο περιστασιακὰ σὲ παραμονὲς μεγάλων Χριστιανικῶν ἑορτῶν, (ὅπως τὸ Πάσχα), ὁρισμένα ἔντυπα διακινοῦν ψηφιακοὺς δίσκους μὲ παρα­δοσιακὴ μουσική, γιατὶ τότε παρατηρεῖται αὐξημένη «ἐμπορικότητα». Αὐτὸ τὸ γενικότερο κλίμα ἐπηρέασε ἀρνητικὰ καὶ πολλοὺς νεοέλληνες, οὁποῖοι δείχνουν ἀπροθυμία ἐνασχολήσεως μὲ τὴν ἑλληνικὴ μουσική. Δύσκολα θἀνακαλύψουμε σήμερα γονεῖς οὁποῖοι παροτρύνουν τὰ παιδιά τους νἀσχοληθοῦν μὲ κάποια μορφὴ παραδοσιακῆς ρωμαίικης τέχνης.
Εἰδικότερα, ἡ σημερινὴ νεολαία δὲν ἔχει στενοὺς δεσμοὺς μὲ τὴν ἑλληνικὴ μουσικὴ παράδοση. Βομβαρδίζονται συστηματικὰ μὲ δυτικοῦ τύπου μουσι­κὰ πρότυπα. Ἡ μουσικὴ εἶναι ἕνας καλλιτεχνικὸς τομέας, ὁποῖος ἀπαιτεῖ κάποιο ἰδιαίτερο αἰσθητήριο, ἔστω κάποιο ἰδιαίτερο τάλαντο, προκειμένου κάποιος νὰ τὴν καλλιεργήση συστηματικά. Οἱ νεαροὶ νεοέλληνες οὁποῖοι ἔχουν αὐτὸ τὸ τάλαντο καὶ τὴν διάθεση νἐντρυφήσουν στὴν μουσικὴ τέ­χνη καθοδηγοῦνται ἐκ τῶν πραγμάτων σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στὴν πάσης μορφῆς δυτικόστροφη μουσικὴ τεχνοτροπία καὄχι στὴν ἑλληνική· δὲν τοὺς δόθηκε ποτὲ τὸ κατάλληλο ἔναυσμα. ἑλληνικὴ παραδοσιακὴ τέχνη γενι­κότερα περιβάλλεται ἀκόμα ἀπὸ τὴν βαυαρικὴ κατηγοριοποίηση τῆς ἐπαρ­χιώτικης καὶ παρῳχημένης. Αὐτἀποθαρρύνει ὁποιονδήποτε φιλότεχνο ἢ φιλόμουσο νὰ τὴν ἀγγίξη, νὰ τὴν ἐρευνήση, νὰ τὴν ἀγαπήση καὶ νὰ τὴν καλλιεργήση. Ἀσφαλῶς, δὲν πρέπει νὰ δαιμονοποιηθἡ δυτικὴ μουσική· εἶ­ναι καὶ αὐτὴ μία ἀξιόλογη καὶ σημαντικὴ μορφὴ τέχνης. Πρέπει ὅμως νὰ πάψη ἡ περιθωριοποίηση καὑποτίμηση τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς παραδό­σεως. Πρέπει νὰ διδάσκεται καὶ νὰ προβάλλεται καὶ αὐτή. Πρέπει ἡ πολι­τεία, τὰ Μ.Μ.Ε. καὶ γενικότερα ἡ νεοελληνικὴ κοινωνία νὰ ξαναβροῦν τὴν ἀξία της καὶ νὰ τὴν χρησιμοποιήσουν μὲ σκοπὸ τὴν ἀφύπνισή μας. Μόνο μὲ τὸν ἀναβαπτισμὸ στὴν ἑλληνικὴ παράδοση θἀποκτήσουμε τὴ δυνατότη­τα ἐπιστροφῆς εἰς ἑαυτόν· νὰ πάψουμε ὡς ἔθνος νὰ πριονίζουμε τὸ κλαδὶ πάνω στὁποῖο στηριζόμαστε καὶ νὰ βροῦμε πάλι τὸν δρόμο τῆς δημιουρ­γίας καὶ τῆς προόδου.

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , ΙΑ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΟΥΛ.-ΣΕΠΤ. 2012


http://www.enromiosini.gr/%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%B9%CF%8A%CE%BA%CE%B7-%CE%BC%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%B7/

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ*

ἀρχιμ. π. Χρίστου Κυριαζόπουλου
 δρ. Βυζαντινῆς Ιστορίας

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ συμπλήρωμά του («ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Ἐφ. α΄, 23), τὸ διὰ μέσου τῶν αἰώνων συμπληρούμενο καὶ αὐξανόμενο· εἶναι τὸ σύνολο τῶν πιστευόντων στὸν Χριστό, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὸ Μυστικὸ Σῶμα τοῦ διὰ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς κοινωνίας τοῦ ποτηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας.
 Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Κύριος («καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τὴ ἐκκλησία» Ἐφ. α΄ 22), ὁ ὁποῖος τόσο πολὺ τὴν ἀγαπᾶ, ὥστε λαχταρᾶ νὰ τὴν ἔχει ἑνωμένη μαζί του ὡς σῶμα του. Αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ οἱ πιστοὶ τὰ μέλη. «Καὶ γὰρ πλήρωμα κεφαλῆς σῶμα καὶ πλήρωμα σώματος κεφαλή…- θὰ πεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συγκεκολλημένοι». Πρόκειται γιὰ μία ἀπόλυτη καὶ πραγματικὴ ἕνωση-συγκόλληση. Οἱ χριστιανοὶ ἐνσωματώνονται στὸν Χριστὸ καὶ ὁ Χριστὸς μένει σ’ αὐτούς· ζώντας μέσα στὴν Ἐκκλησία ζοῦν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ ἕνωση συνιστᾶ τὸ ἀκατανόητο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ μυστήριο τῆς  Ἐκκλησίας.
 «Μπαίνοντας στὴν ἄκτιστη Ἐκκλησία -ἔλεγε ὁ Γέροντας Πορφύριος- ἐρχόμαστε στὸν Χριστό, μπαίνουμε στὸ ἄκτιστον. Καλούμεθα, δηλαδή, κι ἐμεῖς οἱ πιστοὶ νὰ γίνουμε ἄκτιστοι κατὰ χάριν, νὰ γίνουμε μέτοχοι τῶν θείων ἐνεργειῶν…».
 Ἡ Ἐκκλησία συνεστήθη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τότε ποὺ κατῆλθε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ εἰσῆλθε στὸν κόσμο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν σταυρωθέντα καὶ ἀναστάντα Χριστό. Εἶναι ἡ στοργικὴ καὶ καταδεκτικὴ μητέρα· εἶναι τὸ ἀπάνεμο λιμάνι. Αὐτὴ ποὺ ἔχει τὸν τρόπο νὰ μεταβάλλει τοὺς χειρότερους ἁμαρτωλοὺς σὲ δικαίους καὶ ἁγίους.
 Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσίδωρο τὸν Πηλουσιώτη Ἐκκλησία ὀνομάζεται «τὸ ἄθροισμα τῶν ἁγίων, τὸ ἐξ ὀρθῆς πίστεως καὶ πολιτείας ἀρίστης συγκεκροτημένον». Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, τοῦ Χριστοῦ προϋποθέτει τὴν πίστη στὰ ὀρθὰ δόγματα. Κατὰ συνέπεια, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ λέγονται Χριστιανοί, χωρὶς νὰ ἀνήκουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι αἱρετικοὶ καὶ δὲν ἀποτελοῦν Ἐκκλησία. Ἂν θέλουν ὅλοι αὐτοὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸν ἀρχικό, ἀδιαίρετο, ἀποστολικὸ χριστιανισμό, πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ εἶναι ἡ μόνη ποὺ κατέχει σὲ πληρότητα τὴν Ἀλήθεια. Τὴν ἀλήθεια ποὺ κήρυξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἑρμήνευσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ ὁριοθέτησαν οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι, οἱ ὁποῖες ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι διεκήρυξαν τὴν ὁμόφωνη θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀναφορικὰ μὲ ὅσα οἱ Προφῆτες προανήγγειλαν, ὁ Χριστὸς δίδαξε, οἱ Ἀπόστολοι κήρυξαν καὶ οἱ Πατέρες ἐδογμάτισαν, δηλαδὴ τὴν ἐκκλησιαστική μας Παράδοση.
 Θὰ ἦταν, βέβαια, ἰδεῶδες νὰ γνωρίζαμε ὅλους τους Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖοι μᾶς προσφέρουν τὴν αὐθεντικὴ ἑρμηνεία γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα τῆς πίστεώς μας καὶ μᾶς κρατοῦν στὸν δρόμο τῆς Παραδόσεως. Θὰ εἴμασταν τότε προστατευμένοι ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τῆς πλάνης. Ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι ἐφικτὸ γιὰ ὅλους. Ὅσοι δὲν ἔχουμε τὴ δυνατότητα αὐτή, ἂς ἀκολουθήσουμε αὐτὸ ποὺ ὁ Γέροντας Παΐσιος -τὸ μεγάλο αὐτὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία- συμβουλεύει: «Πολλοὶ ἅγιοι Μάρτυρες, ὅταν δὲν ἤξεραν τὸ δόγμα, ἔλεγαν: «Πιστεύω ὅ,τι θέσπισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες». Ἂν κάποιος τὸ ἔλεγε αὐτό, μαρτυροῦσε. Δὲν ἤξερε, δηλαδή, νὰ φέρει ἀποδείξεις στοὺς διῶκτες του γιὰ τὴν πίστη του καὶ νὰ τοὺς πείσει, ἀλλὰ εἶχε ἐμπιστοσύνη στοὺς Ἁγίους Πατέρες…Νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὴν Παράδοση…Ἔγινε τόσος ἀγώνας, γιὰ νὰ λαμπικάρει τὸ δόγμα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες κάτι ἤξεραν καὶ ἀπαγόρευσαν τὶς σχέσεις μὲ αἱρετικό».
 Αὐτὲς οἱ μεγάλες, ὅμως, καὶ αὐτονόητες ἀλήθειες τίθενται ἐσχάτως ὑπὸ ἀμφισβήτηση. Ὁρισμένοι διανοούμενοι, πτυχιοῦχοι θεολογικῶν, κυρίως,  σχολῶν, διατυπώνουν θεωρίες καὶ ἀπόψεις καινοφανεῖς γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ δεδομένα καὶ εἰσηγοῦνται ἀνατροπὲς σὲ ζητήματα τὰ ὁποῖα παρέμεναν ἐπὶ αἰῶνες σεβαστὰ καὶ ἀπαραβίαστα. Μία ἀσυγκράτητη «νεωτερικότητα» -ἡ ὁποία πιθανῶς δὲν θὰ δημιουργοῦσε προβλήματα ἢ ἴσως ἀκόμη νὰ ἦταν θεμιτὴ ἢ καὶ ἀναγκαία στὸν χῶρο τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς τέχνης- πλήττει κατὰ μέτωπο ὅλες τὶς πτυχὲς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου. Συγκεκριμένα:
 Παρεισφρέει, ἐν πρώτοις, ἕνας διάχυτος συγκρητισμὸς (ὅλες οἱ θρησκεῖες κι ὅλα τὰ δόγματα εἶναι τὸ ἴδιο· ὅποιος πιστεύει στὸν Χριστὸ ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία κι ἂς εἶναι παπικὸς ἢ προτεστάντης) καὶ μία εὐθεία ἀμφισβήτηση τοῦ κύρους τῶν ἁγίων Πατέρων (γι’ αὐτὸ καὶ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς «μεταπατερικῆς» θεολογίας καὶ τῆς θεολογίας τῆς «συνάφειας»). Ὅμως ὁ «Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8) καὶ ἡ ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῆς ὀρθῆς πίστεως πρέπει νὰ ἀποτελεῖ προϋπόθεση ὁποιασδήποτε ἀλλαγῆς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Κι ὅσο γιὰ τοὺς Πατέρες, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀσφαλεῖς ἑρμηνευτὲς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, οἱ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου τῶν Ἀποστόλων, ἐκεῖνοι ποὺ μετέδωσαν τὸ ὀρθὸ δόγμα καὶ ποὺ ἡ συμφωνία τῶν ἀπόψεών τους ἀντανακλᾶ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε «ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα». Θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον νὰ δημιουργοῦνταν στὴν πατρίδα μας, ὅπου ἀρκετοὶ εἶναι ἀκόμη αὐτοὶ ποὺ κατανοοῦν τὴ γλώσσα τῶν Πατέρων, ἕνα ὄντως ἀναγεννητικὸ ρεῦμα ἐπιστροφῆς σ’αὐτούς. Ἡ ὠφέλεια θὰ ἦταν πολλαπλὴ καὶ  τεράστια.
Ἡ κραυγὴ ἀγωνίας τοῦ ἐγκαταλελειμμένου καὶ ἀποπροσανατολισμένου λαοῦ ποὺ σχοινοβατεῖ, ἡ κραυγὴ τῆς ἱστορίας ποὺ παραχαράσσεται, τῆς πίστεως καὶ τῶν ἰδανικῶν ποὺ διακυβεύονται, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν ἀρχῶν ποὺ βιάζονται, αὐτὴ ἡ κραυγὴ ταπεινὰ φρονοῦμε πὼς θὰ πρέπει νὰ φθάνει στ’ αὐτιὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας ἐκπροσώπων, τῶν ποιμένων καὶ πατέρων μας». Τὴν ἔμπρακτη μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναμένει ἀγωνιωδῶς νὰ δεῖ, αὐτὲς τὶς βάρβαρες ὧρες ποὺ περνοῦμε, ὁ εὐσεβὴς λαὸς τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του καὶ νὰ παλαίψει μὲ κουράγιο καὶ μὲ  φιλότιμο. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα λαχταρᾶ βαθύτατα νὰ ἐπιβεβαιώσει μέσα του πὼς ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητές του «καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας» (Ἰω. ιγ’14) ἀποτελεῖ βίωμα καὶ γίνεται καθ’ ἡμέραν πράξη στὴ ζωὴ καὶ τῶν σημερινῶν ἐκκλησιαστικῶν του ταγῶν.
Ὡς μὴ ὤφειλε ἄρχισαν ἤδη νὰ ἀκούγονται καὶ κάποιες σποραδικὲς προτάσεις καὶ ἐναντίον τοῦ ράσου τῶν κληρικῶν καὶ γιὰ τὴν ὑπὸ προϋποθέσεις κατάργησή του. Παλιὰ ἡ ἱστορία καὶ γνωστὸ τὸ ἐπιχείρημα: Θὰ ἑλκυσθοῦν στὶς τάξεις τοῦ κλήρου ἄνθρωποι νέοι καὶ μορφωμένοι. Δὲν φαίνεται, πάντως, νὰ ἔχουμε αὔξηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νέων κληρικῶν στὶς χῶρες στὶς ὁποῖες τὸ σεβάσμιο αὐτὸ ἔνδυμα ἀποτελεῖ παρελθόν. Ἀπεναντίας! Πέραν αὐτοῦ, θεωροῦμε τὸ ράσο ὡς ἕνα ἰσχυρὸ παράγοντα συνοχῆς στὴν Ἐκκλησία καὶ ὡς ἐκ τούτου πολὺ ἀναγκαῖο, τουλάχιστον γιὰ τὴν πατρίδα μας.
Πολλὰ θὰ μποροῦσαν νὰ γραφοῦν γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγνωσης καὶ ἐκφώνησης στὴ δημοτικὴ τῶν λατρευτικῶν κειμένων, τὸ ὁποῖο πρὸ ἔτους ἀναθερμάνθηκε καὶ ὁρισμένοι ἐπίσκοποι ἐξακολουθοῦν νὰ  τὸ συντηροῦν. Θὰ ἀρκεσθοῦμε μόνον στὴν παράθεση μιᾶς παραγράφου ἀπὸ παλαιότερο κείμενό μας: 
«Ἔχουμε, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἀπερίφραστα, τὴν αἴσθηση πὼς αὐτοὶ ποὺ μὲ πάθος καὶ ἔπαρση ὑποστηρίζουν τὸν μονόδρομο τῆς μετάφρασης τῶν ἱερῶν κειμένων ἀκολουθοῦν τὴ λογικὴ ἐκείνων ποὺ κατήργησαν ἐν μιᾷ νυκτὶ τὸ πολυτονικό, ἀσκώντας τότε ἕνα δημόσιο καὶ βίαιο ἐξαναγκασμό, ποὺ κατήργησε μία ἱστορική παράδοση αἰώνων, καθὼς καὶ ἐκείνων ποὺ κάποτε καμάρωσαν πὼς «ἔθαψαν» τὴν καθαρεύουσα -ὡς δυνατότητα διδασκαλίας-  «θάβοντας» μαζί της κι ἕνα θησαυροφυλάκιο λογοτεχνίας καὶ ἐπιστημονικῆς γνώσης. Εἶναι κρίμα ποὺ στὴ διδακτικὴ πράξη ὁδεύουν πρὸς κατάργηση ὁ Κάλβος, ὁ Βιζυηνός, ὁ γλυκύτατος Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Θὰ ἦταν κρίμα μας  μεγαλύτερο ἂν ὑπερφίαλοι ἐξοβελίζαμε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ τὴν ἐθνική μας ζωὴ τοὺς ἁγίους Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, Βασίλειο τὸν Μέγα, Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ,  Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, Ρωμανὸ τὸν Μελωδό, Κοσμᾶ τὸν Μελωδό, Ἀνδρέα τὸν Κρήτης, Κασσιανὴ τὴν ὁσία, καὶ τόσους ἄλλους κορυφαίους δημιουργούς μας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν πνευματικὰ ἀναστήματα τοῦ παγκόσμιου πολιτισμοῦ. Θὰ ἦταν σὰν νὰ ἀπεμπολούσαμε οἱ Νεοέλληνες τὸν ἑαυτό μας».
 Ἂς δώσουμε, ἐν κατακλείδι, τὸν λόγο στὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ:
«Τελικῶς ἡ Παράδοσις ἀποτελεῖ συνέχισιν τῆς αἰωνίου παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, συνέχειαν θείας καθοδηγήσεως καὶ φωτισμοῦ…Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀναλάβει τόσον τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, ὅσον καὶ τὸ δόγμα τῶν Πατέρων. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἂς ἀναφέρωμεν ἕνα παλαιὸν ὕμνον (πιθανῶς ἔργον Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ):
Τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα
καὶ τῶν Πατέρων τὰ δόγματα
ἡ Ἐκκλησία φυλάττουσα,
μίαν τὴν πίστιν ἐσφράγισε
καὶ τὸν χιτώνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας
τὸν ὑφαντὸν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας
ὀρθοτομεῖ καὶ δοξάζει τῆς εὐσεβείας
τὸ μέγα μυστήριον».
Ἂς μὴν καταστρέφουμε μὲ κινήσεις νεωτερικότητας καὶ ὑποτιθέμενου προοδευτισμοῦ τὸν χιτώνα τῆς Ἐκκλησίας.

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Η΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΟΚΤ.-ΔΕΚ. 2011

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/17598-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BD%CE%B5%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA/

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

«Λάμψη» ζωής και ελπίδας

Σύλλογος γονέων παιδιών με νεοπλασματικές ασθένειες Βόρειας Ελλάδας - 26 χρόνια προσφοράς στα δικαιώματα των παιδιών στην υγεία και τη ζωή
Η «Λάμψη» είναι σύλλογος γονιών με παιδιά που έτυχε να αρρωστήσουν από καρκίνο και ενεργοποιείται στη Βόρεια Ελλάδα. Μετά από 26 χρόνια λειτουργίας μπορεί να επιδείξει ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο στον τομέα που αφορά στα δικαιώματα των παιδιών στην υγεία και τη ζωή. Γιατί καρκίνος δεν σημαίνει θάνατος. Μπορεί να απειλεί τη ζωή αλλά χρειάζεται χρόνος και κατάλληλη εξειδικευμένη θεραπεία.
Όσο κι αν είναι σκληρό ο καρκίνος της παιδικής ηλικίας υπάρχει. Υπάρχουν όμως και σύλλογοι και άνθρωποι και φορείς που δραστηριοποιούνται μέσω αυτών που προσπαθούν να στηρίξουν αυτά τα παιδιά που έτυχε να νοσήσουν. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Υγείας που γιορτάζεται στις 7 Απριλίου αλλά και την εκδήλωση που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη τα έσοδα της οποίας δόθηκαν για την κάλυψη των αναγκών του συλλόγου ο «Παρατηρητής της Θράκης» παρουσιάζει το σύλλογο για την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση των πολιτών. Γιατί μόνο ενωμένοι μπορούμε να πετύχουμε πολλά…

Σύλλογος – Γονέων Παιδιών με νεοπλασματικές ασθένειες Βόρειας Ελλάδας «Η ΛΑΜΨΗ»

Η «ΛΑΜΨΗ» ιδρύθηκε το 1987 από γονείς που τα παιδιά τους προσβλήθηκαν από νεοπλασματική ασθένεια και βασίζεται στην εθελοντική εργασία των μελών της και στην υποστήριξη ευαισθητοποιημένων πολιτών, επαγγελματιών και φορέων. Με τροποποίηση ο σύλλογος μετονομάστηκε σε «Λάμψη Σύλλογος Γονέων – Παιδιών με νεοπλασματικές ασθένειες Βόρειας Ελλάδας». Αντίστοιχος σύλλογος υπάρχει και για τη Νότια Ελλάδα με τον τίτλο «Φλόγα». Στη Βόρεια Ελλάδα η Λάμψη λειτουργεί στο νοσοκομείο Αχέπα και Ιπποκράτειο, όπου υπάρχουν τα δύο παιδοογκολογικά και αιματολογικά τμήματα των ανάλογων παιδιατρικών κλινικών για παιδιά με νεοπλασματικές ασθένειες όλης της Βόρειας Ελλάδας. Τακτικά μέλη της «Λάμψης» εκτός των γονέων των παιδιών που νοσούν ή νόσησαν από νεοπλασματική ασθένεια είναι και εθελοντές, μια εκ των οποίων είναι και η κ. Μαρία Ιωαννίδου, σύμβουλος του 2ου Δημοτικού Διαμερίσματος Θεσσαλονίκης, που μίλησε στον «Παρατηρητή της Θράκης» για το σύλλογο αλλά και για την εξαιρετική εκδήλωση που έγινε ένα μήνα πριν.

Ζητώ συγνώμη από όλους γιατί δεν γνώριζα τη «Λάμψη»

«Δεν γνώριζα για τη «Λάμψη και ζητώ συγνώμη από όλους» αναφέρει η κ. Ιωαννίδου τονίζοντας ότι «πριν δύο χρόνια τη γνώρισα από μια μητέρα που είχε ένα παιδί με νεοπλασματική ασθένεια και το οποίο έχασε τον αγώνα για τη ζωή. Η ίδια όμως το χαμό του παιδιού της το είδε ως απόφαση του θεού. Αυτό μου έδωσε μεγάλη δύναμη και όταν μου μίλησε με τόσο πάθος ότι ο αγώνας μιας μάνας συνεχίζεται με συγκλόνισε. Αυτή η γυναίκα δουλεύει ενεργά για το σύλλογο, δεν σταμάτησε, διοργανώνοντας μπαζάρ και άλλες εκδηλώσεις».

Στόχοι του Συλλόγου

«Στόχος του Συλλόγου «Λάμψη» είναι να στηρίξει τους γονείς και τα παιδιά τα οποία πάσχουν από νεοπλασματικές ασθένειες ηθικά αλλά και οικονομικά γιατί οι ασθένειες αυτές είναι χρονοβόρες. Στόχος επίσης είναι η κοινωνική και επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών», τονίζει η κ. Ιωαννίδου σημειώνοντας ότι το πιο βασικό είναι η ψυχολογική ενδυνάμωση των γονέων. «Οι γονείς πρέπει να έχουν τη δύναμη να ανταπεξέλθουν, γιατί ο Γολγοθάς που ακολουθούν είναι μεγάλος».
Συγκεκριμένα στόχοι του Συλλόγου είναι η άριστη ιατρική και παιδιατρική φροντίδα των παιδιών που πάσχουν από κακοήθη νοσήματα, η δημιουργία, οργάνωση στελέχωση και εξοπλισμός εξειδικευμένων Ογκολογικών – Αιματολογικών, Ακτινοδιαγνωστικών μονάδων, η ηθική, κοινωνική και οικονομική συμπαράσταση για την θεραπεία, αγωγή, εκπαίδευση, κοινωνική και επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών η παροχή κάθε δυνατής βοήθειας, πληροφόρησης και άλλης μορφής συμπαράστασης στις οικογένειες των πασχόντων παιδιών, η συνεργασία με κάθε αρμόδια αρχή για επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά, η ευαισθητοποίηση και ενημέρωση της κοινωνίας για τον αγώνα κατά του παιδικού καρκίνου και η άρση στερεοτύπων και προκαταλήψεων.

Το έργο της Λάμψης

Στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν 2 παιδοογκολογικά – αιματολογικά τμήματα στις παιδιατρικές κλινικές των νοσοκομείων «ΑΧΕΠΑ» και Ιπποκρατείου, όπου νοσηλεύονται καρκινοπαθή παιδιά απ’ όλη τη Β. Ελλάδα. Η Λάμψη, αξιοποιώντας αντίστοιχες χορηγίες, διότι όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η κ. Ιωαννίδου το κράτος είναι απών και δεν υπάρχει καμία στήριξη από την πολιτεία, προέβη στην επέκταση και ριζική ανακατασκευή των τμημάτων, καθώς και στην ανανέωση του εξοπλισμού τους. Μάλιστα μέσα στα νοσοκομεία λειτουργούν σχολεία κανονικά που ανήκουν στο Υπουργείο Παιδείας, ξενώνες για τους γονείς, γιατί μη ξεχνάμε ότι απαιτείται να μείνουν πολλές φορές και μήνες μέσα στο νοσοκομείο.

Δωρεά Γεωργίου Παντελάκη

Συγκεκριμένα η «Λάμψη» έλαβε μεγάλη δωρεά στη μνήμη του πρώην προέδρου του ΠΑΟΚ κ. Γεωργίου Παντελάκη για την επέκταση-ανακαίνιση της Παιδογκολογικής πτέρυγας της Παιδιατρικής κλινικής του ΑΧΕΠΑ. Σχεδίασε, ανάθεσε και επέβλεψε την επέκταση της κλινικής και την ανακαίνισή της, καθώς και την ανανέωση του ξενοδοχειακού εξοπλισμού της. Δημιουργήθηκαν ειδικά εξωτερικά ιατρεία και χώροι βραχείας νοσηλείας, χώροι για τους γιατρούς, αρχειοθήκες κ.α.. Το ίδιο το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ κάλυψε τις δαπάνες του κτιριακού μέρους των εργασιών και είχε σημαντικό ρόλο στη σχεδίαση και υλοποίηση του έργου.

Δωρεά από το ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος»

Κάτι ανάλογο έκανε και το ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» που στηρίζει το σύλλογο για χρόνια το οποίο έκανε μεγάλη δωρεά και έγινε μετεγκατάσταση στο κτίριο αιμοδοσίας, της μονάδας Μεσογειακής Αναιμίας» που προηγουμένως στεγαζόταν στον στο β΄ όροφο του κτιρίου Παιδιατρικής, δίπλα από το παιδοογκολογικό. Μετά την απελευθέρωση του συγκεκριμένου χώρου, έγιναν εργασίες επέκτασης του Παιδογκολογικού σε όλο το εύρος του ορόφου του, αυξάνοντας την επιφάνεια του τμήματος από τα 400 τ.μ. στα 600 τ.μ. Με εξαίρεση τα δομικά στοιχεία του ορόφου, όλοι οι χώροι του Παιδογκολογικού επανακατασκευάστηκαν, και τοποθετήθηκε νέος ξενοδοχιακός εξοπλισμός. Ανάλογες εργασίες έγιναν και στα εξωτερικά ιατρεία στο ισόγειο. Η διαρρύθμιση έγινε σε συνεργασία με το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.

Έκδοση cd με παραδοσιακά τραγούδια

Όπως ενημερώνει η κ. Ιωαννίδου ήδη έχουν ξεκινήσει και προετοιμάζουν cd με κορυφαίους παραδοσιακούς καλλιτέχνες τα έσοδα του οποίου θα διατεθούν στο σύλλογο «Λάμψη». «Οι καλλιτέχνες δέχτηκαν να συμμετέχουν αφιλοκερδώς ώστε ο σύλλογος να μπορεί να έχει κάποια έσοδα. Σε αυτό θα συμμετέχουν η Στέλλα Κονιτοπούλου, ο Βαγγέλης Κονιτόπουλος όπως και ο Παναγιώτης Λάλεζας».

«Τα παιδιά ταξιδεύουν με την παράδοση» εκδήλωση στήριξης του Συλλόγου

Την Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013, στις 18:30, στο Συνεδριακό Κέντρο «Ι. Βελλίδης», ο σύλλογος «Η Λάμψη – Σύλλογος γονέων παιδιών με νεοπλασματικές ασθένειες Βόρειας Ελλάδας», πραγματοποίησε μεγάλη συναυλία με θέμα «Τα παιδιά ταξιδεύουν στην παράδοση», με γενική είσοδο 5 ευρώ.
Ήταν μια ιδέα της κ. Ιωαννίδου, η οποία ήθελε να κάνει την εκδήλωση εδώ και δύο χρόνια, από την ημέρα που ήρθε σε επαφή με το σύλλογο. Τελικά χάρη στη χορηγία του κ. Ιβάν Σαββίδη, προέδρου του Π.Α.Ο.Κ, καλύφθηκαν τα αεροπορικά εισιτήρια «και καταφέραμε να φέρουμε τους κορυφαίους της παράδοσης, οι οποίοι συμμετείχαν αφιλοκερδώς. Εν πρώτοις ήρθα σε επαφή το Αρχείο Μουσικολαογραφικής Παράδοσης «ΧΡΟΝΗΣ ΑΗΔΟΝΙΔΗΣ», με τον πρώτο που μίλησα που μίλησα ήταν ο κ. Απόστολος Εφραιμίδης και η σύζυγός του Έλσα εξαιρετικοί άνθρωποι, που κρατάνε Θερμοπύλες στη Θράκη αλλά και ένα θησαυρό με πολλά παιδιά που ασχολούνται με το χορό τη μουσική, όχι μόνο της Θράκης, αλλά γενικότερα της Ελλάδας. Αυτοί με βοήθησαν πολύ και αν δεν ήταν αυτοί δεν θα γινόταν τίποτα, γιατί με έφεραν σε επαφή με το Χρόνη Αηδονίδη, ο οποίος όμως δυστυχώς, εξαιτίας ενός ξαφνικού προβλήματος υγείας δεν ήρθε στην εκδήλωση, μας έστειλε την αγάπη του με ένα βίντεο που γυρίστηκε σε συνεργασία με το συνεργείο του Κώστα Χαρδαβέλα, ο οποίος ήταν ο παρουσιαστής της εκδήλωσης».
Η συγκεκριμένη εκδήλωση αποτέλεσε ένα μουσικό οδοιπορικό, με τίτλο τα «Παιδιά ταξιδεύουν στην Παράδοση». «Θέλαμε να αγγίξουμε όλα τα μέρη της Ελλάδος. Τον Πόντο, την Καππαδοκία, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο, την Τένεδο, την Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία, την Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, το Αιγαίο και το Ιόνιο. Θέλαμε και την Κύπρο αλλά δεν μπορούσαμε να ανταπεξέλθουμε οικονομικά.
Με ένα απλό κάλεσμα, ανταποκρίθηκαν θετικά, όλοι οι καλλιτέχνες, δίχως να ζητήσουν κάποια αμοιβή, κάτι που μου έδωσε χαρά, απέραντη συγκίνηση και μου έδωσε δύναμη για να φτάσω την εκδήλωση μέχρι το τέλος και να έχει ένα αξιοπρεπές αποτέλεσμα».
Συγκεκριμένα ο Ross Daly με την ορχρήστρα του κάλυψε το κομμάτι της Κρήτης, η Dilek Koc το κομμάτι της Καππαδοκίας, Νίκος Αβαγιανός τα νησιά του Αιγαίου και του Ιουνίου, ο Παναγιώτης Λάλεζας κάλυψε το κομμάτι της Ηπείρου και της Πελοποννήσου, οι Ματθαίος και Κωνσταντίνος Τσαχουρίδης και ο Γώγος Ιωαννίδης τον Πόντο, ο Πέτρος και Γρηγόρης Παπαεμμανουήλ τη Σμύρνη, και η μικρή Κυριακή Δερέμπεη, κόρη της κ. Ιωαννίδου, μισή πόντια και μισή Σμυρνιά στην καταγωγή από την μητέρα και από τον πατέρα με καταγωγή από Κωνσταντινούπολη και Ανατολική Θράκη που όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η μητέρα της «κουβαλά όλες τις αλησμόνητες πατρίδες και έχει μεγαλώσει με την παράδοση η οποία στην εκδήλωση ανέλαβε το κομμάτι της Μικρασίας».


Συντάκτης:Άννα Πατρωνίδου
e-mail: paratiritis.patronidoy@gmail.com
 http://www.paratiritis-news.gr/detailed_article.php?mode=print&id=159607&categoryid=9

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Κρατά τον ρυθμό της Ποντιακής παράδοσης με το νταούλι του!

xatzidauitidis1_407947202.jpg
Ο Νίκος Χατζιδαυιτίδης με το νταούλι του στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004 κατάφερε να ξεσηκώσει και να συμπαρασύρει στον ρυθμό του τους δεκάδες χιλιάδες θεατές του σταδίου, που τον αντάμειψαν με το πιο θερμό τους χειροκρότημα. Έδειξε σε ένα κατάμεστο στάδιο τι σημαίνει Πόντος.
Εννέα χρόνια μετά τη λήξη του σύγχρονου «ελληνικού θαύματος». Ο Νίκος Χατζιδαυιτίδης καλείται κάθε φορά να παίξει με το κρουστό μουσικό του όργανο σε μεγάλες ποντιακές μουσικές βραδιές, πανηγύρια, γάμους και χορούς.

Από τα εννέα του χρόνια, όταν έπιασε πρώτη φορά στα χέρια του το νταούλι, μέχρι σήμερα ο 30χρονος μουσικός έχει ζήσει σπουδαίες καλλιτεχνικές στιγμές, με κορυφαίες τις συμμετοχές του στις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ποιος δεν θυμάται τον γεροδεμένο οργανοπαίκτη, ο οποίος βάσει του ρόλου που του είχε ανατεθεί από τον διακεκριμένο σκηνοθέτη Δημήτρη Παπαϊωάννου έκανε έναν υπέροχο μουσικό διάλογο για το χαρμόσυνο μήνυμα των Αγώνων με τον αντίστοιχο μουσικό που βρισκόταν, σύμφωνα με το σενάριο, στην Αρχαία Ολυμπία.

«Ολες αυτές είναι στιγμές που θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στο μυαλό και την ψυχή μου. Ακόμα θυμάμαι την απίστευτη ενέργεια που μου έδινε εκείνη την ώρα ο ήχος του νταουλιού, ο κόσμος που είχε κατακλύσει το στάδιο, το αυγουστιάτικο βράδυ, η καρδιά της πατρίδας μου που αισθανόμουν πως χτυπούσε δυνατά σε κάθε σημείο του ΟΑΚΑ» εξομολογείται στην «Espresso» ο Νίκος Χατζιδαυιτίδης, ο οποίος τώρα πια θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους συνεχιστές της γνήσιας ποντιακής μουσικής και παράδοσης.

«Τον ρόλο αυτό στην τελετή έναρξης τον πήρα ύστερα από οντισιόν που έγινε. Εγώ αρχικά βρέθηκα εκεί με σκοπό να παίξω με το νταούλι μου τον πυρρίχιο ποντιακό χορό στην τελετή λήξης. Οταν με είδαν οι υπεύθυνοι, μου πρότειναν να πάρω μέρος και στην οντισιόν που γινόταν για την επιλογή του συγκεκριμένου μουσικού στην έναρξη. Λίγο καιρό αργότερα με ειδοποίησαν ενημερώνοντάς με πως εγώ θα είμαι αυτός που θα διεκδικήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες από την αρχαιότητα στη σύγχρονη εποχή. Χάρηκα πάρα πολύ και ευχαριστώ εκείνους που με επέλεξαν, με αποτέλεσμα να ζήσω αυτή την απίστευτη εμπειρία στα είκοσι ένα μου μόλις χρόνια» αναφέρει ο νεαρός μουσικός.

Γάμοι και χοροί

Αμέσως μετά τους Αγώνες του 2004, όπως ήταν λογικό, τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν πάνω στο άφθαρτο μέχρι τότε πρόσωπο του αρρενωπού μουσικού. Μέχρι και τηλεοπτική εκπομπή τού πρότειναν να κάνει, αλλά λόγω της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας εκείνος αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με την τηλεόραση: «Πραγματικά δεν περίμενα πως θα συνέβαινε όλο αυτό. Εδωσα, όπως όφειλα τότε, πολλές συνεντεύξεις για τις τελετές έναρξης και λήξης των Αγώνων, ενώ αργότερα μου πρότειναν να κάνω και δίκη μου εκπομπή. Βέβαια δεν με ενδιέφερε η ενασχόληση με την τηλεόραση, με αποτέλεσμα να αρνηθώ όσο πιο ευγενικά μπορούσα. Εχει μάλιστα και πλάκα όλο αυτό, γιατί ακόμα και σήμερα, αν και εννέα χρόνια μεγαλύτερος, υπάρχει κόσμος που με αναγνωρίζει και με θυμάται» λέει ο Νίκος Χατζηδαυιτίδης, ο οποίος πάντα μαζί με το νταούλι του συμμετέχει στις μεγαλύτερες ποντιακές γιορτές.

«Δεν θα άλλαζα με τίποτα αυτό που κάνω»

«Χωρίς το νταούλι και την ποντιακή μουσική θεωρώ πως η ζωή μου θα ήταν φτωχότερη. Δεν θα άλλαζα με τίποτα αυτό που κάνω σήμερα. Αν και έχω ασχοληθεί και με άλλα είδη μουσικής συμμετέχοντας σε λαϊκά και ροκ συγκροτήματα, τη μελωδία του τόπου μου δεν την αλλάζω με καμία άλλη» εξηγεί ο ο Νίκος Χατζηδαυιτιδης και προσθέτει: «Χαίρομαι να βλέπω κόσμο να διασκεδάζει με τη μουσική μας. Πηγαίνω όπου με καλούν: σε γάμους, γλέντια, ποντιακά πανηγύρια. Με ευχαριστεί να βλέπω νεολαία που όχι μόνο που γνωρίζει τα παραδοσιακά τραγούδια, αλλά ξέρει και να τα χορεύει» καταλήγει ο καλλιτέχνης, που είναι βασικό στέλεχος της Ενωσης Ποντίων Περιστερίου και από τους ιδρυτές της Ενωσης Ποντιακής Νεολαίας Αττικής.

Δείτε τον παρακάτω στους Ολυμπιακους αγώνες του 2004 στην Αθήνα:
 http://www.pontos-news.gr/permalink/10395.html

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Παράδοση: τροφός του μέλλοντος. Μέρος Β'. Δημήτρης Νατσιός



Παράδοση: τροφός του μέλλοντος. Μέρος Β'

Δημήτρης Νατσιός  Δάσκαλος Κιλκίς

«Ήμασταν 400-500 χρόνια σκλάβοι, κάτω από την πιο φρικτή και βάρβαρη δουλεία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Και όμως «ιδού ζώμεν» Αλλά πώς; Στα μέσα του 17ου αι. ένας Γάλλος Ιησουίτης ονόματι Ρισάρντ, περιηγείται την σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιστρέφοντος στη χώρα του έγραψε ένα βιβλίο. Αποσπώ μια εντύπωσή του.
«Πολλές φορές απορώ πως κατόρθωσε να επιβιώση η χριστιανική πίστη στην Τουρκία και πώς υπάρχουν στην Ελλάδα 1.200.000 Ορθόδοξοι. Και να σκεφτή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία... Και όμως οι Έλληνες είναι ευτυχισμένοι που παραμένουν Χριστιανοί. Νομίζω πως αυτό οφείλεται στην λατρεία που τρέφουν στην Παναγία... Σε όλα τα σπίτια βλέπεις εικόνες της Παναγίας.
Είναι ο φρουρός ή καλύτερα η νοικοκυρά του σπιτιού. Σ’ αυτήν την εικόνα στρέφουν το βλέμμα, όταν τους συμβή κάτι κακό, ικετεύοντάς την βοήθειά της. Σ’ αυτήν απευθύνονται για να ευχαριστήσουν τον Θεό, αν με τη δική της μεσολάβηση έλθη κάτι καλό στο σπιτικό τους...
Ο ίδιος διαπίστωσα με πόση φυσικότητα, με πόση ευγλωττία και συγκίνηση μιλούν στις οικογενειακές τους κουβέντες γι’ αυτή τη βασίλισσα των Ουρανών». Θαύμα της Θεομάνας μας ήταν η σωτηρία του Γένους. Ταις πρεσβείας της Θεοτόκου Σώτερ σώσον ημάς, έψαλλαν οι ηρωικοί ραγιάδες. Μόνο αυτό το ρουσφέτι μας επιτρέπεται.
Η εκκλησία μας, ο Κυρηναίος του Γένους, στάθηκε ελληνοσώτειρα στα χρόνια της σκλαβιάς. «...Σωστά τόπανε, πως σε πολλές κρίσιμες ώρες το ράσο στάθηκε η εθνική σημαία της Ελλάδας στα χρόνια της σκλαβιάς. Αν υπάρχουμε σήμερα σαν ελληνική φυλή, είναι γιατί κρατηθήκαμε από το άμφιο της θρησκείας μας όλα αυτά τα χρόνια» διαλαλεί ο λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης. Και στα σπίτια των Ρωμηών έστεκαν ολόρθες οι μάνες.
Απ’ όλα τα λαλούμενα / κάλλιο λαλεί η καμπάνα / κι από όλα τα μυρωδικά / κάλλιο μυρίζει η μάνα» λέει ο λαός μας. Σήμερα στα βιβλία γλώσσας του Δημοτικού – τα περιοδικά ποικίλης ύλης, όπως απροκάλυπτα τα ονομάζω – ζητούν από τα παιδιά να γράψουν, να βρουν ένα νανούρισμα για... χταπόδια. Λέει ένας πατήρ της Εκκλησίας μας "έκαστος ερμηνεύει τα πράγματα κατά το ίδιον νόσημα". Η παράδοσή μας δεν περιέχει τέτοιες εξοργιστικές ανοησίες. Μεταφέρω ένα ωραίο νανούρισμα από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
«Κάμε, Χριστέ και Παναγιά / και θρέψε το παιδί μου / να μεγαλώση να θραφή / καλό παιδί να γίνη. / Τύχη χρυσή ας του δίνεται / και φώτιση μεγάλη / να μάθη γράμματα πολλά /και φρόνιμο να γίνη / γιά να κερδίζη χρήματα / παντού καλά να κάμνη / ένα και είκοσι σχολειά / μ’ αληθινούς δασκάλους / να μάθουν γράμματα οι φτωχοί / ανθρώποι να γενούνε / να μάθουν πως ορφανέψαμε / από τους άρχοντάς μας / να μάθουν πως ξεχάσαμεν του γένους μας τα φρένα / πώς ο καθείς μας χρεωστεί / βοήθειαν να δίνη / εις τα σχολειά στις εκκλησιές / και τα ορφανεμένα».

Στο σπίτι έπαιρναν τα παιδιά αγωγή αγιότητας. Είναι ευαγγελική επιταγή: «Άγιοι γίγνεσθε» λέει ο Κύριος. Και μετά πηγαίνανε στα «Κρυφά Σχολειά», «όπου μέσα τους χιονισμένο, βρεγμένο συνάζονταν όλο το Έθνος. Και το κιτρινισμένο ράσο του παπαδάσκαλου, μύριζε σμύρνα από κείνη που οι μάγοι οδοιπορούντες επήγαν και φιλέψανε τον Ιησού», γράφει όμορφα ο Νικ. Βρεττάκος.
Κι αν πάμε σε εκείνη την έσχατη γωνιά της Ρωμηοσύνης, την Κύπρο, θα βρούμε γύρω στα 1600 τον Νεόφυτο Ροδινό να γράφει λόγια σπουδαία και επίκαιρα: «Δύο πράγματα από όλα περισσότερον μου φαίνεται και είναι ο άνθρωπος χρεώστης εις την ζωήν του, να αγαπά, να τιμά και να διαφενδεύει• ήγουν την πίστιν του και την πατρίδα του.
Την πίστιν του, διότι διά μέσου αυτής της πίστεως όπου κρατεί εβγαίνοντας από τούτην την ζωήν, ελπίζει να έχει ανταμοιβήν και πλερωμήν, καθότι έζησεν εις εκείνην. Την πατρίδα χρεωστεί κάθε εις να την αγαπά και να την τιμά και να πολεμά διά εκείνην, διότι εβγάζοντας την παλαιάν παραγγελίαν όπου νουθετά και λέγει μάχου υπέρ πατρίδος, πολέμα διά την πατρίδα σου, είναι ακόμη και ηθικός μάλιστα φυσικός νόμος, κάθε ένας να αντιστέκεται και να υπερμαχεί της πατρίδος του, καν τε καλή και ονομαστή είναι, καν τε αχαμνή (= αδύνατη) και εις τους πολλούς αγνώριστη».
Η πατρίδα μας σήμερα είναι «αχαμνή και αγνώριστη», αλλά την αγαπάμε, ας φτώχυνε, δεν φτύνουμε τη μάνα μας όταν είναι αναγκεμένη. «Φίλει την πατρίδα καν άδικος ή», έλεγε ο Πλάτων. Και ο πατριδοφύλακας στρατηγός Μακρυγιάννης, που έγραφε με το σπαθί του και όχι με το κοντύλι, μας κανοναρχεί όλους εμάς που λιποψυχήσαμε γιατί έπεσε το κατά κεφαλήν εισόδημα: «Όταν μου πειράζουν την πατρίδα μου και θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα ‘νεργήσω κι ό,τι θέλουν ας μου κάμουν».
Και μια και είμαστε στο ’21, την "αγιασμένη Επανάσταση" που έλεγε ο Κόντογλου, θα αναφερθώ και σ’ άλλο ένα λιοντάρι, στον θρυλικό «Γέρο του Μοριά», τον Θοδωρή Κολοκοτρώνη. Το 1838, μετά από πρόσκληση του Δασκάλου του Γένους, Γ. Γεννάδιου, ανεβαίνει στην Πνύκα και μιλά στους νέους των Αθηνών, στους νέους της Ελλάδας και τότε και τώρα. Ας ακούσουμε τον γερο-καπετάνιο. Αφού προτάσσει την μεγάλη αλήθεια που δεν μπορούν να χωνέψουν οι τωρινοί εκκλησιομάχοι «πρέπει να φυλάξετε την πίστι σας, και να την στερεώνετε, διότι, όταν επιάσαμε τ’ άρματα, είπαμε πρώτα, υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος», λέει:
«Παιδιά μου, να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και εις τα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τας σπουδάς σας και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους, ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι.
Να σκλαβωθήτε εις τα γράμματά σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και, κατά την παροιμία, μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε. Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνη σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κυττάζη το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας». Η μόνη σκλαβιά που μας αξίζει είναι στα γράμματα. Αλλά στα «γράμματα» που διαβάζουν οι αγράμματοι κι αγιάζουνε», στα γράμματα των Τριών Ιεραρχών, των αγίων, των ηρώων.
Ο αγράμματος, αλλά βαθιά μορφωμένος Κολοκοτρώνης, με τα τελευταία του λόγια επαναλαμβάνει έναν από τους γοναίγους της ανθρωπότης, τον Θουκυδίδη. Γράφει στο Β’, 60. «Καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ’ εαυτόν, διαφθειρομένης της πατρίδος, ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται κακοτυχών δε, εν ευτυχούση, πολλώ μάλλον διασώζεται». Μεταφράζει ο Ελ. Βενιζέλος. «Διότι ο άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τα ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφεί, χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ πιθανόν ότι θα σωθεί, εάν κακοτυχεί μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχεί». Μεγάλα λόγια.
Το «εμείς μας σώζει», το «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» της αρχιερατικής προσευχής. Έλεγε χαριτωμένα ο άγιος Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης. «Κλείνουμε λάθος την αντωνυμία. Λέμε εγώ, εσύ αυτός. Να λέμε αυτός, εσύ, εγώ». Ξέρετε πότε να λέμε εγώ, λέει ένας άλλος γέροντας, «όταν εξομολογούμαστε την αμαρτία, «εγώ φταίω», και όταν ομολογούμε Χριστό, την πίστι μας. "Χριστιανός ειμί" έλεγαν οι μάρτυρες. Και πίστη είναι λέει ένας άλλος ποιητής, που ύμνησε τον Ποιητή των όλων, ο Γεώργιος Δροσίνης «Πίστη είναι όταν / όσο αλόγιστο και πλάνο / ο νους κι αν το ξέρη. / Ήλιο προσμένει τα μεσάνυχτα / κι αστροφεγγιά το μεσημέρι».
Ναι, να ομολογούμε την αμώμητο πίστη μας. Σήμερα η πατρίδα, η Εκκλησία δεν θέλει δεινούς συζητητές, αλλά ατρόμητος ομολογητές. Να ομολογούμε την πίστη μας, να ομολογούμε την φιλοπατρία μας. Ήταν νέο παιδί, 18 χρονών δροσιά ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, προτείνουν οι Άγγλοι στη μάνα του να προδώσει να τον πείσει. Απαντά η αγέρωχη Ρωμηά. «Εγώ δεν εγέννησα παιδίν να το λαλούν προδότην.
Χαλάλι της πατρίδας μου το γαίμαν του παιδιού μου». Έτσι έγινε, πήρε, ο αντρειωμένος Ευαγόρας, την ανηφοριά, τα σκαλοπάτια, που παν στην λευτεριά. Σήμερα που φτώχυνε η πατρίδα μας, που παρέπεσε η μάνα μας, θέλει να την σηκώσουμε στα χέρια. Δεν ηττηθήκαμε. «Ημείς νικώμεν, νικώντων των άλλων», λέει ο άγιος Ν. Καβάσιλας. Μας ποδοπατούν οι Φράγκοι ηγεμόνες μας λοιδορούν, μας πομπεύουν.
Τα ίδια έλεγαν και για εκείνα τα λιοντάρια, με τα λερά ρούχα και τα σκελετωμένα κορμιά, του Εικοσιένα. Και τους απαντούσε ο γερο-Μακρυγιάννης "...του κάκου κοπιάζετε. Αν δεν υπάρχει σ' εσάς αρετή, υπάρχει η δικαιοσύνη του μεγάλου Θεού, του αληθινού βασιλέα. Ότι εκείνου η δικαιοσύνη μας έσωσε και θέλει μας σώσει• κι όλοι οι τίμιοι Έλληνες δεν θέλει κανένας ούτε να σας ακούσει ούτε να σας ιδεί, ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας".

Όταν εγίναμε κράτος, όταν η οικονομία του Θεού το επέτρεψε – η οικονομία των σημερινών χαλασσοχώρηδων πάει να ακυρώσει το ’21 – οι πατέρες μας αποφάνθηκαν, στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας «Κάλλιον να μην υπάρχει Έλλην εις τον κόσμον, παρά να ατιμάζει το κατ’ εικόνα Θεού και ομοίωσιν». Το πρόβλημα μας είναι αποκλειστικά πνευματικό.
Δηλαδή πρόβλημα που έχει να κάνει με τη στάση απέναντι στο Θεό και κατά συνέπεια τους ανθρώπους και τα πράγματα. Δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να μιλώ για ελευθερία, πατρίδα, πολιτισμό, αν δεν ξεκαθαρίσω επιτέλους ως ληστής που υφίσταται τις συνέπειες της βιοτής του, τί θα πω στον Εσταυρωμένο Κύριο, που εκουσίως μαρτυρεί δίπλα μου: Θα πω «μνησθητί μου, Κύριε» ή «εαυτόν ου δύναται σώζειν». Με το «μνήσθητι» υπάρχω και σώζομαι με την διαβολή, ατιμάζω το κατ’ εικόνα.
Ας μην ακούμε τον μάταιο αυτό κόσμο. Ο κόσμος σήμερα πλανάται. Ένας από τους τελευταίους Γεροντάδες του Γένους, ο μακαριστός Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός έλεγε ότι άκουσε μία μάνα να λέει στην κόρη της: «Άκουσε, κόρη μου, εγώ σαν μεγαλύτερη θα πεθάνω, και οι μέρες που έρχονται είναι πολύ δύσκολες. Μπορεί να έρθει μία περίοδος όπως τότε στους Εβραίους της Π.Δ. και να χαθούν οι γραφές και τα Ευαγγέλια.
Όπως και ήρθε αυτή η περίοδος επί Ιωσίου του ευσεβούς Βασιλέως. Αν λοιπόν έλθει μια περίοδος τέτοια, της λέει, και δεις ότι δεν υπάρχει το Ευαγγέλιο και έτσι δεν θα ξέρετε τι να κάνετε, τότε να κοιτάς τι κάνει ο κόσμος κι εσύ να κάνεις το αντίθετο. Και αυτό θα είναι το Ευαγγέλιο».Με άλλα λόγια αυτό είναι η Επανάσταση… 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_7454.html

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Παράδοση: τροφός του μέλλοντος. Μέρος Α΄. Δημήτρης Νατσιός

Παράδοση: τροφός του μέλλοντος 
Μέρος Α΄

Δημήτρης Νατσιός. Δάσκαλος Κιλκίς


Eν αρχή παραπομπή σ’ έναν μύθο του Αισώπου, ας έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν ότι «μύθος εστί λόγος ψευδής εικονίζων την αλήθειαν», ο μύθος εξεικονίζει, υποδηλώνει μια αληθινή κατάσταση.
Πρώτα το αρχαίο κείμενο, για να απολαύσουμε την αειφεγγή προγονική γλώσσα και κατόπιν η νεοελληνική απόδοση:
«Όνος άλας γέμων ποταμόν διέβαινεν. Ολισθήσας δε ως κατέπεσεν εις το ύδωρ, εκτακέντος του αλός, κουφότερος εξανέστη. Ησθείς δε επί τούτω, επειδή ύστερον σπόγγους εμπεφορτισμένος, κατά τινά ποταμόν εγένετο, ωήθη ότι, εάν πάλιν πέση, ελαφρότερος διεγερθήσεται. Και δη εκών ωλίσθησε. Συνέβη δε αυτόν των σπόγγων ανασπασάντων το ύδωρ, μη δυνάμενον εξανίστασθαι, εν τούτω αποπνιγήναι».
Δηλαδή: «Ένας γάιδαρος φορτωμένος αλάτι περνούσε ένα ποτάμι, αλλά γλίστρησε κι έπεσε στο νερό. Επειδή έλιωσε το αλάτι σηκώθηκε ελαφρότερος. Χάρηκε μ’ αυτό κι έτσι μια άλλη φορά που περνούσε φορτωμένος σφουγγάρια ένα ποτάμι, σκέφτηκε ότι, αν πέσει πάλι, θα σηκωθεί ελαφρότερος. Πράγματι γλίστρησε σκόπιμα. Τότε όμως τα σφουγγάρια ρούφηξαν το νερό, βάρυναν και ο γάιδαρος πνίγηκε».
Το πάθημα του γαιδάρου, το πάθαμε κι εμείς ως λαός και δεν εννοώ ότι έχουμε κάποια σχέση με το άκακο ζώο. Αν και ο Γ.Σουρής, ποιητής κλαυσιγελώτων, όπως τους ονόμαζαν οι αρχαίοι λέει για τους πολιτικούς: "Ω Ελλάς ηρώων χώρα/τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα".
Κουβαλούσαμε, λοιπόν, ως λαός στους ώμους μας αλάτι. Το αλάτι ήταν και είναι πολύτιμο. Ο Όμηρος το αποκαλεί «θείον» και χαρακτηρίζει βάρβαρους τους λαούς που δεν το χρησιμοποιούν. «Ουδέ θ’ άλασσι μεμιγμένον είδαν έδουσι». (Όδ. Λ, 123) «και ούτε καν αλατισμένο φαγητό τρώνε». «Υμείς εστέ το άλας της γης», εσείς είστε το αλάτι της γης, λέει ο Κύριος στους μαθητές του, όλων των αιώνων. Το αλάτι, παλιότερα, το χρησιμοποιούσαν όπως σήμερα το ψυγείο. Μες στο αλάτι η τροφή δεν σαπίζει.
Έτσι είναι και η πίστη του Χριστού, συντηρεί τον κόσμο, τον σώζει και νοστιμίζει την ζωή, της δίνει νόημα. Αλάτι είναι η παράδοσή μας. Τι είναι παράδοση; Σύμφωνα με την ετυμολογία της, παράδοση δεν είναι ό,τι παραλαμβάνει κανείς (αλλιώς θα λεγόταν παραλαβή) αλλά ό,τι θα παραδώσει. (Από το ρήμα παραδίδωμι).
Παράδοση είναι η ζωντανή φωνή των κεκοιμημένων. Δεν είναι στροφή προς το παρελθόν, αλλά τροφή για το μέλλον. "Ελλάδα είσαι γεννημένη από τους πεθαμένους" λέει ο ποιητής Τ. Λειβαδίτης, Ποτάμι είναι οι σειρήνες της καλοπέρασης, της υλοφροσύνης, του εύκολου και άκοπου πλουτισμού, αυτό που λέμε Νέα Εποχή, που θέλει τη ζωή μας να μοιράζεται μεταξύ δύο συσκευών: της τηλεόρασης και του ψυγείου. Να βλέπουμε τι θα φάμε και να τρώμε βλέποντας. Γι’ αυτό και μας ονομάζουν καταναλωτές και όχι πολίτες. Καταναλωτές είναι τα ζώα. Λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «Άνθρωπος γάρ εστίν ουκ όστις χείρας και πόδας έχει ανθρώπου, ούδ’ όστις εστί λογικός μόνον, άλλ’ όστις ευσέβειαν και αρετήν μετά παρρησίας ασκεί». (Ε.π. 49, 423).

Βουλιάξαμε σ’ αυτό το ύπουλο ποτάμι, έλιωσε το άλας, χάσαμε και ξεχάσαμε την παράδοσή μας και νιώσαμε ελεύθεροι. Με γλώσσα ανάπηρη - έλεγε σοφός Ρώσος γλωσσολόγος, "όταν οι εχθροί σου θα έχουν ξεμάθει την ορθογραφία τους, να ξέρεις ότι η νίκη πλησιάζει"- αφιλόπατροι και, κυρίως, χωρίς την αμώμητο πίστη μας, χωρίς Χριστό και «χωρίς Χριστό, όλα επιτρέπονται», κατά την αειθαλή ρήση του Ντοστογιέφσκι.
Φορτωθήκαμε σφουγγάρια, είχαμε τζιβαϊρικόν πολυτίμητο και πήραμε ασκιά γιομάτ’ αγέρα και κούφια καρύδια, όπως θα έλεγε ο Μακρυγιάννης.
Όμως, ας μην απελπιζόμαστε. Ένας σύγχρονος γέροντας, ο πατήρ Ανανίας Κουστένης, λέει: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει. Τώρα είμαστε στο ξαπόσταμα». Ποιά είναι η λύση. Να γυρίσουμε πίσω: «Όλα τα έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να βαδίσουν εμπρός, πλην του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω», έλεγε ο σοφός αθηναιογράφος, Δημήτρης Καμπούρογλου. Σ’ αυτό το διαμαντένιο πέλαγος, την παράδοσή μας θα βουτήξω και θα ανασύρω λίγα τιμαλφή και πολύτιμα για να δούμε τι μας πρέπει. Τώρα είμαστε σαν τον άρρωστο, όμως δεν είμαστε μόνοι μας. «Ιδού, ο Χριστός που γέρνοντας/ στου πόνου το κρεββάτι / σου σιάζει το προσκέφαλο / και σε παρηγορά», γράφει ο Σολωμός σ’ ένα εξαιρετικό του ποίημα.

Κατά εποχές κάποιες λέξεις, καταλαμβάνουν πρωτεύουσα θέση στο λεξιλόγιό μας. Τώρα η επίζηλη λέξη είναι η κρίση. Κατ’ εμέ η κρίση, για μας τους Ρωμηούς τουλάχιστον, είναι ένα προσωπείο πίσω από το οποίο βρίσκεται ένα πρόσωπο, ο τωρινός Έλληνας, η σημερινή Ελληνίδα, που νοσταλγούν. Η κρίση για μας είναι μια πολύ οδυνηρή νοσταλγία. Η λέξη νοσταλγία, δεν είναι λέξη ελληνική, το σωστότερο είναι να πούμε ότι μιλάει ελληνικά.
Όπως, έλεγε ο μεγάλο Ευρωπαίος φιλόσοφος, Χάιντεγγερ, «αυτό που χωρίζει την ελληνική γλώσσα από κάθε άλλη ανθρώπινη γλώσσα, είναι ότι οι λέξεις δεν παραπέμπουν στα πράγματα, αλλά εικονίζουν τα πράγματα. Απαντά η κάθε λέξη στο ερώτημα «τι εστίν». Νόστος είναι η επάνοδος, η επιστροφή στην πατρίδα, η παλιννόστηση. Άλγος είναι ο πόνος. Τις «παντρεύει» ωραιότατα αυτές τις δύο λέξεις η γλώσσα μας, και... τι τίκτεται; Η νοσταλγία, ο πόνος, ο πόθος της επιστροφής στην πατρίδα.

Παραπέμπω σ’ ένα έξοχο κείμενο του τροπαιούχου νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη. «Όσο προχωρεί ο καιρός», έλεγε το 1936, «και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα• πώς αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά, δεν είναι ο τόπος μας, αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα με μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό...».
Εμείς οι Έλληνες, οι Ρωμηοί, οι Γραικοί, και τα τρία δικά μας είναι-ένα μοιρολόι της Άλωσης της Πόλης, του Ματθαίου, Μυρέων, έγραφε: «Αλλοίμονον, αλλοίμονον στο γένος των Ρωμαίων / Ω! Πώς εκαταστάθηκε το γένος των Ελλήνων / Σ’ εμάς εις όλους τους Γραικούς / να έλθη τούτ’ η ώρα» - την πίκρα, την οδύνη αυτή, την καταργούμε με δύο δυνάμεις: την πίστη και την μνήμη.
Το αγιασμένο πετραχήλι του Πατροκοσμά δίδασκε ψυχή και Χριστό. Το ίδιο πράγμα είναι. Πρέπει να βρούμε την ψυχή μας – αν και δεν μου αρέσουν τα «πρέπει», «να γδάρω το πρέπει από το γιώτα και να το φτάσω μέχρι το πι» έλεγε ο Ελύτης – έχουμε χρέος να ανακαλύψουμε πάλι το χρυσοφόρο κοίτασμα της Παράδοσής μας. Κυρίως οι νέοι.

«Να μην βαριέστε το ψάξιμο / και να μην κουράζεστε στο σκάψιμο». Έτσι αποκρίθηκε ο Παλαμάς σε φοιτητική συντροφιά που τον επισκέφτηκε την μεγάλη ημέρα της 28ης Οκτωβρίου του 1940. Και μέθυσαν εκείνα τα παιδιά με το «αθάνατο κρασί του ‘21».

Και από αυτό το διαμαντοφόρητο πέλαγος της παράδοσής μας, που φιλοξενεί τα προσανάμματα που εφώτισαν όλη την Οικουμένη θα βγάλω λίγα κοσμήματα από μια περίοδο της ιστορίας μας, που δεν την πολυτιμούμε. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, τότε που έλαμπε το μυστήριον της ευσεβείας, η Πονεμένη Ρωμηοσύνη. Σήμερα δεν ζούμε μια νέα Τουρκοκρατία, ύπουλη και δολερή, όπως έλεγε ο Μάνος Χατζηδάκις; Όπως και τότε έτσι και τώρα οι φίλοι μας οι Ευρωπαίοι μας μέμφονται ότι δεν είμαστε απόγονοι Ελλήνων.
Όταν κάποτε ένας Φράγκος ρώτησε τον Σεφέρη «μα πιστεύετε σοβαρά ότι είστε πραγματικά απόγονοι του Λεωνίδα και του Θεμιστοκλή» απάντησε:
- «Όχι, είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας, που μας μίλησε ελληνικά, που προσευχήθηκε ελληνικά, που μας νανούρισέ με παραμύθια για τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον μαρμαρωμένο βασιλιά και τον Παπαφλέσσα και ένιωθε την ψυχή της να βουρκώνει την Μεγάλη Παρασκευή, μπροστά στο ξόδι του Θεανθρώπου».

Και να ‘ταν μονάχα οι ξένοι; Έχουμε και τους δικούς μας Γραικύλους της σήμερον, όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης. Ένας παλιός θυμόσοφος επίσκοπος έλεγε για κάποιους μεταμοντέρνους εκκλησιομάχους «αν δώσεις μια οδοντογλυφίδα σε έναν Νεοέλληνα, ιδίως απ’ αυτούς που ξεκινά το επίθετό του με το "παπά", τότε στα δόντια του θα ανακαλύψεις ψίχουλα από τα πρόσφορα, που έφαγε και μεγάλωσε η οικογένειά του»…
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_9555.html
 

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Συντήρηση και παράδοση. Γιώργου Παπαθανασόπουλου

Συντήρηση και παράδοση

Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου 

 Στην, με την ευκαιρία της εορτής του Μεγάλου Φωτίου,  συνάντηση εκπροσώπων της ποιμαινούσης Εκκλησίας και των Θεολογικών Σχολών των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης το ενδιαφέρον περιορίστηκε στη συζήτηση που ακολούθησε την ομιλία της καθηγήτριας του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ, κυρίας Δέσπως Λιάλιου, αντιπρυτάνεως του ιδίου Πανεπιστημίου. Μετά από κάποιες ερωτήσεις και απόψεις που διατυπώθηκαν ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος έθεσε στην ομιλήτρια το ερώτημα:
-    Κυρία Λιάλιου, επειδή είμαι περισσότερο φιλόλογος και λιγότερο θεολόγος θα μπορούσατε να μας πείτε τι σημαίνουν για εσάς οι όροι συντήρηση και παράδοση, που στις ημέρες μας συζητούνται πολύ;
Η καθηγήτρια δεν απάντησε επί της ουσίας του ερωτήματος. Εκείνο που της ήρθε στο μυαλό να πει ήταν ότι οι συντηρητικοί στην Εκκλησία είναι αιρετικοί! Και δικαιολογώντας την άποψή της υποστήριξε ότι αυτοί μένουν στο γράμμα των Ιερών Κανόνων…Κάποια στιγμή αντελήφθη ότι εκινείτο στο κενό και πως μιλούσε πρόχειρα και περίπου μονολόγησε ότι το ζήτημα δεν είναι σχετικό με την Εκκλησία.

Να σημειωθεί πως νωρίτερα η ίδια καθηγήτρια είχε τονίσει ότι σήμερα περισσότερο από τα θεολογικά ζητήματα την ενδιαφέρουν τι προσφέρει η Εκκλησία στα συσσίτια….
Ο κοσμήτορας της Θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών κ. Μάριος Μπέγζος αισθάνθηκε την ανάγκη να επανακάμψει και να δικαιολογήσει κάπως την κατάσταση, όχι απαντώντας στον Αρχιεπίσκοπο, αλλά θέτοντας του εκείνος άλλο ερώτημα! Το θέατρο του παραλόγου δηλαδή. Συγκεκριμένα τον ερώτησε:

- Μακαριώτατε, εύκολα μιλάμε για ανανέωση και για το ότι η Εκκλησία δεν βοηθιέται από τις Θεολογικές Σχολές. Και σας ερωτώ: Στα προβλήματα που έχετε με την ενδυμασία των κληρικών, με τον γάμο των χήρων κληρικών, και με την εισαγωγή της νεοελληνικής στη λειτουργική γλώσσα της Εκκλησίας, ως θεολόγοι σας εμποδίζουμε ή σας βοηθάμε να προχωρήσετε στην ανανέωση;
  Ο Αρχιεπίσκοπος έδωσε σωστές απαντήσεις, αφού δικαιολόγησε τις παλαιότερες απόψεις του, όταν ήταν Μητροπολίτης Θηβών και έκανε  σκληρότατη κριτική στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, ότι όσα έλεγε τότε τα έλεγε γιατί "ήταν έξω από τον χορό"…

Συγκεκριμένα σημείωσε ότι είναι κατά της κατάργησης του ράσου και ότι δεν μπορεί μεμονωμένα ένας κληρικός (Μητροπολίτης ή ιερέας) να παίρνει πρωτοβουλία και να προχωρεί μόνος του και χωρίς συζήτηση και γενικότερο προβληματισμό στην εισαγωγή της νεοελληνικής στην λειτουργική γλώσσα της Εκκλησίας.
Επίσης τόνισε ότι δεν μπορεί κάποιος μεμονωμένα να αλλάζει τον τρόπο της αγιογράφησης των ναών. Ακόμη υπογράμμισε ότι οι Θεολογικές Σχολές δεν εμπνέουν στους φοιτητές και τις φοιτήτριες τους τον σεβασμό προς την Εκκλησία και την επικοινωνία με τους κατά τόπους Επισκόπους και διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να διδάσκουν οι θεολόγοι στα σχολεία αυτονομημένοι και μην έχοντες οποιαδήποτε σχέση με τον οικείο Μητροπολίτη.
Με την ευκαιρία απάντησε και στο ζήτημα της αλλαγής του συστήματος εκλογής των Μητροπολιτών και σημείωσε πως και ο ίδιος, ως Μητροπολίτης Θηβών,  το είχε ζητήσει, όμως τώρα, ως Αρχιεπίσκοπος, διαπιστώνει ότι δεν είναι εύκολο, γιατί χρειάζεται αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη και αν ζητηθεί από την Πολιτεία να αλλάξει το συγκεκριμένο άρθρο, τότε αυτό μπορεί να γίνει αφορμή και άλλων αλλαγών, που θα είναι προς ζημία της Εκκλησίας.
Ο Αρχιεπίσκοπος έθεσε ένα ερώτημα για το τι είναι συντήρηση και τι παράδοση, και δεν πήρε απάντηση. Αυτό το ερώτημα το έθεσε λόγω και της άποψης που διατυπώθηκε, ότι ο Μέγας Φώτιος εισήγαγε πολλές καινοτομίες στην εκκλησιαστική ζωή, και ότι από τότε αυτές έχουν παγιωθεί και δεν εξελίσσονται.
    Η συντήρηση είναι μια κοσμική έννοια, που κακώς έχει εισαχθεί στην Εκκλησία. Το Λεξικό του Πάπυρου αναφέρει ότι συντηρητικός είναι " ο οπαδός της συντήρησης των παραδεδομένων κοινωνικώς και πολιτικώς αξιών ". Επίσης "συντηρητικά" είναι κατά τη Νομική Επιστήμη " τα μέτρα που λαμβάνονται προς διασφάλιση ή συντήρηση εννόμων δικαιωμάτων". Το ίδιο Λεξικό αναφέρει ότι "συντηρητισμός" είναι " η από συστήματος εμμονή εις τα παραδεδομένα".
Αυτά στον κόσμο είναι φυσιολογικά, επειδή αυτός βρίσκεται σε μια συνεχή κίνηση, αλλά κάθε αναλαμβανόμενη κοινωνική, οικονομική ή πολιτική πρωτοβουλία, έννομη ή πραξικοπηματική, δεν σημαίνει ότι είναι και θετική για την κοινωνία και επί του πεδίου αυτού διακρίνονται οι "συντηρητικοί" από τους "προοδευτικούς". Σημειώνεται πως και αυτές οι έννοιες είναι σχετικές και στην εξέλιξη του χρόνου μπορεί οι συντηρητικοί να αποδειχθούν προοδευτικοί και το αντίστροφο.
Ο 20ός αιώνας είναι γεμάτος από "προοδευτικά ιδεολογικά ρεύματα" ( κομμουνισμός, ναζισμός, φασισμός, υπερρεαλισμός, μηδενισμός) που οδήγησαν σε εκατομμύρια θυμάτων και σε παρακμή του πολιτισμού της Δύσης.

    Η Εκκλησία έχει μόνο την Ιερά Παράδοση και κινείται με σωφροσύνη και με περίσκεψη, για να διατηρήσει την ενότητα Της και όχι στους ιλιγγιώδεις ρυθμούς των κοσμικών. Έχει ως σύνθημα Της το του Αποστόλου Παύλου προς τον μαθητή Του Τιμόθεο: " Συ δε μένε εν οις έμαθες και επιστώθης". Αλλά και ο Μέγας Φώτιος στην επιστολή του προς τον Βούλγαρο ηγεμόνα του γράφει έτσι, που δείχνει πως μπορεί να προχώρησε σε ορισμένες πρωτοβουλίες, που ήσαν όμως μέσα στο πλαίσιο των όσων είχε παραλάβει.
Αφού του συνιστά να βάλει πάνω στην ορθή του πίστη αγαθές πράξεις και σεμνότητα βίου του σημειώνει: " Έτσι παραγγέλλει ο Χριστός, ο κοινός δεσπότης …έτσι συμβουλεύει ο Παύλος, ο μέγας διδάσκαλος της Εκκλησίας, έτσι ο Πέτρος ο κορυφαίος των Αποστόλων,…έτσι ο θείος χορός των λοιπών Αποστόλων έδωσε μαθήματα στην οικουμένη, έτσι παρέλαβαν οι πατέρες μας, έτσι παρέδωσαν σε εμάς τους διαδόχους τους…".
Η Εκκλησία έχει την Παράδοση της, σ' αυτήν πρέπει να στηρίζεται και με αυτή να προχωρεί  και δεν πρέπει να έχει "προοδευτικούς", συντηρητικούς", "νεωτερικούς", "μετανεωτερικούς", "οικουμενιστές" ή οποιοδήποτε άλλο επιθετικό χαρακτηριστικό. Η Παράδοση είναι βάση και εμπειρία 2000 ετών, που όποιος την αγνοεί προτεσταντίζει.
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_1286.html

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Γούμενε, τυρί, Κολοκοτρώνης. Δημήτρης Νατσιός

Γούμενε, τυρί, Κολοκοτρώνης

Δημήτρης Νατσιός  Δάσκαλος Κιλκίς

Το γράφω και το ξαναγράφω εν είδει λυγμού πλέον: «Όλα τα έθνη για να προοδεύσουν πρέπει να βαδίσουν εμπρός, πλην του ελληνικού που πρέπει να στραφεί πίσω», κατά το αειθαλή λόγο του αθηναιογράφου Δημήτρη Καμπούρογλου.
Πίσω, όχι ως στείρα προγονολατρία και μίζερη καημενολογία για περασμένα μεγαλεία, αλλά  για να αναπνεύσουμε λίγο, να στυλωθούμε και πάλι στα πόδια μας, να αποτινάξουμε τα σάβανα της ντροπής και της ενοχής που μας φόρτωσαν οι ανθρωποκάμπιες που «ορίζουν» τις τύχες του τόπου και του κόσμου.

«Είμαστε λαός με παλικαρίσια ψυχή» μας κανοναρχούσε ο Σεφέρης, δεν πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Και την ψυχή μας, την ακατάλυτη, την ρωμαίικη, δεν θα την «ματαβρούμε», όταν θα έλθει η «ανάπτυξη» και οι ελεημοσύνες από  την Ευρωπαϊκή Έ-κκε-νωση, αλλά όταν «αγροικήσει», «τι έχασε, τι είχε, τι της πρέπει», η ψυχή μας, η γεμάτη μπάζα και σκύβαλα.
Όχι ότι το παρελθόν ήταν παραδείσια ζωή. Δεν το εξωραϊζουμε. Και οι παλιοί, «οι αρχαίοι άνθρωποι» του Κόντογλου, είχαν τα πάθια και τους καημούς τους και επλεόναζεν η αμαρτία, αλλά υπήρχε μια αρχοντιά, μια πνευματικότητα γνήσια και ακίβδηλη, πίστη και μετάνοια δεν τους έλειπαν. Με αυτές γαλήνευε η ψυχή τους. Μ’ αυτούς τους δικούς μας ανθρώπους πρέπει να ξαναμιλήσουμε.
Να ακούσουμε τις ορμήνειες τους, τις συμβουλές τους, να δούμε την ζωή τους, να γνωρίσουμε την Ελλάδα, την πραγματική, την αληθινή πατρίδα μας, αυτή που γέννησε Ομήρους, Χρυσοστόμους και Παλαιολόγους και Κανάρηδες, ανθρώπους που μοσκοβολάνε σαν το Τίμιο Ξύλο και όχι το τωρινό, μουχλιασμένο αποφόρι των Φράγκων και των ημέτερων μασκαράδων. «Από στεριά κι από θάλασσα βγαίνει φωνή και βόγγος: θέλουμε να ζήσουμε ελληνικά! Ελλάδα χωρίς ζωή ελληνική, είναι Ελλάδα πεθαμένη». Λόγια του Κόντογλου. (Όποιος διάβασε το «Ευλογημένο Καταφύγιο» θα καταλάβει το  γιατί οι συνεχείς παραπομπές στο μεγάλο Δάσκαλο του Γένους).

Συνηθίζω μες στην τάξη - φέτος διδάσκω Στ’ Δημοτικού- «να προβάλλω» στους μαθητές μου τους ήρωες του Εικοσιένα. Εξάλλου η ιστορία που διδασκόμαστε σ ’αυτήν την τάξη είναι η νεώτερη στην οποία κυριαρχεί η Ευλογημένη Επανάσταση. Ενθουσιάζονται τα παιδιά, όταν ακούνε λόγια και επεισόδια της ζωής των αγωνιστών, που διασώθηκαν στην τότε λαϊκή γλώσσα και όχι στις ψυχρές και άψυχες αρχαϊκούρες των γραμματιζούμενων.
Αλλά εδώ απαιτείται μια επεξηγηματική παρένθεση. Είναι γνωστό πως μετά την απελευθέρωση το έθνος έπρεπε να οργανωθεί κατά το πρότυπα της πεφωτισμένης Δύσης, ώστε να καταστεί «εφάμιλλον» αυτής. Ο στανικός αυτός εξευρωπαϊσμός περνούσε και μέσα από την γλώσσα.
Αντί να χρησιμοποιηθεί η λαϊκή γλώσσα, το φυσικό δοκιμασμένο όργανο επικοινωνίας στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων, επιστρατεύεται η απολιθωμένη λογία.
Οι καλαμαράδες, οι ψαλιδόκωλοι -οι περισσότεροι ήρθαν στην Ελλάδα μετά την ένοπλη εξέγερση -έχουν τυφλωθεί από την ιδέα του νεοκλασικισμού και υιοθετούν μια γλώσσα ακατανόητη από το σύνολο του αγράμματου τότε λαού. Επιπλέον οι αγωνιστές παραγκωνίζονται και περιφρονούνται, οι επίκαιρες κρατικές θέσεις καταλαμβάνονται από τους «σπουδαγμένους» και  γλωσσομαθείς.
Για την «προσφορά» τους γράφει ο Μακρυγιάννης: «Η αφεντιά σας, οι ξενοφερμένοι πατριώτες, είστε και οι πρώτοι πολιτικοί και οι δεύτεροι και οι τρίτοι και οι τέταρτοι και οι πέφτοι και οι έχτοι κι ακόμα εις όλα τα πράγματα της πατρίδας. Αν είχετε αρετή κι ομόνοια, γένονταν αυτά; Διατιμιόταν (=καταστρεφόταν) το δυστυχισμένο, το  αθώο έθνος; Μπαίναν όλοι οι μπερμπάντες παντού». (Απομνημονεύματα).
Η γεμάτη θυμοσοφία, επιγραμματικότητα και ζωντάνια γλώσσα του Μακρυγιάννη, η γλώσσα του λαού δεν ταίριαζε στους λογιότατους και σοφολογιότατους, τύπου Κοραή, της εποχής, οι οποίοι πασχίζουν να αναστήσουν την αρχαία ελληνική. Ο Μακρυγιάννης ευτυχώς έκατσε και έμαθε ολίγα κολυβογράμματα, για να μην τρέχει στους καφενέδες-όπως γράφει- και διέσωσε τον αριστουργηματικό λόγο των αγωνιστών.
Τα απομνημονεύματα όμως άλλων καπεταναίων είναι υπαγορευμένα στους γραμματικούς, οι οποίοι τα μετέφεραν στην λόγια γλώσσα. Το νεύρο, το πάθος, η μεγαλοσύνη των αγωνιστών μπροστά στον κίνδυνο, στη μάχη, στον θάνατο, γίνονται φιλολογία τυποποιημένη, μεγαλοστομία, φραστικός τραγέλαφος.
 Ο Τερτσέτης, ο οποίος δεν κατέγραψε τα «απομνημονεύματα» του Κολοκοτρώνη, στην γλώσσα του Γέρου, διασώζει το εξής χαρακτηριστικό επεισόδιο: Ο Κολοκοτρώνης είχε πολλές φορές αγανακτήσει από τα πομπώδη και φλύαρα κείμενα των γραμματικών του.
Κάποτε περνώντας με τ’ ασκέρι του νύχτα κοντά στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, πρόσταξε τον γραμματικό του να γράψει ένα μήνυμα προς τον ηγούμενο, για να του στείλει τυρί που χρειαζόταν το καταπονημένο στράτευμα. Ο λογιότατος γέμισε δύο-τρεις σελίδες κατεβατό. Με τα κομψά του γράμματα, τους κούφιους τίτλους και τις δασκαλικές περιττολογίες.
 -«Ακόμα μωρέ;» τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης, βλέποντας τον να ιδρώνει και να καθυστερεί. Παίρνει το χαρτί, βλέπει τα κατορθώματα του γραμματικού και φρίττει. Σκίζει ένα κομμάτι χαρτί και γράφει ο ίδιος το λακωνικό μήνυμα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, στο μοναστήρι: «Γούμενε, τυρί, Κολοκοτρώνης». Σε μία ώρα είχαν καταφθάσει οι τενεκέδες με το τυρί.
Νόστιμο και χαριτωμένο είναι και το παρακάτω επεισόδιο, πάλι από τον Κολοκοτρώνη. Τέτοια περιείχαν τα παλαιότερα βιβλία γλώσσας, αλλά το νεοταξικό κηφηναριό τα  εξοβέλισε από τα βιβλία για να «χωρέσουν» οι 35 συνταγές μαγειρικής που φιλοξενούν τα «περιοδικά ποικίλης ύλης», όπως απροκάλυπτα ονομάζω τα νυν γλωσσικά εγχειρίδια.
«Κατά την άφιξη του Όθωνα στην Τριπολιτισά έγινε δοξολογία πανηγυρική και ύστερα μίλησε ο λογιώτατος δάσκαλος Λουκάς στο λαό και στο στρατό που είχαν συγκεντρωθεί στην Πόρτα τ’ Αναπλιού. Αφού είπε πολλά και ακαταλαβίστικα ο λογιώτατος βάζει μία φωνή στο πλήθος των φουστανελάδων αγωνιστών:
-Πυρ κροτοβόλει!
Αλλά κανείς δεν καταλάβαινε. Το είπε μια, φώναξε δυο, οι Μωραϊτες κοιτούσαν ο ένας τον άλλο σαστισμένοι. Ώσπου ακούγεται από ένα χαγιάτι η βροντερή φωνή του Κολοκοτρώνη:
-Φωτιά ωρέ!
Και τότε άδειασαν εορταστικά στον αέρα τουφέκια και πιστόλες». (Κ. Σιμόπουλου, «Η Γλώσσα και το Εικοσιένα», εκδ. «ΣΤΑΧΥ», σελ. 63). Και ένα απόσπασμα από το περίφημο γράμμα, που έστειλε το λιοντάρι της Γραβιάς, ο Οδυσσέας Αντρούτσος, στον Αναστάσιο Λόντο. «Τον περισσότερο καιρός της ζωής μου πού τον επέρασα; Τον επέρασα σκοτώνοντας Τούρκους. Τον επέρασα εις τα σπήλαια και εις τα βουνά, στα καρτέρια των δρόμων. Οι λόγγοι και τα άγρια θηρία είναι μάρτυρες ότι δυσκόλως έφευγε Τούρκος από τα χέρια μου αν εζύγωνε καμμιά πενηνταριά οργιές».
(Κάτι τέτοια όμορφα λόγια μπορεί ο δάσκαλος να τα αναθέτει για ορθογραφία στους μαθητές του-ορθογραφία που καταργήθηκε ως διδακτική δραστηριότητα όπως και η καλλιγραφία. Το κέρδος είναι πολλαπλό: απομνημονεύουν οι μαθητές σπουδαία λόγια ηρώων, ελευθερωτών μας και περιορίζεται ο κίνδυνος να καταντήσουν, αύριο-μεθαύριο, εθνομηδενιστές κουκουλοφόροι, ταμπουρωμένοι σε κάποια «βίλα»).
Και για επίλογο και πάλι ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης, το αθάνατο Εικοσιένα διδάσκει και παρηγορεί στους σακάτικους καιρούς μας. Διαβάζεις και από την μια αισθάνεσαι οσμήν ευωδίας και λεβεντιάς και από την άλλη σκέφτεσαι και αηδιάζεις με  τους ανεπρόκοπους γυμνοσάλιαγκες της σήμερον. Αντιγράφω από το περιοδικό «ΓΝΩΣΕΙΣ». (τεύχος 3, 1958, σελ. 46).

«Ο Κολοκοτρώνης είχε συνείδηση της λιτότητας της μεγάλης αυτής και πατροπαράδοτης ελληνικής αρετής, αυτής που έχει ανεβάσει τη φτώχεια μας στην περιωπή της υπερηφανείας, γιατί είναι συγχρόνως και μια ηθική νίκη κατά του υλισμού. «Την 20ην Ιουλίου 1821 συνέτρωγαν ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης στους ίσκιους των δέντρων του Άστρους. Γίδα ψητή στρωμένη σε φύλλα, ασκί με ρετσινόκρασο, μισό φλασκί για ποτήρι και μαύρο ψωμί ήταν η ετοιμασία του γεύματος. Όταν εκάθησαν, κόβοντας ο Κολοκοτρώνης το ψητό με τα χέρια του, είπε στον Υψηλάντη: «Αυτά είναι τα χρυσά πηρούνια και τα χρυσά μαχαίρια της Ελλάδας και αυτό το ρετσινάτο είναι τα πολύτιμα κρασιά της». Άρεσε στον φιλόπατριν Υψηλάντην το γεύμα του Κολοκοτρώνη, επειδή εννόησε το πνεύμα του. Ήθελε να τον προλάβει ο Κολοκοτρώνης με μάθημα, αυτόν αναθρεμμένον με όλην την πολυτέλειαν της ευζωϊας, και να του εικονίσει τας δεινοπαθείας του ελληνικού αγώνος».

Παράδοση είναι η ζωντανή φωνή των κεκοιμημένων και ο Κολοκοτρώνης συνεχίζει τις… παραδόσεις του στο Γένος.
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_9301.html

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Άρτος αρπαγής ή φακές ταπεινοφροσύνης; Δημήτρης Νατσιός

Άρτος αρπαγής ή φακές ταπεινοφροσύνης;

Δημήτρης Νατσιός  Δάσκαλος Κιλκίς

«Αδέρφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθειά μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσαστε με τα ξένα κι άνοστα  πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις. «Ευφράνθητε εορτάζοντες».

Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και  βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε με προθυμίαν μπήτε, ν’ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν και με πολλήν ευλάβειαν την Θείαν Λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρό σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε. Δώστε και κανενός φτωχού όστις να υστερήται».

Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση. Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε. Αυτή είναι η παραγγελία του Χριστού, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση.

Δίνετε στους άλλους απ’ ότι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. «Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν». Τι εξαίσια λόγια! Είναι του Φώτη Κόντογλου στο βιβλίο «Χριστού Γέννησις. Το φοβερόν Μυστήριον» (εκδ. Αρμός, σελ 14).

Κάποτε, εμείς οι Ρωμηοί, έτσι γιορτάζαμε τα Χριστούγεννα. Όσο παραμέναμε στην «έντιμον πενίαν». Όταν μας έπιασε ο καημός του εξευρωπαϊσμού και η νόσος της ευζωίας, αφήσαμε τα «φασούλια σωφροσύνης» που καλομαγείρευε η μάνα μας και ριχτήκαμε στην «όρνιθα ασελγείας» του ταχυφαγείου. Παρένθεση. Τις εντός εισαγωγικών φράσεις, ερανίστηκα από ένα κείμενο του 1760. Είναι μια επιστολή του λόγιου Κωνσταντίνου Δαπόντε, ο οποίος αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Καισάριος.
Έζησε  και εκοιμήθη στο Άγιον Όρος. Διαβάζω λίγες εισαγωγικές γραμμές από την επιστολή, που την απέστειλε σε κάποιον Πούρβουλο, απαντώντας, μάλλον, σε πρόσκληση για τραπέζι.
«Επιθυμίαν επεθύμησα τούτην την εβδομάδα φαγείν μετά της ευγενείας σου• εις το τραπέζι δε δεν θέλω να είναι άρτος  αρπαγής, πρόβατον αδικίας, όρνιθα ασελγείας, ούτε δορκάς υπερηφανείας, ούτε ορτύκι μνησικακίας, ούτε λαγός φιλοχρηματίας, αλλ’  ούτε χοίρος ακαθαρσίας. Θέλω δε και παρακαλώ να είναι άρτος ιδρώτος, φακές ταπεινοφροσύνης, φασούλια σωφροσύνης, ρεβίθια ελεημοσύνης, ιχθύες απλότητος, ελιές ιλαρότητος και λάχανα ευλαβείας…».

Στα «δεν θέλω», στα ανεπιθύμητα εδέσματα του Καισάριου, περιγράφεται η Ελλάδα της παρακμής, του χρημαστηρίου, των μνημονίων, του Άκη και λοιπών πτωμάτων τυμπανιαίας αποφοράς.
Στα «θέλω» είναι η Ρωμηοσύνη, της νηστείας, του φιλότιμου, της οικογένειας, που γιορτάζει ενωμένη τις χρονιάρες μέρες και δεν «δραπετεύει» στους κατασκότεινους δρυμούς της άθεης Ευρώπης, για να διασκεδάσει την ανοησία της και να επισωρεύσει κι άλλα μπάζα στην άπληστη ψυχή της.

«Επιθυμία επεθύμησα» τούτες τις μέρες, πλησιάζοντας το φοβερόν μυστήριον της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού, να γράψω τέσσερις-πέντες αράδες, όχι για τα χαζοχαρούμενα φληναφλήματα περί πνεύματος και μαγείας των Χριστουγέννων, αλλά για το πώς πρέπει να γιορτάζονται τα ρωμαίικα Χριστούγεννα στο σχολείο.
Γιατί κι εδώ παρεισέφρησε «η μαγεία» και λοιπές δυτικόφερτες μαγαρισιές και ο Χριστός στέκεται στην εξώθυρα του σχολείου και την «κρούει», αλλά τα παιδιά του δεν την ανοίγουν, γιατί δεν τον γνωρίζουν. Και δεν τον γνωρίζουν, γιατί εμείς οι νέας κοπής δάσκαλοι, παραζαλισμένοι από την αλαζονεία και τα φαρμάκια της απιστίας, λησμονήσαμε ότι δάσκαλος, Ρωμηός, πρωτίστως «εστί άρχων πνευματικός» (άγιος Χρυσόστομος), «αρχέτυπον βίου, νόμος έμψυχος και κανών αρετής» (Μέγας Βασίλειος).
Ότι κύρια αποστολή σήμερα - εν μέσω της περιρρέουσας πονηροκρατίας-  του δασκάλου με το ρωμαίικο ήθος, είναι το «ο ποιήσας και διδάξας». Μα για να μην σκανδαλισθεί κανένας πως τα λόγια μου είναι ολότελα κούφια- όπως θα έλεγε ο Κόντογλου- στενεύομαι να πω πως προσπαθώ να μην είμαι ολότελα «ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει».

Ας κοιτάξουμε πίσω, τι έκαναν οι παλιοί, καλοί μας δάσκαλοι. Ερωτώ: τέλειωνε ποτέ μαθητής του Δημοτικού χωρίς να γνωρίζει το απολυτίκιο της Γέννησης του Χριστού; Το θαυμάσιο «Η Γεννησίς σου Χριστέ ο Θεός  ημών…». Ή ακόμη το εκπληκτικό Κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον…». Ή το «Πιστεύω».  Ποιος τα μαθαίνει αυτά σήμερα στα παιδιά, που έχουμε σιχαθεί τα γλυκανάλατα φράγκικα μουρμουρητά;
Που αφήσαμε τα πάντερπνα λόγια των αγίων, τα οποία γαληνεύουν τις πεινασμένες ψυχές των παιδιών - «από την Ευρώπη γυρίσαμε πεινασμένοι», έγραφε ο Σεφέρης - και τα «ταϊζουμε» με τα ξέψυχα, μίζερα και ψευτορομαντικά «μπαχαρικά» και ψελλίσματα της αντίχριστης Δύσης.
Κάνουμε γιορτές χριστουγεννιάτικες στα σχολεία και νομίζεις ότι βρίσκεται σε κάποιο κρατίδιο της Γερμανίας ή σε καμμιά γειτονιά της Νέας Υόρκης.
Αν θέλουμε να φύγουν τα σάβανα που καταπλάκωσαν την πατρίδα μας, πρέπει να αρχίσουμε από τις σχολικές τάξεις την επανάσταση. Και η καθ’ ημάς Επανάσταση πάντοτε, νυν και αεί, γίνεται πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Το έγραψαν με το γιαταγάνι τους οι Κλεφταρματολοί, βλάστησε  στο αίμα των Νεομαρτύρων.

Ποιος δάσκαλος διαβάζει στην τάξη το Ευαγγέλιο της Γέννησης; Γιατί ανεχθήκαμε την κατάργηση του βιβλίου των Ευαγγελικών Περικοπών, το οποίο συνόδευε τα Θρησκευτικά και στην θέση του διδάσκουμε την μάγισσα  την Φρικαντέλα που μισούσε τα κάλαντα;
Γιατί αφήσαμε να φύγει ο Κόντογλου και «το βλογημένο μαντρί», ο Παπαδιαμάντης, ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Καρκαβίτσας για να μπουν στη θέση τους κάποια Θ. Χορτιάτη ή Κατερίνα Αναγνώστου, που γράφει για τον Αϊ-Βασίλη που στέλνει γατάκια σε μια οικογένεια προσφύγων; (στην Α’Δημοτικού).
Ή κάποια Έλσα Χίου που γράφει για τον μουσουλμάνο Νορντίν, που επισκέπεται, μια εκκλησία και δυσφορεί για «τους άσκημους γέρους με τις μακριές γενειάδες» που υπάρχουν στους τοίχους της εκκλησίας «του χριστιανού Αλλάχ»; (στην Γ-Δ Δημοτικού)
Γιατί τα «Χριστούγεννα του Τα Κι Κο», στο Ανθολόγιο Ε-Στ΄ Δημοτικού, όπου συγκρίνονται τα μάτια του Χριστού με τα μάτια ενός γατιού, αναθυμιάσεις που μας πνίγουν και φέρνουν αναγούλα στα παιδιά;
Αυτές τις ημέρες, να καταστρέψουμε για λίγο την κρίση μες στις τάξεις. Να την κάνουμε ρωμαίικη, να αναπνεύσουν οι μαθητές μας άρωμα Ορθοδοξίας, δηλαδή Ελευθερίας διότι αυτό σημαίνει ρωμαίικο, ελευθερία.
«Ρωμαίικον. Στις ψυχές όλων των απλών Χριστιανών, που ήταν υποτελείς στο κράτος της Τουρκίας εδώ και τέσσερις αιώνες (αφότου δηλαδή κυριεύτηκε από τους Τούρκους η λεγόμενη Ευρωπαϊκή Τουρκία και έπειτα η ίδια η Κωνσταντινούπολη) διαφυλασσόταν η ιδέα και η ελπίδα της απελευθέρωσης και ανάκτησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με το όνομα «ρωμαίικον».
Έλαβε την ονομασία αυτή από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, από τους οποίους ονομάστηκε και ολόκληρη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία Ρωμαϊκό Κράτος ή και απλώς «Ρωμαίικον», το οποίο ισοδυναμεί με τη λέξη «ελευθερία» για τους χριστιανούς υπόδουλους της Τουρκίας. Αυτή λοιπόν η ιδέα, «ρωμαίικον» έμεινε ριζωμένη στις καρδιές των χριστιανών Ελλήνων και ομοθρήσκων».
(Γεωργίου Γαζή, γραμματικού του Καραϊσκάκη. Λεξικόν της Επαναστάσεως και άλλα έργα, επιμέλεια Λ.Βρανούσης, Ιωάννινα 1971, σ.132. Απόδοση στα νέα ελληνικά)

Ρωτούσαν κάποιοι δάσκαλοι τον Γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη: «Γέροντα, πώς θα διδάσκουμε, πώς θα μιλάμε στα παιδιά;». Και εκείνος έλεγε: «Θέλεις να διδάξεις, θέλεις να μιλήσεις στους μαθητές σου; Πιάσε από το χέρι τον Άγιο Νεκτάριο και κουβάλα τον μέσα στα θρανία, μέσα στην αίθουσα με τον Άγιο Νεκτάριο να διδάξεις. Διδάσκει εκείνος και ο Χριστός και όχι εσύ τα παιδιά».
Ας πιάσουμε, λοιπόν, κι εμείς, για να παραφράσω τον άγιο Γέροντα, τον Αϊ-Βασίλη, τον δικό μας, τον Μέγα, από το χέρι, κι εκείνος, μιας και όλους μας καταδέχεται, θα μας διδάξει.
Ας πιάσουμε τα χέρια των ηρώων και των αγίων του Γένους μας, γιατί μόνον αυτοί μπορούν, στην κατάσταση που είμαστε, να μας διδάξουν τι σημαίνει Ρωμηοσύνη, δηλαδή ελευθερία...
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_5609.html