Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΤΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ ΤΟΥ ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ


PROSFYGES
ΙΩΑΝΝΗ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
Θεολόγου-Εκκλησιαστικού Ιστορικού-Νομικού

 Επέτειος 90 ετών (1923-2013) από  την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης

Συμπληρώθηκαν εφέτος 90 συναπτά έτη από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης και την ολοκλήρωση της «Αναγκαστικής Ανταλλαγής) των πληθυσμών του Θρακικού Ελληνισμού. Έτσι, η επετειακή γραφή γυρίζει πίσω τις σελίδες της ιστορίας του Θρακικού Ελληνισμού, στην δίσεκτη εκείνη χρονιά του 1922.
Οι  αποφράδες  εκείνες  ημέρες του  Αυγούστου  και  του  Σεπτεμβρίου του 1922, του  «μαύρου  Σεπτεμβρίου), σφραγίστηκαν ανεξίτηλα  από  την  «μαρτυρική  άλωση» του  Μικρασιατικού  Ελληνισμού, ο οποίος ως «άδολον  αρνίον» κατεσφάγη στο βωμό της ακραίας  εθνικιστικής μανίας  και  της εφαρμογής  της νέας πολιτικής της αναδυόμενης πλέον κεμαλικής-μεταοθωμανικής Τουρκίας για εθνοκάθαρση των μη  μουσουλμανικώς μειονοτήτων, καθώς και στο βωμό  των πολιτικών και γεωστρατηγικών σκοπιμοτήτων των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων.
Παρά ταύτα, το τραγικό τέλος του ελληνισμού της «καθ’ ημάς Ανατολής» δεν είχε ακόμη συντελεσθεί. Αυτό το οριστικό τέλος επρόκειτο να έλθει με την λεγόμενη αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών του Θρακικού Ελληνισμού και συγκεκριμένα με τον ξεριζωμό των Ανατολικοθρακών Ελλήνων, κατά τον Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1922, ο οποίος ολοκληρώθηκε με τον ν αφανισμό και των εσχάτων εστιών του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης και μέχρι των προαστείων της Κωνσταντινουπόλεως, δια της εφαρμογής της Συνθήκης της Λωζάνης (1923), η οποία έθεσε και την «ταφόπλακα» της Ανατ. Θράκης. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο ιστορικός Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος: «οι ιθύνοντες του ελληνικού κράτους με την αδιαφορία που είχαν επιδείξει στα 1885, όταν ο βουλγαρικός στρατός προσάρτησε πραξικοπηματικά την Ανατολική Ρωμυλία, επέτρεψαν χωρίς κανένα λόγο και πάλι το 1922 και μόνο εξαιτίας των δυτικών πιέσεων και της ενδοτικής πολιτικής που ακολουθούσαν την αποκοπή του ανατολικοθρακικού Ελληνισμού από τις πατρογονικές εστίες».
Στο σημείο τούτο θα πρέπει να υπογραμμισθεί με έμφαση ότι η εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων προκλητική παραχώρηση της ελληνικής Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία προσλαμβάνει τραγικώτερη και οδυνηρότερη διάσταση, εάν αναλογισθεί κανείς ότι μέχρι τα τέλη του Ιουλίου του 1920 είχε καταληφθεί από τον προελαύνοντα νικηφόρο ελληνικό στρατό ολόκληρη η Ανατολική Θράκη εκτός μιας μικρής περιοχής ανατολικά της γραμμής Μηδείας-Τσατάλτζας και επιπλέον στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 είχε υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών, η οποία παραχωρούσε στην Ελλάδα ολόκληρη την Δυτική και Ανατολική Θράκη, μαζί με την Καλλίπολη και σχεδόν έως και την περιοχή της Τσατάλτζας.
Το  όνειρο όμως των  Ανατολικοθρακών  για  ελευθερία  δεν κράτησε  για  πολύ και  μετεβλήθη σε έναν εφιάλτη  ανείπωτου  πόνου λόγω του  επακολουθήσαντος εκπατρισμού και ξεριζωμού, ο οποίος επεβλήθη από τις Μεγάλες Δυνάμεις προς ικανοποίηση των απαιτήσεων της νικήτριας Τουρκίας και φυσικά προς εξυπηρέτηση των πολιτικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων τους πού ήταν ταυτισμένα κατ’ εκείνη την ιστορική περίοδο με την αναδυόμενη μεταοθωμανική-κεμαλική Τουρκία. Η δε τραγική ειρωνεία στον σχεδιασμό για την επιβολή της παραχωρήσεως της Ανατολικής Θράκης στην κεμαλική Τουρκία έγκειται στο ότι αυτή επετεύχθη χωρίς να παρεμποδισθεί από την ελληνική πλευρά, η οποία ούσα διπλωματικά απομονωμένη εδέχθη μοιρολατρικά τα αποφασισθέντα και επιβληθέντα από τις Μεγάλες Δυνάμεις, παρόλο που ο ελληνικός στρατός κατείχε την Ανατολική Θράκη δυνάμει της ισχύουσας ακόμη και τότε Διεθνούς Συνθήκης των Σεβρών (1920) και ενώ δεν είχε ηττηθεί από τους Τούρκους σε κάποια πολεμική αναμέτρηση επί των εδαφών της Ανατολικής Θράκης.
Τα  ολέθρια  γεγονότα όμως της  μικρασιατικής  καταστροφής  επηρέασαν  άμεσα  και  καταλυτικά την  ελληνική παρουσία στην Ανατολική  Θράκη και προμήνυαν την τραγική  μοίρα του Ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης. Ο συνωστισμός 80.000 προσφύγων εκ Μικράς Ασίας στην Ανατολική Θράκη προκαλούσε στους Ανατολικοθρακιώτες αισθήματα θλίψης, απόγνωσης και αγανάκτησης καλλιεργώντας παράλληλα κλίμα ηττοπάθειας, τρόμου και πανικού, επειδή ακριβώς έτρεμαν το ενδεχόμενο επανάληψης του φρικτού σκηνικού της Σμύρνης και στον θρακικό χώρο.
Ο Κώστας Γεραγάς ζώντας τα γεγονότα ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς υπογραμμίζει με έμφαση: «Μετά  την συμφοράν η χαρά των Μουσουλμάνων δυσκόλως ηδύνατο να αποκρυβή, επίστευον δε πλέον ακραδάντως εις επάνοδον της Τουρκίας. Δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία ότι οι Τούρκοι, ευκαιρίας διδομένης, θα εδεικνύοντο οίοι είνε. Τα επακολουθήσαντα κατά την εκκένωσιν γεγονότα διεπίστωσαν τούτο. Το ελληνικόν στοιχείον κατελείφθη υπό συγκινήσεως δια την συμφοράν και υπό αισθημάτων αγωνίας μετά τας αγρίας σφαγάς της Σμύρνης, μάλιστα δε πάντων οι πρόσφυγες, οι οποίοι μετά τόσας δοκιμασίας απώλεσαν την ευψυχίαν και εζήτουν να μεταφερθώσιν εις Μακεδονίαν. Η συγκίνησις, αν μη ο πανικός, των πρώτων ημερών ηδύνατο να διαλυθή, να παρέλθη, αν αποκαθίστατο η πεποίθησις του λαού επί τον στρατόν. Τούτο δεν συνέβαινε και περιττόν να επεκταθή κανείς περισσότερον εις πενθίμους σελίδας επί του ζητήματος».
Οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία), ύστερα από την απάνθρωπη στάση που επέδειξαν κυνικά έναντι της εθνοκαθάρσεως σε βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και παρά τις όποιες ασθενικές αντιδράσεις του Ελ. Βενιζέλου, απεφάσισαν να θυσιασθεί η Ανατολική Θράκη και να αποδοθεί στην Τουρκία, μέχρι την Ανδριανούπολη και τον Έβρο.
Τόπος των  συσκέψεων  μεταξύ των  εκπροσώπων των  Μεγάλων Δυνάμεων, της Τουρκίας και της Ελλάδος  είχαν ορισθεί τα Μουδανιά, όπου οι Έλληνες βουλευτές της Θράκης ως πληρεξούσιοι των Ανατολικοθρακών  πληροφορήθηκαν εμβρόντητοι τα περί της αναγκαστικής εκκενώσεως της Αν. Θράκης ολίγες ημέρες πριν από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου των Μουδανιών. Έτσι, στις 25 Σεπτεμβρίου/8 Οκτωβρίου 1922 ο Ελ. Βενιζέλος έστειλε από το Παρίσι προς την Γενική Διοίκηση Θράκης, το παρακάτω συγκλονιστικό τηλεγράφημα: «Ανακοινώσατε, παρακαλώ, τηλεγράφημα εις πληρεξουσίους Θράκης. Ανατολική Θράκη απωλέσθη ατυχώς δι’ Ελλάδα και επανέρχεται εις άμεσον κυριαρχίαν Τουρκίας, αποκλειομένης πάσης διαμέσου λύσεως, οία υπονοουμένη εις τηλεγράφημά Σας. Επί πλέον υποχρεούμεθα να εκκενώσωμεν από τούδε Θράκην. Ολόκληρος προσπάθειά μου στρέφεται πώς χάνοντες Θράκην να σώσωμεν εν μέτρω δυνατώ Θράκας. Γνωρίζετε ότι πάσαι αι εγγύσεις, ας συνθήκη Ειρήνης ηδύνατο να προΐδη και ας Τούρκοι θα εδέχοντο, ουδεμίαν ασφάλειαν πραγματικήν αποτελούσιν δια χριστιανούς και χαίρω, διότι επί τούτω συμφωνείτε εντελώς. Όσον τραγικόν και αν είνε, ανάγκη Θράκες να εγκαταλείψωσιν την γην, ην από τόσων αιώνων κατοικούσιν αυτοί και πρόγονοί των, δεν υπάρχει άλλο μέσον σωτηρίας δι’ αυτούς μετά την θριαμβευτικήν επιστροφήν των Τούρκων εις Ευρώπην. Κάμνω ό,τι δυνατόν, όπως επιτύχω, ίνα την αποχώρησιν των Ελληνικής Διοικήσεως μη επακολουθήση αμέσως επαναφορά Τουρκικής Διοικήσεως και χωροφυλακής, αλλά συμμαχικά στρατεύματα αναλάβωσι προσωρινώς διοίκησιν, ίνα δοθή καιρός εις θέλοντας εκ των κατοίκων να μετοικήσωσιν αποκομίζοντες την κινητήν περιουσίαν των…».
Στις 28 Σεπτεμβρίου / 11 Οκτωβρίου 1922 υπεγράφη τελικώς  στα  Μουδανιά μεταξύ των  συμμάχων η  στρατιωτική  συμφωνία, η  οποία  ετέθη σε ισχύ από τα μεσάνυκτατης 1/14 – 2/15 Οκτωβρίου. Η στρατιωτική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, με εξαίρεση την περιοχή της Καλλιπόλεως, θα έπρεπε να συντελεσθεί εντός προθεσμίας 15 ημερών και η έξοδος των ελληνικών πληθυσμών θα ολοκληρωνόταν μέσα σε 30 ημέρες μετά το πέρας της αποχωρήσεως του ελληνικού στρατού.
Εν προκειμένω, άξια ιδιαίτερης μνείας είναι η κρίση του Αλ. Μαζαράκη-Αινιάν, ο οποίος υπήρξε ο  άλλοτε ελευθερωτής της Θράκης και  ήταν απολύτως αντίθετος με το περί ανακωχής σχέδιο του Πρωτοκόλλου  των Μουδανιών. Γράφει λοιπόν ο Μαζαράκης-Αινιάν στα «Απομνημονεύματά» του: «κι αν υπήρχε μια μικρή πιθανότητα να διασωθεί η Ανατολοική Θράκη (παρά την κατάπτωση του ηθικού του ελληνικού στρατού και την αποδιοργάνωσή του), φρόντισαν, τόσο ο Ελ. Βενιζέλος στο Παρίσι όσο και η επαναστατική κυβέρνηση στην Αθήνα, να δώσουν τη χαριστική βολή γιατί αποδέχθηκαν αμέσως και μάλιστα την άμεση εκκένωσή της». Αυτή υπήρξε η απάντηση του Αλ. Μαζαράκη-Αινιάνος στο αυτό ερώτημα «Ηδυνάμεθα να σώσωμεν την Θράκην;».
Όταν πλέον η διπλωματία των ισχυρών έθεσε και επί χάρτου τις υπογραφές για τον πατρογονικό ξεριζωμό των αθώων Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, άρχισε η «Μεγάλη Έξοδος» μέσα σε κατάσταση απόλυτου πανικού και υπό το «σύνδρομο της ατάκτου φυγής». Γράφει σπαρακτικά λόγιος και φιλόμουσος θρακιώτης Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου: «Ένα λυπητερό και μουχρωμένο φθινόπωρο άφηναν οι Θράκες πανοικεί τους χρυσαφένιους κάμπους και τις απέραντες κοιλάδες, άφηναν τους θρακικούς δρυμώνες, τις λαγκαδιές και τα δάση τ’ απάτητα, άφηναν την τη γή των τριών χιλιετηρίδων του Γένους, όπου ανθοβολούσε η ελληνική σκέψη και προκοπή. Άφηναν τους παμπάλαιους τάφους των προγόνων και τις Εκκλησίες τους και έπαιρναν τον δρόμο της εξορίας. – Προς τα γεφύρια, ακούγεται πάντα η προσταγή, προς τα γεφύρια! Και ταξίδευαν όλοι προς τα γεφύρια. Μέρες από τ’ ακρογυάλια της Μαυροθάλασσας αφήνοντας πίσω τους την τρισευλογημένη γή της Θράκης. Την ατρύγητη θάλασσά τους οι Αγαθπολίτες, οι Βασιλικιώτες, οι Μηδειώτες – τη Μαυροθάλασσα».
Οι δυστυχείς Θράκες αναζητούσαν την σωτηρία τους μέσω της ατάκτου φυγής με κάρα και αραμπάδες, που όταν ακινητοποιούνταν λόγω των αθλίων καιρικών συνθηκών από τις πυκνές βροχοπτώσεις, οδηγούσαν τους απροστάτευτους επιβάτες τους σε βέβαιο θάνατο από τους ατάκτους ενόπλους Τούρκους. Κατά την διάρκεια της μαρτυρικής εξόδου συνέβαιναν θάνατοι και τοκετοί. Η πεζοπορία υπήρξε ένας εφιαλτικός και βασανιστικός γολγοθάς. Γέροι, μωρά και ασθενείς υπέκυπταν από τις κακουχίες.
Όπως γράφει με πόνο ψυχής  ο Κώστας Γεραγάς: «Δεν ήταν μόνο οι προσωπικές περιουσίες που χάνονταν, ήταν οι απέραντες και γόνιμες πεδιάδες, οι πράσινες θάλασσες των αμπελιών, τα πλούσια αρχοντόσπιτα, τα επιβλητικά κοινοτικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα ατέλειωτα θρακικά δημητριακά, των οποίων ενώ είχε παραχωρηθεί στην Εθνική Τράπεζα το προνόμιο της εξαγοράς μεγάλου μέρους τους, τελικά και εκείνα εγκαταλείφθηκαν σχεδόν όλα».
Ο δεύτερος τρόπος φυγής των μαρτύρων Θρακών ήταν η δια της θαλάσσης οδός. Απερίγραπτες και ανείπωτες εικόνες διεδραματίζονταν στους παραλιακούς όρμους λόγω της αθρόας συρροής των προσφύγων θρακών, οι οποίοι επρόκειτο να αναχωρήσουν από τα λιμάνια της Θυνιάδος, της Μηδείας, του Εξάστερου, των Επιβατών, της Σηλυβρίας, της Ηρακλείας, της Ραιδεστού, της Μυρνοφύτου, της Περιστάσεως και άλλων σημείων της Προποντίδος.
Όσοι από  τους κατοίκους της θρακικής ενδοχώρας μπορούσαν να ακολουθήσουν τις οδικές διαβάσεις κατευθύνονταν δια μέσου του Έβρου προς την Δυτική Θράκη. Κατά χιλιάδες όμως έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς και μέσω των σιδηροδρομικών σταθμών, όπου αθρόα συγκεντρώνονταν υπό άθλιες καιρικές συνθήκες με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν ύστερα και από αναμονή πολλών ημερών να επιβιβαστούν σε κάποια βαγόνια για να σωθούν.
Οι Θράκες έσωζαν πρωτίστως με αγάπη τα ιερά σκεύη, τα Ευαγγέλια, τις ιερές εικόνες και τα ιερά λείψανα των αγίων τους, όπως συνέβη και με το ιερό λείψανο του εθνοϊερομάρτυρος Αγίου Κυρίλλου του Στ΄ (†1821), Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο εφυλάσσετο στη Μητρόπολη Αδριανουπόλεως, και αφού τα τοποθετούσαν είτε στα κάρα και τους αραμπάδες είτε τα έκρυπταν κάτω από τα ρούχα τους, με δάκρυα λυγμούς κλείδωναν τα σπίτια και τις αποθήκες με το βιός της χρονιάς εκείνης, και έπαιρναν τον μαρτυρικό δρόμο της προσφυγιάς έχοντας άσβεστη ελπίδα ότι θα επέστρεφαν και πάλι στα σπίτια τους.
Μετά την  αναχώρηση των Θρακών από τις πατρογονικές τους εστίες αντίκριζε κανείς στα έρημα χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις, τα λεηλατημένα σπίτια και καταστήματα, τις κατεστραμμένες αποθήκες και τις απογυμνωμένες Εκκλησίες, οι οποίες μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις είχαν υποστεί τους βανδαλισμούς των ένοπλων τουρκικών ομάδων. Ο δε Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος αναφέρει ότι συγκλονιστικές σκηνές εξελίσσονταν ανάμεσα σε φίλους και γείτονες Έλληνες και Τούρκους, οι οποίοι αγκαλιασμένοι αποχωρίζονταν και το συγκινητικό είναι ότι εκείνες τις μεγάλες ώρες, εάν κάποιοι Τούρκοι χρωστούσαν κάποιο χρηματικό ποσό στους Έλληνες, το επέστρεφαν. Σε άλλες περιπτώσεις οι Έλληνες καθώς τον τόπο τους, έκαιγαν τα σπίτια και τα καταστήματά τους για να μη λεηλατηθούν από τους επελαύνοντες Τούρκους.
Ο Μενέλ Εμμανουηλίδης αναφερόμενος στον ξεριζωμό των Ελλήνων της κωμοπόλεως Βρύσης (Μπουνάρ-Χισάρ), η οποία υπήγετο στην επαρχία των Σαράντα Εκκλησιών, γράφει χαρακτηριστικά: «… αφού εφιλήσαμε με συντριβήν καρδίας τα άγια χώματα της χώρας των πατέρων και προγόνων μας εξεκινήσαμεν κατά καραβάνια συνεχή σχεδόν όλοι ομαδικώς πλην των Διοικ. Αρχών, αι οποίαι είχον διαταγήν να μείνουν μέχρι της τελείας εκκενώσεως της Θράκης». Παντού κυριαρχούσαν ο φόβος, ο πανικός, η απόγνωση, οι ασθένειες και οι επιδημίες, οι οποίες θέριζαν γέροντες και παιδιά, ενώ ανήμπορες μανάδες και νήπια, που έκλαιγαν γοερά, αναζητούσαν τις οικογένειές τους.
Οι τελευταίοι ανατολικοθρακιώτες, οι οποίοι εγκατέλειψαν τις πατρογονικές εστίες τους, ήταν οι καλλιπολίτες κατά τον Νοέμβριο του 1922 και οι κάτοικοι της περιφέρειας Τσατάλτζας κατά τον Δεκέμβριο του 1922.
Συγκλονιστικές είναι  οι μαρτυρίες των αυτοπτών και  αυτηκόων μαρτύρων, οι οποίοι με τις περιγραφές τους διασώζουν την τραγικά πραγματικότητα που βίωναν οι πρόσφυγες κατά την οδό του μαρτυρίου τους στην «Μεγάλη Έξοδο» από την πατρίδα τους. μία εξ αυτών των περιγραφών αναφέρει: «Η έξοδος αυτή παρίστα σπαραξικάρδιον θέαμα. Δια της πόλεως Μ. Γέφυρας, κεντρικής οδού πολλών περιφερειών, επί ημέρας και νύκτας πολλάς διήρχοντο μυριάδες προσφύγων της Μ. Ασίας και Θράκης. Θρήνοι και οδυρμοί και αραί στυγεραί κατά των υπαιτίων της τραγικής συμφοράς επλήρουν τους αιθέρας. Κατά σατανικήν σύμπτωσιν βροχή ραγδαία και χάλαζα χονδρά έπληττον τους ατυχείς τούτους πληθυσμούς…
Ωσεί μη ήρκουν ταύτα ο  προσφυγικός κόσμος επέπρωτο να δοκιμάση και αιματηράς περιπετείας κατά την οδόν του μαρτυρίου του… υπό τοιαύτας λοιπόν τραγικάς και καταστρεπτικάς συνθήκας έλαβε χώραν η έξοδος των κατοίκων της Θράκης, ως πάλαι ποτέ των Εβραίων εξ Αιγύπτου. Λαός, κατοικών την χώραν ταύτην από αμνημονεύτων χρόνων, αναγκάζεται να εγκαταλείψη την γήν των πατέρων του, μεθ’  ης συνδέεται δι’ αρρήκτων ιστορικών και εθνολογικών δεσμών, εις το άκουσμα της επανόδου των Τούρκων…».
Ο Κωνσταντίνο Βακαλόπουλος διασώζει την προσωπική μαρτυρία του Υποδιοικητού Αρκαδιουπόλεως κ. Λεφά, ο ποίος μεταξύ άλλων έγραφε: «… Έτι τραγική ήτο η θέσις των αγροτικών πληθυσμών, οι οποίοι σχηματίζοντες καραβάνια διέσχιζον την περιφέρειαν με διεύθυνσιν προς τον Έβρον αίροντες τον σταυρόν του μαρτυρίου….. είδον γυναίκα πεσούσαν εξ εξαντλήσεως από την υπερπληρωμένην άμαξαν και εκπνεύσασαν.
Είδον πρόσφυγα εξ ατονίας  μη συγκρατηθέντα επί των ποδών  του και πεσόντα άπνουν εκ του  βαγονίου. Είδον βρέφη αποθανόντα εξ ασφυξίας εις τας αγκάλας δυστυχών χωρικών γυναικών…. Εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν εν αναμονή των βαγονίων και της χορηγίας θέσεων οι πρόσφυγες έμενον εκτεθειμένοι εις τας ιδιοτροπίας του θρακικού φθινοπώρου με τον άγριον άνεμον και την βροχήν. Βήξ, στόνοι και κλαυθμοί ηκούοντο διαρκώς. Φωναί ως από τάφων εζήτουν επίσπευσιν της αναχωρήσεως, ενώ χείρες ικέτιδες των ιερέων ηυλόγουν δια τελευταίαν φοράν την γενέτειραν γήν και τους τάφους των προγόνων…. Έλαβον χώρα και τοκετοί καθ’ οδόν και θάνατοι με απλοποιημένας στιγμιαίας κηδείας…».
Η οριστική χαριστική βολή στον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης και των περιχώρων του Νομού Κωνσταντινουπόλεως επήλθε με την Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία υπεγράφη στις 24 Ιουλίου του 1923, αλλά κυρίως με την «Σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών» μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, η οποία υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου του 1923 και ίσχυσε από την 31η Μαρτίου του 1924.
Έτσι, δυνάμει της Συνθήκης της Λωζάνης, εξαναγκάστηκαν σε επατρισμό  και οι τελευταίοι εναπομείναντες Έλληνες  του Καραγάτς και των χωριών Μπόσνα και Δερμιδές, ενώ τον Ιούνιο του 1924 εκπατρίστηκαν οι τελευταίοι Έλληνες της περιφέρειας Τσατάλτζας και των χωριών της Κωνσταντινουπόλεως.
Η Συνθήκη της Λωζάνης, ύστερα από 90 συναπτά έτη εκ της  υπογραφής της, έχει πλέον καταγραφεί ως ένα αρνητικό διθνές ορόσημο, διότι  αν και προηγήθηκαν και άλλες ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Τούρκων και Βουλγάρων κατά το έτος 1913, καθώς και μεταξύ Βουλγάρων και Ελλήνων με την κατά το 1919 υπογραφείσα Συνθήκη του Νεϊγύ, εντούτοις διαφέρει καίρια από εκείνες ως προς το ότι η συγκεκριμένη ανταλλαγή των πληθυσμών υπήρξε «αναγκαστική» και μάλιστα υλοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών. Δεν είναι υπερβολή η διαπίστωση ότι η ιστορία των εθνών δεν έχει να παρουσιάσει προηγούμενο τόσο ασυνήθιστης διεθνούς συνθήκης. Ποτέ άλλοτε μέσα στην μακραίων ιστορία των μαζικών μετακινήσεων πληθυσμών δεν είδαμε σχεδόν περί τα 2.000.000 ανθρώπων να ξεριζώνονται από τις πατρογονικές τους εστίες και να εγκαθίστανται σε ξένη γή με μια μονοκονδυλιά. Ακόμη δε και αν εθεωρείτο «εθελούσια μετοικεσία» και όχι αναγκαστική αναταλλαγή, ωστόσο και πάλι η πληθυσμιακή αυτή μετακίνηση δεν θα είχε προηγούμενο μέσα στην ιστορία των μαζικών μεταναστεύσεων.
Καθίσταται  μάλιστα  ακόμη  τραγικότερη  και  οδυνηρότερα  άδικη  η  εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, η  οποία  είχε προηγηθεί  της υπογραφής  της Συνθήκης  της Λωζάνης, επειεδή  ακριβώς επεβλήθη στην ανήμπορη και πολιτικά διχασμένη Ελλάδα από τους άλλοτε –και μέχρι πρότινος- ευρωπαίους συμμάχους της παρόλο που δεν είχε προηγηθεί κα΄ποια στρατιωτική-πολεμική ήττα των Ελλήνων, που να δικαιολογούσε την οριστική απώλεια της Ανατολικής Θράκης, την οποία εξάλλου κατείχε η Ελλάδα δυνάμει της Συνθήκης των Σεβρών (1920).
Ο απολογισμός όλων αυτών  των ασύλληπτων γεγονότων, τα οποία  βίωναν ως απόλυτη «κόλαση» οι Έλληνες  της «καθ’ ημάς Ανατολής», υπήρξε τραγικός και ολέθριος, αφού περίπου 250.000 Ανατολικοθρακιώτες και σχεδόν 1.300.000 Μικρασιάτες, Πόντιοι και Ανατολικορωμυλιώτες πρόσφυγες εκτοπίστηκαν και εκπατρίστηκαν από τις πατρογονικές εστίες τους, από την «Πατρίδα», όπως συνήθιζαν να λένε με σπαραγμό και πόνο ψυχής μέχρι και στα βαθιά γεράματά τους, μέχρι και τον θάνατό τους.
Οι  πρόσφυγες  Έλληνες  της  Ανατολικής  Θράκης αγκάλιασαν την  νέα  τους πατρίδα  στην κυρίως Ελλάδα, που  την  αγάπησαν και  την πόνεσαν  όπως την Ανατολική Θράκη και  την Ανατολική Ρωμυλία. Δούλεψαν σκληρά και αγόγγυστα, μεταλαμπάδευσαν τον πολιτισμό τους, πρόκοψαν και ανέστησαν τις αλησμόνητες πατρίδες τους φυτεύοντας με τις ίδιες ονομασίες για να μη λησμονηθούν ποτέ, νέους οικισμούς και κωμοπόλεις όπως: Νεοχώρι, Νέος Σκοπός (Σερρών), Νέα Πέτρα, Νέα Μήδεια, Νέα Καλλίπολη, Νέα Μάλγαρα, Σαράντα Εκκλησιές, Νέα Μάδυτος, Νέα Αγχίαλος, Στενήμαχος, Νέα Μάκρη, Νέα Πέραμος, Νέα Αδριανή κ.α.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι βασανισμένοι πρόγονοί μας  ως τελευταία επιθυμίας τους είχαν  πριν πεθάνουν να φιλήσουν το χώμα της πατρώας γής και όταν πεθάνουν να λάβουν μαζί τους στον τάφο λίγο χώμα από την αλησμόνητη και λατρευτή γενέτειρά τους, όπου είδαν το πρώτο φώς της ζωής, αλλά και να γραφεί στην μαρμάρινη ταφόπλακά τους το όνομα του χωριού ή της πόλεώς τους, που ποτέ δεν είχαν λησμονήσει και έφευγαν από τον μάταιο και άδικο τούτο κόσμο με το μαράζι της απώλειάς τους.
Η γραφή αυτή ας είναι  «εις μνημόσυνον αιώνιον» των βιαίως και αδίκως εκτοπισθέντων και  εκπατρισθέντων προσφύγων εκ της  Ανατολικής Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας, και προσήκει να έχει ως κατακλείδα τους λόγους του αοίδιμου λόγιου και φιλόμουσου μεγάλου Θράκα Πολύδωρου Χριστοδούλου: «Περνούν στην αντίπερα όχθη του Έβρου, όπου τους προσμένει ένας αδελφός λαός. Λουλουδίζουν φθινοπωρινά τα ξεροτόπια και οι πλαγιές χαμογελούν. Ξεπροβάλλουν πολιτείες άλλες, άγνωστες, πανάρχαιες, βυζαντινές, χωριά και τοπία συγγενικά και χαμόγελο και αγκαλιά ζεστή. Είναι η ελεύθερα Θράκη. Εδώ παιδιά, φωνάζει ο παπα-Μανώλης, ο παπάς κι ο δάσκαλος στους συντοπίτες του -ξεζέψτε και λύστε τους ζυγούς, εδώ θα χτίσουμε ξανά τις ορφανές και χαμένες μας πατρίδες. Καρτερείτε».


Αφιερούται στην Ιερά Μνήμη  των προπατόρων μου: Ιωάννου και  Μαγδαληνής Σιδηρά εξ Ανατολικής Θράκης, και Νικολάου και Ειρήνης Τζιμοτούδη εξ Ανατολικής Ρωμυλίας. Αιωνία αυτών η μνήμη.

 http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%B3%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CF%85%CF%83%CE%BC%CF%89%CE%BD/

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΙ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑΣ (1204-1261)


AGIA SOFIA
Ἡ Συμβολὴ τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ Β΄ 1222-1240

Μουλίκα Νικολάου

Συμπληρώθηκαν φέτος 800 χρόνια ἀπό τὴν κατάληψη τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τούς Σταυροφόρους καὶ τὴν ἵδρυση Λατινικοῦ Πατριαρχείου. Ἡ ἐπετειος προκάλεσε τὴν σύγκληση ἀρκετῶν συνεδρίων βυζαντινολόγων καὶ ἄλλων ἱστορικῶν ποὺ συζήτησαν διαφωτιστικότατα τὶς ἱστορικὲς συνέπειες τῆς Λατινοκρατίας στὸ Βυζάντιο καὶ τὴν ἀλληλεπίδραση ποὺ ἡ κάθε ἄλλο παρὰ εὐτυχὴς συνύπαρξη Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Χριστιανοσύνης, καθ’ ὅλον σχεδὸν τὸν 13ο αἰῶνα, ἄσκησε ἀντίστοιχα στὴν κοινωνία, τὴν κουλτούρα καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῶν δύο πλευρῶν. Δέν ὑπήρξε, ὅμως, οὔτε ἕνα θεολογικὸ συνέδριο ἑπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς τῆς ἐπετείου, πρός ἀποτίμηση τῶν θεολογικῶν ἐπιπτώσεων ποὺ εἶχε ἡ Λατινοκρατία στίς δύο μορφὲς Χριστιανοσύνης, ποὺ ὑπὸ τόσο ἀντίξοες συνθῆκες συναντήθηκαν γιὰ πρώτη φορὰ ὡς συγκεκριμένοι τρόποι ζωῆς καὶ ἔκφρασης.
Ἡ παράλειψη αὐτὴ βαρύνει ἰδιαίτερα τὴν Ἀνατολικὴ θεολογία, ἡ ὁποία κατάφερε τότε νά ἐπιδείξῃ τὸν καλύτερο ἑαυτό της στὴν Δυτική, ἔστω καὶ χωρὶς οὐσιαστικὴ ἐπιτυχία, ἀφοῦ οἱ Σταυροφόροι ἦσαν μὲν ἐκφραστὲς μιᾶς πολὺ συγκεκριμένης «χριστιανικῆς» κοσμοθεωρίας ποὺ περιλάμβανε πόλεμο, βία, ἐξαναγκασμὸ καὶ προσηλυτισμὸ ὡς νόμιμα μέσα μετάδοσης τῆς πολὺ στενόκαρδης πίστεώς των, ἀλλὰ δὲν ἦσαν οὔτε θεολόγοι οὔτε δημιουργοὶ τῶν περὶ ἀνθρώπου καὶ κόσμου σχολαστικῶν πεποιθήσεων καὶ ἑπομένως δὲν ἦσαν σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουν μιὰν ἄλλη, ἐντελῶς διαφορετικὴ θεώρηση κόσμου, ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ ποὺ πρότειναν οἱ ἡττημένοι καὶ κατισχυμένοι Ἀνατολικοὶ ὑπόδουλοί τους.
Δέν φαίνεται δηλαδὴ νὰ ἔχῃ ἐρευνηθῇ καὶ ἐκτιμηθῇ δεόντως οὔτε στὴν Ἀνατολικὴ θεολογία μέχρι σήμερα ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως ἐτερόδοξων κατακτητῶν ἀπὸ ἀνατολικοὺς ὀρθόδοξους ποὺ ἔρχονταν γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία σὲ πραγματικὴ ἐπαφὴ μὲ μιὰν ἄλλη, ἄγνωστη σ’ αὐτοὺς, μορφὴ Χριστιανισμοῦ. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ τὴν πρώτη στὴν ἱστορία τῆς Εὐρώπης διαχριστιανική συνάντηση διαρκείας, ἔστω κι ἂν δὲν εἶχε ἐπιδιωχθῇ καὶ προγραμματισθῇ ποτὲ κάτι τέτοιο ἀπὸ καμμιὰ πλευρά, ἀφοῦ καὶ στὶς δύο ἐπικρατοῦσε ἡ πεποίθηση ὅτι εἶχαν ὄχι ἁπλῶς ἀπόλυτα ὀρθὲς χριστιανικὲς θέσεις, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ μὲ τὸ μέρος τους!
Καίτοι εἶναι γνωστὲς πολλὲς λεπτομερεῖς περιγραφὲς διώξεων καὶ καταχρήσεων τῶν ὑπόδουλων ἐκ μέρους τῶν Σταυροφόρων, αὐτὸ ποὺ ἀξιζει ἰδιαίτερης προσοχῆς εἶναι ἡ ἀντιμετώπιση τῶν κατακτητῶν ἐκ μέρους τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπὸ θεολογικὴ σκοπιά. Φαίνεται ὅτι χρειάσθηκαν δεκαετίες ὥστε νὰ φθάσῃ στὸ σημεῖο ἡ κάθε πλευρὰ νὰ γνωρίζῃ στοιχειωδῶς τὶς θεολογικές ἀντιλήψεις τῆς ἄλλης. Δέν ὑπῆρχε δυνατότητα ἀπ’ εὐθείας πληροφόρησης, οὔτε κἂν ἱκανότητα ἐπαρκοῦς διατυπώσεως δογματικῶν θέσεων ἀπὸ καμμιὰ πλευρὰ σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ μποροῦν νὰ γίνουν καλῶς κατανοητὲς ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ὅσοι ἦσαν ἱκανοὶ γιὰ τέτοιο ἐπίτευγμα δὲν εἶχαν κατ’ ἀνάγκη καὶ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἐνδιαφερόμενους νὰ μάθουν, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ θεολογικὰ κατηρτισμένος κλῆρος εἶχαν καταφύγει σὲ ἀπρόσιτες περιοχὲς ὅπου ἦσαν οἱ περισσότερες Μονές, ἀλλὰ καὶ ὁ Λατινικὸς κλῆρος αὐτοπροστατευόταν μέσα σὲ φρούρια καὶ ὀχυρὲς ἐγκαταστάσεις ἀπὸ τυχὸν ἐξέγερση τῶν ἐντοπίων. Μόνη περιοχὴ πρὸς ἐξερεύνηση ἀπέμενε ἡ δημόσια λατρεία, θρησκευτικὰ ἤθη, ἔθιμα, δοξασίες, προλήψεις καὶ ἑορτὲς ποὺ ἐπέτρεπαν στοὺς στοιχειωδῶς νοήμονες νὰ ἀντιληφθοῦν τί ἐπρέσβευε ἡ ἄλλη χριστιανικὴ παράταξη ἐπὶ ζωτικῶν θεμάτων πίστεως καὶ πράξεως. Ἡ κατανόηση τέτοιων θεμάτων δὲν ἦταν καθόλου εὔκολη ἀφοῦ ἡ ἔλλειψη κοινῆς γλώσσης καὶ ὁμαλῆς ἐπικοινωνίας δημιουργοῦσαν μόνιμες παρεξηγήσεις καὶ αὔξαναν τὴν καχυποψία καὶ τῶν δύο πλευρῶν. Ἡ βασικὴ διαφορὰ βέβαια φαινόταν στὴν τακτική τους: οἱ κατακτητὲς ἐπεδίωκαν νὰ προσηλυτίσουν, οἱ κατακτημένοι δὲν εἶχαν τέτοια φιλοδοξία, ἀλλὰ οὔτε ἤθελαν νὰ προσηλυτισθοῦν. Κύριο ὅπλο τῆς κάθε πλευρᾶς, εἴτε χάριν ἀμύνης εἴτε χάριν ἐπιθέσεως, ἀποδείχθηκε ἡ λειτουργικὴ πράξη.
Μέσα ἀπὸ τόσο ἀντίξοες συνθῆκες, ποὺ ἀπέκλειαν κάθε ἐνδεχόμενο εἰλικρινοῦς διαλόγου κατάφερε ἡ ὑπόδουλη Ἀνατολὴ νὰ ἐκφράσῃ τὶς θεολογικὲς ἀντιρρήσεις της στὴν Δύση. Αὐτὸ ἔλαβε χώρα ἔμμεσα, ὑπὸ τὴν μορφὴ λειτουργικῆς ἀναγέννησης, κύριος ἐμπνευστὴς τῆς ὁποίας ἀναδείχθηκε ὁ Μητροπολίτης Νίκαιας καὶ οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Γερμανὸς ὁ Νέος, ἀλλὰ καὶ ἄμεσα ὅταν ὁ τελευταῖος σὲ συνεργασία μὲ τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Νίκαιας Ἰωάννη Βατάτζη (1222-1254) συγκάλεσε τὸ 1232 τὴν Σύνοδο τοῦ Νυμφαίου (μεταξὺ Σμύρνης καὶ Σάρδεων ὅπου εἶχε μεταφερθῇ ἡ πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας), ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ 1234 καὶ ἀπετέλεσε τὴν πρώτη ἀπόπειρα ἑνώσεως τῶν δύο Ἐκκλησιῶν.
Ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς γεννήθηκε στὸν Ἀνάπλου, προάστειο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πιθανότατα μετὰ τὸ 1175 ἀφοῦ σύμφωνα μὲ τὶς πρῶτες περὶ αὐτοῦ μαρτυρίες ἱστορικῶν ἦτο διάκονος τῆς Ἁγίας Σοφίας κατὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλεως ὑπὸ τῶν Σταυροφόρων (1204). Τὰ δυσάρεστα γεγονότα τὸν ὡδήγησαν στὴν Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Πανευμόρφου στὴν περιοχὴ Ἀχυράνης, ὅπου ἔζησε ὡς μοναχὸς ἐπὶ 18 ἔτη μέχρι τῆς ἐπιλογῆς του ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Βατάτζη ὡς διαδόχου τοῦ ἀποθανόντος Πατριάρχου Μανουὴλ Σαραντηνοῦ. Ἡ περίοδος τῆς μοναχικῆς ἡσυχίας ὑπῆρξε ἀσφαλῶς ἡ γονιμότερη τῆς ζωῆς τοῦ Γερμανοῦ καὶ στὴν διάρκειά της κατάφερε νὰ μελετήσῃ συστηματικὰ τὴν Λατινικὴ λειτουργικὴ καὶ θεολογικὴ παράδοση, ὅπως ἐτηρεῖτο ἀπὸ τὸν Λατινικὸ κλῆρο καὶ τοὺς εὐγενεῖς ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθῇ στὴν πρῴην Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία.
Συγκλονιστικὴ ἐντύπωση ἔκαναν στὸ Γερμανό, διακρινόμενο ἤδη γιὰ τὴν θεολογική του κατάρτιση καὶ τὴν ἁγιότητα βίου, θεμελιώδεις διαφορὲς στὸν Λειτουργικὸ χῶρο, καὶ κορυφαία μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ἡ ἀνακάλυψη τοῦ ὅτι οἱ Πατριάρχαι, Προφῆται καὶ Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δέν ἐτιμῶντο ὡς Ἅγιοι, οὔτε ἐτελεῖτο ποτὲ ἡ μνήμη των.
Ἐξ ἴσου μεγάλη ἐντύπωση τοῦ ἔκαμε τὸ ὅτι τὰ δόγματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἶχαν ἐντελῶς ξεχασθῇ καὶ ἐπικρατοῦσαν διδασκαλίες ἐντελῶς ἀντίθετες πρὸς αὐτὰ στὴν λατρεία καὶ τὴν θεολογία τῶν Λατίνων. Ἐπὶ πλέον τόσο ἡ βίαιη ἀρπαγὴ ἱερῶν λειψάνων ὅσο καὶ ἡ ἄρνησή των νὰ τιμοῦν αὐτὰ καὶ τὶς πολυπληθεῖς θαυματουργὲς εἰκόνες τῆς κατ’ Ἀνατολὰς Χριστιανοσύνης διὰ προσκυνήσεως εἶχε κυριολεκτικὰ σκανδαλίσει τόσο τοὺς ἁπλοϊκοὺς πιστοὺς ὅσο καὶ τὸν θεολογικὰ καλλιεργημένο ἀνώτερο κλῆρο τῶν ὀρθοδόξων.
Ἡ Ἀυγουστίνεια θεολογία ἦταν ἄγνωστη ἐκείνη τὴν ἐποχὴ στὴν Ἀνατολὴ καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ φαντασθῇ ὅτι σύμφωνα μ’ αὐτὴν τὴν θεολογία ὅλοι ἀνεξαιρέτως ὅσοι ἔζησαν πρὸ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦσαν ἀπωλεσμένοι ἁμαρτωλοί, λάφυρα τοῦ διαβόλου καὶ εὑρίσκοντο αὐτομάτως εἰς τὴν κόλαση μετὰ τὸν θάνατό τους. Οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ κάνῃ τίποτε γι’ αὐτοὺς ἔστω κι ἂν εἶχαν ζήσει ἐνάρετα, καθότι ἡ μόνη λύση ποὺ διέθετε πρὸς σωτηρίαν τους προϋπέθετε τὴν σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ προκειμένου νὰ ἰσχύσῃ. Παρὰ τὴν ἀντίθετη διδασκαλία τῆς Γραφῆς, ἡ ὁποία κάνει λόγο σαφέστατα γιά ἀναμάρτητους ἀνθρώπους πρὸ Χριστοῦ (Ρωμ. E΄: 14), ἡ προσαρμογὴ στὴν Αὐγουστίνεια πλάνη περὶ συλλογικῆς ἁμαρτωλότητος καὶ ἐνοχῆς ὅλων τῶν ἀπογόνων τοῦ Ἀδάμ, ὡδήγησε πολὺ νωρὶς τοὺς Λατίνους θεολόγους στὴν ἀπόρριψη τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατὰ πλήρη ἀντίφαση πρὸς τὴν πρῴιμη Χριστιανικὴ παράδοση. Σήμερα, κανεὶς δὲν φαίνεται νὰ ἀποδίδῃ ἰδιαίτερη σημασία στὶς τρομακτικὲς συνέπειες ποὺ ἡ ἀλλοίωση αὐτὴ συνεπάγεται, τόσο στὴν Χριστολογία ὅσο καὶ στὴν Ἀνθρωπολογία τῆς ἀρχαίας καὶ ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, οὔτε ἔχει μέχρι στιγμῆς τεθῇ τέτοιο θέμα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐνάρξεως τῶν οἰκουμενικῶν διαλόγων, πρὶν σχεδὸν ἑκατὸ χρόνια.
Ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ποὺ διεῖδε αὐτὲς τὶς συνέπειες καὶ ἐνὴργησε πάνσοφα ἀπαντῶντας στὴν πρόκληση ὄχι μὲ ἀπ’ εὐθείας ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῶν Αὐγουστίνειων πλανῶν, ἀλλὰ μὲ λειτουργικὴ ἀναγέννηση τῆς ὀρθόδοξης λατρείας καὶ ἔντονη προβολὴ τοῦ ὀρθόδοξου δόγματος δι’ αὐτῆς, κατὰ τρόπο ποὺ ἐξέθετε τὴν ἀδυναμία τῶν Λατινικῶν θέσεων. Τὸ σημαντικότερο ἐπίτευγμα τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Γερμανοῦ ὑπῆρξε ἡ εἰσαγωγὴ Κυριακάτικων Ἑορτῶν, ἀφιερωμένων σὲ εἰδικὲς κατηγορίες Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι τόσο μὲ τὸν τρόπο βιοτῆς τους, ὅσο καὶ μὲ τὸ ἔργο τους συντέλεσαν ἀποφασιστικὰ στὴν ἀνάδειξη τῶν θεμελιωδῶν Ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.
Πρωτεύουσα θέση στὸν νέο κύκλο Ἑορτῶν ποὺ εἰσήγαγε, κατέχει ἡ Κυριακὴ τῶν Προπατόρων τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοποθετημένη εὐστοχότατα ὡς Προετοιμασία τῆς μεγάλης Ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Τὸ συγκλονιστικῆς σημασίας περιεχόμενο αὐτῆς τῆς Προετοιμασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ αὐτοσυνειδησία φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τὴν στενώτατη συνάρτησή της μὲ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου, ἔτσι ὥστε ν’ ἀποτελῇ τὴν πιὸ οὐσιώδη πλευρὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς Σαρκώσεως. Μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς Ἑορτῆς τῶν Προπατόρων ὡς Κυριακάτικης Ἑορτῆς (ἀπὸ ἀκίνητη ἑορτὴ ποὺ ἦταν πρὶν), ἡ Προετοιμασία τῶν Χριστουγέννων ἀναδείχθηκε μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες ἐξελίξεις στὸ Ἀνατολικὸ Ὀρθόδοξο Λειτουργικὸ Τυπικό. Ἡ προέλευσή της μπορεῖ νὰ ἀνιχνευθῇ στὴν Ἑβραϊκὴ λατρεία τῶν προγόνων –ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀρχαιότερους καὶ σημαντικώτερους ἱεροὺς θεσμοὺς τῶν Ἑβραίων– σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ πρόγονοι ἐθεωροῦντο διαιωνιζόμενη ἐπέκταση τῆς συλλογικῆς ὀντότητος τοῦ Ἰσραήλ.
Ἔχοντας κληρονομήσει τέτοια παράδοση οἱ πρῶτοι Ἰουδαιο-Χριστιανοὶ (Α΄ Τιμ. 5:4) ἦσαν σὲ θέση νὰ θεωροῦν τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀποκορύφωμα ἑνὸς μακρόπνοου καὶ μοναδικοῦ Θείου Σχεδίου ποὺ δικαίωνε ἀπόλυτα τὴν παρουσία τοῦ Ἰσραὴλ ὡς Λαοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔτσι ὁ ἑορτασμὸς τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως ἔγινε στὴν οὐσία ἑορτασμὸς τῆς διαιώνισης τοῦ γενεαλογικοῦ δένδρου τοῦ Χριστοῦ, γνωστοῦ ὡς Ρίζης τοῦ Ἰεσσαὶ (Ἠσ. 11:1). Δύο Εὐαγγέλια γράφτηκαν μὲ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ: τοῦ Λουκᾶ καὶ τοῦ Ματθαίου θεωρῶντας τὴν σωτηρία ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος ὡς ἐξέλιξη τοῦ γενεαλογικοῦ δένδρου τοῦ πρώτου Ἀδὰμ σὲ γενεαλογικὸ δένδρο τοῦ Δεύτερου Ἀδὰμ (Α΄ Κορ. 15:47-49) καὶ ἀνοίγοντας ἔτσι τὸν δρόμο πρὸς λειτουργικὴ ὠρίμανση μιᾶς Ἑορτῆς ἀφιερωμένης στοὺς Προπάτορες τοῦ Χριστοῦ ὡς τοὺς πλέον καθοριστικοὺς παράγοντες τῆς Ἐνσαρκώσεώς Του.
Μόνη ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία διατήρησε ἄθικτο αὐτὸ τὸ πρωταρχικὸ Δόγμα Σωτηρίας μέχρι σήμερα κι ἔτσι οἱ Πανάγιοι Προπάτορες τοῦ Χριστοῦ –οἱ μόνοι ὄντως Πατέρες- κατείχαν ἀνέκαθεν ἐξέχουσα θέση ὡς κορυφαῖοι πάντων τῶν Ἁγίων. Ὁ κύριος λόγος ἦταν ὄχι ἁπλῶς ἡ κατά σάρκα συγγένειά τους μὲ τὸ ἀνθρώπινο πρόσλημμα τοῦ Λόγου ἀλλὰ πρωτίστως ἡ κατὰ Χάριν Ταυτότης τους μὲ τὴν Θεότητά Του διὰ τῆς Θέας τῆς Ἀκτίστου Δόξης Του. Σωστὰ, λοιπὸν, ἀπεκλήθησαν Πατέρες, τόσο τοῦ παλαιοῦ καί νέου Ἰσραήλ, κατά σάρκα (Ρωμ. 9:4-5, Α΄ Κορ. 10:1), ὅσο καὶ Προφῆτες (Ἰω. 1:45), κατά Πνεῦμα, διὰ τοῦ Ὁποίου καὶ εἶδαν τὸν Χριστὸ πρὶν ἀπὸ τὴν σάρκωσή Του.
Ἐξ ἀρχῆς οἱ Χριστιανοὶ θεωροῦσαν τοὺς Προφῆτες καὶ Ἀποστόλους ὡς θεμελίους τῆς Ἐκκλησίας (Ἐφ. 2:20) και τοὺς ἑαυτούς τους ὡς «συμπολίτας τῶν Ἁγίων», συνηθισμένοι καθώς ἦσαν ἐξ αἰτίας τῶν Ἑβραϊκῶν ριζῶν τους νά τιμοῦν «πνεύματα δικαίων τετελειωμένων» (Ἑβρ. 12:23).
Ὑπάρχει μαρτυρία ὅτι ἡ ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Προφητῶν, δηλαδὴ ὅλων τῶν Ἁγίων Ἀνδρῶν καὶ Γυναικῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐτελεῖτο μέχρι καὶ τὸν 9ο αἰῶνα κατὰ τὴν Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 843 θεολογικώτατα οἱ Εἰκονόφιλοι ἐπέλεξαν εἰδικὰ αὐτὴν τὴν Κυριακὴ (τὴν Κυριακὴ τῆς Προφητικῆς Θέας τοῦ Θεοῦ) πρὸς πανηγυρισμὸν τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων Εἰκόνων διότι συνέδεαν στενὼτατα τὴν Σωτήριο Θέα τοῦ Χριστοῦ ὑπὸ τῶν Προφητῶν πρὸ τῆς Σαρκώσεώς Του μὲ τὴν σωτήριο θέα τῆς ἀχράντου εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ ὑπὸ τῶν πιστῶν. Τὰ βιβλικὰ ἀναγνώσματα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Προφητῶν (γνωστῆς πλέον ὡς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας) παρέμειναν αὐτούσια ὅπως ἦσαν πρὶν τὸ 843.
Στὴν ἀρχή οἱ δύο ἑορτὲς συνεωρτάζοντο τὴν ἴδια Κυριακή. Στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες ἡ ἑορτὴ τῶν Προφητῶν ὑπεχώρησε βαθμιαία καὶ -χωρὶς ποτὲ νὰ καταργηθῇ- ἔδωσε τὴν πρώτη θέση στὴν ἑορτὴ τῆς Ἀχράντου τοῦ Χριστοῦ Εἰκόνος, ἐν τέλει δὲ μετατέθηκε στὸν μῆνα Δεκέμβριο καὶ συγχωνεύθηκε μὲ τὴν Κυριακὴ τῶν Προπατόρων.
Ἡ μὴ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τοὺς Λατίνους κατακτητὲς τῆς Κωνσταντινούπολης ἔθετε ἐπὶ τάπητος γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου σωτηρίας τοῦ κόσμου. Πιστοὶ στὴν ἀρχαία ὁλικὴ θεώρηση τῆς σωτηρίας οἱ Ἀνατολικοί, εἶχαν ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἁγίου Εἰρηναίου (β΄ αἰών) ἀντιληφθεῖ ὅτι ὡς ἄκτιστη προαιώνιος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου ὄχι ἁπλῶς ἐνηργεῖτο ἀνέκαθεν χωρὶς κανένα κώλυμα ἀλλὰ καὶ προηγεῖτο τῆς ἐν χρόνῳ δημιουργίας τοῦ κόσμου (Β΄ Τιμ. Α΄ 9). Ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἦταν «ἐσφαγμένος ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ἀποκ. ΙΓ΄ 8), αἰώνια «προεγνωσμένος» (Α΄ Πετρ. Α΄18) καὶ ἀμετάκλητα ἀποφασισμένος νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ τῶν κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσίν Του πολλῶν ἀδελφῶν Του, ἡ ἐν Χριστῷ Σωτηρία τοῦ κόσμου εἶχε ὄχι ἁπλῶς συντελεσθῇ μὲ γενικὴ ἔννοια, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ μέρους πραγματωθῇ σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐξ ἀπαρχῆς τῆς δημιουργίας εἶχαν δεχθῇ τὴν Ἄκτιστη Ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπὸ μορφὴν Θεοφάνειας, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πρωτόπλαστους.
Ἐπειδὴ ἡ Ἄκτιστη Ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος σὲ ὁποιοδήποτε λογικὸ κτίσμα ἀποτελεῖ ὄχι μόνο ὕψιστη φανέρωση τῆς Ἀλήθειας περὶ Θεοῦ καὶ κόσμου ἀλλὰ καὶ θέωση τῶν δεχόμενων τέτοια φανέρωση, ἦταν αὐτονόητο, ὄχι μόνο στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους τοὺς Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅτι οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι ποὺ ἐθεώθησαν καὶ ἐσώθησαν ἐν Χριστῷ ἦσαν οἱ Πρωτόπλαστοι, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἐν Χριστῷ Σωτηρία ἦτο προαιωνίως ἐνεργός.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ἀναίρεσε μὲ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ σύγχρονού του φιλοσόφου καὶ ἀπολογητοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ Τατιανοῦ, ὅτι δῆθεν ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ σώσῃ εἰδικὰ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, ἐπειδὴ ὑπῆρξαν πρωταίτιοι τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τὸ νὰ ἀποδώσῃ κανεὶς τέτοια πρωτοφανὴ ἀδυναμία στὸν Παντοδύναμο καὶ Ἄκτιστο Λόγο τοῦ Θεοῦ, τόνισε ὁ Εἰρηναῖος, ἀποτελεῖ φρικτὴ βλασφημία, ποὺ θέτει σὲ ἀμφισβήτηση τὴν ἴδια τὴν δυνατότητα σωτηρίας κάθε ἀνθρώπου. Γιατὶ ἄν δὲν ἦταν ἱκανὸς νὰ θεραπεύσῃ τὸ σφάλμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ πρωτοεμφανίστηκε, δηλαδὴ στὸν Ἀδάμ, τότε ἡ ἐπὶ τῆς ἁμαρτίας νίκη Του θὰ ἦταν ἀμφίβολη, ὄχι ἀπόλυτη καὶ ἴσως δὲν θὰ ἐπαρκοῦσε νὰ ἄρῃ τὴν ἁμαρτία ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητος.
Ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς ἀντελήφθη ὀρθότατα ὅτι ἡ Λατινικὴ Σχολαστικὴ θεολογία εἶχε μίαν ἀπολύτως διαφορετικὴ ἄποψη περὶ Θείας Ἀποκαλύψεως ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ θεολογία καὶ -ἀναπόφευκτα- ἀπολύτως διαφορετικὴ ἀντίληψη περὶ τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.
Γιὰ τὴν Ἀνατολικὴ θεολογία μὲ ἀδιάλειπτη συνέπεια ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων μέχρι τον 15ο αἰῶνα, μόνη ἡ Ἄκτιστη Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο συνιστᾷ πλήρως τὴν ἐν Χριστῷ Ἄκτιστη Σωτηρία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Τριαδικὸς Θεὸς δὲν μεροληπτεῖ, οὔτε διαβαθμίζει καθ’ οἱονδήποτε τρόπο τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἑαυτοῦ Του ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, οὔτως ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀνώτερων καὶ κατώτερων ἀποκαλύψεών Του ἢ περὶ βαθμῶν προδευτικῆς Του ἀποκαλύψεως. Ἐντελῶς ἀντίθετα ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶναι Ἄκτιστη καὶ ὄντως Ἀποκάλυψη τοῦ Ἑαυτοῦ Του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφέρῃ σὲ βαθμό, ἔνταση, σημασία, ποιότητα καὶ ἀποτέλεσμα ἀνάλογα μὲ τοὺς δέκτες καὶ τὶς ἐποχές, ἀλλὰ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ἡ Αὐτὴ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» καθιστάμενη δυνατὴ μόνον «δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς τῆς Βίβλου ἀδυνατεῖ νὰ ἀποκαλύψῃ Ἑαυτὸν μὴ Τριαδικῶς ἢ κτιστῶς, διότι μία τέτοια «ἀποκάλυψη» θὰ ἀποτελοῦσε ψεῦδος καὶ ἀπάτη τῶν δεχομένων αὐτήν. Ἑπομένως ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει Ἑαυτὸν ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι σήμερα μόνον ὡς Τριάδα Ἄκτιστον, Ὁμοούσιον καὶ Ἀχώριστον (ἀχώριστον ὄχι ἁπλῶς κατὰ τὶς Ὑποστάσεις ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν μοναδικότητα ἑκάστης Ἐνεργείας Του ἐπὶ τοῦ κτιστοῦ κοσμοῦ).
Οἱ συνέπειες μιᾶς τέτοιας ἀπολύτως συγκεκριμένης καὶ ἀναλλοιώτου Ἀποκαλύψεως, κατὰ τὴν διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων, εἶναι συγκλονιστικὲς γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα καθότι συνιστοῦν τὴν Σωτηρία της, ὅπως ἀκριβῶς τὴν περιέγραψε ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος: Ἡ Ἁγία Τριάς ἐμφανίσθηκε ἀπαρχῆς, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμφανίζεται καὶ θὰ ἐμφανίζεται μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, «σὲ ὅσους θέλει καὶ ὅποτε θέλει καὶ καθὼς θέλει». Δέν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀέναο αὐτὴ Ἀποκάλυψη τῆς Τριάδος στοὺς ἀνθρώπους, οὔτε ὑπάρχει ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία ὅτι ὅλοι οἱ δέκτες Τριαδικῆς Ἀποκαλύψεως ὅχι ἁπλῶς ἐσώθησαν ἀπὸ ἐνδεχόμενη «ἀπώλεια» ἀλλὰ καὶ ἐθεώθησαν ἐν Χριστῷ καὶ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὅπως ὁ Ἀσιάτης Ἰὼβ ὁ Πολύαθλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο σπέρμα Ἀβραάμ, εἶναι ὅμως Μέγας Ἅγιος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Εἶναι, ἑπομένως, ἐσφαλμένη ἡ κρατοῦσα ἄποψη μεταξὺ μοντέρνων θεολόγων ὅλων τῶν Χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ὅτι δῆθεν ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ἀποτελεῖ ἁπλὸ «ἱστορικὸ» γεγονός, ὑψίστη δῆθεν ἔκφραση τοῦ ὁποίου εἶναι μόνη ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κάθε ἱστορικὸ γεγονὸς εἶναι κατ’ ἀνάγκην πεπερασμένο, ἀφοῦ μόνον ἐὰν συμβῇ σὲ συγκεκριμένο χῶρο καὶ χρόνο μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ κατ’ ἀκρίβεια «ἱστορικὸ», πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὑπόκειται στοὺς φυσικοὺς νόμους τῆς γενικῆς θεωρίας τῆς σχετικότητος, ὅπως τοὺς διατύπωσε ὁ Einstein. Ἐπειδὴ ὁ Ἄκτιστος Θεὸς δὲν ὑπόκειται σὲ φυσικοὺς νόμους, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ στοὺς περιορισμοὺς τοῦ χωροχρόνου, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἑαυτοῦ Του πρὸς ὅσους ὑπόκεινται σὲ τέτοιους νόμους, ἂν καὶ φαίνεται ὡς «ἱστορικὸ» γεγονός, ἀποτελεῖ ὄντως ὑπεριστορικὴ πραγματικότητα, διότι ὑπέρκειται τῶν νόμων ποὺ διέπουν τὸν χωροχρόνο. Τὸ Μυστήριο ποὺ συντελεῖται κάθε φορὰ ποὺ ὁ Θεὸς αὐτοαποκαλύπτεται εἶναι πρωτίστως ἔξοδος ἐκείνων ποὺ Τὸν βλέπουν ἀπὸ τὴν Ἱστορία, καὶ μέσω αὐτῶν (ἐμμέσως) εἶναι καὶ εἴσοδος τοῦ Θεοῦ στὴν Ἱστορία. Οἱ κτιστοὶ δέκτες Ἀκτίστου Ἀποκαλύψεως ὑπερβαίνουν ὅλους τοὺς νόμους τοῦ χωροχρόνου γινόμενοι Ἄκτιστοι καὶ Ἄναρχοι κατὰ χάριν, διότι μόνον ἔτσι εἶναι δυνατὸν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Ἄκτιστο καὶ νὰ γίνουν δέκτες τῆς Ἀποκαλύψεώς Του. Ἐν ὅσῳ Αὐτὸς ποὺ ἀποκαλύπτει Ἑαυτὸν παραμένει «χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ὑπεριστορικὰ «γεγονότα» Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἑαυτοῦ Του σὲ ἀνθρώπους ἔχει ἀπολύτως τὴν ἴδια βαρύτητα καὶ σημασία. Δὲν ὑπάρχει, δηλαδὴ, πρόοδος ἀπὸ κατώτερες πρὸς ἀνώτερες Ἀποκαλύψεις μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀφοῦ ὁ αὐτοαποκαλυπτόμενος Θεὸς δὲν βελτιώνει τὸν Ἑαυτό Του ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, οὔτε εἶναι δυνατὸν ποτὲ ὁ Τέλειος νὰ γίνῃ τελειώτερος… Εἰδικώτατα ἡ Ἐνσάρκωσις τοῦ Ἀκτίστου Θεοῦ δὲν εἶναι κἂν Θεία Ἀποκάλυψη -καθὼς ὀρθότατα ἐτόνισε ὁ συγγραφέας τῶν Ἀρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων-ἀφοῦ ἡ Θεία Φύση τοῦ Σαρκωθέντος παραμένει «κρύφιος καὶ ἐν τῇ ἐκφάνσει» (P.G.3:1069), δηλαδὴ οὐδόλως ἀποκαλύπτεται παρὰ μόνον «σὲ ὅσους θέλει καὶ ὅποτε θέλει καὶ καθὼς θέλει» καὶ μόνη ἡ ἀδιαίρετα ἑνωμένη μαζί Της ἀνθρώπινη Φύση ὑποβάλλεται ἑκουσίως μέχρι θανάτου Της στοὺς νόμους τοῦ χωροχρόνου…
Ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς πρέπει νὰ συγκλονίσθηκε βαθύτατα διαπιστώνοντας τὴν κολοσσιαία αὐτὴ διαφορὰ μεταξὺ Ἀνατολικοῦ καὶ Δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ὁποία οὐσιαστικὰ σημαίνει ἀπόλυτα διαφορετικὴ ἀντίληψη περὶ Θεοῦ μεταξὺ τῶν δύο πλευρῶν. Βασιζόμενος στὴν ἀπ’ ἀρχῆς ἀταλάντευτη Πίστη τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας περὶ Ἀποκαλύψεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὀρθότατα προχώρησε στὴν ἀνύψωση τῆς Ἑορτῆς τῶν Προπατόρων σὲ μείζονα Ἑορτὴ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ καινοτομίας ἡ ἀλλαγῆς σὲ ἔμφαση, ἀφοῦ ἡ Ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Προφητῶν ἦταν ἀνέκαθεν Κυριακάτικη καὶ ἐξέφραζε ἐξ ἀρχῆς τὴν Ὀρθοδοξία Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως (ἑορταζόμενη στὴν Ρώμη μέχρι τὸν 11ο αἰῶνα) ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως.
Τὸ ὅτι διαφέρουν δύο ἐκκλησίες τόσο ριζικὰ καὶ ἀπόλυτα σὲ ἕνα τόσο θεμελιῶδες ζήτημα, ὅσο ἡ ἐν Χριστῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι ἀπὸ Ἀδὰμ ἀρξάμενη Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ἐπιτρέπει σὲ κάθε σοβαρὸ μελετητὴ τῆς Ἱστορίας τοῦ Χριστιανισμοῦ νὰ ὁμιλῇ περὶ δύο ἐντελῶς διαφορετικῶν θρησκειῶν. Τὸ νὰ μὴν ἔχουν κάνει, ὅμως, ἀπολύτως καμμία πρόοδο ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀρχομένου τοῦ 21ου Χριστιανικοῦ αἰῶνος, ἀποδεικνύει περίτρανα καὶ τὴν ἀπόλυτη ἀστοχία τῶν θεμάτων συζητήσεως ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε θεολογικῶν διαλόγων καὶ τὴν φαντασιακὴ δόμησή τους ἐπὶ θεολογικῶς ἀνύπαρκτων ζητημάτων, ὅπως π.χ. ἡ σχέσις τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν πρὸς τὴν … «παγκόσμιο» ἐκκλησία !!!
Γιά τὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἡ ἐν Ἀκτίστῳ Δόξῃ Ἀποκάλυψη τῆς Ἁγίας Τριάδος δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποτελεῖ ὄχι ἁπλῶς τὸν μοναδικὸ σταθερὸ καὶ μόνιμο τρόπο Θείας Ἀποκαλύψεως ἀλλὰ καὶ τὴν μοναδικὴ δυνατότητα ἀληθινῆς Σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ πραγματικῆς καὶ αἰωνίου Ἑνώσεώς του μὲ τὴν Ἄκτιστο Τριάδα.
Ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν Παλαιά Διαθήκη ἤδη ἡ Σωτηρία ἦταν πραγματικὴ Ἕνωση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ εἴσοδος τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴν Ἄκτιστη Δόξα ἡ Βασιλεία Του, οἱ κατὰ διαφόρους καιροὺς διὰ Χριστοῦ εἰσελθόντες Προφῆτες καὶ Δίκαιοι τῆς πρὸ Χριστοῦ περιόδου ἀπολάμβαναν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν ἴδια ἀκριβῶς Σωτηρία καὶ θέωση μὲ ὅλους τοὺς μετὰ Χριστὸν Ἁγίους. Ἡ ἀδικία τοῦ ἐπισυμβάντος ἐν τῷ μεταξὺ σωματικοῦ θανάτου σὲ τέτοιους Ἁγίους καταργήθηκε αὐτοματα μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ὅλοι οἱ κατὰ ψυχὴν ἤδη ἑνωμένοι μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ Προπάτορες ἀπέκτησαν αὐτοδικαίως ἄφθαρτο σῶμα «καὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν Ἁγίαν Πόλιν ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς» (Ματθ. 27: 57).
Ἡ Ὀρθόδοξη Εἰκόνα τῆς εἰς Ἄδου καθόδου τοῦ Χριστοῦ ἐμφανίζει τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν συναναστηθέντων σωματικῶς μετὰ τοῦ Χριστοῦ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα. Θὰ ἦταν παράλογο γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς Χριστιανοὺς νὰ μὴν τιμοῦν ὡς Ἁγίους ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἤδη ἀναστηθῇ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ παραμένουν αἰωνίως ἑνωμένοι μὲ τὸ Ἄφθαρτο Σῶμα Του ἐν Δόξῃ.
Ἐντελῶς ἀντίθετη πρὸς τὴν Ἀνατολικὴ εἶναι ἡ Αὐγουστίνεια θεώρηση τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως. Κατὰ τὸν Αὐγουστῖνο ὁ Τριαδικὸς Θεὸς δὲν εἶναι σὲ θέση, ἀκόμη κι ἂν ἤθελε, νὰ ἀποκαλύψῃ ἀκτίστως καὶ ἀμέσως (χωρὶς μέσα καὶ κτιστὰ ἐνδιάμεσα τεχνάσματα) τὸν Ἑαυτό Του στοὺς ἀνθρώπους, διότι ἔτσι θὰ ἔθετε σὲ ἄμεσο κίνδυνο τὴν ἴδια τὴν ὑπερβατικότητά Του! Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τὴν Πλατωνικὴ καὶ Νεοπλατωνικὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Φίλωνα, τοὺς Χριστιανοὺς δυαλιστὲς καὶ τοὺς Ἀρειανοὺς θεολόγους, ἔτσι καὶ στὴν Αὐγουστίνεια σκέψη ἡ ὑπερβατικότητα, ἀμεθεκτότητα καὶ ἀορατότητα ἀποτελοῦν τὶς κύριες ἰδιότητες τῆς Θείας Φύσεως χάρις στὶς ὁποῖες καὶ διατηρεῖται ἄτρεπτος καὶ ἀναλλοίωτος ὁ Θεός. Ἂν μποροῦσε νὰ τροποποιήσῃ αὐτὲς τὶς ἰδιότητές Του, ὥστε νὰ γίνῃ κατὰ κάποιο τρόπο ἔστω καὶ ἔμμεσα μεθεκτὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ ἔπαυε αὐτομάτως νὰ εἶναι Θεός, ἀφοῦ ἔτσι θὰ ἀλλοίωνε τὴν ἴδια τὴν Θεότητά Του καταργῶντας τρόπον τινα τὸν Ἑαυτό Του. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ αὐτὸ ἀποκλείεται νὰ συμβῇ ποτὲ στὸν Θεό, ἀφοῦ ἡ Φύσις Του παραμένει ἀπολύτως ἀμετάβλητη, ἀμέθεκτη, ὑπερβατικὴ καὶ «ὑπερεξηρημένη» πάντων τῶν κτισμάτων, ὁ Αὐγουστῖνος ἦταν πεπεισμένος ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐπικοινωνήσῃ καθ’ οἱονδήποτε ἄμεσο τρόπο (χωρὶς μέσα καὶ κτιστὰ ἐνδιάμεσα τεχνάσματα) μὲ τὰ κτίσματά Του. Μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνεῖ μόνο ἔμμεσα μὲ τὰ κτίσματα κάνοντας χρήση διαφόρων κτιστῶν μέσων τὰ ὁποῖα Τοῦ χρησιμεύουν τρόπον τινα σὰν μάσκες πίσω ἀπὸ τὶς ὁποῖες προστατεύεται ἡ ἀπόλυτη ὑπερβατικότητά Του. Ἔτσι, προκειμένου νὰ «διαβιβάσῃ» τὰ κατ’ ἀνάγκην κτιστὰ μηνύματά Του, ὁ Θεὸς χρησιμοποίησε σὰν μάσκες ἐκεῖνα ἀκριβῶς τὰ ὁρατὰ καὶ αἰσθητὰ «κτίσματα» ποὺ ἔβλεπαν ὅλοι οἱ Προφῆτες καὶ Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κάθε φορὰ ποὺ ὁ Θεὸς ἐπικοινωνοῦσε μαζί τους, δηλαδή τὴν καιομένη βάτο, τὸν γνόφο, τὴν νεφέλη, τὸν στῦλο πυρός, τὴν λεπτὴ αὔρα, τὸν σεισμό, τὶς σάλπιγγες καὶ προπαντὸς τὸν κτιστὸ Ἄγγελό Του, ἕνα λαμπερὸ ἀνθρώπινο ὁμοίωμα, ποὺ ἐκφωνοῦσε σὰν μαγνητόφωνο τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ προστάγματά Του στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν χωροῦσε ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία γιὰ τὸν Αὐγουστῖνο ὅτι ὁ Θεὸς ἦταν ἀναγκασμένος νὰ κατασκευάζῃ τέτοια ἐντυπωσιακὰ προσωπεῖα κάθε φορὰ ποὺ θεωροῦσε ἀπαραίτητο νὰ ἐπικοινωνῇ μὲ ἀνθρώπους. Ὅταν τέλειωνε κάθε τέτοια ἐπικοινωνία Του κατέστρεφε ἀμέσως τὰ ὀπτικοακουστικὰ «μέσα» ποὺ χρησιμοποίησε, ἀφοῦ δὲν Τοῦ χρησίμευαν πλέον σὲ τίποτε, οὔτε ἦταν ἀνάγκη νὰ χρησιμοποιῇ διαρκῶς τὰ ἴδια ἀκριβῶς «μέσα» σὲ κάθε νέα ἐπικοινωνία Του, ἀφοῦ μποροῦσε νὰ δημιουργῇ διαρκῶς καινούργια καὶ πρωτότυπα μέσα γιὰ καινούργιες καὶ διαφορετικὲς ἐπικοινωνίες Του μὲ διαφορετικὰ κτίσματά Του. Ἐνομιζε, ἔτσι, ὁ Αὐγουστῖνος ὅτι ἔλυσε τὸ προβλημα τῶν Θεοφανείων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διασφαλίζοντας ἀπόλυτα τὴν ἀτρεψία καὶ ὑπερβατικότητα τῆς Θείας Φύσεως. Στὴν πραγματικότητα εἶχε ἁπλῶς ἀπαγορεύσει στὸν Θεὸ, γιὰ λόγους φιλοσοφικῆς δεοντολογίας, κάθε δικαίωμα νὰ ἐμφανίζῃ ἀκτίστως καὶ ἀμέσως Ἑαυτὸν «σὲ ὅσους θέλει καὶ ὅποτε θέλει καὶ καθὼς θέλει»…
Ἡ Αὐγουστίνεια θεώρηση τῆς Θείας ὑπερβατικότητος νοηματοδοτοῦσε μία ἀκόμη παραλλαγὴ Ἀρειανικοῦ ρασιοναλισμοῦ ποὺ θὰ θύμιζε ἔντονα Εὐνόμιο στοὺς Ἀνατολικοὺς θεολόγους, ἂν θὰ εἶχαν ποτὲ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐνημερωθοῦν περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶχαν ποτὲ τέτοια εὐκαιρία μέχρι τὸν 14ο αἰῶνα ὁπότε γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Αὐγουστινιανὸς Μοναχὸς Βαρλαὰμ ἀπὸ τὴν Καλαβρία τοὺς ἐνημέρωσε πλήρως καὶ ἐπακριβῶς ὅτι ὅλες οἱ δῆθεν Θεοφάνειες τοῦ ὑπερβατικου Θεοῦ τῆς Βίβλου, ὡς ὁρατὰ καὶ αἰσθητὰ φαινόμενα τῆς κτίσεως, ἦσαν «χείρῳ νοήσεως» καὶ ἐλαχίστης χρονικῆς διάρκειας καὶ γι’ αὐτὸ ἀνάξια λόγου, ὡς μὴ θεοπρεπή…
Μὲ τὰ Ἀντιαρειανικὰ κριτήρια τῶν πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἡ «ἐνημέρωση» αὐτὴ ἐσήμαινε γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς θεολόγους ὅτι ὁ Θεὸς Πατὴρ δὲν εἶχε ἀνέκαθεν ἕναν καὶ μόνο κτιστὸ υἱό, ὅπως ἐσφαλμένως πρέσβευε ὁ Ἄρειος, ἀλλὰ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς κατὰ καιρούς, τοὺς ὁποίους ἀνέκαθεν δημιουργοῦσε καὶ ἀνέκαθεν κατέστρεφε ὁ Ἴδιος, ἀφοῦ πρῶτα ὡς Ἄγγελοί Του ἐκπλήρωναν τὴν βραχύβια ἀποστολή τους καὶ μετέφεραν κάποιο Πατρικὸ μήνυμα στοὺς ἀνθρώπους. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν λογικὴ δὲν ἦταν καθόλου σίγουρο γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς ἂν ὁ τελευταῖος ἐξ αὐτῶν τῶν κτιστῶν ἀγγέλων, ὁ ἀποσταλεὶς σὲ συγκεκριμένο χρόνο ὡς ἄνθρωπος καὶ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστάς, ὑπάρχει ἀκόμη, ἕστω καὶ ὡς κτίσμα, μετὰ τὴν λήξη τῆς ἀποστολῆς του… Ἐπὶ πλέον ἡ Σωτηρία, ἡ Ἁγιότης, ἡ Θέωση, ἡ Ἕνωση μὲ τὴν Ἄκτιστη Τριάδα, ὁ συνδιαιωνισμὸς μετ’ Αὐτῆς, ἡ Ἀφθαρσία καὶ ἡ Ἀθανασία ὡς ἀποτελέσματα κτιστῶν θεατρικῶν ἐμφανίσεων ὑπήρξαν καὶ αὐτὰ κτίσματα βραχύβια, ἀνίκανα νὰ διαρκέσουν ἐπὶ πολὺ ἢ νὰ καταστήσουν τοὺς δέκτες τους Xάριτι Ἄναρχους καὶ Ἀτελεύτητους…
Ἡ μεγάλη ἔμφαση ποὺ ἔδωσε ὁ Γερμανὸς στὴν κατηγορία τῶν Θεοπτῶν Ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐπιτρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι εἶχε διαπιστώσει πόσο ἀσήμαντοι εἶχαν καταστῇ στὴ Δυτικὴ Σχολαστικὴ ἀντίληψη. Ἐπειδὴ οἱ Λατίνοι θεολόγοι δέχτηκαν τὴν Αὐγουστίνεια δοξασία περὶ συνεχοὺς καὶ ἐσαεὶ βελτιούμενης κτιστῆς θείας ἀποκαλύψεως καὶ μάλιστα ὑπὸ μορφὴ ἀτομικῆς νοήσεως, δηλαδὴ κτιστῶν ἐγκεφαλικῶν συλλήψεων καὶ ἐννοιῶν, κατὰ τρόπον ὥστε κάθε νεώτερη ἐγκεφαλικὴ «ἀποκάλυψη» νὰ συνιστᾶ βαθύτερη διείσδυση τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ (credo ut intelligam), ἡ σημασία τῶν Θεοπτῶν Προπατόρων κατέστη μηδαμινὴ κατ’ αὐτούς, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶχαν δεχθῇ χρονικῶς παλαιότερες καὶ κατ’ ἀνάγκην ποιοτικὰ κατώτερες κτιστὲς «ἀποκαλύψεις» περὶ Θεοῦ καὶ τῶν θείων. Ὁ Γερμανός, ἀντίθετα, ἐπειδὴ ἦταν πεπεισμένος ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Παρακαταθήκη, ὡς «χθὲς καὶ σήμερον ἡ αὐτὴ» Ἄκτιστη καὶ ἀναλλοίωτη Ἀποκάλυψη Θεοῦ, μόνο σὲ κεκαθαρμένες καὶ πεφωτισμένες καρδιὲς ἀνθρώπων μπορεῖ γόνιμα νὰ ἐναποτεθῇ καὶ ἐκεῖθεν ἀλαθήτως νὰ ἐκφρασθῇ, ἀπέδειξε ἀντὶ τῆς διάνοιας τὴν λατρεύουσα Σύναξη τῶν Πιστῶν ζῶντα «Ναὸν Θεοῦ» (Β΄ Κορ. ΣΤ΄ 16) ὡς διαρκὴ δέκτη Ἀκτίστου Θείας Ἀποκαλύψεως καὶ παραγωγὸ ἐπὶ μέρους δεκτῶν τέτοιας Ἀποκαλύψεως, δηλαδὴ Ἀσκητῶν, Προφητῶν, Μαρτύρων καὶ Ἁγίων, οἱ ὁποίοι ἦσαν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι οἱ μόνοι ἀλάθητοι ὁδηγοὶ Σωτηρίας λόγῳ τῆς κατὰ χάριν ἀπολύτου ταυτότητός των μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό…
Ὁ Γερμανὸς εἰσήγαγε, ἐπίσης, τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τοποθετῶντας την εὐστοχώτατα μέσα στὸν Πασχάλιο κύκλο τρεὶς μέρες μετὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως. Προφανῶς διέκρινε τὸν ἔντονα Ἀρειανίζοντα χαρακτῆρα ποὺ ἔφερε ὁ Λατινικὸς Χριστὸς καὶ τὴν ἔντονη διάκρισή Του ἀπὸ τὸν Ἄκτιστο Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἀποκλειστικῶς ἀποκαλεῖται Θεὸς στὴν Λατινικὴ Λατρεία. Πιθανώτατα, ἐπίσης, θὰ εἶχε καταφέρει νὰ ἐνημερωθῇ γιὰ τὰ νέα δόγματα ποὺ διεκήρυξε ἡ Δ΄ Σύνοδος τοῦ Λατερανοῦ ποὺ συγκλήθηκε ἀπὸ τὸν Ἰννοκέντιο Γ΄ τὸ 1215 σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς κατὰ τὴν θεία Εὐχαριστία ἁπλῶς ἐπιστρέφει σὲ μᾶς ὅ,τι δανείσθηκε ἀπὸ τὴν μητέρα Του πρὸς χάριν μας: «ut…accipiamus ipsi de suo, quod accepit ipse de nostro».
Αὐτὴ ἡ διαπίστωση ὡδήγησε τὸν Γερμανὸ στὴν σύσταση τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (μεταξὺ 11 καὶ 18 Ἰουλίου), ἀφοῦ ἡ ἀπόλυτη διαίρεση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦσε σαφέστατη ἔνδειξη Νεστοριανισμοῦ. Τὸ ὅτι δὲν εἶχε παρεξηγήσει ὁ Γερμανὸς τὴν Λατινικὴ θεολογία ἀποδείχθηκε περίτρανα ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατό του, ὅταν ὁ Θωμὰς Ἀκινάτης διεκήρυξε στὴν Summa Theologiae ὅτι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «Sapientia genita et creata» (Ι, 41: 3 ad. 4) καὶ ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του ἀπέκτησε ἐπίσης «potestatem excellentiae» (ΙΙΙ, q. 64.a.4). Ἐξ αἰτίας τῶν δύο αὐτῶν θέσεων ἡ Σύνοδος τῆς Νίκαιας εἶχε καταδικάσει τὸν Ἄρειο. Ἐξ αἰτίας τῆς δευτέρας θέσεως ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος εἶχε καταδικάσει τὸν Νεστόριο καὶ ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 553 τὸν Θεόδωρο Μοψουεστίας.
Τέλος, ὁ Γερμανὸς εἰσήγαγε καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Πατέρων τῆς Ἕβδομης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787) μεταξὺ 11 καὶ 18 Ὀκτωβρίου γιατὶ ἡ ἄρνηση προσκυνήσης τῶν εἰκόνων ἐκ μέρους τῶν Σταυροφόρων εἶχε συγκλονίσει τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς.
Οἱ προσθῆκες ὅλων αὐτῶν τῶν Κυριακάτικων ἑορτῶν ἔλαβαν χώρα προφανῶς μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς Συνόδου τοῦ Νυμφαίου τὸ 1234, ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἡ πρώτη ἀπόπειρα συνεννοήσεως τῶν δύο ἐκκλησιῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ σχίσματος. Τὰ κύρια θέματα ποὺ συνεζήτησε ὁ Γερμανὸς καὶ οἱ θεολόγοι συνεργάται του μὲ τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ Πάπα Γρηγορίου Θ΄, παρουσίᾳ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Βατάτζη, ἦσαν τὸ Φιλιόκβε καὶ ἡ χρήση ἄζυμου ἄρτου κατὰ τὴν Εὐχαριστία. Καμμία πρόοδος δὲν ἐπετεύχθη καὶ ἡ Σύνοδος ἔληξε ἄδοξα μετὰ μερικὲς ἑβδομάδες. Μετὰ τὴν ἀποτυχία τῆς Συνόδου ὁ Γερμανὸς ἔγραψε ἐπίσης καὶ ἀναιρετικὸ τῶν Λατινικῶν ἀπόψεων σύγγραμμα περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο πρώτη φορὰ δημοσιεύθηκε στὸν Τόμο Ἀγάπης τοῦ Δοσιθέου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων (Ἰάσιο 1698).
Ὁ Γερμανὸς ἀπέθανε τὸ 1240 καὶ ἐτάφη στὴν Μονὴ Καρυωτίσσης τῆς Νίκαιας «πολλὰ θαύματα ἔκτοτε ἐργαζόμενος» κατὰ τὸν βιογράφο του Κάλλιστο Ξανθόπουλο.
Ἡ μεγάλη σημασία τοῦ Γερμανοῦ ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι διέγνωσε ὀρθὰ ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ δογματικὴ διαφορὰ μεταξὺ ἀνατολικῆς καὶ δυτικῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται στὴν ἀποδοχὴ ἢ μὴ Ἀκτίστου Θείας Ἀποκαλύψεως, ἡ ὁποία «Θεοὺς ἀπεργάζεται» τοὺς Δέκτες Της (Ψαλ. 82:6). Διαφορὰ ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἂν ἐπισημανθῇ μέχρι σήμερα. Ἀλλὰ ἡ ὕψιστη συμβολή του γιὰ τὴν Ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν ὑπῆρξε ἡ ἀπάντησή του στὶς ἄγνωστες μέχρι τότε Λατινικὲς θεολογικὲς ἀπόψεις ὄχι θεωρητικὰ καὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ πρωτίστως μέσω ἀναδιάρθρωσης τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας. Ἔδειξε, ἔτσι, τὸ σωστὸ δρόμο πρὸς τὴν Ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ τὴν Κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕνα δρόμο ποὺ παραμένει ἀνοικτὸς πρὸς διάνυση μέχρι σήμερα: ὁ τρόπος ποὺ λατρεύει κάθε Ἐκκλησία τὸν Χριστὸ καὶ τιμᾶ ἢ δὲν τιμᾶ τοὺς Ἁγίους Του, συνιστᾶ τὴν αὐθεντικώτερη ἔκφραση τῆς Πίστεώς της. Ἂν θελήσουν νὰ ὁμονοήσουν ποτὲ ὁποιεσδήποτε διηρημένες ἐκκλησίες θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουν τὶς προσπάθειές τους μὲ ἀμοιβαία ἀποτίμηση τῶν λατρευτικῶν σχημάτων καὶ ἱστορικῶν μορφωμάτων ποὺ ἔχει προσλάβει ἡ Λατρεία τους. Αὐτο δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ ἀρχίσει νὰ συμβαίνει ἀκόμη, σχεδὸν ἕναν αἰῶνα μετὰ τὴν ἐπίσημη ἐκκίνηση τῆς Οἰκουμενικῆς κινήσεως. Τὸ μάθημα ἐκ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους εἶναι σαφὲς καὶ ἀξίζει νὰ προσεχθῇ κι ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐφετεινῆς ἐπετείου: Ὁ μόνος τρόπος «βεβαιώσεως» (Εβρ. ΙΓ΄ 9) καρδιῶν διαφωνούντων θεολογικὰ Χριστιανῶν δὲν εἶναι ἡ λογοκρατικὴ «πειθὼ», ποὺ ἀγωνίσθηκαν νὰ ἐπιβάλλουν στὴν ἀνατολὴ διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου τὰ Λατινικὰ κράτη τῶν Σταυροφόρων ὡς δῆθεν κράτη τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἡ εἰλικρινὴς καὶ ἀμοιβαὶα προσέγγιση, ἀξιολόγηση καὶ αἰτιολόγηση τῶν ἐκατέρωθεν φρονημάτων.

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%83/

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

H ΛΕΣΧΗ ΠΟΝΤΙΩΝ ΚΑΒΑΛΑΣ ΔΕΝ ΞΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛ ΑΓΑ


PANTEL AGAS
Λέσχη Ποντίων Καβάλας δεν ξξέχασε τον Παντέλ Αγά, έναν άνθρωπο που με τη δράση του, βοήθησε για τη διάσωση πολλών Ποντίων. Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 44 χρόνια από το θάνατό του. Έτσι η Λέσχη Ποντίων Καβαλας, οργάνωσε μία απλή και σεμνή εκδήλωση προς τιμή του στο Ποντολίβαδο όπου βρίσκεται ο τάφος του.
Ο γενικός γραμματέας της Λέσχης Ποντίων, είπε τα εξής: «Στις 27 Οκτωβρίου, αυτή την Κυριακή, συμπληρώθηκαν 44 χρόνια από το θάνατο του καπετάνιου του αντάρτικου του Πόντου, του Παντέλ Αγά. 44 χρόνια μετά το διοικητικό συμβούλιο της Λέσχης πήρε μία απόφαση να τιμήσουμε και ν΄ αναδείξουμε στους ήρωες του Πόντου, πόσο μάλιστα που βρίσκεται στην περιοχή μας. Μετά από συνεννόηση που είχαμε με την εγγονή του, κα Φωτεινή, το διοικητικό συμβούλιο μαζί με μερικούς χορευτές παραβρεθήκαμε στον τάφο του Παντέλ Αγά όπου τελέσαμε τρισάγιο στη μνήμη του.
Ο σκοπός δεν ήταν να προβληθεί η Λέσχη Ποντίων, αλλά θέλαμε να δείξουμε πανελλαδικά σε όλο τον κόσμο, τους ήρωες αυτούς, όπως κάναμε και παλαιότερα με τον Σ. Ανανιάδη, που ως γνωστόν κατόπιν προτάσεως του διοικητικού συμβουλίου και προσωπικά με δική μου πρόταση τιμήθηκε στην Κοζάνη, στο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ποντιακών Χορών στη Λυκόβρυση Κοζάνης, προς τιμήν του Συμεών Ανανιάδη, όπου τιμήθηκαν οι συγγενείς του».

ΕΡ: Τώρα θα μας πείτε με λίγα λόγια ποιος ήταν ο Παντέλ Αγάς;
ΑΠ: «Ο Παντέλ Αγάς ήτανε ένας από τους μεγαλύτερους οπλαρχηγούς του Πόντου. Χάρις σε αυτόν κατόρθωσαν να σωθούν πολλά γυναικόπαιδα, τα οποία μετέφερε από τον Πόντο στην Ελλάδα, από την Οδησσό, κι εδώ στη Δράμα…».

ΕΡ: Η σχέση του με την περιοχή;
ΑΠ: «Ο Παντέλ Αγάς όταν έφυγε από τον Πόντο, ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο χωριό Ποντολίβαδο, όπου έκανε τον έμπορο καπνού. Τα καλοκαίρια λέγεται πως καθόταν κι έγραφε σε χαρτιά, σημειώσεις, τις οποίες μετά το θάνατό του τις βρήκε η εγγονή του και μαζί με το λέκτορα του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, τον κ. Θεοφάνη Μαλκίδη, τυπώσαν ένα βιβλίο, για τον Παντέλ Αγά, το οποίο εκδόθηκε από το Σωματείο ΄΄ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ΄΄*, για το οποίο η Λέσχη πραγματοποίησε εκδήλωση παρουσίασής του».
Ο Παντελής Αναστασιάδης του Λαζάρου και της Συμέλας γεννήθηκε το 1896 στο χωριό Τσιμενλί Σαμψούντας και απεβίωσε στις 27-10-1969 στο χωριό Ποντολίβαδο Καβάλας. Η οικογένεια του Λάζαρου Αναστασιάδη είχε έξι αγόρια. Τον Ισαάκ, τον Σταύρο, τον Παναγιώτη που απαγχονίστηκε στην Αμάσεια το 1921, τον Αριστόβουλο, τον Ιερεμία και τον Παντελή, τον αντάρτη Καπετάν Παντέλ-αγά, που ήταν επικηρυγμένος από τους Τούρκους.
PANTEL AGAS2
Ο Παντελής Αναστασιάδης (Παντέλ-Αγάς) με την σύζυγό του Φωτεινή Χαραλαμπίδου την ημέρα του γάμου τους στον Πόντο το 1915.
Ο Παντελής Αναστασιάδης φοίτησε στο Δημοτικό σχολείο του Τσιμενλί και στη συνέχεια στη Σαμψούντα όπου πήγε ως την Πέμπτη τάξη του Γυμνασίου μένοντας μαζί με τον αδελφό του Παναγιώτη. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το Γυμνάσιο γιατί ένα βράδυ κάνοντας βόλτα με άλλα τέσσερα παιδιά έξω από το Δικαστήριο της Σαμψούντας, ο θόρυβος από τα πατήματα των αλόγων ενόχλησε τους Τούρκους και δόθηκε εντολή από τους δικαστές ως το πρωί τα πέντε παιδιά να εκτελεσθούν. Τα τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Παντελής, γλίτωσαν γιατί οι τρείς οικογένειες πρόλαβαν και ειδοποιήθηκαν και έτσι σώθηκαν τα παιδιά τους. Τα δύο άλλα παιδιά δεν πρόλαβαν να ειδοποιηθούν και το πρωί εκτελέστηκαν. Μετά από αυτό το συμβάν, το 1914, τα τρία παιδιά, ανέβηκαν στα βουνά και πολέμησαν ως αντάρτες τους Τούρκους επί επτά ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 1921.
Ενώ ο Παντελής βρισκόταν στα βουνά, ο αδελφός του Ιερεμίας με είκοσι επτά (27) άλλους νέους, πήγαν έξω από την Σαμψούντα για να πάρουν αλεύρι και αλάτι, και στο γυρισμό έμειναν σ’ ένα μύλο για να ξεκουραστούν και να ψήσουν “λαβάσια” (πίτες) για να φάνε προδόθηκαν όμως και σκοτώθηκαν εκτός από τρία άτομα. Μεταξύ των νεκρών παλληκαριών ήταν και ο Ιερεμίας Αναστασιάδης, που οι Τούρκοι νομίζοντας ότι είναι ο Παντέλ-αγάς, ο αντάρτης, στήσανε το κεφάλι του πάνω σε πάσσαλο στην πλατεία της Σαμψούντας, γιατί τα δύο αδέλφια έμοιαζαν πολύ. Από τους τρείς (3) που έζησαν μετά το αιματηρό αυτό επεισόδιο, ήρθε στην Ελλάδα μόνο ο Σάββας Χατζηιωαννίδης που έμενε στο Ποντολίβαδο Καβάλας και απεβίωσε το έτος 1968.
Το γεγονός ότι από από τις 183.000 Ελλήνων της Αμάσειας, επέζησαν έστω και 50.000 οφείλεται στην προστασία της περιοχής από τους αντάρτες. Ο Παντελής Αναστασιάδης σε ηλικία μόλις 18 ετών, ανεβαίνει στο βουνό, αγωνίζεται, πολεμάει και διασώζει γυναικόπαιδα. Μάλιστα όπως είναι καταγεγραμμένο με σαράντα επτά (47) αντάρτες και δύο χιλιάδες πεντακόσια (2500) γυναικόπαιδα κατόρθωσε να αντιμετωπίσει σε πολυήμερη μάχη στο Αγιού-Τεπέ (16-11-1916) χιλιάδες τακτικού Τουρκικού στρατού με αποτέλεσμα το θάνατο εκατόν δεκαεννιά (119) Τούρκων στρατιωτών και 8 Αξιωματικών με μοναδική απώλεια μόνο τεσσάρων (4) ανταρτών. Επίσης κατά τη μάχη του Νεμπιένταγ της Πάφρας, όπου οι αντάρτες ήρθαν αντιμέτωποι με ολόκληρο Τουρκικό σύνταγμα άριστα εξοπλισμένο προτίμησαν έναν περήφανο θάνατο.
Ο Παντελής Αναστασιάδης ήταν υπαρχηγός του Δημήτρη Χαραλαμπίδη (απεβίωσε το 1928), αρχηγού του αντάρτικου σώματος της Σαμψούντας και από το 1915 και γαμπρός του αφού παντρεύτηκε την κόρη του Φωτεινή, το γένος Χαραλαμπίδη, που καταγόταν επίσης από το Τσιμενλί. Η Φωτεινή ήρθε στην Ελλάδα το 1923 μαζί με την οικογένεια του άνδρα της, ενώ ο Παντέλ-αγάς ήρθε στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους μέσω Ρωσίας-Βουλγαρίας και εγκαταστάθηκε στο Ποντολίβαδο Καβάλας. Το ζευγάρι απέκτησε τρία παιδιά, τον Παναγιώτη και την Όλγα που είναι δίδυμοι και γεννήθηκαν στο Ποντολίβαδο το 1925 και διαμένουν στην Καβάλα και τον Ιερεμία που γεννήθηκε επίσης στο Ποντολίβαδο το 1935 και διαμένει στην Θεσσαλονίκη. Ο Παντελής Αναστασιάδης από τα έτη 1962-1965 στο Ποντολίβαδο Καβάλας έγραψε μια ανέκδοτη εργασία-αφήγηση για τα ιστορικά αντάρτικα γεγονότα από το 1913-1923 στην περιοχή της Σαμψούντας και της Πάφρας, όπως τα έζησε ο ίδιος.

Πηγή: Πρωινή

Πληροφορίες για το βιβλίο:
΄΄ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ΄΄, ΤΗΛ.:  2310552207 ,  6985085012 
Θεσσαλονίκη, τιμή 7€
PANTEL AGAS3http://www.enromiosini.gr/arthrografia/h-%CE%BB%CE%B5%CF%83%CF%87%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%83-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%BE%CE%B5%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%80/

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Σαμαντᾶ Αναστασία-Σεισοπούλου Ἑλένη

     Οἱ γραπτὲς πηγὲς δίνουν πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὴ διατροφὴ τῶν Βυζαντινῶν. Βασικὴ ἐπιδίωξη ἦταν ἡ αὐτάρκεια τοῦ νοικοκυριοῦ καὶ γι’ αὐτὸ κάθε οἰκογένεια καλλιεργοῦσε τὰ βασικὰ λαχανικὰ καὶ ἐξέτρεφε κάποια ζῶα (κυρίως πουλερικά). Βέβαια αὐτὸ ἦταν δύσκολο νὰ ἰσχύει στὶς μεγάλες πόλεις καὶ ἰδιαίτερα στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ τὴν περίοδο τῆς ἀκμῆς της ξεπερνοῦσε τοὺς 500.000 κατοίκους. Γιὰ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἐπενέβαινε ἡ κρατικὴ μέριμνα, κυρίως μέσῳ τοῦ ἐπάρχου τῆς πόλεως.
     Τὰ κύρια γεύματα τῶν Βυζαντινῶν ἦταν τὸ πρόγευμα προφαγον, τὸ ἄριστονμεσημβρινὸν (γεῦμα), καθὼς καὶ ὁ δεῖπνος. Ἔτρωγαν χρησιμοποιῶντας κυρίως τὰ χέρια, ἀφοῦ τὸ πιρούνι ἦταν ἄγνωστο μέχρι τὸν 10ο αἰῶνα καὶ ἡ χρήση του σπάνια στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες. Χρησιμοποιοῦσαν ἐπίσης κοχλιάρια κουτάλια καὶ μαχαίρια. Πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητὸ ἐπλεναν τὰ χέρια τους, χρησιμοποιῶντας τὸ χέρνιβ(ι)ον (πήλινο ἢ μεταλλικὸ ἀγγεῖο).
Οἱ Βυζαντινὲς γεύσεις
    Ἡ διαδικασία παρασκευῆς τῆς τροφῆς – ἡ ἐπιλογὴ ὑλικῶν, μεθόδων καὶ σκευῶν – ἀποτελεῖ μία σημαντικὴ παράμετρο τοῦ πολιτισμοῦ μιᾶς ἐποχῆς καὶ ἡ διερεύνησή της συνεργεῖ στὴν ἀναπαράσταση τῆς καθημερινότητας ἑνὸς λαοῦ, σὲ μία συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο.
    Ἡ περίοδος τοῦ Βυζαντίου εἶναι μία σημαντικὴ ἐποχή, ὅπου τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο ἀναδεικνύεται κυρίαρχο καὶ παράλληλα συμβιώνει μὲ σειρὰ ἄλλους λαούς, ποὺ εἶχαν πρόσβαση στὴ Μεσόγειο, ἀλλὰ καὶ στὴν Κασπία καὶ στὴ Μαύρη Θάλασσα.
    Ἡ ἀναζήτηση τῶν βυζαντινῶν γεύσεων ἀποδεικνύεται περισσότερο δύσκολη ἀπ΄ ὅσο μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ. Ἡ πρώτη δυσκολία προκύπτει ἀπὸ τὶς γραπτὲς πηγὲς τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖες παρέχουν μὲν πληροφορίες γιὰ τὸ τί ἔτρωγαν οἱ Βυζαντινοί, ἀποδεικνύονται ὅμως μὴ διαφωτιστικὲς σ΄ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸν τρόπο ποὺ μαγείρευαν τὰ φαγητά τους, γιὰ τὴ δοσολογία τῶν διαφόρων ὑλικῶν ποὺ χρησιμοποιοῦσαν ἢ γιὰ τὸν χρόνο ποὺ ἀπαιτοῦνταν γιὰ τὴν παρασκευὴ ἑνὸς φαγητοῦ.
    Διαφοροποιήσεις στὶς διατροφικὲς συνήθειες ἐπέβαλλαν προφανῶς οἱ κατὰ τόπους διαφορετικὲς κλιματολογικὲς καὶ γεωγραφικὲς συνθῆκες (ὅπως π.χ. ἡ γειτνίαση ἢ ὄχι μὲ τὴ θάλασσα), ἡ κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ διαστρωμάτωση τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ πιστὴ ἢ ὄχι τήρηση τῶν ἀπαγορεύσεων, ποὺ ὑποδείκνυαν οἱ διάφορες θρησκεῖες. Ἀκόμα, μάλιστα καὶ οἱ ἱστορικὲς ἐξελίξεις, ποὺ σχετίζονταν μὲ τὶς μετακινήσεις τῶν πληθυσμῶν, τὴ σταδιακὴ ἀλλαγὴ τῆς σχέσης μεταξὺ τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν πόλεων καὶ τὴν αὐξομείωση τῶν συνόρων της ἐπικράτειας τῶν Βυζαντινῶν. Σημαντικὲς ἀλλαγὲς ὑπῆρξαν, στὶς διατροφικὲς συνήθειες τῶν Βυζαντινῶν, μετὰ τὸ 1204 μ.Χ. καὶ τὴν κατάλυση τῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους.
Τὸ ψωμί
    Τὰ κυριότερα εἴδη διατροφῆς ἦταν τὸ ψωμί, τὸ λάδι, οἱ ἐλιὲς καὶ τὸ τυρί. Ἡ ποιότητα τοῦ ψωμιοῦ παρουσίαζε ποικιλία καὶ ἦταν ἀνάλογη μὲ τὶς οἰκονομικὲς δυνατότητες τοῦ καταναλωτῆ. Ἔτσι καλύτερος καὶ ἀκριβότερος ἄρτος ἦταν ὁ καθαρὸς ἄρτος ἢ ὁ σεμίδαλις. Φτιαγμένος ἀπὸ καθαρὸ ψιλοκοσκινισμένο σιτάρι ἢ ἀπὸ σιμιγδάλι, τὸν ἀπολάμβαναν οἱ πλουσιότερες ὁμάδες τοῦ πληθυσμοῦ. Οἱ ὑπόλοιποι ἀρκοῦνταν σὲ ἕναν ὑποδεέστερο τύπο ψωμιοῦ, τὸ μεσοκάθαρον ἢ τῆς μέσης ἢ ἀκόμη καὶ στοὺς ρυπαροὺς ἢ κυβαροὺς ἄρτους, ζυμωμένους ἀπὸ ἄλλα, χαμηλῆς ποιότητας δημητριακά, καὶ συνυφασμένους μὲ τὴ φτώχεια. Ἔνδειξη ἀπόλυτης φτώχειας ἦταν ἡ κατανάλωση ψωμιοῦ ἀπὸ πίτουρα (πιτεράτον).
    Στὰ χωριὰ τὸ κάθε νοικοκυριὸ ἔψηνε μόνο του τὸ ψωμὶ ποὺ χρειάζονταν, ἐνῷ στὶς πόλεις οἱ περισσότεροι τὸ ἀγόραζαν ἀπὸ τοὺς φούρνους. Ἐκτός, ἀπὸ τὸ φρέσκο ψωμὶ οἱ Βυζαντινοὶ παρασκεύαζαν καὶ παξιμάδια, ποὺ διατηροῦνταν περισσότερο καιρό.
Ὄσπρια – Λαχανικά
    Ἡ φθηνότερη καὶ πιὸ διαδεδομένη τροφὴ γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἦταν τὰ λαχανικὰ καὶ τὰ ὄσπρια. Μὲ δεδομένες δὲ τὶς μεγάλες περιόδους νηστείας ποὺ προβλέπει ἡ Ἐκκλησία, καὶ τὶς ὁποῖες φαίνεται ὅτι τηροῦσαν μὲ ἀρκετὴ εὐλάβεια οἱ Βυζαντινοί, οἱ τροφὲς αὐτὲς καταναλώνονταν γιὰ μακρὺ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ πληθυσμοῦ. Δὲν εἶναι πάντα εὔκολο νὰ ταυτίσουμε τὰ διάφορα εἴδη λαχανικῶν ποὺ ἀναφέρουν οἱ πηγές. Μεγάλη κατανάλωση εἶχαν τὰ λάχανα, τὰ πράσα, τὰ κρεμμύδια, τὰ τεῦτλα, τὰ μαρούλια, τὰ ραδίκια, τὸ καρότο, ὁ ἀρακάς, ἡ ρόκα. Ἄγνωστες φυσικὰ ἦταν οἱ πατάτες καὶ οἱ ντομάτες, ποὺ ἔφτασαν στὴν Εὐρώπη πολὺ ἀργότερα.
    Τὰ ὄσπρια ἦταν φθηνὰ καὶ εἶχαν τὴν τιμητική τους στὸ τραπέζι τῶν ἀσθενέστερα οἰκονομικὰ τάξεων.
    Τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ὄσπρια μποροῦσαν νὰ διατηρηθοῦν ἐπὶ μακρὸν μποροῦσαν νὰ φθάνουν στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, ἀλλὰ καὶ στὶς ἀπομακρυσμένες περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας.
    Τὰ πιὸ συνηθισμένα ὄσπρια ἦταν τὸ «φασούλιν», τὰ «κουκκία», ἡ φακή, τὰ «λουπινάρια» καὶ τὰ «ἐρεβίνθια».
    Μεγάλη κατανάλωση φαίνεται νὰ εἶχαν τὰ ἄγρια χόρτα καὶ οἱ βολβοί. Τὸ μαγείρεμα τῶν λαχανικῶν εἶχε μεγάλη ποικιλία, τὰ ἐφτίαχναν, μάλιστα καὶ τουρσί, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὰ καταναλώνουν καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ χειμῶνα.
Σοῦπες
    Σοῦπες καὶ ζωμοὶ μὲ διάφορα λαχανικά, ὄσπρια, ψάρια ἢ καὶ παστὸ κρέας φαίνεται ὅτι ἀποτελοῦσαν μία συνηθισμένη ἐπιλογὴ στὰ βυζαντινὰ νοικοκυριὰ τοῦ 13ου αἰῶνα.
    Μετὰ ἀπὸ τὸ 1204 καὶ τὴν κατάκτηση τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τοὺς σταυροφόρους, οἱ διατροφικὲς συνήθειες φαίνεται νὰ διαφοροποιοῦνται, τόσο ἀπὸ τὶς δυτικὲς ἐπιρροές, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ κρίση ποὺ ἀκολούθησε.
Τὰ ἀβγά, τὰ φροῦτα, οἱ ξηροὶ καρποὶ καὶ τὰ γαλακτοκομικὰ
    Τὰ ἀβγὰ κότας ἦταν ἕνα συνηθισμένο τρόφιμο στὸ Βυζάντιο. Τρώγονταν βραστά, ψητά, τηγανητὰ ἢ καὶ «ροφητὰ» (ὠμά). Οἱ Βυζαντινοὶ προτιμοῦσαν τὰ ἀβγὰ τῶν φασιανῶν σὲ σχέση μὲ τὰ ἀβγὰ τῆς χήνας, τῆς πάπιας καὶ τῆς πέρδικας.
Τὰ φροῦτα καὶ οἱ ξηροὶ καρποὶ ἀποτελοῦσαν τὸ ἐπιδόρπιο τῶν Βυζαντινῶν. Φροῦτα, ὅπως τὰ σῦκα καὶ τὰ σταφύλια τὰ ἀποξέραιναν καὶ μαζὶ μὲ κάστανα ἀμύγδαλα φιστίκια καὶ κουκουνάρια τὰ ἔτρωγαν τοὺς χειμερινοὺς μῆνες.
     Τὰ γαλακτοκομικὰ προϊόντα δὲν ἔλειπαν ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ τραπέζι, ἰδιαίτερα στὴν ἐνδοχώρα, ὅπου ἡ κτηνοτροφία ἦταν περισσότερο διαδεδομένη. Τὸ τυρὶ οἱ Βυζαντινοὶ τὸ ἐφτίαχναν ἀπὸ γάλα πρόβειο, κατσικίσιο, ἀγελαδινὸ ἀλλὰ καὶ βουβαλίσιο. Στὶς γραπτὲς πηγὲς ἀναφέρονται διάφορες ποικιλίες τυριῶν, ὅπως τὸ ἀνθότυρον, ἡ μυζήθρα, τὸ κρητικὸν τὸ περίφημο «βλάχικον τυρίτσιν», ἀλλὰ καὶ τὸ χαμηλῆς ποιότητας «ἀσβεστότυρον». Ἀπὸ τὸ γάλα ἐφτίαχναν ἀκόμη «ὀξύγαλον» (γιαούρτι) καὶ βούτυρο.
Ἡ ἐλιὰ καὶ τὸ λάδι, τὰ ψάρια καὶ τὰ ὑπόλοιπα θαλασσινὰ
    Ὁ ἐλαιόκαρπος ὑπῆρξε, στὰ βυζαντινὰ χρόνια, ἕνα πολὺ διαδεδομένο, πρόχειρο καὶ νηστίσιμο προϊόν. Οἱ ἐλιὲς διατηροῦνταν σὲ ἅλμη (ἀλμάδες), σὲ ξίδι ἢ σὲ «ὀξύμελι» (ξίδι καὶ μέλι μαζί).
    Γνωστές, ἐπίσης, ἦταν οἱ «θλαστὲς» (τσακιστὲς) καὶ οἱ «δρουπάτες» (θροῦμπες). Σχετικὰ διαδομένη ἦταν καὶ ἡ χρήση τοῦ ἐλαιολάδου στὴ μαγειρικὴ τουλάχιστον στὶς ἐλαιοπαραγωγικὲς περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας.
    Τὰ ψάρια οἱ Βυζαντινοὶ τὰ ἔτρωγαν «ἐκζεστὰ» (βραστά), «ὀφτὰ» (ψητὰ) ἢ «τηγάνου» (τηγανητά).
    Τὰ παστὰ ψάρια ἦταν διατηρημένα σὲ χοντρὸ ἁλάτι καὶ καταναλώνονταν κυρίως τὸ χειμῶνα, ἀλλὰ καὶ καθόλη τὴ διάρκεια τοὺς ἔτους στὶς περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἦταν ἀπομακρυσμένες ἀπὸ τὴ θάλασσα.
    Στὸ βυζαντινὸ τραπέζι σερβίρονταν ἀκόμα καὶ θαλασσινοὶ μεζέδες, τὰ λεγόμενα «ἁγνὰ» (καλαμάρια, χταπόδια, γαρίδες, χτένια, πεταλίδες, μύδια, στρείδια, ἀχινοὶ κ.λπ.), τὰ ὁποῖα τὰ μαγείρευαν μὲ διάφορους τρόπους ἢ τὰ ἔτρωγαν ὠμά.  
Τὴ διατροφὴ τῶν Βυζαντινῶν συμπλήρωναν, κυρίως στὶς παραθαλάσσιες καὶ παραποτάμιες περιοχές, τὰ ψάρια καὶ τὰ θαλασσινά. Βέβαια, στὶς μεγάλες πόλεις καὶ γενικότερα ὅπου δὲν ὑπῆρχε ἄμεση δυνατότητα ἁλιείας, τὰ μεγάλα καὶ ἀκριβὰ ψάρια (κεφάλα, συναγρίδες, μπαρμπούνια, λαβράκια, λυθρίνια, καλκάνια) ἦταν προνόμιο τῶν λίγων, ἐνῷ οἱ ὑπόλοιποι περιορίζονταν στὰ μικρὰ ψάρια (σαρδέλες, παλαμίδες, σκουμπριά, τσίρους) καὶ κυρίως στὰ παστά. τῆς ὴ θάλασσα.  
Τὸ κρέας, εἶδος πολυτελείας
    Ἡ ἴδια διάκριση ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν κατανάλωση τοῦ κρέατος. Τὰ ζῶα τῆς οἰκογένειας ἐκτρέφονταν κυρίως γιὰ τὰ γαλακτοκομικὰ προϊόντα καὶ τὰ ἀβγά. Ἡ κατανάλωση κρέατος, ἀκόμη καὶ τοῦ παστοῦ, ἦταν μία σπάνια πολυτέλεια γιὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀντίθετα, στὰ τραπέζια τῶν πλουσίων ἔβρισκαν συχνότερα τὴ θέση τοὺς ἀρνιά, κατσίκια, κότες, πουλερικά, καθὼς καὶ κυνήγια. Σὲ ἰδιαίτερη ἐκτίμηση εἶχαν τὰ χοιρινὰ κρέατα. Τὰ ἐντόσθια θεωροῦνταν ὑποδεέστερη τροφή, κατασκεύαζαν, ὅμως, μὲ αὐτὰ φαγητὰ ποὺ θυμίζουν τὸ σημερινὸ κοκορέτσι (πλεκτὴν) καὶ τὴ γαρδοῦμπα (γαρδούμιον).
    Τὸ κρέας δὲν ἀποτελοῦσε καθημερινὴ τροφὴ γιὰ τοὺς Βυζαντινούς. Ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἦταν μᾶλλον σπάνιο καὶ ἀκριβό, ἀλλὰ καὶ ἐξαιτίας τῶν νηστειῶν ποὺ ὑπαγόρευε ἡ  Ἐκκλησία, γιὰ τὶς μισὲς τουλάχιστον ἡμέρες τοῦ χρόνου. Περισσότερο ἀγαπητὸ ἦταν τὸ χοιρινὸ κρέας, τὸ ὁποῖο μαγείρευαν μὲ ποικίλους τρόπους. Ἀπὸ τὸ τραπέζι τους δὲν ἔλειπαν τὰ ἀρνιά, οἱ γίδες, τὰ βοοειδῆ, καθὼς καὶ τὸ κυνήγι π.χ.: ἐλάφια καὶ λαγοί.
    Βρώσιμα θεωροῦνταν ὅλα σχεδὸν τὰ μέρη τῶν ζώων -ἀκόμα καὶ τὸ κεφάλι, ἡ οὐρά, τὰ πόδια καὶ τὰ ἐντόσθια. Τὸ κρέας ποὺ δὲν καταναλώνονταν ἀμέσως -μετὰ ἀπὸ τὴ σφαγὴ τοῦ ζώου-, συνήθως παστώνονταν, προκειμένου νὰ διατηρηθεῖ μεγαλύτερο διάστημα.
    Τὰ πουλερικὰ εἶναι τὸ κρέας ποὺ ἔτρωγαν περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο. Ἡ ποικιλία ἦταν πολὺ μεγάλη. Ὡστόσο, οἱ πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ προτιμοῦσαν τὶς πάπιες, τὶς χῆνες, τὰ περιστέρια, τὰ παγόνια, τὶς πέρδικες, τὰ κοτσύφια καὶ τὶς τσίχλες. Ὑπῆρχαν, μάλιστα κι εἰδικὰ ἐκτροφεῖα παγωνιῶν, καθὼς τὸ πουλὶ αὐτὸ ἦταν στὴν κορωνίδα τῶν προτιμήσεων τῆς ἄρχουσας τάξης.
Σάλτσες καὶ καρυκεύματα
Ψάρια, λαχανικὰ καὶ κρέατα περιχύνονταν συχνὰ μὲ σάλτσες, ποὺ ὀνομάζονταν «σαβοῦραι». Οἱ περισσότερες πολυτελεῖς σάλτσες εἶχαν ὡς βάση τὸ λάδι ἢ τὸ βούτυρο. Ἡ πλέον δημοφιλὴς σάλτσα τῶν Βυζαντινῶν ὀνομάζονταν «γάρος».
Ὁ γάρος
    Κύρια μέσα παρασκευῆς τῶν φαγητῶν ἦταν τὸ ἐλαιόλαδο καὶ τὰ ζωικὰ λίπη. Χρησιμοποιοῦσαν δὲ ὅλους τοὺς γνωστοὺς σήμερα τρόπους μαγειρικῆς (ψήσιμο, βράσιμο, τηγάνισμα, ἀλεσμένα μὲ μορφὴ πουρὲ κ.λπ.). Γιὰ νὰ προσδώσουν γεύση στὸ φαγητὸ πρόσθεταν διάφορα ἀρτύματα (ἡδύσματα), ὅπως σάλτσες (ποὺ σερβίρονταν καὶ σὲ εἰδικὰ σκεύη, τὰ σαλτσάρια), ἀρωματικὰ φυτὰ (ἄνηθο, μάραθο, δενδρολίβανο, ρίγανη, κάπαρη) ἀκόμη καὶ μπαχαρικά. Ἡ πιὸ διαδεδομένη σάλτσα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στὴ βυζαντινὴ κουζίνα ἦταν τὸ γάρον ἢ ὁ γάρος. Γνωστὸ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, τὸ γάρον φτιαχνόταν ἀπὸ ἐντόσθια ψαριῶν καὶ μικρὰ ψάρια, τὰ ὁποῖα, ἀφοῦ ἁλάτιζαν καὶ πιθανῶς ἀνακάτευαν μὲ κρασί, τὰ ἄφηναν στὸν ἥλιο γιὰ δύο ἕως τρεῖς μῆνες ἢ τὰ ἔβραζαν γιὰ ἀρκετὲς ὧρες. Τὸ ὑγρὸ αὐτὸ χρησιμοποιοῦσαν σὲ διάφορες παραλλαγὲς (ἀνακατεμένο μὲ νερό, κρασί, λάδι ἢ ξύδι) γιὰ νὰ ἀρτύσουν ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ φαγητά, λαχανικά, κρέατα, ψάρια. Τὰ μπαχαρικὰ (πιπέρι, κανέλα, γαρίφαλο, κάρδαμο) εἰσάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ φυσικὰ ἡ τιμή τους ἦταν ἀπαγορευτικὴ γιὰ τὸ συνηθισμένο βυζαντινὸ τραπέζι.
    Ἂν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ βυζαντινὰ φαγητὰ μοιάζουν νὰ εἶναι πολὺ κοντὰ στὶς νεοελληνικὲς γευστικὲς συνήθειες, ὅπως τὰ σκορδάτα καὶ τὰ κρασάτα κρέατα, ὁρισμένοι συνδυασμοὶ γεύσεων τῆς βυζαντινῆς μαγειρικῆς σήμερα θὰ φαίνονταν τουλάχιστον περίεργοι. Εἶναι γνωστὴ ἡ συνταγὴ τοῦ κατσικιοῦ ποὺ γεμιστὸ μὲ σκόρδα, πράσα καὶ κρεμμύδια καὶ περιχυμένο μὲ γάρον, ἔστειλε ὡς ἐκλεκτὸ δῶρο ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς στὸν Λιουτπράνδο τῆς Κρεμόνας καὶ τὸ ὁποῖο δὲν ἐκτίμησε καθόλου ὁ πικρόχολος αὐτὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν «καθυστερημένη» Δύση.
    Ὁτιδήποτε μποροῦσε νὰ καταστήσει τὸ φαγητὸ νόστιμο ὀνομάζονταν ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς «ἥδυσμα» ἢ «ἄρτυμα». Ἀνάμεσα στὰ ἀρτύματα κυρίαρχη θέση εἶχε τὸ λάδι, τὰ λίπη, τὸ σκόρδο, τὰ γαλακτοκομικά, τὸ ξίδι καὶ οἱ σάλτσες. Ἀπὸ τὰ καρυκεύματα συνηθισμένα ἦταν ἡ ρίγανη, ὁ δυόσμος, τὸ πιπέρι, τὸ σέλινο, τὸ πράσο, ὁ ἄνηθος, τὸ δενδρολίβανο καὶ τὸ κύμινο. Ἐπίσης, χρησιμοποιοῦσαν καὶ πιὸ ἐξωτικὰ καρυκεύματα, ὅπως ἡ κανέλα καὶ τὸ μοσχοκάρυδο. Ἀπὸ τὸ σινάπι, μάλιστα, ἐφτίαχναν ἕνα εἶδος μουστάρδας, ποὺ συνόδευε τὰ ψάρια καὶ τὰ ἀλλαντικά. Τέλος, ὡς ἐξαιρετικὸ ἥδυσμα οἱ Βυζαντινοὶ θεωροῦσαν τὸν κρόκο (ζαφορά).
Ἐπιδόρπια, κρασὶ καὶ ἄλλα ποτὰ
    Βασικὸ συμπλήρωμα τῆς διατροφῆς ἦταν τὰ φροῦτα (μῆλα, ἀχλάδια, σῦκα ξερὰ καὶ φρέσκα, κεράσια, σταφύλια, πεπόνια κ.ἄ.), καθὼς κι οἱ ξηροὶ καρποὶ (καρύδια, ἀμύγδαλα, φουντούκια). Τέλος, ὡς ἐπιδόρπια (ἐπιδεῖπνα ἢ δούλκια) εἶχαν διάφορα γλυκίσματα. Κύριο γλυκαντικὸ μέσο ἦταν τὸ μέλι. Γνωστὰ γλυκίσματα τῆς ἐποχῆς εἶναι ὁ σησαμοῦς (παστέλι), ἡ μουστόπιτα (μουσταλευριά), τὸ κυδωνᾶτον (κυδωνόπαστο), διάφορα γλυκὰ κουταλιοῦ, καθὼς κι ἔνα ειδος τηγανίτας (τὸ λάγανον ἢ λαλλάγγι). Ἕνα γλύκισμα (κοπτοπλακοὺς) μὲ φύλλα ζύμης, ἀμύγδαλα, καρύδια καὶ μέλι μοιάζει νὰ εἶναι ὁ πρόγονος τοῦ μπακλαβά.
    Οἱ Βυζαντινοὶ ἀγαποῦσαν, ἐπίσης, τὸ κρασὶ κι εἶχαν μία μεγάλη ποικιλία. Τὸ κάθε κρασὶ ἀναφερόταν μὲ τὸ ὄνομα τῆς περιοχῆς ἀπ’ ὅπου προερχόταν. Ἀναμείγνυαν παλαιὸ κρασὶ μὲ μέλι καὶ πιπέρι κι ἐφτίαχναν τὸ «κονδίτον». Ἄλλα ἀλκοολοῦχα ποτὰ ἦταν ὁ «μηλίτης», ὁ «μυρτίτης», ὁ «ἀπίτης», ὁ «φοινικίτης» κ.λπ. Γνώριζαν τὴν μπίρα, ἀλλὰ ἔφτιαχναν καὶ μία σειρὰ ἄλλα ποτὰ μὴ ἀλκοολοῦχα, ὅπως ἀπὸ ἐκχύλισμα ἀμυγδάλων, μελίγαλα, ροδόμελι, κ.λπ.
Κάποιες βυζαντινὲς συνταγές
    Μονόκυθρον: Μαγειρεύονταν ἀπὸ διάφορα παστὰ ἢ καὶ φρέσκα ψάρια, μαζὶ μὲ κομμάτια διάφορων τυριῶν, ἀβγὰ καὶ λάχανο, μέσα σὲ λάδι μὲ πιπέρι καὶ σκόρδα.
    Μυττωτόν: Ἦταν ψιλοκομμένες σκελίδες σκόρδου, ἀναμεμειγμένες μὲ λάδι καὶ πολτὸ μαύρης ἐλιᾶς.
    Γάρος (σάλτσα): Ἀναμειγνύονταν μικρὰ ψάρια, ἐντόσθια, βράγχια κι αἷμα ψαριῶν μὲ ἁλάτι. Προσέθεταν πιπέρι καὶ παλιὸ κρασί. Σιγόβραζαν τὸ μεῖγμα γιὰ ἀρκετὲς ὧρες ἢ τὸ ἄφηναν νὰ «ζυμωθεῖ» στὸν ἥλιο γιὰ 2-3 μῆνες. Ὁ γάρος σερβίρονταν ἀναμεμειγμένος μὲ λάδι (ἐλαιόγαρος) ἢ μὲ νερὸ (ὑδρογάρος) ἢ μὲ κρασὶ (οἰνόγαρος) ἢ μὲ ξίδι.  
    Ἐκζεστὰ ψάρια σὲ «λευκὸ ζωμό»: Ἔβραζαν μεγάλα ψάρια, ὅπως συναγρίδες, φαγκριὰ ἢ καὶ χάνους σὲ ζωμὸ ἀπὸ νερό, ἀρκετὸ λάδι, λίγο ἄνηθο καὶ πράσο. Στὸ τέλος, ἔριχναν τὸ ἁλάτι.
    Κρασάτον ἢ ξιδάτον λαγομαγείρευμα: Οἱ Βυζαντινοὶ ἀγαποῦσαν νὰ μαγειρεύουν τὸν λαγὸ μέσα σὲ κόκκινο κρασὶ ἢ σὲ ξίδι, μὲ τὴν προσθήκη πιπεριοῦ, γαριφάλου καὶ νάρδου (βαλεριάνα). Γιὰ νὰ ἐνισχύσουν τὴ γεύση, προσέθεταν κατὰ τὸ μαγείρεμα καὶ λίγο χοιρινὸ κρέας.
    Φάβατα: Ἔβραζαν σὲ νερὸ ξερὰ κουκιά, μέχρι νὰ μποροῦν νὰ τὰ διαλύσουν, ἀνακατεύοντας τὰ μὲ μία ξύλινη κουτάλα. Προσέθεταν λάδι κι ἁλατοπίπερο.
   Ὄρνις μονθυλευτή: Ἄφηναν ἕνα κοτόπουλο γιὰ λίγες ὧρες σὲ κρασὶ ἢ ξίδι, μὲ διάφορα καρυκεύματα (πιπέρι, γαρύφαλλο, κανέλα, μοσχοκάρυδο). Μετὰ τὸ παραγέμιζαν μὲ ψῖχα ψωμιοῦ, ἀμύγδαλα καὶ ἄλλα καρυκεύματα. Συχνά, προσέθεταν σταφίδες, κουκουνάρια καὶ ψιλοκομμένα μανιτάρια. Σιγόβραζαν τὸ κοτόπουλο σὲ κρασὶ ἢ τὸ ἔψηναν στὸ φοῦρνο μέσα σ΄ ἕνα καλὰ κλεισμένο πήλινο σκεῦος, ἀφοῦ τὸ ἄλειφαν καλὰ μὲ βούτυρο.  
    Ἀμανίται: Ἔκοβαν φέτες μανιτάρια καὶ τὰ ἁλατοπιπέρωναν καὶ στὴ συνέχεια τὰ τηγάνιζαν μὲ φέτες ἀχλαδιοῦ. 
    Σφουγγᾶτον: Ἔτριβαν ἕνα κρεμμύδι καὶ τὸ τσιγάριζαν στὸ τηγάνι. Προσέθεταν μυρωδικὰ καὶ στὸ τέλος τὰ ἀβγά.

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%83-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%83-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BF/

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Σεμινάρια Νεοελληνικής Ιστορίας: Οι Έλληνες και η Οθωμανική Αυτοκρατορία (13ος αι. – 1922)


Constantinopolitan_S-300x132 logotypo vravio

1821

Ακαδημαϊκό Έτος:  2013 – 2014
Διδάσκων: Χαράλαμπος Μηνάογλου, Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Σύντομο βιογραφικό σημείωμα)
Τα σεμινάρια θα αφορούν στην Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και θα εστιάζονται στην δράση και τον ρόλο των Ελλήνων υπηκόων της. Θα εξετάζονται ιδιαίτερα ζητήματα όπως η συνείδηση των Ελλήνων υποδούλων, η θέση τους στο οθωμανικό σύστημα, ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Φαναριωτών, τα επαναστατικά κινήματα και οι σχέσεις τόσο των Ελλήνων όσο και των Οθωμανών με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Κεντρική αναφορά θα γίνεται στην Επανάσταση του 1821 και στην αλλαγή που επέφερε η δημιουργία ελληνικού κράτους στην θέση των υπόδουλων Ελλήνων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Το διδακτικό υλικό θα αναρτάται στην ιστοσελίδα του Συλλόγου και σε ιστολόγιο που θα δημιουργηθεί ειδικά για τα μαθήματα. Όσοι επιθυμούν, θα καθοδηγούνται στην εκπόνηση σχετικών εργασιών, οι οποίες θα δημοσιεύονται ηλεκτρονικά. Τα σεμινάρια απευθύνονται κυρίως σε φοιτητές και πτυχιούχους.
Στους συμμετέχοντες θα χορηγείται βεβαίωση παρακολούθησης.
Τα σεμινάρια θα πραγματοποιούνται από Οκτώβριο μέχρι Μάιο, κάθε Πέμπτη 18.30 – 20.30 στο κτήριο του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών, Δημοσθένους 117, Καλλιθέα.
Εγγραφές γίνονται στα γραφεία του Συλλόγου καθημερινά 18.00 – 22.00 (πληροφορίες στα τηλ. 210 9517072,
6947 323040 και στην ηλ. διεύθυνση cpolitan@otenet.gr). 

http://www.cpolitan.gr/%CF%83%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BF%CE%B9-%CE%AD/

Α’ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ (14 ΙΟΥΛΙΟΥ 1913)

apeleutherosi-69-1
Γράφει ο θεολόγος-εκκλησιαστικός ιστορικός-νομικός
κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Επέτειος 100 ετών (1913-2013) από την απελευθέρωση της Κομοτηνής κατά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο.

  Την 5η Οκτωβρίου του 1912 ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος ήταν πλέον γεγονός και οι πρωταγωνιστές του ήταν τα συμμαχικά κράτη της Ελλάδος, Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
  Στο πλαίσιο των λεγόμενων συμμαχικών πολεμικών επιχειρήσεων οι Βούλγαροι κατά τον Νοέμβριο του 1912 εισέρχονται και εγκαθίστανται στη Δ. Θράκη όχι ως απελευθερωτές και σύμμαχοι, αλλά στην πραγματικότητα ως κατακτητές, προκειμένου να εκβουλγαρίσουν τον ελληνισμό της Θράκης. Έτσι, επί οκτώ μήνες, από τον Νοέμβριο του 1912 έως και τον Ιούλιο του 1913, διεξήγετο ένας ανελέητος ανθελληνικός αγώνας, ο οποίος είχε έναν και μόνο στόχο που δεν ήταν άλλος από την ίδρυση της Μεγάλης Βουλγαρίας.
  Με την έναρξη του Β’ Βαλκανικού πολέμου, την 16η Ιουνίου του 1913, ανάμεσα στους πρώην συμμάχους, δηλαδή την  Βουλγαρία αφενός και τη Σερβία μαζί με την Ελλάδα αφετέρου, εκδηλώνεται το ακραίο εθνικιστικό ανθελληνικό πάθος των Βουλγάρων, οι οποίοι απέβλεπαν, παντί σθένει, να αφανίσουν κάθε τι το ελληνικό στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Θράκης και φυσικά στην έκταση του τότε Καζά Γκιουμουλτζίνας (Κομοτηνής), που εν προκειμένω μας αφορά.
  Ο κ. Βοβολίνης στο έργο του: “ Η Εκκλησία εις τον Αγώνα της ελευθερίας. (1453-1953)”, το οποίο εκδόθηκε το 1952, αναφέρει ότι οι Βούλγαροι αρχικώς λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τις ελληνορθόδοξες εκκλησίες. Συγκεκριμένα απεγύμνωσαν τις εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και του Μητροπολιτικού ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής, καθώς και των χωριών Κοσμίου, Γρατινής, Σωστού, Ασωμάτων, Μαρωνείας, Χίρκα (Κίρκη), Ιάσμου κ.ά. Παράλληλα λεηλάτησαν και απεγύμνωσαν και τα διάφορα καταστήματα της Κομοτηνής αδιακρίτως αν ήταν χριστιανών ή μουσουλμάνων.
  Στο βιβλίο υπό τον τίτλο: “Αι Βουλγαρικαί Ωμότητες εν τη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. 1912-1913. Γεγονότα, εκθέσεις, έγγραφα, επίσημαι μαρτυρίαι”, το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα κατά το έτος 1914, αναφέρεται ότι οι εκ Σόφιας υποδείξεις ήταν σαφείς και όριζαν τον απόλυτο εκκαθαρισμό της περιφερείας Γκιουμουλτζίνας από τον τουρκικό και ελληνικό πληθυσμό ώστε το έδαφος να μείνει ελεύθερο προς εγκατάσταση αποίκων εκ Βουλγαρίας. Γι’ αυτό στην περιφέρεια Γκιουμουλτζίνας δεν υπήρξε μουσουλμανικό χωριό του οποίου οι Βούλγαροι να μην είχαν εξολοθρεύσει τους άρρενες προκρίτους. Κατά τον Ιούλιο του 1913, λίγο πριν την απελευθέρωση της Κομοτηνής, από τον ελληνικό στρατό, έκαυσαν βορείως της πόλεως  δέκα οκτώ μουσουλμανικά χωριά των οποίων οι κάτοικοι πεινασμένοι και “γυμνητεύοντες” κατέφυγαν για να σωθούν εντός των χαράδρων της Ροδόπης απ’ όπου εξήλθαν μόνον εβεβαιώθησαν πέρι της προελάσεως του ελληνικού στρατού τον οποίο υπεδέχθησαν εγκαρδίως ως σωτήρα και ελευθερωτή.
  Οι Βούλγαροι, αφού απεγύμνωσαν τα καταστήματα και τις οικίες της πόλεως καταληστεύοντας συνάμα και τις περιουσίες των χωρικών, ο Βούλγαρος διοικητής έκλεψε 10.000 φράγκα εκ του δημαρχικού ταμείου Κομοτηνής. Ο δε αρχικομιτατζής Τάνεφ ηγούμενος βουλγαρικής συμμορίας ελυμαίνετο μέχρι και της ημέρας της φυγής του βουλγαρικού στρατού, πάντα τα περίχωρα ληστεύοντας και φονεύοντας μουσουλμάνους και Έλληνες.
  Άξιον, ιδιαιτέρας μνείας εν προκειμένω είναι το γεγονός της κατά την 26η Ιουνίου 1913 συλλήψεως από των Βουλγάρων ως ομήρων 17 προκρίτων της Κομοτηνής μεταξύ των οποίων και ο Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας. Συγκεκριμένα απήχθησαν οι κάτωθι:1)Αρχιμανδρίτης Νικόλαος, Αρχιερατικός Επίτροπος, 2) Γεώργιος Σήτης, τραπεζίτης, αντιπρόσωπος της Deutsche Bank (ετών 70), 3) Θεοχάρης Ζωϊόγλου, έμπορος αποικιακών (ετών 45), 4)Δημήτριος Βουτιάδης, δικηγόρος (ετών 60), 5) Αλέξανδρος Χρηστίδης, ιατρός (ετών 45), 6)   Περικλής Κατσανόπουλος, έμπορος καπνών (ετών 55), 7) Σπύρος Παρασκευάς, έμπορος καπνών (ετών 55), 8) Διαμαντής Βογιαζόγλου, έμπορος καπνών (ετών 30), 9) Απόστολος Γιαγτζίδης, έμπορος οινοπνευμάτων (ετών 50), 10) Ιωάννης Αθανασιάδης, ιδιοκτήτης ξενοδοχείου η “Ροδόπη” (ετών 45), 11) Χριστόφορος Πουάλας, ιδιοκτήτης ξενοδοχείου η “Κωνσταντινούπολις” (ετών 50), 12) Γεώργιος, τέως  στρατιώτης του οθωμανικού στρατού (ετών 24), 13) Νικόλαος Καραμπάσης, καπνεργάτης (ετών 25), 14) Ευάγγελος Κωνσταντίνου, καφεπώλης του σταθμού (ετών 55), 15) Παναγιώτης Τσάμης, φαρμακοποιός (ετών 30), 16) Σοφοκλής Κομνηνός, διδάσκαλος της Τσανακλείου Σχολής (ετών 30), 17) Συμεών Χριστοδούλου, εμπορομεσίτης (ετών 60).
  Τρεις άλλοι Κομοτηναίοι, ο Ιωάννης Ζωίδης, τραπεζίτης, ο Μενέλαος Παυλίδης, έμπορος και ο Αθανάσιος Τσάμης, διαχειριστής της λέσχης, αν και συνελήφθησαν, απελευθερώθηκαν με προσωπικές ενέργειες τους. Οι υπόλοιποι 17 συλληφθέντες πολίτες της Κομοτηνής συρόμενοι στο σταθμό του σιδηροδρόμου μετεφέρθηκαν στην Αδριανούπολη.
  Το πρωί της 12ης Ιουλίου οι Βούλγαροι προέβησαν σε εμπρησμό των πυρομαχικών τους, τα οποία σε αφθονία είχαν συγκεντρώσει έμπροσθεν του σιδηροδρομικού σταθμού. Η έκρηξη υπήρξε σφοδρότατη και ενέσπειρε τον πανικό σε ολόκληρη την πόλη της Κομοτηνής, ενώ εφονεύθη ένας οθωμανός και κάποιος άλλος πληγώθηκε σοβαρά.
  Οι Βούλγαροι δεν έμεινα όμως μόνον σε αυτά. Προετοιμάστηκαν να πυρπολήσουν και τον στρατώνα, ο οποίος ευρίσκετο εντός της πόλεως της Κομοτηνής όπου είχαν συγκεντρώσει μεγάλες ποσότητες όπλων, πυρομαχικών, οβίδων και βομβών, που είχαν περιβρέξει με πετρέλαιο. Με την αποτυχία της πυρπολήσεως αυτής απεφεύχθη η φοβερή καταστροφή της πόλεως, την οποία είχαν προδικάσει, όπως αποδεικνύεται και εκ  του γεγονότος ότι ο εν Κομοτηνή Βούλγαρος Αρχιμανδρίτης, άνδρας μάλλον αγαθός, κατά τις παραμονές της αναχωρήσεως των Βουλγάρων, προέτρεπε εμπιστευτικώς τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την Κομοτηνή της οποίας είχε αποφασισθεί η πυρπόληση και η σφαγή των κατοίκων.
  Πριν από την φυγή του ο Βουλγαρικός στρατός αφόπλισε καθ’ ολοκληρίαν τους Έλληνες κατοίκους, ενώ αντιθέτως όπλιζε επιδεικτικά τους Βούλγαρους και τους Αρμένιους. Επιπλέον επεζήτησαν να οπλίσουν και τους μουσουλμάνους για να τους εξεγείρουν εναντίον των Ελλήνων βεβαιώνοντας τους ότι δήθεν η πόλη επρόκειτο να καταληφθεί υπό του οθωμανικού στρατού. Οι μουσουλμάνοι όμως της Κομοτηνής αρνήθηκαν να συμπράξουν μαζί με τους Βουλγάρους εναντίον των Ελλήνων της πόλεως.
  Και ενώ αυτά συνέβαιναν στην Κομοτηνή και τα πέριξ αυτής χωριά προ της εισόδου του ελευθερωτού ελληνικού στρατού, στην Πολίχνη της Μαρωνείας οι Βούλγαροι απήγαγαν βιαίως κατά την 29η Ιουνίου 1913 11 Έλληνες κατοίκους μεταξύ των οποίων ένας ιερέας και δύο ιατροί, τους οποίους απέστειλαν στην Κομοτηνή και απ’ εκεί στην Αδριανούπολη. Τα ονόματα των 11 απαχθέντων είναι τα παρακάτω: 1)παπά Θωμάς (ετών 60), 2)Λάσκαρης Περβανάς, ιατρός (ετών 60), 3) Νέστωρ Χουρμουζιάδης, ιατρός (ετών 50), 4) Λεονταρής Λεονταρίδης, έμπορος (ετών 40),
5)Χαράλαμπος Λεονταρίδης, έμπορος (ετών 35), 6) Αντώνιος Χ. Αντωνίου, έμπορος (ετών 50), 7) Δημήτριος Στογιάννης, έμπορος (ετών 38), 8) Παράσχος Μαυρούδης, έμπορος (ετών 55), 9) Μιλτιάδης Εμμανουήλ, καφεπώλης (ετών 60), 10)Φώτιος Χριστοδούλου, μουχτάρης (ετών 60), 11)Καπετάν Θοδωρής, αλιεύς (ετών 45).
  Κατά την 8η Ιουλίου 1913, ολίγες ημέρες πριν από την απελευθέρωση της Κομοτηνής και όλης της περιφέρείας της, οι Βούλγαροι απήγαγαν και μετέφεραν ως ομήρους στην Κομοτηνή και άλλους 13 κατοίκους της Μαρωνείας, αλλά την 12η Ιουλίου τους απελευθέρωσαν στην Κομοτηνή λόγω της ταχείας προελάσεως του ελευθερωτού ελληνικού στρατού. Χάριν της ιστορίας παραθέτουμε τα ονόματα των απαχθέντων, που είναι τα κάτωθι: Πασχάλης Ιωάννης, Μάρκος Ανανίδης, Πανταζής Μάρκου, Αθανάσιος Καλαϊτζής, Γεώργιος Κρυωνάς,Αντώνιος Χριστοδούλου, Χρυσόστομος Σταύρου, Νικόλαος Σγουρής, Παναγιώτης Καρτάλης, Λουκάς Στρίτας, Βασίλειος Κουζούνης, Αναστάσιος Αντωνίου και Νικόλαος Καρακόμης.
  Οι Βούλγαροι κατά τις παραμονές της φυγής τους ελήστευαν τους κατοίκους της Μαρωνείας και απειλούσαν ότι θα πυρπολούσαν όλες τις οικίες. Έτσι οι κάτοικοι, έντρομοι και πανικόβλητοι, ετράπησαν προς τα όρη και μαζί τους νήπια και γέροντες. Την 11η Ιουλίου η Μαρώνεια ήταν έρημη, καθώς όλος ο πληθυσμός είχε κατασκηνώσει εντός σπηλαίων. Οι φυγάδες κάτοικοι της Μαρώνειας με διάφορα σημεία (σινιάλα) προκάλεσαν την προσοχή του ελληνικού στόλου, ο οποίος αφού προηγουμένως απεβίβασε την πρωία της 13 Ιουλίου αγήματα, επανήλθαν έπειτα και οι Μαρωνείτες στην πολίχνη τους. Καθώς έφευγαν οι Βούλγαροι στρατιώτες απήγαγαν ως ομήρους 11 κατοίκους και τον  ιερέα του χωριού Εγρατζάν, 4 από τον Ίασμο και 4 μαζί με τον διδάσκαλο του χωριού Κίρκη. Από δε τα παραπάνω χωριά δεν έμεινε οικία ή κατάστημα που δεν λεηλατήθηκε από τον φεύγοντα βουλγαρικό στρατό. Ειδικώς στο χωριό Κίρκη οι Βούλγαροι κατέκαυσαν οκτακόσιες χιλιάδες οκάδων ξυλάνθρακα του εκ Μαρωνείας προκρίτου Μίρκου.
  Όλα πλέον έδειχναν ότι η ραγδαία προέλαση του ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση της Θράκης ήταν ζήτημαημερών. Έτσι, το πρωί της 12ης Ιουλίου με το παλαιό ημερολόγιο, απελευθερώθηκε η Αλεξανδρούπολη και το απόγευμα της ίδιας ημέρας η Ξάνθη. Όπως γράφει ο αείμνηστος Ρωσσίδης, ο οποίος διετέλεσε και πρόεδρος του μορφωτικού ομίλου Κομοτηνής, “Μετά δύο ημέρες, την 14ην Ιουλίου απελευθερώθηκε και η Κομοτηνή στην οποίαν, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ξέφρενου ενθουσιασμού και συγκινήσεως των Ελλήνων και μουσουλμάνων κατοίκων της, εισήλθε η πρόπομπος της 8ης Μεραρχίας έφιππος, υπό τον λοχαγό τότε Γεώργιον Κατεχάκην, ημιλαρχία και το υπό τον συνταγματάρχην Γεώργιον Καναβατζόγλου ηρωικό τάγμα των Κρητών. Είναι τότε που στο Διοικητήριο της Κομοτηνής, το σημερινό Δικαστικό Μέγαρο, αναπετάσθηκε και η πρώτη ύστερα από 550 περίπου χρόνια ελληνική σημαία, η ιστορική σημαία της πόλεως με τα κρόσσια που την φιλοτέχνησαν βιαστικά εκείνη την ημέρα, ύστερα από τις άλλες φροντίδες τους, για τους ταλαιπωρημένους στρατιώτες, γυναίκες της πόλεως. Η σημαία εκείνη διαφυλάχθηκε και δωρήθηκε αργότερα, μετά την οριστική απελευθέρωση της πόλεως το 1920, στο Δήμο Κομοτηναίων”.
  Το 1ο Τάγμα του συντάγματος Κρητών, υπό τον λοχαγό Ρήγα, και μια πυροβολαρχία, υπό τον ίλαρχο Γ. Κατεχάκη νωρίς το πρωί της 14ης Ιουλίου κατέλαβε τον Ίασμο και κατευθύνθηκε προς την Κομοτηνή όπου έφθασε κατά τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες και εισήλθε στην πόλη.
Οι κάτοικοι της πόλεως “χριστιανοί και μουσουλμάνοι υπεδέχθησαν μετ’ απερίγραπτον ενθουσιασμόν τον απελευθερωτή Ελληνικόν στρατόν. Οι άνδρες, συν γυναιξί και τέκνοις, ανεξαρτήτως θρησκεύματος εξήλθον μετά ελληνικών σημαιών όπως υποδεχθώσι τον προελαύνοντα στρατόν. Την επομένην της καταλήψεως, ετελέσθη πάνδημος δοξολογία εν τω μητροπολιτικώ ναώ επί τη απελευθερώσει της πόλεως, παρισταμένων όλων των κατοίκων, αδιακρίτως φυλής και θρησκεύματος, πάντων των θρησκευτικών αρχηγών, μουφτή, αρχιραβίνου, επισκόπου των Αρμενίων, των στρατιωτικών αρχών και χοροστατούντος του αντιπροσώπου (παπά Κυπριανού) του αρχιερατικού επιτρόπου, άτε του ιδίου απαχθέντος ως ομήρου υπό των Βουλγάρων. Επί πενθήμερον, χαρά και αγαλλίασις εβασίλευεν εις την μαγευτικωτάτην Γκιουμουλτζίναν, ότε συναφθείσης της ανακωχής διετάχθη την 19ην Ιουλίου, το καταβαλόν την πόλιν ανεξάρτητον σύνταγμα Κρητών να αναχωρήση εσπευσμένως εις Μακεδονίαν, αντικατασταθέν υπό του 4ου λόχου του 10ου ευζωνικού τάγματος, ως λόχου του κατοχής παραμείναντος εν τη πόλει…”.
  Το ιππικό υπό τον Κατεχάκη προπορεύθηκε και ακολούθησαν τα τμήματα του πεζικού. Η συγκλονιστική περιγραφή των μεγάλων και ιστορικών στιγμών έχει ως εξής: “Το πρωί της Κυριακής 14ης Ιουλίου του 1913, εμφανίζεται προ της Γκιουμουλτζίνας μια ημιλαρχία ιππικού υπό τον ίλαρχο Γιαννόπουλο και τον λοχαγό του επιτελείου της μεραρχίας Γ. Κατεχάκη. Η ημιλαρχία εισήλθε απροσδοκήτως εις την πόλιν. Οι Έλληνες κάτοικοι καταλαμβάνονται αμέσως από φρενίτιδα. Ο κάθε ιππεύς αποθεώνεται. Ραίνεται με άνθη και με μύρα. Τον αγκαλιάζουν και τον φιλούν. Οι αξιωματικοί φορτώνονται με ανθοδέσμες και από στεφάνια. Η ημιλαρχία διευθύνεται εις το Διοικητήριον. Ο Κατεχάκης εμφανίζεται εις τον εξώστην και με μίαν ανέκφραστον συγκίνησιν λέγει: “Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου ΙΒ καταλαμβάνω την πόλιν της Γκιουμουλτζίνης. Κατ’ εντολήν του Μεράρχου μου κ. Ματθαιοπούλου βεβαιώ ότι ο πληθυσμός οιασδήποτε φυλής και οιουδήποτε θρησκεύματος, θ’ απολαύση τα αγαθά του πολιτισμού , αφού η Ελληνική κατοχή φέρει ως έμβλημα την αληθή ελευθερίαν, την ισοπολιτείαν και την δικαιοσύνην. Απαιτώ όμως ομόνοιαν και αγάπην και αγαθήν συμβίωσιν απάντων των κατοίκων. Ζήτω ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος. Ζήτω το Ελληνικόν Έθνος. Ζήτω η Ελληνική Γκιουμουλτζίνα…”
  Ολίγον μετά ταύτα επαρουσιάσθη εις τον Κατεχάκην επιτροπή εικοσαμελής προυχόντων και ιερωμένων Μουσουλμάνων με επικεφαλής τον Μουφτήν. Ο Μουφτής είπεν: “Γνωρίζοντες την δισχιλιετή, εξαιρετικού πολιτισμού ιστορίαν του ελληνικού έθνους, έχομεν την ελπίδα, ότι θα απολαύσωμεν των αγαθών του υπό την ελληνικήν σημαίαν. Βεβαιούμεν, ότι θα είμεθα πάντοτε ευπειθείς εις τους ελληνικούς νόμους και ότι η επιθυμία μας είναι να ζήσωμεν εν ομονοία μετά των λοιπών λαών… Ολίγον βραδύτερον εισήρχοντο εις την πόλιν οι Κρήτες…”.
  Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες των αυτοπτών μαρτύρων σχετικά με την απελευθέρωση της Κομοτηνής.
  Στην πρώτη ζώσα μαρτυρία αναφέρεται ότι: “Οι μουσουλμάνοι της  Γκιουμουλτζίνας έλεγον: Ας ιδούμε να έρχονται Έλληνες στρατιώται και θα στρώσουμε τους φερετζέδες και τα γιασμάκια των γυναικών μας να πατήσουν. Αρκεί να φύγουν αυτοί οι λύκοι, εννοούντες τους Βουλγάρους”.
  Σε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία περιγράφονται τα εξής συγκλονιστικά: “ …Εν τάγμα Κρητών, του κρητικού Συντάγματος, προχώρει εις τετράδας. Οι στρατιώται, παραστατικότατοι, έχουν εφ’ όπλου λόγχην. Όταν το τάγμα εισέρχεται εις ευθύν κεντρικόν δρόμον, χίλιαι μαζί λόγχαι λαμποκοπούν εις τον ήλιον. Μία άκρα σιωπή έχει αυτομάτως επιβληθή. Νομίζει κανείς ότι διεξάγεται ιεροτελεστία.  Η ζωή μια πόλεως είκοσι πέντε χιλιάδων ανθρώπων εσταμάτησε. Όλοι στέκονται εις την θέσιν που ευρίσκονται. Περνά ο ελληνικός στρατός ο ελευθερωτής. Δια των κυριότερων οδών καταλήγει εις το Διοικητήριον. Ο λαός κατακλύζει τον περίβολον.  Ένας ωραιόκορμος κρητικός λοχίας από το Ηράκλειον, Κουνελάκης, αναβιβάζει την σημαίαν εις τον εξώστην του Διοικητηρίου. Ο Συνταγματάρχης κ. Συνανιώτης προβαίνει εις τον εξώστην. Λέγει αργά και επιβλητικά: -Υψώνων σήμερον επισήμως εις την Γκιουμουλτζίναν την ελληνικήν σημαίαν, βεβαιώ κατ’ εντολήν του μεράρχου μου, ότι όλοι οι κάτοικοι, οι οιασδήποτε φυλής και οιουδήποτε θρησκεύματος είναι ίσοι απέναντι του νόμου. Της ελληνικής σημαίας συμβολιζούσης τον πολιτισμόν, η ελευθερία θα είναι δι’ άπαντας κοινή. Η Γκιουμουλτζίνα υπό το σκήπτρο του Βασιλέως Κωνσταντίνου, θ’ απολαύση των αγαθών της ισοπολιτείας και της δικαιοσύνης. Ζήτω ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος! Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η ελληνική Θράκη!”…
  Άλλον δε μαρτυρείται ότι ο κ. Συνανιώτης περατών τον λόγον του είχε πει: “Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος δια να δείξει πόσον είναι σεβαστή υπό το σκήπτρον του η ελευθερία της θρησκείας και η θρησκευτική ιδιοκτησία διέταξε όπως αποδοθούν πάντα τα αρπαγέντα από των Βουλγάρων τεμένη και ιερά ιδρύματα”.
  Φωνάζουν άπαντες. Ο βουλευτής Κωνσταντινουπόλεως κ. Κοσμίδης μεταφράζει στους τουρκόφωνους μουσουλμάνους,οι οποίοι εξ ίσου αντιπροσωπεύονται στην εορτή, τον σύντομο λόγο του κ. Συνταγματάρχου. Κάνει ταυτοχρόνως μια σύντομη ερμηνεία των λεχθέντων και οι μουσουλμάνοι ενθουσιάζονται αναφωνώντας: “Γιασσασιν κιράλ Κωνσταντίν! Γιασσασίν Κοσμίδης εφένδη”.
  Ο ενθουσιασμός των κατοίκων της Κομοτηνής για την απελευθέρωση τους ήταν τόσο μεγάλος ώστε όλοι ζούσαν μία εθνική ανάσταση, η οποία εκδηλώνετο με διαφόρους τρόπους: “Ο κ. Τελωνίδης προσέφερε μόνος περί τας 6.000 δρχ…. Οι καπνέμποροι και καπνεργάται κατασκεύασαν χιλιάδες σιγαρέττων, τα οποία διενεμήθησαν εις τους στρατιώτας… Αι δεσποινίδες και κυρίαι της πόλεως, επιθυμούσαν να παράσχουν απτότερα δείγματα των πατριωτικών αισθημάτων των και να συνδράμουν τον εθνικό αγώνα, επεδόθησαν μετά σπουδής εις το ράψιμον ασπρορούχων, παρασκευάσασαι εντός τριημέρου εκατοντάδας τοιούτων, τα οποία παρέδωσαν όπως διανεμηθούν εις τον στρατόν. Και δεν ηρκέσθηκαν μόνον εις τούτο, αλλά κατήρτισαν επιτροπήν, ήτις περιέλθουσα την πόλιν συνέλεξε περί τας δισχίλιας δραχμάς, κατατεθείσας ενώπιον του στρατιωτικού διοικητού όπως χρησιμοποιηθώσι καταλλήλως διά τας ανάγκας του στρατού…
  Εν γένει τοιούτος ήτο ο ενθουσιασμός των κατοίκων, ώστε προσεφέρθησαν και εζήτησαν μόνοι των,όπως επιτράπη εις τον στρατόν να καταυλισθή εις τας οικίας των… Επί πενθήμερον χαρά και αγαλλίασις εβασίλευεν εις την μεγευτικωτάτην Γκιουμουλτζίναν…”.
  Αξίζει να αναφερθεί στο σημείο τούτο ότι αμέσως μετά την απελευθέρωση της Κομοτηνής υπό του ελληνικού στρατού, η  ελληνική διοίκηση απέδωσε στις 18 Ιουλίου και σε επίσημη δημόσια ιεροτελεστία τα δύο ιστορικά τεμάνη στην λατρεία των μουσουλμάνων. Σύμφωνα με τις διηγήσεις των παραστάντων μελών της ελληνικής κοινοβουλευτικής επιτροπής, κατά την διάρκεια της δημόσιας εκείνης τελετής, ο Μουφτής Κομοτηνής Μεχμέτ Αρίφ ανέπεμψε επ’ ακροατηρίου την ακόλουθη ευχαριστήρια ευχή προς τον Θεό: “Θεέ και Κύριε του ελέους και των οικτιρμών, ο διδάξας ημάς δια του θείου σου λόγου, αλλά και διά του ιερού παραδείγματος του αγαπητού σου προφήτου Μωάμεθ, όπως συναθροιζόμενοι πάντες, προσευχώμεθα και Σοι αναπέμπωμεν ευχάς.
  Φύλαττε Κύριε εν πλήρει ασφαλεία και ευημερία επί του βασιλικού αυτού θρόνου επί μήκιστον τον γαληνότατον βασιλέα και αυθέντην ημών Κωνσταντινον. (Αμήν)
  Και διατήρησον, Κύριε, πιστούς και υποτελείς εις τας δίκαιας αυτού βουλάς, άνευ διακρίσεως φυλής και θρησκεύματος πάντας τους υπό το βασιλικόν αυτού σκήπτρον λαούς. (Αμήν)
  Και διατήρησον, Κύριε, πιστούς προς την Αυτού Μεγαλειότητα πάντας τους αρχηγούς και αξιωματικούς και στρατιώτας και πολιτικούς και θρησκευτικούς λειτουργούς, μη απομακρύνων αυτούς από της δικαιοσύνης.
 Γένοιτο, Κύριε του ελέους και Θεέ του παντός. (Αμήν)”.
  Ιδιαίτερα συγκινητική υπήρξε και το εξ ονόματος της μουσουλμανικής μειονότητας τηλεγράφημα το οποίο απέστειλαν στις 19 Ιουλίου 1913 ο Μουφτής Κομοτηνής Μεχμέτ Αρίφ και οι λοιποί πρόκριτοι των μουσουλμάνων προς τον Βασιλέα και στρατηλάτη των Ελλήνων Κωνσταντίνο, όπου κατά πιστή μετάφραση εκ του τουρκικού ανέφεραν τα κάτωθι: “Προς σε, Μεγαλειότατε, τον φιλοδίκαιον και κραταιόν Βασιλέα, και προς τον ένδοξον στρατόν σου, όστις τη θεία αρωγή και συναντιλήψει εφώτισε την πολύπαθη χώραν μας με το φως της πατρικής προστασίας και δικαιοσύνης, αφού πρώτον εκαθάρισε τον ορίζοντα της ωραίας μας πατρίδος από της ερεβώδους ομίχλης, ήτις επεκάθητο επ’ αυτής, απομακρύνας εκ των χωρών τούτων την βουλγαρικήν κατάκτησιν και τη επί οκτώ μήνας διαρκέσασαν τυραννίαν και απανθρωπιάν αυτής, υποβάλλομεν μετά πολλής της ευλάβειας τον άπειρον σεβασμόν μας.
  Προσέτι δ’ εν πλήρει ειλικρίνεια και από καρδίας εκφράζομεν προς τη Υμετέραν Μεγαλειότητα την βαθείαν ημών ευγνωμοσύνην διά τας επιδαψιλευθείσας εις ημάς βασιλικάς χάριτας και υψηλάς ευεργεσίας, τας εις την ιστορίαν των Μουσουλμάνων χρυσοίς γράμμασιν αναγραφησομένας. Ταύτας αποτελούσιν η προς ημάς απόδοσις των ιερών τεμένων, σχολείων και βακουφίων, άτινα είχεν αρπάσει η τυραννική βουλγαρική κυβέρνησις, η ελευθέρα εξάσκησις της μουσουλμανικής των θρησκείας παρά χιλιάδων μουσουλμάνων, οίτινες υπό της βουλγαρικής τυραννίας εθεωρούντο ως εξαρχικοί Βούλγαροι, και η παγίωσις διοικήσεως εγγυωμένης εις πάντας άνευ διακρίσεως φυλής και θρησκεύματος αληθή ελευθερίαν. Λογιζόμεθα ευτυχείς επαναλαμβάνοντες την ευχήν υπέρ αδιαλείπτων επιτυχιών της Υμετέρας Μεγαλειότητος και υποβάλλοντες Αυτή τας ανωτέρω ευχαριστίας εκ μέρους όλων των Μουσουλμάνων Γκιουμουλτζίνης. Υποκείμεθα εις τας βασιλικάς διαταγάς Σας.
Ο Μουφτής Γκιουμουλτζίνης
Μεχμέτ Αρίφ”.

Όλα τα παραπάνω μεγαλειώδη ιστορικά γεγονότα τα οποία είναι συνυφασμένα με την απελευθέρωση της ελληνικής Θράκης την 14η Ιουλίου του 1913 επετειακά αναστήνονται με την συμπλήρωση 100 ετών από της Α’ απελευθερώσεως της Κομοτηνής και εν γένει του Ν. Ροδόπης. Είναι βέβαια γεγονός ότι η χαρά και αγαλλίαση των κατοίκων της Κομοτηνής δεν κράτησε για πολύ, αφού ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913), η οποία παραχωρούσε την Δυτική Θράκη στους Βούλγαρους και επεφύλασσε για τους Έλληνες Θράκες άλλα επτά οδυνηρά έτη στυγνής βουλγαρικής κατοχής (1913-1919), οπότε την 14η Μαϊού του 1920 ενσωματώθηκε οριστικώς ο Ν. Ροδόπης στο εθνικό γεωγραφικό σώμα της Ελληνικής επικράτειας. Η Α’ απελευθέρωση της Κομοτηνής παραμένει όμως το κορυφαίο ιστορικό γεγονός της αποτίναξης ύστερα από 550 έτη τόσο του  οθωμανικού όσο και του βουλγαρικού ζυγού.


 http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%84%CE%B7%CE%BD%CE%B7%CF%83-14-%CE%B9%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BF/