Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Σαμαντᾶ Αναστασία-Σεισοπούλου Ἑλένη

     Οἱ γραπτὲς πηγὲς δίνουν πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὴ διατροφὴ τῶν Βυζαντινῶν. Βασικὴ ἐπιδίωξη ἦταν ἡ αὐτάρκεια τοῦ νοικοκυριοῦ καὶ γι’ αὐτὸ κάθε οἰκογένεια καλλιεργοῦσε τὰ βασικὰ λαχανικὰ καὶ ἐξέτρεφε κάποια ζῶα (κυρίως πουλερικά). Βέβαια αὐτὸ ἦταν δύσκολο νὰ ἰσχύει στὶς μεγάλες πόλεις καὶ ἰδιαίτερα στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ τὴν περίοδο τῆς ἀκμῆς της ξεπερνοῦσε τοὺς 500.000 κατοίκους. Γιὰ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἐπενέβαινε ἡ κρατικὴ μέριμνα, κυρίως μέσῳ τοῦ ἐπάρχου τῆς πόλεως.
     Τὰ κύρια γεύματα τῶν Βυζαντινῶν ἦταν τὸ πρόγευμα προφαγον, τὸ ἄριστονμεσημβρινὸν (γεῦμα), καθὼς καὶ ὁ δεῖπνος. Ἔτρωγαν χρησιμοποιῶντας κυρίως τὰ χέρια, ἀφοῦ τὸ πιρούνι ἦταν ἄγνωστο μέχρι τὸν 10ο αἰῶνα καὶ ἡ χρήση του σπάνια στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες. Χρησιμοποιοῦσαν ἐπίσης κοχλιάρια κουτάλια καὶ μαχαίρια. Πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητὸ ἐπλεναν τὰ χέρια τους, χρησιμοποιῶντας τὸ χέρνιβ(ι)ον (πήλινο ἢ μεταλλικὸ ἀγγεῖο).
Οἱ Βυζαντινὲς γεύσεις
    Ἡ διαδικασία παρασκευῆς τῆς τροφῆς – ἡ ἐπιλογὴ ὑλικῶν, μεθόδων καὶ σκευῶν – ἀποτελεῖ μία σημαντικὴ παράμετρο τοῦ πολιτισμοῦ μιᾶς ἐποχῆς καὶ ἡ διερεύνησή της συνεργεῖ στὴν ἀναπαράσταση τῆς καθημερινότητας ἑνὸς λαοῦ, σὲ μία συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο.
    Ἡ περίοδος τοῦ Βυζαντίου εἶναι μία σημαντικὴ ἐποχή, ὅπου τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο ἀναδεικνύεται κυρίαρχο καὶ παράλληλα συμβιώνει μὲ σειρὰ ἄλλους λαούς, ποὺ εἶχαν πρόσβαση στὴ Μεσόγειο, ἀλλὰ καὶ στὴν Κασπία καὶ στὴ Μαύρη Θάλασσα.
    Ἡ ἀναζήτηση τῶν βυζαντινῶν γεύσεων ἀποδεικνύεται περισσότερο δύσκολη ἀπ΄ ὅσο μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ. Ἡ πρώτη δυσκολία προκύπτει ἀπὸ τὶς γραπτὲς πηγὲς τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖες παρέχουν μὲν πληροφορίες γιὰ τὸ τί ἔτρωγαν οἱ Βυζαντινοί, ἀποδεικνύονται ὅμως μὴ διαφωτιστικὲς σ΄ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν τρόπο ποὺ μαγείρευαν τὰ φαγητά τους, γιὰ τὴ δοσολογία τῶν διαφόρων ὑλικῶν ποὺ χρησιμοποιοῦσαν ἢ γιὰ τὸν χρόνο ποὺ ἀπαιτοῦνταν γιὰ τὴν παρασκευὴ ἑνὸς φαγητοῦ.
    Διαφοροποιήσεις στὶς διατροφικὲς συνήθειες ἐπέβαλλαν προφανῶς οἱ κατὰ τόπους διαφορετικὲς κλιματολογικὲς καὶ γεωγραφικὲς συνθῆκες (ὅπως π.χ. ἡ γειτνίαση ἢ ὄχι μὲ τὴ θάλασσα), ἡ κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ διαστρωμάτωση τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ πιστὴ ἢ ὄχι τήρηση τῶν ἀπαγορεύσεων, ποὺ ὑποδείκνυαν οἱ διάφορες θρησκεῖες. Ἀκόμα, μάλιστα καὶ οἱ ἱστορικὲς ἐξελίξεις, ποὺ σχετίζονταν μὲ τὶς μετακινήσεις τῶν πληθυσμῶν, τὴ σταδιακὴ ἀλλαγὴ τῆς σχέσης μεταξὺ τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν πόλεων καὶ τὴν αὐξομείωση τῶν συνόρων της ἐπικράτειας τῶν Βυζαντινῶν. Σημαντικὲς ἀλλαγὲς ὑπῆρξαν, στὶς διατροφικὲς συνήθειες τῶν Βυζαντινῶν, μετὰ τὸ 1204 μ.Χ. καὶ τὴν κατάλυση τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους.
Τὸ ψωμί
    Τὰ κυριότερα εἴδη διατροφῆς ἦταν τὸ ψωμί, τὸ λάδι, οἱ ἐλιὲς καὶ τὸ τυρί. Ἡ ποιότητα τοῦ ψωμιοῦ παρουσίαζε ποικιλία καὶ ἦταν ἀνάλογη μὲ τὶς οἰκονομικὲς δυνατότητες τοῦ καταναλωτῆ. Ἔτσι καλύτερος καὶ ἀκριβότερος ἄρτος ἦταν ὁ καθαρὸς ἄρτος ἢ ὁ σεμίδαλις. Φτιαγμένος ἀπὸ καθαρὸ ψιλοκοσκινισμένο σιτάρι ἢ ἀπὸ σιμιγδάλι, τὸν ἀπολάμβαναν οἱ πλουσιότερες ὁμάδες τοῦ πληθυσμοῦ. Οἱ ὑπόλοιποι ἀρκοῦνταν σὲ ἕναν ὑποδεέστερο τύπο ψωμιοῦ, τὸ μεσοκάθαρον ἢ τῆς μέσης ἢ ἀκόμη καὶ στοὺς ρυπαροὺς ἢ κυβαροὺς ἄρτους, ζυμωμένους ἀπὸ ἄλλα, χαμηλῆς ποιότητας δημητριακά, καὶ συνυφασμένους μὲ τὴ φτώχεια. Ἔνδειξη ἀπόλυτης φτώχειας ἦταν ἡ κατανάλωση ψωμιοῦ ἀπὸ πίτουρα (πιτεράτον).
    Στὰ χωριὰ τὸ κάθε νοικοκυριὸ ἔψηνε μόνο του τὸ ψωμὶ ποὺ χρειάζονταν, ἐνῷ στὶς πόλεις οἱ περισσότεροι τὸ ἀγόραζαν ἀπὸ τοὺς φούρνους. Ἐκτός, ἀπὸ τὸ φρέσκο ψωμὶ οἱ Βυζαντινοὶ παρασκεύαζαν καὶ παξιμάδια, ποὺ διατηροῦνταν περισσότερο καιρό.
Ὄσπρια – Λαχανικά
    Ἡ φθηνότερη καὶ πιὸ διαδεδομένη τροφὴ γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἦταν τὰ λαχανικὰ καὶ τὰ ὄσπρια. Μὲ δεδομένες δὲ τὶς μεγάλες περιόδους νηστείας ποὺ προβλέπει ἡ Ἐκκλησία, καὶ τὶς ὁποῖες φαίνεται ὅτι τηροῦσαν μὲ ἀρκετὴ εὐλάβεια οἱ Βυζαντινοί, οἱ τροφὲς αὐτὲς καταναλώνονταν γιὰ μακρὺ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ πληθυσμοῦ. Δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ ταυτίσουμε τὰ διάφορα εἴδη λαχανικῶν ποὺ ἀναφέρουν οἱ πηγές. Μεγάλη κατανάλωση εἶχαν τὰ λάχανα, τὰ πράσα, τὰ κρεμμύδια, τὰ τεῦτλα, τὰ μαρούλια, τὰ ραδίκια, τὸ καρότο, ὁ ἀρακάς, ἡ ρόκα. Ἄγνωστες φυσικὰ ἦταν οἱ πατάτες καὶ οἱ ντομάτες, ποὺ ἔφτασαν στὴν Εὐρώπη πολὺ ἀργότερα.
    Τὰ ὄσπρια ἦταν φθηνὰ καὶ εἶχαν τὴν τιμητική τους στὸ τραπέζι τῶν ἀσθενέστερα οἰκονομικὰ τάξεων.
    Τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ὄσπρια μποροῦσαν νὰ διατηρηθοῦν ἐπὶ μακρὸν μποροῦσαν νὰ φθάνουν στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, ἀλλὰ καὶ στὶς ἀπομακρυσμένες περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας.
    Τὰ πιὸ συνηθισμένα ὄσπρια ἦταν τὸ «φασούλιν», τὰ «κουκκία», ἡ φακή, τὰ «λουπινάρια» καὶ τὰ «ἐρεβίνθια».
    Μεγάλη κατανάλωση φαίνεται νὰ εἶχαν τὰ ἄγρια χόρτα καὶ οἱ βολβοί. Τὸ μαγείρεμα τῶν λαχανικῶν εἶχε μεγάλη ποικιλία, τὰ ἐφτίαχναν, μάλιστα καὶ τουρσί, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὰ καταναλώνουν καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ χειμῶνα.
Σοῦπες
    Σοῦπες καὶ ζωμοὶ μὲ διάφορα λαχανικά, ὄσπρια, ψάρια ἢ καὶ παστὸ κρέας φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦσαν μία συνηθισμένη ἐπιλογὴ στὰ βυζαντινὰ νοικοκυριὰ τοῦ 13ου αἰῶνα.
    Μετὰ ἀπὸ τὸ 1204 καὶ τὴν κατάκτηση τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους, οἱ διατροφικὲς συνήθειες φαίνεται νὰ διαφοροποιοῦνται, τόσο ἀπὸ τὶς δυτικὲς ἐπιρροές, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κρίση ποὺ ἀκολούθησε.
Τὰ ἀβγά, τὰ φροῦτα, οἱ ξηροὶ καρποὶ καὶ τὰ γαλακτοκομικὰ
    Τὰ ἀβγὰ κότας ἦταν ἕνα συνηθισμένο τρόφιμο στὸ Βυζάντιο. Τρώγονταν βραστά, ψητά, τηγανητὰ ἢ καὶ «ροφητὰ» (ὠμά). Οἱ Βυζαντινοὶ προτιμοῦσαν τὰ ἀβγὰ τῶν φασιανῶν σὲ σχέση μὲ τὰ ἀβγὰ τῆς χήνας, τῆς πάπιας καὶ τῆς πέρδικας.
Τὰ φροῦτα καὶ οἱ ξηροὶ καρποὶ ἀποτελοῦσαν τὸ ἐπιδόρπιο τῶν Βυζαντινῶν. Φροῦτα, ὅπως τὰ σῦκα καὶ τὰ σταφύλια τὰ ἀποξέραιναν καὶ μαζὶ μὲ κάστανα ἀμύγδαλα φιστίκια καὶ κουκουνάρια τὰ ἔτρωγαν τοὺς χειμερινοὺς μῆνες.
     Τὰ γαλακτοκομικὰ προϊόντα δὲν ἔλειπαν ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ τραπέζι, ἰδιαίτερα στὴν ἐνδοχώρα, ὅπου ἡ κτηνοτροφία ἦταν περισσότερο διαδεδομένη. Τὸ τυρὶ οἱ Βυζαντινοὶ τὸ ἐφτίαχναν ἀπὸ γάλα πρόβειο, κατσικίσιο, ἀγελαδινὸ ἀλλὰ καὶ βουβαλίσιο. Στὶς γραπτὲς πηγὲς ἀναφέρονται διάφορες ποικιλίες τυριῶν, ὅπως τὸ ἀνθότυρον, ἡ μυζήθρα, τὸ κρητικὸν τὸ περίφημο «βλάχικον τυρίτσιν», ἀλλὰ καὶ τὸ χαμηλῆς ποιότητας «ἀσβεστότυρον». Ἀπὸ τὸ γάλα ἐφτίαχναν ἀκόμη «ὀξύγαλον» (γιαούρτι) καὶ βούτυρο.
Ἡ ἐλιὰ καὶ τὸ λάδι, τὰ ψάρια καὶ τὰ ὑπόλοιπα θαλασσινὰ
    Ὁ ἐλαιόκαρπος ὑπῆρξε, στὰ βυζαντινὰ χρόνια, ἕνα πολὺ διαδεδομένο, πρόχειρο καὶ νηστίσιμο προϊόν. Οἱ ἐλιὲς διατηροῦνταν σὲ ἅλμη (ἀλμάδες), σὲ ξίδι ἢ σὲ «ὀξύμελι» (ξίδι καὶ μέλι μαζί).
    Γνωστές, ἐπίσης, ἦταν οἱ «θλαστὲς» (τσακιστὲς) καὶ οἱ «δρουπάτες» (θροῦμπες). Σχετικὰ διαδομένη ἦταν καὶ ἡ χρήση τοῦ ἐλαιολάδου στὴ μαγειρικὴ τουλάχιστον στὶς ἐλαιοπαραγωγικὲς περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας.
    Τὰ ψάρια οἱ Βυζαντινοὶ τὰ ἔτρωγαν «ἐκζεστὰ» (βραστά), «ὀφτὰ» (ψητὰ) ἢ «τηγάνου» (τηγανητά).
    Τὰ παστὰ ψάρια ἦταν διατηρημένα σὲ χοντρὸ ἁλάτι καὶ καταναλώνονταν κυρίως τὸ χειμῶνα, ἀλλὰ καὶ καθόλη τὴ διάρκεια τοὺς ἔτους στὶς περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἦταν ἀπομακρυσμένες ἀπὸ τὴ θάλασσα.
    Στὸ βυζαντινὸ τραπέζι σερβίρονταν ἀκόμα καὶ θαλασσινοὶ μεζέδες, τὰ λεγόμενα «ἁγνὰ» (καλαμάρια, χταπόδια, γαρίδες, χτένια, πεταλίδες, μύδια, στρείδια, ἀχινοὶ κ.λπ.), τὰ ὁποῖα τὰ μαγείρευαν μὲ διάφορους τρόπους ἢ τὰ ἔτρωγαν ὠμά.  
Τὴ διατροφὴ τῶν Βυζαντινῶν συμπλήρωναν, κυρίως στὶς παραθαλάσσιες καὶ παραποτάμιες περιοχές, τὰ ψάρια καὶ τὰ θαλασσινά. Βέβαια, στὶς μεγάλες πόλεις καὶ γενικότερα ὅπου δὲν ὑπῆρχε ἄμεση δυνατότητα ἁλιείας, τὰ μεγάλα καὶ ἀκριβὰ ψάρια (κεφάλα, συναγρίδες, μπαρμπούνια, λαβράκια, λυθρίνια, καλκάνια) ἦταν προνόμιο τῶν λίγων, ἐνῷ οἱ ὑπόλοιποι περιορίζονταν στὰ μικρὰ ψάρια (σαρδέλες, παλαμίδες, σκουμπριά, τσίρους) καὶ κυρίως στὰ παστά. τῆς ὴ θάλασσα.  
Τὸ κρέας, εἶδος πολυτελείας
    Ἡ ἴδια διάκριση ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν κατανάλωση τοῦ κρέατος. Τὰ ζῶα τῆς οἰκογένειας ἐκτρέφονταν κυρίως γιὰ τὰ γαλακτοκομικὰ προϊόντα καὶ τὰ ἀβγά. Ἡ κατανάλωση κρέατος, ἀκόμη καὶ τοῦ παστοῦ, ἦταν μία σπάνια πολυτέλεια γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀντίθετα, στὰ τραπέζια τῶν πλουσίων ἔβρισκαν συχνότερα τὴ θέση τοὺς ἀρνιά, κατσίκια, κότες, πουλερικά, καθὼς καὶ κυνήγια. Σὲ ἰδιαίτερη ἐκτίμηση εἶχαν τὰ χοιρινὰ κρέατα. Τὰ ἐντόσθια θεωροῦνταν ὑποδεέστερη τροφή, κατασκεύαζαν, ὅμως, μὲ αὐτὰ φαγητὰ ποὺ θυμίζουν τὸ σημερινὸ κοκορέτσι (πλεκτὴν) καὶ τὴ γαρδοῦμπα (γαρδούμιον).
    Τὸ κρέας δὲν ἀποτελοῦσε καθημερινὴ τροφὴ γιὰ τοὺς Βυζαντινούς. Ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἦταν μᾶλλον σπάνιο καὶ ἀκριβό, ἀλλὰ καὶ ἐξαιτίας τῶν νηστειῶν ποὺ ὑπαγόρευε ἡ  Ἐκκλησία, γιὰ τὶς μισὲς τουλάχιστον ἡμέρες τοῦ χρόνου. Περισσότερο ἀγαπητὸ ἦταν τὸ χοιρινὸ κρέας, τὸ ὁποῖο μαγείρευαν μὲ ποικίλους τρόπους. Ἀπὸ τὸ τραπέζι τους δὲν ἔλειπαν τὰ ἀρνιά, οἱ γίδες, τὰ βοοειδῆ, καθὼς καὶ τὸ κυνήγι π.χ.: ἐλάφια καὶ λαγοί.
    Βρώσιμα θεωροῦνταν ὅλα σχεδὸν τὰ μέρη τῶν ζώων -ἀκόμα καὶ τὸ κεφάλι, ἡ οὐρά, τὰ πόδια καὶ τὰ ἐντόσθια. Τὸ κρέας ποὺ δὲν καταναλώνονταν ἀμέσως -μετὰ ἀπὸ τὴ σφαγὴ τοῦ ζώου-, συνήθως παστώνονταν, προκειμένου νὰ διατηρηθεῖ μεγαλύτερο διάστημα.
    Τὰ πουλερικὰ εἶναι τὸ κρέας ποὺ ἔτρωγαν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο. Ἡ ποικιλία ἦταν πολὺ μεγάλη. Ὡστόσο, οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ προτιμοῦσαν τὶς πάπιες, τὶς χῆνες, τὰ περιστέρια, τὰ παγόνια, τὶς πέρδικες, τὰ κοτσύφια καὶ τὶς τσίχλες. Ὑπῆρχαν, μάλιστα κι εἰδικὰ ἐκτροφεῖα παγωνιῶν, καθὼς τὸ πουλὶ αὐτὸ ἦταν στὴν κορωνίδα τῶν προτιμήσεων τῆς ἄρχουσας τάξης.
Σάλτσες καὶ καρυκεύματα
Ψάρια, λαχανικὰ καὶ κρέατα περιχύνονταν συχνὰ μὲ σάλτσες, ποὺ ὀνομάζονταν «σαβοῦραι». Οἱ περισσότερες πολυτελεῖς σάλτσες εἶχαν ὡς βάση τὸ λάδι ἢ τὸ βούτυρο. Ἡ πλέον δημοφιλὴς σάλτσα τῶν Βυζαντινῶν ὀνομάζονταν «γάρος».
Ὁ γάρος
    Κύρια μέσα παρασκευῆς τῶν φαγητῶν ἦταν τὸ ἐλαιόλαδο καὶ τὰ ζωικὰ λίπη. Χρησιμοποιοῦσαν δὲ ὅλους τοὺς γνωστοὺς σήμερα τρόπους μαγειρικῆς (ψήσιμο, βράσιμο, τηγάνισμα, ἀλεσμένα μὲ μορφὴ πουρὲ κ.λπ.). Γιὰ νὰ προσδώσουν γεύση στὸ φαγητὸ πρόσθεταν διάφορα ἀρτύματα (ἡδύσματα), ὅπως σάλτσες (ποὺ σερβίρονταν καὶ σὲ εἰδικὰ σκεύη, τὰ σαλτσάρια), ἀρωματικὰ φυτὰ (ἄνηθο, μάραθο, δενδρολίβανο, ρίγανη, κάπαρη) ἀκόμη καὶ μπαχαρικά. Ἡ πιὸ διαδεδομένη σάλτσα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στὴ βυζαντινὴ κουζίνα ἦταν τὸ γάρον ἢ ὁ γάρος. Γνωστὸ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, τὸ γάρον φτιαχνόταν ἀπὸ ἐντόσθια ψαριῶν καὶ μικρὰ ψάρια, τὰ ὁποῖα, ἀφοῦ ἁλάτιζαν καὶ πιθανῶς ἀνακάτευαν μὲ κρασί, τὰ ἄφηναν στὸν ἥλιο γιὰ δύο ἕως τρεῖς μῆνες ἢ τὰ ἔβραζαν γιὰ ἀρκετὲς ὧρες. Τὸ ὑγρὸ αὐτὸ χρησιμοποιοῦσαν σὲ διάφορες παραλλαγὲς (ἀνακατεμένο μὲ νερό, κρασί, λάδι ἢ ξύδι) γιὰ νὰ ἀρτύσουν ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ φαγητά, λαχανικά, κρέατα, ψάρια. Τὰ μπαχαρικὰ (πιπέρι, κανέλα, γαρίφαλο, κάρδαμο) εἰσάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ φυσικὰ ἡ τιμή τους ἦταν ἀπαγορευτικὴ γιὰ τὸ συνηθισμένο βυζαντινὸ τραπέζι.
    Ἂν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ βυζαντινὰ φαγητὰ μοιάζουν νὰ εἶναι πολὺ κοντὰ στὶς νεοελληνικὲς γευστικὲς συνήθειες, ὅπως τὰ σκορδάτα καὶ τὰ κρασάτα κρέατα, ὁρισμένοι συνδυασμοὶ γεύσεων τῆς βυζαντινῆς μαγειρικῆς σήμερα θὰ φαίνονταν τουλάχιστον περίεργοι. Εἶναι γνωστὴ ἡ συνταγὴ τοῦ κατσικιοῦ ποὺ γεμιστὸ μὲ σκόρδα, πράσα καὶ κρεμμύδια καὶ περιχυμένο μὲ γάρον, ἔστειλε ὡς ἐκλεκτὸ δῶρο ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς στὸν Λιουτπράνδο τῆς Κρεμόνας καὶ τὸ ὁποῖο δὲν ἐκτίμησε καθόλου ὁ πικρόχολος αὐτὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν «καθυστερημένη» Δύση.
    Ὁτιδήποτε μποροῦσε νὰ καταστήσει τὸ φαγητὸ νόστιμο ὀνομάζονταν ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς «ἥδυσμα» ἢ «ἄρτυμα». Ἀνάμεσα στὰ ἀρτύματα κυρίαρχη θέση εἶχε τὸ λάδι, τὰ λίπη, τὸ σκόρδο, τὰ γαλακτοκομικά, τὸ ξίδι καὶ οἱ σάλτσες. Ἀπὸ τὰ καρυκεύματα συνηθισμένα ἦταν ἡ ρίγανη, ὁ δυόσμος, τὸ πιπέρι, τὸ σέλινο, τὸ πράσο, ὁ ἄνηθος, τὸ δενδρολίβανο καὶ τὸ κύμινο. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσαν καὶ πιὸ ἐξωτικὰ καρυκεύματα, ὅπως ἡ κανέλα καὶ τὸ μοσχοκάρυδο. Ἀπὸ τὸ σινάπι, μάλιστα, ἐφτίαχναν ἕνα εἶδος μουστάρδας, ποὺ συνόδευε τὰ ψάρια καὶ τὰ ἀλλαντικά. Τέλος, ὡς ἐξαιρετικὸ ἥδυσμα οἱ Βυζαντινοὶ θεωροῦσαν τὸν κρόκο (ζαφορά).
Ἐπιδόρπια, κρασὶ καὶ ἄλλα ποτὰ
    Βασικὸ συμπλήρωμα τῆς διατροφῆς ἦταν τὰ φροῦτα (μῆλα, ἀχλάδια, σῦκα ξερὰ καὶ φρέσκα, κεράσια, σταφύλια, πεπόνια κ.ἄ.), καθὼς κι οἱ ξηροὶ καρποὶ (καρύδια, ἀμύγδαλα, φουντούκια). Τέλος, ὡς ἐπιδόρπια (ἐπιδεῖπνα ἢ δούλκια) εἶχαν διάφορα γλυκίσματα. Κύριο γλυκαντικὸ μέσο ἦταν τὸ μέλι. Γνωστὰ γλυκίσματα τῆς ἐποχῆς εἶναι ὁ σησαμοῦς (παστέλι), ἡ μουστόπιτα (μουσταλευριά), τὸ κυδωνᾶτον (κυδωνόπαστο), διάφορα γλυκὰ κουταλιοῦ, καθὼς κι ἔνα ειδος τηγανίτας (τὸ λάγανον ἢ λαλλάγγι). Ἕνα γλύκισμα (κοπτοπλακοὺς) μὲ φύλλα ζύμης, ἀμύγδαλα, καρύδια καὶ μέλι μοιάζει νὰ εἶναι ὁ πρόγονος τοῦ μπακλαβά.
    Οἱ Βυζαντινοὶ ἀγαποῦσαν, ἐπίσης, τὸ κρασὶ κι εἶχαν μία μεγάλη ποικιλία. Τὸ κάθε κρασὶ ἀναφερόταν μὲ τὸ ὄνομα τῆς περιοχῆς ἀπ’ ὅπου προερχόταν. Ἀναμείγνυαν παλαιὸ κρασὶ μὲ μέλι καὶ πιπέρι κι ἐφτίαχναν τὸ «κονδίτον». Ἄλλα ἀλκοολοῦχα ποτὰ ἦταν ὁ «μηλίτης», ὁ «μυρτίτης», ὁ «ἀπίτης», ὁ «φοινικίτης» κ.λπ. Γνώριζαν τὴν μπίρα, ἀλλὰ ἔφτιαχναν καὶ μία σειρὰ ἄλλα ποτὰ μὴ ἀλκοολοῦχα, ὅπως ἀπὸ ἐκχύλισμα ἀμυγδάλων, μελίγαλα, ροδόμελι, κ.λπ.
Κάποιες βυζαντινὲς συνταγές
    Μονόκυθρον: Μαγειρεύονταν ἀπὸ διάφορα παστὰ ἢ καὶ φρέσκα ψάρια, μαζὶ μὲ κομμάτια διάφορων τυριῶν, ἀβγὰ καὶ λάχανο, μέσα σὲ λάδι μὲ πιπέρι καὶ σκόρδα.
    Μυττωτόν: Ἦταν ψιλοκομμένες σκελίδες σκόρδου, ἀναμεμειγμένες μὲ λάδι καὶ πολτὸ μαύρης ἐλιᾶς.
    Γάρος (σάλτσα): Ἀναμειγνύονταν μικρὰ ψάρια, ἐντόσθια, βράγχια κι αἷμα ψαριῶν μὲ ἁλάτι. Προσέθεταν πιπέρι καὶ παλιὸ κρασί. Σιγόβραζαν τὸ μεῖγμα γιὰ ἀρκετὲς ὧρες ἢ τὸ ἄφηναν νὰ «ζυμωθεῖ» στὸν ἥλιο γιὰ 2-3 μῆνες. Ὁ γάρος σερβίρονταν ἀναμεμειγμένος μὲ λάδι (ἐλαιόγαρος) ἢ μὲ νερὸ (ὑδρογάρος) ἢ μὲ κρασὶ (οἰνόγαρος) ἢ μὲ ξίδι.  
    Ἐκζεστὰ ψάρια σὲ «λευκὸ ζωμό»: Ἔβραζαν μεγάλα ψάρια, ὅπως συναγρίδες, φαγκριὰ ἢ καὶ χάνους σὲ ζωμὸ ἀπὸ νερό, ἀρκετὸ λάδι, λίγο ἄνηθο καὶ πράσο. Στὸ τέλος, ἔριχναν τὸ ἁλάτι.
    Κρασάτον ἢ ξιδάτον λαγομαγείρευμα: Οἱ Βυζαντινοὶ ἀγαποῦσαν νὰ μαγειρεύουν τὸν λαγὸ μέσα σὲ κόκκινο κρασὶ ἢ σὲ ξίδι, μὲ τὴν προσθήκη πιπεριοῦ, γαριφάλου καὶ νάρδου (βαλεριάνα). Γιὰ νὰ ἐνισχύσουν τὴ γεύση, προσέθεταν κατὰ τὸ μαγείρεμα καὶ λίγο χοιρινὸ κρέας.
    Φάβατα: Ἔβραζαν σὲ νερὸ ξερὰ κουκιά, μέχρι νὰ μποροῦν νὰ τὰ διαλύσουν, ἀνακατεύοντας τὰ μὲ μία ξύλινη κουτάλα. Προσέθεταν λάδι κι ἁλατοπίπερο.
   Ὄρνις μονθυλευτή: Ἄφηναν ἕνα κοτόπουλο γιὰ λίγες ὧρες σὲ κρασὶ ἢ ξίδι, μὲ διάφορα καρυκεύματα (πιπέρι, γαρύφαλλο, κανέλα, μοσχοκάρυδο). Μετὰ τὸ παραγέμιζαν μὲ ψῖχα ψωμιοῦ, ἀμύγδαλα καὶ ἄλλα καρυκεύματα. Συχνά, προσέθεταν σταφίδες, κουκουνάρια καὶ ψιλοκομμένα μανιτάρια. Σιγόβραζαν τὸ κοτόπουλο σὲ κρασὶ ἢ τὸ ἔψηναν στὸ φοῦρνο μέσα σ΄ ἕνα καλὰ κλεισμένο πήλινο σκεῦος, ἀφοῦ τὸ ἄλειφαν καλὰ μὲ βούτυρο.  
    Ἀμανίται: Ἔκοβαν φέτες μανιτάρια καὶ τὰ ἁλατοπιπέρωναν καὶ στὴ συνέχεια τὰ τηγάνιζαν μὲ φέτες ἀχλαδιοῦ. 
    Σφουγγᾶτον: Ἔτριβαν ἕνα κρεμμύδι καὶ τὸ τσιγάριζαν στὸ τηγάνι. Προσέθεταν μυρωδικὰ καὶ στὸ τέλος τὰ ἀβγά.

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%83-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%83-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF/

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Καὶ ὅμως! Ἡ Ῥωμανία ζεῖ. Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ

Καὶ ὅμως! Ἡ Ῥωμανία ζεῖ

Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ

Τὸν 4ο αἰ. μ.Χ. ἐμφανίζεται ἕνα ὁλότελα νέο κρατικὸ μέγεθος στὴν Ἱστορία καὶ μαζί του γεννιέται ἕνας νέος κόσμος. Εἶναι ἡ αὐτοκρατορία τῆς Ν. Ρώμης ἢ ὅπως ὀνομάζεται ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. ἡ Ρωμανία.
Στὰ ὅρια τῆς ἀνανεώσεως τῆς αὐτοκρατορίας ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μεταφέρει τὴν πρωτεύουσα (τὴν Παλαιὰ Ρώμη, ἑλληνικὴ πόλη καὶ αὐτή) στὴν Ἀνατολή.
Γι᾽ αὐτὸ ἡ Νέα Ρώμη θὰ ὀνομασθεῖ πρὸς τιμή του καὶ Κωνσταντινούπολη. Ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία μεταστοιχειώνεται σὲ «ἐπώνυμον τοῦ Χριστοῦ Πολιτείαν». Διαμορφώνεται συνάμα μία νέα συνείδηση καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία. Εἶναι ἡ νέα αὐτοκρατορικὴ ἰδέα γιὰ τὴν προοδευτικὴ ἐνσωμάτωση ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Οἰκουμένης στὴν χριστιανικὴ Πίστη.
Τὰ στηρίγματα τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία, ὁ Χριστιανισμὸς ὡς πατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα (γλώσσα, πολιτισμός, παιδεία). Αὐτὸ ἐκφράζει τὸ γνωστὸ τροπάριο τῆς Ἁγίας Κασσιανῆς: «Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται, καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν».
Ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο ὅλης τῆς αὐτοκρατορίας καὶ αὐτὸ ἀλλοιώνει ἡ αἵρεση, ποὺ δὲν εἶχε μόνο θεολογικό, ἀλλὰ καὶ πολιτικὸ χαρακτήρα. Κύριο στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ ἁρμονικὴ ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) στὴν ὑπερεθνικότητα. Τὸ φυλετικὸ στοιχεῖο δὲν ἔθιγε τὴν ἑνότητα στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἀληθινοὶ ἡγέτες, ἄλλωστε, ἦσαν οἱἍγιοι καὶ τὸ ὑπέρτατο ἰδανικὸ δὲν ἦταν ἡ πολιτικὴ δύναμη ἢ ἡ κοσμικὴ σοφία, ἀλλὰ ἡ ἁγιότητα, ὡς θέωση.
Γι᾽ αὐτὸ ἡ μελέτη τοῦ «Βυζαντίου»/Ρωμανίας χωρὶς γνώση τῆς θεολογίας εἶναι ἀδύνατη. Καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ ἑλληνικό- τητα (γλώσσα, παιδεία, πολιτισμός).Ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ (6ος αἰ.) μέχρι τὸν Ἡράκλειο (7ος αἰ.) ἐξελληνίζεται καὶ ἡ κρατικὴ διοίκηση (Νεαρές). Ἡ Λατινικὴ γλώσσα ὑποχωρεῖ (στὴνἈνατολή) καὶ στὴ διγλωσσία τῆς αὐτοκρατορίας (Λατινικὰ καὶ Ἑλληνικά) τὸ βάρος πέφτει στὰ ἑλληνικά.
Ἡ ὑπερεθνικὴ ἕνωση μέσα στὴν Ὀρθοδοξία ὁδηγεῖ στὸ οἰκουμενικὸ ἔθνος (“ἔθνος ἅγιον”, Α´ Πέτρ. 2, 9). τὸ «Γένος τῶνΡωμαίων», τῶνὈρθοδόξων πολιτῶν τῆς αὐτοκρατορίας, μία χριστιανικὴ κοινοπολιτεία μὲ ἀπόλυτο κέντρο τὴν Ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγια – Σοφιᾶς.

Εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ συγγένεια ἢ παγγένεια τῶν Πολιτῶν τῆς Ν. Ρώμης, Ρωμαίων, Νέο–Ρωμαίων (ἀπὸ τὴν Πόλη) καὶ ἁπλούστερα Ρωμηῶν. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐθεμελίωσε τὴν ἔννοια τοῦ Γένους, ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα θὰ ἐπιβιώσει καὶ μετὰ τὶς δύο ἁλώσεις (φραγκικὴ τοῦ 1204 καὶ ὀθωμανικὴ τοῦ 1453).
Ἡ ἑνιαία ὅμως οἰκουμενικὴ συνείδηση τῶν Ρωμηῶν (ὀρθοδόξων πολιτῶν τῆς Νέας Ρώμης) θὰ ὑπονομευθεῖ ἀπὸ τὴν φραγκικὴ προπαγάνδα γιὰ τὸν ἐκδυτικισμό τους. Ταύτιση τῆς ἐθνικότητας μὲ τὴ γλώσσα δὲν γνωρίζει ἡ Ρωμανία. Αὐτὸ ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τοὺς δυτικοευρωπαίους τὸν 19ο αἰώνα. Τὸ εὐρωπαϊκὸ σκάνδαλο ὅμως δὲν ἀπουσιάζει, ποὺ ἀνατρέπει αὐτὴ τὴν νοοτροπία!
Οἱ Ἑλβετοὶ μιλοῦν τρεῖς γλῶσσες, γαλλικὰ – γερμανικὰ – ἰταλικά, ἀλλὰ ἐθνικὰ εἶναι μόνο Ἑλβετοί. Τὰ ρωμαίϊκα (ἁπλὰ ἑλληνικὰ) ἦταν ἡ κοινὴ γλώσσα τῆς αὐτοκρατορίας μέχρι τὸν 19ο αἰώνα καὶ ἐξασφάλιζαν τὴν ἑνότητά της. Μὲ τὴν κοινὴ πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν κοινὴ Λατρεία, τὴν κοινὴ πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὴν κοινὴ κανονικὴ τάξη συνεχίσθηκε ἡ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας, χωρὶς νὰ καταργοῦν ται οἱ ἐθνικὲς ταυτότητες (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ὑπερεθνικότητα.

Ὁ ἐθνικισμὸς ὡς φυλετισμός, μὲ τὸν τονισμὸ τῆς ἐθνικότητας, θὰ ἀναπτυχθεῖ μετὰ τὸ 1204 καὶ θὰ κορυφωθεῖ τὸν 19ον αἰώνα. Ἡ ἐθνικὴ (ἐθνικιστικὴ) ἰδέα θὰ καλλιεργηθεῖ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα (διαφωτισμός, σχολικὴ ἐκπαίδευση). Ἔτσι θὰ προκύψουν οἱ βαλκανικοὶ ἐθνικισμοὶ μὲ ἄμεση συνέπεια τὰ ἐκκλησιαστικὰ αὐτοκέφαλα (διάλυση τῆς ρωμαίϊκης ἑνότητας), διάλυση τῆς ἐθναρχίας καὶ τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης, ποὺ συνεχιζόταν σ᾽ αὐτή.
Τὸ 1872 πανορθόδοξη σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη καταδικάζει τὸν «ἐθνοφυλετισμό» (τὴν εἴσοδό του στὴν Πίστη) ὡς αἵρεση. Ἡ ἑνότητα τῆς Ρωμανίας καὶ ἡ συνέχεια τῆς οἰκουμενικῆς ρωμαίϊκη ἰδέας ἐξασφαλίζεται στὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας, ποὺ δὲν ἀκολούθησε τὶς τύ- χες καὶ περιπέτειες τῆς κρατικῆς δικαιοδοσίας.
Ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, ὅταν καὶ ὅπου κυριαρχεῖ τὸ πατερικὸ φρόνημα, μένει πάντα πιστὸς στὴν ἐν Χριστῷ οἰκουμενι- κότητα καὶ πανενότητα τῶν Ρωμαίων – Ρωμηῶν – Ὀρθοδόξων. Ὅπου ὅμως ἐπικρατεῖ τὸ κοσμικὸ φρόνημα, ἐκεῖ ὑπερισχύει ἕνας νοσηρὸς ἐθνικισμὸς (φυλετισμός). Μὲ τὴν ἐπιβίωση τῶν ἐθναρχιῶν τῶν κατακτη μένων ἐδαφῶν της ἡ Ρωμανία (αὐτοκρατορία) ζεῖ:
Ἐθναρχία τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου, τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν τῶν ἐθναρχικῶν κέντρων ἔσωσε καὶ σώζει καὶ ἐδαφικὰ – δικαιοδοσιακὰ τὴν παλαιὰ γεωγραφικὴ ἔκταση τῆς Ρωμανίας.
Ἡ διάσωση δὲ καὶ συνέχεια τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων καὶ τῆς πατερικότητος τοῦ φρονήματος σώζει καὶ πνευματικὰ τὴν Ρωμανία, εἰς πεῖσμα τῶν καιρῶν καὶ τῶν ὁποιωνδήποτε ἀλλαγῶν τους. Αὐτὸ διεκήρυσσε σθεναρὰ ὁ μακαριστὸς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Καὶ εἶχε δίκιο!

 Ὀρθόδοξος Τύπος άρ. φύλ. 1976  23 Μαΐου 2013

 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/05/blog-post_5612.html

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Ανακοίνωση συνεδρίου: «Αντανακλάσεις Ταυτότητας: Ελληνική Φιλοσοφία και Πολιτισμός από το ‘Βυζάντιο’ μέχρι την Ελλάδα της Κρίσης»

Ανακοίνωση συνεδρίου:
«Αντανακλάσεις Ταυτότητας: Ελληνική Φιλοσοφία και Πολιτισμός από το ‘Βυζάντιο’ μέχρι την Ελλάδα της Κρίσης»
12 Ιουνίου 2013, Βερολίνο Γερμανίας

Το Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Σύλλογος Ελλήνων Φοιτητών Βερολίνου και το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού (Παράρτημα Βερολίνου) συνδιοργανώνουν το διεθνές συνέδριο «Αντανακλάσεις Ταυτότητας: Ελληνική Φιλοσοφία και Πολιτισμός από το ‘Βυζάντιο’ μέχρι την Ελλάδα της Κρίσης», το οποίο θα λάβει χώρα την Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013 στην κεντρική αίθουσα του παραρτήματος Βερολίνου του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού (Wittenbergplatz 3a, 2ος όροφος, 10789 Βερολίνο Γερμανίας). Επίσημες γλώσσες του Συνεδρίου είναι η αγγλική, η γερμανική και η ελληνική.
Το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας, ιδιαίτερα της νεοελληνικής, παραμένει πάντοτε ανοικτό. Η επικαιρότητα των τελευταίων ετών αναμόχλευσε ακριβώς αυτό το ερώτημα, το ερώτημα για το «τί είναι τελικά ο Νεοέλληνας». Με αυτό το συνέδριο επιχειρείται να αντιμετωπισθεί η επικαιρότητα αυτού του ερωτήματος ως ευκαιρία εγχειρήματος απαντήσεώς του.
Ερευνώντας τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις που κατεγράφησαν στην ελληνική γλώσσα από το «Βυζάντιο», τον πολιτισμό της Νέας Ρώμης – Κωνσταντινούπολης, έως σήμερα στο νέο ελληνικό κράτος, αλλά και μέσα από τα ευρύτερα πολιτισμικά «χνάρια» αυτής της περιόδου από την λογοτεχνία μέχρι την πολιτική, το συνέδριο θα επιχειρήσει να συλλαβίσει σχεδίασμα απάντησης σε αυτό το ερώτημα. Ευπρόσδεκτες είναι οι ανακοινώσεις από τους χώρους της φιλοσοφίας, της βυζαντινής και νεοελληνικής λογοτεχνίας, της θεολογίας, της ιστορίας των ιδεών, αρκεί να συνδέονται ευκρινώς με την κυρίως θεματική του συνεδρίου και να συνεισφέρουν σ’ αυτήν, ήτοι την ψηλάφηση ταυτότητας της νεώτερης Ελλάδας.
Στο συνέδριο θα μιλήσουν ως προσκεκλημένοι ομιλητές ο ομ. Καθ. Χρήστος Γιανναράς (Πάντειος, Αθήνα), ο Καθ. Jürgen Pelzer (Oxy, Los Angeles), ο επικ. Καθ. Ηλίας Παπαγιαννόπουλος (Πανεπιστήμιο Πειραιώς), οι επικ. Καθ. Γεώργιος Στείρης και Γεώργιος Αραμπατζής (ΕΚΠΑ) και άλλοι.
Εγγραφή – Κατάθεση προτεινόμενων ανακοινώσεων (Registration Call for Papers)
Καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να καταθέσουν προτάσεις ανακοινώσεων διαρκείας έως είκοσι λεπτών (1.800-2.200 λέξεων) από τους χώρους της φιλοσοφίας, τηςβυζαντινής και νεοελληνικής λογοτεχνίας, της ιστορίας των ιδεών, τηςθεολογίας, αρκεί να αφορούν την ελληνόφωνη πνευματική παραγωγή της περιόδου 330 μ.Χ.-2013 μ.Χ. και να συνδέονται ευκρινώς με την βασική θεματική του συνεδρίου και να συνεισφέρουν σ’ αυτήν, ήτοι την ψηλάφηση ταυτότητας της νεώτερης Ελλάδας, με βάση την κάτωθι διαδικασία:
1. Παρακαλώ καταθέστε μια περίληψη/abstract 200-400 λέξεων μέχρι την Κυριακή 31 Μαρτίου στην αγγλική, γερμανική ή ελληνική γλώσσα στην ηλεκτρονική διεύθυνση gsvberlin {παπάκι} gmail {τελεία} com με αναγραφόμενο θέμα ABSTRACT.
2. Μέχρι την Κυριακή 7 Απριλίου θα έχετε λάβει απάντηση σχετικά με το αν η πρότασή σας έγινε δεκτή για παρουσίαση στο συνέδριο. Στην περίπτωση που γίνει δεκτή, πρέπει εντός μίας εβδομάδος να εγγραφείτε στο συνέδριο καταβάλλοντας 80 Ευρώ σε λογαριασμό που θα σας ανακοινωθεί.
3. Ακολούθως πρέπει να καταθέσετε την ίδια την ανακοίνωσή σας στην αγγλική ή γερμανική και στην ελληνική γλώσσα στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση μέχρι την Κυριακή 19 Μαΐου 2013.
4. Στην περίπτωση που επιθυμείτε να παρακολουθήσετε το συνέδριο χωρίς δική σας εισήγηση/ανακοίνωση, παρακαλείστε να καταβάλετε το ποσό των 80 Ευρώ για τα οργανωτικά έξοδα του συνεδρίου μέχρι την Κυριακή 12 Μαΐου 2013 σε λογαριασμό που θα σας ανακοινωθεί κατόπιν αιτήματός σας.
Έχει προγραμματιστεί η έκδοση συλλογικού τόμου βασισμένου στο συνέδριο, στην αγγλική και γερμανική γλώσσα στην Γερμανία και στην ελληνική γλώσσα στην Ελλάδα.
Στο κόστος συμμετοχής των 80 Ευρώ συμπεριλαμβάνεται η εγγραφή, η προσφορά καφέ καθ’ όλη τη διάρκεια του συνεδρίου καθώς και το δείπνο του συνεδρίου στο τέλος της ημέρας. Δεν περιλαμβάνεται η στέγαση.
Επιστημονική και Οργανωτική Επιτροπή του Συνεδρίου:
Γεώργιος Αραμπατζής (επικ. καθ. Βυζαντινής Φιλοσοφίας – ΕΚΠΑ)
Γεώργιος Στείρης (επικ. καθ. Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας – ΕΚΠΑ)
Σωτήρης Μητραλέξης (υπ. Δρ. Φιλοσοφίας – Freie Universität Berlin)
 http://www.antifono.gr/portal/-topmenu-49/259-o%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%A3%CF%85%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/4269-%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%AF%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%AF%CE%BF%CF%853a-c2ab%CE%91%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%A4%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%823a-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-e28098%CE%92%CF%85%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BFe28099-%CE%BC%CE%AD%CF%87%CF%81%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%9A%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%82c2bb.html

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Αναβίωση του Βυζαντίου στην Κωνσταντινούπολη ζητά Τούρκος αρθρογράφος. Νίκος Χειλαδάκης

Αναβίωση του Βυζαντίου στην Κωνσταντινούπολη ζητά Τούρκος αρθρογράφος

 Νίκος Χειλαδάκης - Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

Με ένα πραγματικά καταπληκτικό άρθρο ο Τούρκος αρθογράφος της εφημερίδας Sabah, Hasan Bülent Kahraman, στο κυριακάτικο της φύλο της 6 Ιανουαρίου, αφού κάνει μια μακρά περιγραφή της μεγάλης βυζαντινής κληρονομιάς της Κωνσταντινούπολης, ζητεί με ξεκάθαρο τρόπο την επαναφορά και αναβίωση αυτής της κληρονομιάς που σήμερα είναι καλυμμένη κάτω από τους μουσουλμανικούς σοβάδες που καλύπτουν τους τοίχους των εκκλησιών που έγιναν τζαμιά.

Ο Hasan Kahraman αρχίζει το άρθρο του κάνοντας εκτενή αναφορά στην μονή του Παντοκράτορος και στην εκκλησία της Παμμακάριστου που σήμερα είναι το Fethiye τζαμί. Ενώ το βυζαντινό αυτό περίτεχνο κτίσμα πριν από 20 χρόνια ανακηρύχτηκε από την UNESCO σαν παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, ο Kahraman κατηγορεί τις τουρκικές πολιτιστικές αρχές ότι δεν έκαναν τίποτα από τότε για να αξιοποιήσουν αυτό το θαυμάσιο βυζαντινό μνημείο με τόσο μεγάλη παγκόσμια προβολή.
Σήμερα, όπως παραδέχεται Τούρκος αρθογράφος, ζούμε σε μια Κωνσταντινούπολη όπου κυριαρχούν τα ισλαμικά σύμβολα αλλά στο υπόβαθρο αυτής της προαιώνιας πόλης υπάρχει μια τεράστια βυζαντινή πολιτική κληρονομιά, την οποία σκεπάζουν τα σύγχρονα μνημεία και την οποία αγνοούμε. –Που είναι αυτός ο Βυζαντινός πολιτισμός ; αναρωτιέται με θλίψη, -Που είναι το  Βυζάντιο ; το οποίο,  όπως παραδέχεται, έχει γίνει το αντικείμενο μελέτης για την συμβολή του στον παγκόσμιο πολιτισμό από Ευρωπαίους και Αμερικανικούς, αλλά αγνοείτε σκόπιμα από τους σημερινούς κατοίκους της Πόλης.

Συνεχίζοντας ο Hasan Kahraman στο εκπληκτικό αυτό άρθρο που δείχνει για άλλη μια φορά την ψυχική αναζήτηση των σημερινών Τούρκων στο βυζαντινό παρελθόν πάνω στο οποίο ζουν και κινούνται, κάνει έκκληση στις τουρκικές αρχές να επέμβουν στις εκκλησίες της Παμμακάριστου που είναι Fethiye τζαμί, στο Fenari İsa Camisi  και στο Kalenterhane Camisi που είναι η βυζαντινή εκκλησία της Θεοτόκου Κυριότητας και να τα μετατρέψουν από τζαμιά σε μουσεία. Σαν πρώτο σημαντικό βήμα στην ανάδειξη της βυζαντινής πολιτιστικής τους κληρονομιάς, προτείνει να βγάλουν τους σοβάδες που καλύπτουν τους τοίχους αυτών των τζαμιών για να αποκαλυφτούν τα υπέροχα, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, βυζαντινά  μωσαϊκά που κρύβονται εξ αιτίας της χρήσης αυτών των χωρών σαν τόπους ισλαμικής λατρείας.

Όπως γράφει με χαρακτηριστικό τρόπο,  «ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατέλαβε την πόλη και στην συνέχεια κάναμε τις βυζαντινές εκκλησίες τζαμιά, βγάλαμε τις εικόνες και σκεπάσαμε τα ψηφιδωτά καταργώντας έτσι την βυζαντινή πολιτιστική κληρονομιά που επί αιώνες άνθησε στην Κωνσταντινούπολη». Η αναβίωση του Βυζαντίου στην Κωνσταντινούπολη, συμπεραίνει ο Hasan Kahraman, δεν αντιτάσσετε στην ισλαμική παρουσία στην βασιλεύουσα και παράλληλα θα συμβάλλει στην πολιτιστική ανάδειξη και παγκόσμια προβολή της Πόλης
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_2697.html

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Ο Δικέφαλος Αετός έχει «κατακτήσει» την σύγχρονη Τουρκία. Νίκος Χειλαδάκης

Ο Δικέφαλος Αετός έχει «κατακτήσει» την σύγχρονη Τουρκία

Νίκος Χειλαδάκης - Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

Το προαιώνιο σύμβολο της Ορθοδοξίας και της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, (Βυζαντίου), ο Δικέφαλος Αετός, (που όπως είναι γνωστό είναι σήμερα το έμβλημα στην σημαία πολλών ορθοδόξων χωρών όπως η Ρωσία, Σερβία ακόμα και η Αλβανία), όσο και αν αυτό εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξο, κυριαρχεί στην σύγχρονη Τουρκία αναβιώνοντας μια αίσθηση  Ρωμιοσύνης η οποία ξαναζεί μέσω αυτού του συμβόλου στην ιστορική της περιοχή, δηλαδή στην σημερινή Μικρά Ασία.

Ο Δικέφαλος Αετός  εμφανίζεται σήμερα στην Τουρκία σαν το κυρίαρχο σύμβολο σε πάρα πολλά ιδρύματα, ιστορικούς δήμους, αεροδρόμια,  ιστορικά μνημεία με ισλαμική απόχρωση, ακόμα και στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο Δικέφαλος Αετός είναι  το έμβλημα της πιο ιστορικής για τους Τούρκους πόλης της Μικράς Ασίας, της πρωτεύσας των Σελτζούκων, το Ικόνιο.
Επίσης είναι  και το σήμα της «Konyaspor»,  δηλαδή της αθλητικής ένωσης και της ποδοσφαιρικής ομάδας του Ικονίου, αλλά και της Διεύθυνσης Ασφαλείας της πόλεως.

Ο Δικέφαλος Αετός είναι το έμβλημα-σύμβολο της μεγάλης Δεύτερης Τουρκικής Στρατιάς, της στρατιάς που έχει σαν επιχειρησιακό της τομέα την νοτιανατολική Τουρκία όπου διεξάγονται οι μάχες με τους Κούρδους αντάρτες, ενώ την τελευταία περίοδο έχει την εποπτεία των τουρκοσυριακών συνόρων που έχουν γίνει εστία μεγάλης έντασης εξ’ αιτίας του εμφυλίου στη Συρία.
Το γεγονός αυτό και μόνο, δείχνει πως η παράδοση αυτού του ιστορικού βυζαντινού εμβλήματος έχει περάσει και στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις με όλη την συμβολική σημασία αυτής της  εμφάνισης. Επίσης το σύμβολο του νέου μεγάλου και υπερσύγχρονου αεροδρομίου του Ερζερούμ, που δεσπόζει στην ανατολική Τουρκία, είναι ο Δικέφαλος Αετός.
Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό πως ο ίδιος ο δήμαρχος του Ερζερούμ, ο Ahmet Küçükler, έχει δηλώσει πως το έμβλημα του αεροδρομίου της πόλης του, ο Δικέφαλος Αετός, το «Çift Başli Kartal», είναι τόσο μεγάλο, ώστε είναι ορατό ακόμα και από δορυφορικές λήψεις. Δηλαδή το λάβαρο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, δεσπόζει μέσω των Τούρκων ακόμα και στις εσχατιές  της σημερινής Τουρκίας.

Πέραν αυτών των πολύ ενδεικτικών και χαρακτηριστικών παραδειγμάτων όπου δεσπόζει ο Δικέφαλος Αετός, το ιστορικό σήμα και έμβλημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εμφανίζετε παράλληλα και σε μια σειρά πολιτιστικών και άλλων ιδρυμάτων σε όλη σχεδόν την τουρκική επικράτεια.
Το φαινόμενο αυτό σίγουρα γεννά πολλά ερωτήματα, καθώς η αναβίωση ενός καθαρά βυζαντινού εμβλήματος στην σημερινή Τουρκία σίγουρα δεν συνάδει με την σημερινή  κυρίαρχη ιδεολογία που είναι ο νεοοθωμανισμός και η ισλαμική ημισέληνος.
Έτσι, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέραμε,  ο Δικέφαλος Αετός είναι το έμβλημα του «Selçuk Üniversitesi», δηλαδή του κλασικού πανεπιστημίου του Ικονίου, των πολιτιστικών εκδόσεων της μεγάλης «Τράπεζας   Εργασίας» της Τουρκίας, της «Türkiye İş Bankası» και του «Τουρκικού  Ινστιτούτου Πολιτιστικών Ερευνών», «Türk Kültürünü Araştırma Enstitüsü».

Δεσπόζει   και σε ιστορικά μνημεία, γεγονός που δείχνει και μια σημαντική ιστορική διάσταση στο σύμβολο αυτό. Ο Δικέφαλος Αετός εμφανίζεται ανάγλυφος στην κεντρική μεγάλη πύλη του ιστορικού τζαμιού της πόλης, Divriği, στην περιοχή της Σεβάστειας, «Divriği ulu camii Çift başlı kartal»,  στον τουρμπέ, (μνημείο),  του Χατζή Μπεκτάς στην Καππαδοκία, «Hacı Bektaş Türbesi» και στον ιστορικό πύργο, βυζαντινής κατασκευής, στο Ντιαρμπακίρ της νοτιοανατολικής Τουρκίας.

Είναι γνωστό πως το ιστορικό αυτό έμβλημα ήταν κτήμα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήδη από τον δέκατο αιώνα και συμβολίζει την οικουμενική αυτοκρατορία που κυριαρχεί σε Ανατολή και τη Δύση. Κατά καιρούς είχε εμφανιστεί σποραδικά και σε διάφορες περιοχές της χριστιανικής Ανατολής.
Μετά την μάχη του Μανζτικέρτ, το 1071, όταν αιχμαλωτίστηκε ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Διογένης,  έπεσε στα χέρια των Τούρκων όλη η αυτοκρατορική σκηνή με τις βασιλικές σημαίες που είχαν  έμβλημα τους τον Δικέφαλο Αετό.
Το έμβλημα αυτό, όπως αναφέρουν οι τουρκικές ιστορικές πηγές, εντυπωσίασε και καταγοήτευε τον Σελτζούκο ηγεμόνα, Αλπ Αρσλάν. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, ο Δικέφαλος Αετός έγινε το οικόσημο της οικογένειας των Κομνηνών.
Η αυτοκρατορία της Νίκαιας, αλλά και η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στην πρώτη της περίοδο, είχαν σαν έμβλημα τους τον Δικέφαλο Αετό. Μετά την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους,  το 1261, καθιερώνεται ο Δικέφαλος Αετός με τις δυο κορώνες σαν το έμβλημα της αυτοκρατορίας.
Τότε στην Τραπεζούντα «χάνει» το ένα κεφάλι του και παραμένει ο Αετός της Τραπεζούντας. Αυτό είναι και το σημερινό έμβλημα της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας. Εκτός από τους Κομνηνούς είχαν σαν οικόσημο τον Δικέφαλο Αετό οι Κατακουζηνοί, Δούκας, Λάσκαρης, Παλαιολόγοι, Βατατζής. Χαρακτηριστικό της μεγάλης παράδοσης του Δικέφαλου Αετού είναι   ότι μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα οι χωρικοί της Ανατολικής Θράκης, που βρίσκεται εγγύς της Κωνσταντινούπολης, φόραγαν γιλέκο με κεντητό Δικέφαλο Αετό και είχαν κοσμήματα που τα ονόμαζαν Σταυραετούς.
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/10/blog-post_5890.html