Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Πορφύριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Πορφύριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ – ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ENOTHTA
Ο π. Πορφύριος ήθελε το «ίνα ώσιν εν» με το πνεύμα του Θεού, που είναι αγνό και ανιδιοτελές, όχι με το μπερδεμένο πνεύμα του κόσμου –και βέβαια αφού έχουμε πρώτα καθαρισθεί από τα βασικά πάθη. Κάποτε για παράδειγμα του είπαν: «Γέροντα δυο μοναχοί ζουν στο τάδε μέρος πολύ καλά, αρμονικά». Χαμογέλασε λέγοντας: «Ταίριαξαν τα πάθη τους». Στην ιστορία του μοναχισμού όποτε υπήρχε ένα άτομο με ιδιαιτερότητες και δεν προσαρμοζόταν στο πρόγραμμα της μονής ή το απομόνωναν ή το έδιωχναν σαν ξένο σώμα. Αντιθέτως ο π. Πορφύριος επιδίωκε να έχει τέτοια άτομα στο περιβάλλον του, διότι προσωπικά ο ίδιος είχε μεγάλο όφελος αλλά και η συνοδεία του. Τα άτομα με τις αντιθέσεις τους καλλιεργούν σε μεγάλο βαθμό την αγία ταπείνωση. Τα αντίθετα πράγματα είναι το μεγάλο μυστικό για να αποκτήσουμε την αγία ταπείνωση.
Το πνεύμα του π. Πορφυρίου ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό της εποχής μας το οργανωσιακό και της παγκοσμιοποίησης. Η εποχή μας συνθλίβει την ελευθερία και την προσωπικότητα του ατόμου, που είναι η βασική αρχή της δημιουργίας των όντων, δηλαδή του αγγελικού κόσμου και του ανθρώπου.
Όταν ο Γέροντας έβλεπε ότι πάμε να ενωθούμε μέσα από τα πάθη μας, το αντιλαμβανόταν με το βυθοσκόπιό του και αμέσως ξεκινούσε τη δουλειά, με έναν πρωτάκουστο τρόπο για μας, αλλά πολύ γνωστό τρόπο για τον Θεό και τους αγίους Του, που ήταν πραγματικοί ιατροί των ψυχών. Προκαλούσε ο ίδιος τη σύγχυση, ώστε να διαλύσει αμέσως τη φιλία που δεν ήταν κατά Θεόν αλλά κατά κόσμον. «Η φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού εστί» (Ιακ.δ’4).
Στον πύργο της Βαβέλ συνέβη το ίδιο. Οι άνθρωποι είχαν ενωθεί όχι για να αγαπήσουν τον Θεό, αλλά για να αποφύγουν με τη δική τους δύναμη τη δύναμη του Θεού. Σε αυτό  το σημείο του οδήγησε η σύγχυση. Διαίρεσε τους ανθρώπους, γι’ αυτό και ο τόπος εκεί ονομάστηκε Βαβέλ, δηλαδή τόπος σύγχυσης. Μήπως σήμερα δεν ζούμε τη σύγχυση της Βαβέλ, ενώ υπάρχει ο άμεσος κίνδυνος να εμφανιστεί ο διάβολος σαν ειρηνοποιός (παγκοσμιοποίηση, αντίχριστός); Και στον Παράδεισο ο διάβολος ένωσε τον Αδάμ με την Εύα με πονηρία. Αντιθέτως ο Θεός τους ένωσε με την αγαθότητά Του και την ελευθερία Του. Στην Κλίμακα του Αγίου Ιωάννη αναφέρεται σε κάποιο κεφάλαιο ότι ένας πολύ διακριτικός γέροντας έβαζε «φιτιλιές» μεταξύ δύο αδελφών για να συγκρούονται, να τσακώνονται, να βγαίνουν τα πάθη, να τα γνωρίζουν, να ταπεινώνονται και μετά να αγωνίζονται για το πρόβλημά τους φιλότιμα. Έτσι έπειτα από πολλή δουλειά, κόπο και χρόνο σιγά-σιγά θα αγαπιούνταν και θα έχτιζαν την ψυχή τους πάνω στο βράχο που είναι ο Χριστός, κι όχι πάνω στην άμμο που είναι ο διάβολος.
Το «διαίρει και βασίλευε» είναι μια τακτική που έχει περάσει στον κόσμο αρνητικά, αλλά δεν γνωρίζει κανείς ότι μπορεί να λειτουργήσει και με τρόπο θετικό, για να βασιλεύει πραγματικά ο Θεός και οι άγιοί Του. Για παράδειγμα η Ελλάδα είναι ένας τόπος που φθονείται πολύ, εξαιτίας των μεγάλων χαρισμάτων που έχει ο λαός της, του δυνατού μας μυαλού και της αγαπητικής μας καρδιάς, ως μεσογειακός λαός που είμαστε. Η ιστορία απέδειξε ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να υπάρχει σαν Έθνος. Από αρχαιοτάτων χρόνων έζησε μέσα στους πολέμους, εξαιτίας πάλι της γεωγραφικής της θέσης, της ομορφιάς της, των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών. Όλα αυτά προκάλεσαν μέσα στην ιστορία το φθόνο των γύρω λαών κι ενώ πάντοτε ήθελαν να την κατασπαράξουν, αυτή συνέχισε να ζει και να πορεύεται μέσα σους αιώνες, ως «αστήρ εμφαίνων τον ήλιον».
 Ο ίδιος ο Χριστός είπε για τους Έλληνες.  «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου». (Ιωαν ιβ’23). Για ποιο λόγο; Αυτός ο λαός έχει τα χαρακτηριστικά και τις προϋποθέσεις να μοιάσει του Χριστού. Την ευφυΐα, τη δυναμική, το όραμα, την εφευρετικότητα, το ανικανοποίητο ως πόθο για το ανώτερο, και φυσικά το φιλότιμο, λέξη που δεν συναντάς σε άλλη γλώσσα. Αυτός ο λαός πριν γνωρίσει το Χριστό είχε φτάσει πολύ κοντά Του. Όταν τον αντάμωσε εκπληρώθηκαν οι πόθοι και οι προσδοκίες του. Ήταν το σύγχρονο και διαχρονικό μοντέλο του Έλληνα όλων των εποχών.
Ο διάβολος όλα αυτά τα χρόνια, όσο κι αν προσπαθούσε να αφανίσει τον λαό αυτόν με εξωτερικούς κινδύνους, δεν το πέτυχε. Όποτε εμφανίστηκαν προδότες και κυριαρχούσε η διχόνοια ανάμεσα στους Έλληνες, ο λαός μας τραυματιζόταν και κινδύνευε με αφανισμό. Αλλά ο Θεός ποτέ δεν μας εγκατέλειψε. Πότε όμως ο Θεός «χρησιμοποίησε» στη σύγχρονη ιστορία το διχασμό για να μην κινδυνέψει η βασιλεία Του μέσα στην Ελλάδα; Όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε από του Τούρκους, υπήρξαν, -κι έκτοτε πάντοτε υπάρχουν- κάποιοι που ήθελαν να εμποτίσουν τον λαό με ένα πνεύμα εντελώς ξένο από εμάς: το πνεύμα της Δύσης, το οποίο μοιάζει με τη Λερναία Ύδρα που έχει πολλά κεφάλια –της κόβεις το ένα και βγαίνουν κι άλλα. Κύριο χαρακτηριστικό του δυτικού πνεύματος είναι ότι έχει ως κέντρο τον άνθρωπο και λατρεύει την κτίση και όχι τον Κτίσαντα.
Ο Έλληνας δεν πρέπει να αποκτήσει αυτό πνεύμα και για να μας προφυλάξει ο Θεός σπέρνει τη θεϊκή «διχόνοιά» Του. Ο Θεός είναι ζηλότυπος και θέλει να λατρεύεται μονάχα Αυτός. Θα μου πείτε, που οδεύει ο κόσμος της Δύσης; Το πρόβλημα ξεκίνησε από την εποχή του Χρυσοστόμου, ο οποίος πρώτος το αντιλήφθηκε και το ομολόγησε κάνοντας λόγο για την «επηρμένη οφρύ της Δύσης». Διέβλεπε από τότε πως θα αποκοπεί η Δύση από την Ανατολή.
Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε. Το χάσμα συνεχώς υπέβοσκε. Εκδηλώθηκε με το σχίσμα φανερά, για λόγους καθαρά πολιτικούς και όχι εκκλησιαστικούς. Ο πολιτισμός της Δύσης έβαλε στόχο να ενώσει τους ανθρώπους όχι όμως εν Χριστώ, αλλά φορτωμένους με τα πάθη τους. Το αναγεννησιακό πνεύμα πέρασε και στην Ελλάδα μέσω των οργανώσεων και οι άνθρωποι ενώθηκαν φαινομενικά, καταπιεσμένοι όμως από τα πάθη τους. Καλλιεργούσαν μόνο το φλοιό τους, είχαν μια ηθική που κατάντησε να γίνει σκοπός και αγνοήθηκε η ενότητα με τον Θεό. Η Δυτική Εκκλησίας υποτάχθηκε στον άνθρωπο και όχι στον Θεό, ενώ η Ανατολή παρέμεινε όρθια γιατί είχε στο κέντρο της τον Θεό. Το φανερό ατόπημα της Δύσης ήταν ότι πρόβαλλε και δεχόταν τον αρχηγό της Εκκλησίας ως αλάνθαστο. Αυτός ήταν και ο σύγχρονος πεσών Εωσφόρος. Από τότε άνοιξε ο δρόμος του Αντιχρίστου.
Μετά τη σύγκρουση του Βαρλαάμ με τον Γρηγόριο Παλαμά ήρθε η Αναγέννηση, που καθιέρωσε το σύγχρονο μοντέλο του δυτικού ανθρώπου: μια ηθική χριστιανική που μοιάζει με το χρυσό πανωφόρι πάνω σε βρόμικο σώμα, καλύπτοντας της δυσωδία του με αρώματα. Ο δρόμος άνοιξε για να γκρεμίσει και να αποκόψει περισσότερο τον άνθρωπο από τον Θεό. Ο άνθρωπος ήταν πλέον εύκολη λεία για τον πολέμιό του, τον διάβολο. Αυτή η ηθική ήταν πολύ μικρή για να τον κρατήσει κοντά στον Θεό.
 Ακολούθως ήρθε ο Διαφωτισμός. Φανερά και απροκάλυπτα ο άνθρωπος σκότωσε τον Θεό μέσα του και ήθελε να περάσει στη συνείδηση όλων ότι ο Θεός δεν υπάρχει. «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού, ουκ εστί Θεός» (Ψλ.ιγ’ 1). Από τότε ο άνθρωπος έχασε πραγματικά το μυαλό του. Όχι μόνο δεν λάτρευε τον Θεό όπως έπρεπε, αλλά αρνήθηκε και την ύπαρξή Του.
Στη συνέχεια ο καπιταλισμός και ο κομμουνισμός μοίρασαν και δίχασαν τον κόσμο για να υπηρετήσει τον εγωιστή άνθρωπο, δηλαδή τα πάθη του, τον διάβολο. Ο καπιταλισμός αγκάλιασε τη Δύση, ο δε κομμουνισμός την Ανατολή. Η Δύση είναι αυτή που κολακεύει τα πάθη του ανθρώπου και η Ανατολή είναι  αυτή που, θέλοντας να προστατεύσει τον άνθρωπο από τα πάθη, τον ισοπέδωσε.
Νομίζουμε πως αυτά δεν ισχύουν για μας τους χριστιανούς; Αυτά τα δύο πνεύματα πολεμούν το σύγχρονο χριστιανό. Δηλαδή, το πνεύμα της κολακείας και της υποκρισίας, που προέρχεται από τη Δύση, και το πνεύμα του εκμηδενισμού και της ισοπέδωσης του εγώ, που προέρχεται από την Ανατολή. Και στις δύο περιπτώσει ο άνθρωπος στερείται την ελευθερία. Ο διάβολος πάντα πιάνει τα άκρα. Οι άγιοι, αντιθέτως, διαλέγουν πάντα τη μεσαία οδό, τη βασιλική. Αυτός ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος διότι πρέπει διαρκώς να βρίσκεσαι σε εγρήγορση, προσπαθώντας να κρατάς τις ισορροπίες μεταξύ άκρατης ελευθερίας και απόλυτης προστασίας.
Η μεσαία οδός διχάζει ακριβώς αυτά τα δύο πνεύματα και μοιάζει με ένα τεντωμένο σκοινί. Όμως μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος επιτυγχάνεται η ισορροπία, πάνω σε αυτό. «Ορθοδοξείν εστί το αεί σχοινοβατείν». Ορθόδοξος δηλαδή είναι ο ακροβάτης. Έτσι η Δύση έχει την απόλυτη ελευθερία και η Ανατολή την αυστηρή πειθαρχία που είναι υπακοή στον διάβολο.
Η χάρη του Θεού λειτουργεί σαν το λέιζερ, το οποίο χρησιμοποιείται στις σύγχρονες εγχειρήσεις υψηλής ακρίβειας.
Έτσι και ο Θεός μόνο με τον δικό του λέιζερ μπορεί να παρέμβει στην ανθρώπινη ψυχή και να κάνει δύσκολες επεμβάσεις, να κόψει στη μέση τη συνύπαρξη των δύο πνευμάτων, της ελευθερίας και της πειθαρχίας.
Ο π.Πορφύριος είπε σε ένα πνευματικό του τέκνο λίγο προτού πεθάνει: «Φεύγω, γιατί δεν με ακούει κανείς. Φεύγω γιατί κανείς δεν ακούει κανέναν. Φεύγω γιατί με σαμποτάρουν όλοι. Ο καθένας σήκωσε δική του παντιέρα. Θα σωθούμε μόνο αν μπούμε στην άκτιστη Εκκλησία του Χριστού κι ενωθούμε στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Με παίρνουν τηλέφωνο «προτεστάντες» και μασόνοι και θέλουν να μου πάρουν συνεντεύξεις με κασετόφωνα (εννοούσε οργανωσιακούς κι ορθοδόξους κατά τ’ άλλα ανθρώπους). Φεύγω γιατί με εκμεταλλεύονται (ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα).

Απόσπασμα από το βιβλίο του αρχιμ. Αρσενίου Κωτσόπουλου
ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ. Στα ίχνη ενός σπουδαίου ανθρώπου του Θεού

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B9%CE%BD%CE%B1-%CF%89%CF%83%CE%B9%CE%BD-%CE%B5%CE%BD-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%BD%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%83-%CF%83%CF%84%CE%B7/

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί πῶς σώζεται. Ἀπό τή διδασκαλία τοῦ γέροντος Πορφυρίου. Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

Ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί πῶς σώζεται

Ὁ μακαριστός Γέρων Πορφύριος εἶχε μία ὀρθοδοξότατη θεώρηση γιά τόν ἄνθρωπο (ἀνθρωπολογία).  Ἐκτός ἀπό μιά ἀλάνθαστη Χριστολογία–Θεολογία εἶχε καί μιά βαθειά, ἀληθινά ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία–σωτηριολογία. Τόσο οἱ ἀπόψεις του α)γιά το ποιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος (ὁ προπτωτικός, ὁ μεταπτωτικός, ὁ ἀναγεννημένος ἐν Χριστῷ), β)ποιές εἶναι οἱ προδιαγραφές τῆς σωστῆς του λειτουργίας, ὅσο καί γ)γιά τό ποιός εἶναι ὁ προορισμός του, ὅλα εἶναι σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Οἱ λεπτότατες παρατηρήσεις του ἔχουν τεράστια σημασία γιά τόν σύγχρονο, ψυχικά ἄρρωστο, «χριστιανό».
Ἡ ἀντίληψη του γιά τήν ἁμαρτία ἐκφράζεται μέ τή χαρακτηριστική του φράση: «Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά».
 Ὁ Θεός  κρούει στήν πόρτα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν͵ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ΄ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ΄ ἐμοῦ. Ὁ νικῶν δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ΄ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου»[1], λέγει ὁ Κύριος στήν Ἀποκάλυψη.
 Ὁ Χριστός κινεῖται πρῶτος πρός τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ἄν ἄνοίξει τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του καί ἀποδεχθεῖ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ θεραπεύεται. Ἔλεγε ὁ σοφός Γέροντας: «Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Τό μπέρδεμα δέν φεύγει μέ τίποτε. Μόνο μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ γίνεται τό ξεμπέρδεμα. Τήν πρώτη κίνηση κάνει ὁ Χριστός. “Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες…”.
Μετά ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀποδεχόμαστε αὐτό τό φῶς μέ τήν ἀγαθή μας προαίρεση, πού τήν ἐκφράζουμε μέ τήν ἀγάπη μας ἀπέναντί Του, μέ τήν προσευχή, μέ τά μυστήρια»[2].
Ἐνδεικτική τῆς σοφίας τοῦ Γέροντα, τῆς «ἄνωθεν κατερχομένης», εἶναι μιά καίρια, ὅσο καί λεπτότατη, ἀνθρωπολογική παρατήρηση του, πού σχετίζεται μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση-αὐτεξούσιο. Ἔλεγε ὅτι, γιά νά κάνουμε τό καλό πρέπει πρῶτα νά τό ἐπιθυμήσουμε καί νά τό ἀγαπήσουμε.
Τό κάθε καλό «ἄνωθεν ἐστι καταβαῖνον, ἐκ τοῦ Πατρός τῶν φώτων»[3]. Ὅμως γιά νά τό οἰκειωθοῦμε προσωπικά, πρέπει νά τό θελήσουμε ἐλεύθερα καί νά τό ἀγαπήσουμε· τότε καί ὁ Θεός ἐνεργεῖ. Γι’ αὐτό καί ὁ γέροντας δίδασκε: «Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά ζητάει μόνος του νά γίνει καλός, νά τό ἐπιθυμεῖ μόνος του καί νά γίνεται, τρόπον τινα, σάν δικό του τό κατόρθωμα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα, προέρχεται ἀπ’ τή χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔρχεται πρῶτα στό σημεῖο νά τό θέλει, νά τό ἀγαπάει, νά τό ἐπιθυμεῖ καί κατόπιν ἔρχεται ἡ θεία χάρις καί τό κατορθώνει»[4].
Δέ χρειάζεται νά κυνηγᾶμε τό κακό. Δέν κυνηγᾶμε τό σκοτάδι, ἀλλά στρεφόμαστε πρός τό Φῶς, δηλαδή τόν Χριστό. Ἔλεγε, χαρακτηριστικά, στά πνευματικά του παιδιά, γιά νά τά βοηθήσει στή πνευματική τους παλαίστρα: «Γιατί νά κυνηγᾶμε τά σκοτάδια; Νά, θά ἀνάψουμε τό φῶς καί τά σκοτάδια θά φύγουν μόνα τους. Θά ἀφήσουμε νά κατοικήσει σ' ὅλη τήν ψυχή μας ὁ Χριστός καί τά δαιμόνια θά φύγουν μόνα τους... Στήν ψυχή, πού ὅλος ὁ χῶρος της εἶναι κατειλημμένος ἀπό τό Χριστό, δέ μπορεῖ νά μπεῖ καί νά κατοικήσει ὁ διάβολος, ὅσο κι ἂν προσπαθήσει, διότι δέν χωράει, δέν ὑπάρχει κενή θέση γι' αὐτόν»[5].
Ἡ σωτηριολογία, ὁ τρόπος τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα γιά τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση, πού διδάσκει ὁ Γέροντας, εἶναι θεμελιωμένος ἁγιοπατερικά καί ἐπιβεβαιωμένος ἐμπειρικά στή ζωή τῶν ἁγίων μας. Δίδασκε ὅτι τό διάβολο καί τά πάθη πρέπει νά τά περιφρονοῦμε. Ἡ ψυχή εἶναι σάν ἕνα δωμάτιο.
-Ἄν τό δωμάτιο τό γεμίσουμε μέ τό καλό, ποῦ νά χωρέσει τό κακό;... Ὅταν ἀνοίγουμε τό φῶς, αὐτόματα φεύγει τό σκότος. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ σοφός καί διακριτικός Γέρων ὅτι τό ἔργο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μπεῖ μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν ἀσχολεῖται καθόλου μέ τό σκοτάδι, δηλ. μέ τά πάθη, τόν διάβολο καί τόν κόσμο.
Ὁ Χριστός, πού εἶναι τό πᾶν, κάνει τά πάντα γιά τήν σωτηρία μας. Δικό μας ἔργο εἶναι ἡ κατάφαση στή Θεία  Ἐνέργεια, τό «ἄνοιγμα» πρός τόν Θεόν , τό «Ναί» πού πρέπει νά εἶναι σταθερό, διαρκές, γνήσιο καί πλῆρες. Ἕνας εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιά τόν Γέροντα, ὥστε νά μποροῦμε νά λέμε συνεχῶς καί σωστά αὐτό τό «Ναί»: τό νά ἀγαπήσουμε, νά ἐρωτευθοῦμε τόν Χριστό. «Ἔργο μας εἶναι» ἔλεγε ὁ Γέροντας «νά προσπαθοῦμε νά βροῦμε ἕναν τρόπο νά μποῦμε μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Δέν εἶναι νά κάνει κανείς τά τυπικά. Ἡ οὐσία εἶναι νά εἴμαστε μαζί μέ τόν Χριστό. Νά ξυπνήσει ἡ ψυχή καί ν΄ ἀγαπήσει τόν Χριστό, νά γίνει ἁγία. Νά ἐπιδοθεῖ στόν θεῖο ἔρωτα. Ἔτσι θά μᾶς ἀγαπήσει κι  Ἐκεῖνος. Θά εἶναι τότε ἡ χαρά ἀναφαίρετη. Αὐτό θέλει πιό πολύ ὁ Χριστός, νά μᾶς γεμίζει ἀπό χαρά, διότι εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Αὐτή ἡ χαρά εἶναι δῶρο τοῦ Χριστοῦ»[6].
Γιά νά γνωρίσουμε ὅμως τόν Χριστό καί νά φωτισθοῦμε πρέπει, πρῶτα Ἐκεῖνος νά μᾶς γνωρίσει, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου[7]. Μᾶς γνωρίζει δέ ὅταν ταπεινωθοῦμε καί ἀγαπήσουμε ἀνιδιοτελῶς. Ἔλεγε ὁ σοφός, βιβλικότατος Γέρων: «Τόν Χριστό δέν θά μπορέσουμε νά Τόν γνωρίσουμε, ἄν Ἐκεῖνος δέν μᾶς γνωρίσει. Δέν μπορῶ νά τά ἐξηγήσω ἀκριβῶς αὐτά, εἶναι μυστήρια...
Οὔτε μποροῦμε νά Τόν ἀγαπήσουμε, ἄν ὁ ἴδιος δέν μᾶς ἀγαπήσει. Ὁ Χριστός δέν θά μᾶς ἀγαπήσει, ἅμα ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἄξιοι νά μᾶς ἀγαπήσει. Γιά νά μᾶς ἀγαπήσει, πρέπει νά βρεῖ μέσα μας κάτι τό ἰδιαίτερο... Ποιό εἶναι αὐτό; Εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἄν δέν ὑπάρχει ταπείνωση, δέ μποροῦμε ν΄ ἀγαπήσουμε τόν Χριστό. Ταπείνωση καί ἀνιδιοτέλεια στή λατρεία του Θεοῦ. "Μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου". Κανείς νά μή σᾶς βλέπει, κανείς νά μήν καταλαβαίνει τίς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρός τό Θεῖον. Ὅλ΄ αὐτά κρυφά, μυστικά, σάν τούς ἀσκητές»[8]. Τότε ἡ ψυχή θεραπεύεται. Τότε ὅλα ἀλλάζουν.
Γιά νά ἔρθει ὁ Χριστός μέσα στόν ἄνθρωπο πρέπει ἡ καρδιά νά εἶναι καθαρή καί νά ὑπάρχει ἀγάπη καί ταπείνωση. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Πολλοί λένε ὅτι ἡ χριστιανική ζωή εἶναι δυσάρεστη καί δύσκολη, ἐγώ λέω ὅτι εἶναι εὐχάριστη καί εὔκολη, ἀλλά ἀπαιτεῖ δυό προϋποθέσεις: ταπείνωση καί ἀγάπη... Ἄν ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅλοι καί ὅλα ἀλλάζουν, ἔλα ὅμως πού γιά νά ἔρθει, χρειάζεται πρῶτα νά ταπεινωθοῦμε!»[9]. Ἔλεγε πάλι: «…Μόνος Του θά ἔλθει ὁ Χριστός καί θά ἐγκύψει στήν ψυχή μας, ἀρκεῖ νά βρεῖ ὁρισμένα πραγματάκια πού νά Τόν εὐχαριστοῦν, ἀγαθή προαίρεση, ταπείνωση καί ἀγάπη...»[10].
Ἡ χριστιανική ζωή φαίνεται δύσκολη διότι θέλουμε νά τήν συμβιβάσουμε μέ τήν κοσμική.
Δέν θέλουμε νά προχωρήσουμε περισσότερο ἀπό τό ἐπίπεδο τοῦ «μέχρι ἐκεῖ πού δέν κολάζει», ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Παΐσιος. Ὅμως ἄν θέλουμε νά μήν δυσκολευτοῦμε πολύ, θά πρέπει νά ξεπεράσουμε τή μέση ὁδό τοῦ Χριστιανοῦ, θά πρέπει νά μήν ἁμαρτάνουμε. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ ἀγωνιστής π. Πορφύριος: «Πρέπει παιδί μου, νά μήν ἀκολουθοῦμε τή μέση ὁδό τοῦ Χριστιανοῦ, γιατί αὐτή εἶναι πολύ δύσκολη.
Πρέπει νά ξεπεράσουμε τό στάδιο αὐτό καί ν’ ἀνέβουμε ψηλά. Τότε εἶναι ὅλα εὔκολα. Ὅταν δέν πέφτουμε σέ ἁμαρτίες τότε εἴμεθα ἐκτός τῆς μέσης ὁδοῦ καί εἴμεθα οἱ πραγματικοί Χριστιανοί».
Κάποιος τόν ἐρώτησε: - Πῶς μποροῦμε Παππούλη μου, νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό; -« Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, παιδί μου, πραγματοποιεῖται ὡς ἑξῆς: Σηκώνουμε τόν ἐσωτερικό μας ἑαυτό πρός τόν Θεό καί Τόν ἐπικαλούμεθα. Βλέποντας ὅμως τή φύση, τά δένδρα, τά λουλούδια, τά πουλιά, τίς μέλισσες, τά ἄνθη, τή θάλασσα, τά ψάρια, τά ἄστρα, τό φεγγάρι, τόν ἥλιο, καί τά τόσα ἄλλα ὑπέροχα δημιουργήματά Του, στρέφουμε τό νοῦ πρός τόν Θεόν καί δοξάζοντάς Τον μέσα ἀπ’ αὐτά, προσπαθοῦμε νά τά καταλάβουμε πόσο ὡραῖα καί θαυμάσια εἶναι καί ἀγωνιζόμαστε νά τά ἀγαπήσουμε. Ὅταν τά ἀγαπήσουμε ὅλα αὐτά, τότε ἡ ἀγάπη μας ἀνεβαίνει πρός τόν Δημιουργό μας καί ἔτσι πραγματικά καί ἀληθινά Τόν ἀγαπᾶμε. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι ἡ ἀγάπη τῶν δημιουργημάτων, ἀλλά ἀκόμη περισσότερη πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπό μας. Γι’ αὐτό πρέπει νά πραγματοποιοῦμε ἐπισκέψεις στά Νοσοκομεῖα, στίς Φυλακές, στά Ὀρφανοτροφεία, στά Γηροκομεῖα κ.λ.π. καί γι’ αὐτό τό σκοπό καί μόνο θά πρέπει νά γίνονται αὐτές. Τότε ἡ ἀγάπη μας εἶναι εἰλικρινής»[11].
Τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη, τήν μετάνοια καί τήν ὑπακοή, ὅλα αὐτά πού δίδασκε, τά εἶχε πρῶτα, βιώσει ὁ ἴδιος καί συνέχισε μέχρι τέλους νά τά ζεῖ. Ὁ Γέροντας μιλοῦσε σάν τούς ἀρχαίους Πατέρες, διότι τόν φώτιζε τό ἴδιο Ἁγιο Πνεῦμα, πού φώτιζε καί ἐκείνους.
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἄλλά καί ὅλη ἡ Δημιουργία, ζητάει τόν Θεό, ζητάει τόν οὐρανό. «Πάντα δι' Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται»[12]. Ὅλα τά ὄντα στρέφονται πρός τόν Θεό. Αὐτό διακήρυσσε ὁ σεβαστός Γέροντας ὅταν ἔλεγε: «Ὁ ἄνθρωπος ζητάει στόν οὐρανό τή χαρά καί τήν εὐτυχία. Ζητάει τό αἰώνιο μακριά ἀπ' ὅλους κι ἀπ' ὅλα, ζητάει νά βρεῖ τή χαρά στόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι μυστήριο. Εἶναι σιωπή, εἶναι ἄπειρος, εἶναι τό πᾶν. Τήν τάση τῆς ψυχῆς γιά τόν οὐρανό τήν ἔχει ὅλος ὁ κόσμος· ὅλοι ζητᾶνε κάτι τό οὐράνιο. Σ' Αὐτόν στρέφονται ὅλα τά ὄντα, ἔστω καί ἀσυνειδήτως»[13].
Ὅμως καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μυστήριο. Φέρει μέσα του ὅλο τό καλό καί ὅλο τό κακό ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι σήμερα ὅπως ἔλεγε[14] ὁ ἅγιος καί χαρισματοῦχος Γέρων. «Γι' αὐτό» τόνιζε «πρέπει ν΄ ἀποθάνομε κατά τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦμε τόν νέο»[15].

__________________________________________________________________________________

[1] Ἀποκ. 3, 20-21.
[2] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς, ζ΄ἔκδοση, Χανιά 2006, σελ. 368. Στό ἑξῆς: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι ( Ὅταν δέ γίνεται ἀναφορά σέ ἔκδοση ἐννοεῖται ἡ Ζ').
[3] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου,Θεία Λειτουργία.
[4] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 407-408.
[5]http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/porphyrios_sayings.htm, Κ. Γιαννι­τσιώ­τη: Κοντά στό γέροντα Πορφύριο.
[6] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 221-224.
[7] Γαλ. 4, 9: "νῦν δέ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δέ γνωσθέντες ὑπό Θεοῦ".
[8] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 238-239.
[9] http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/porphyrios_sayings.htm, ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κ. Γιαννιτσιώτη: Κοντά στό γέροντα Πορφύριο.
[10] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 248-250
[11] Ἀν. Σ. Τζαβάρα, Ἀναμνήσεις ἀπό τόν γέροντα Πορφύριο, τόν διορατικό καί προορατικό πνευματικό μας πατέρα.
[12] Κολ.  1, 16.
[13] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 245.
[14] Ὅ. π. σελ. 285.
[15] Ὅ. π.


Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης

hristospanagia3.blogspot.gr 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/07/blog-post_816.html