Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νικόδημος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Νικόδημος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ


AGIOS NIKODHMOSἈρχιμ. Κυρίλλου

 Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ἐκ­πλήσ­σει μὲ τὴν ἔ­κτα­ση καὶ τὴν ποι­κι­λί­α τῶν θε­μά­των, τὴν πο­λυ­μέ­ρεια καὶ τὸ θε­ο­λο­γι­κό τους βά­θος. ”Ὁ ἅγιος Νι­κό­δη­μος κα­τα­τάσ­σε­ται με­τα­ξὺ τῶν λο­γι­ω­τά­των τοῦ και­ροῦ του, πάν­των ὑ­πέρ­τε­ρος κα­τὰ τὴν φι­λο­πο­νί­αν καὶ χαλ­κέν­τε­ρος ἀ­να­δει­χθείς, τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα αὐ­τοῦ συγ­γράμ­μα­τα οὐκ ὀ­λί­γον συ­νε­τέ­λε­σαν εἰς τὴν κρα­ταί­ω­σιν τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὠ­φε­λεί­ας ἀ­νυ­πο­λο­γί­στου τοῦ ἡ­με­τέ­ρου Ἔθνους πρό­ξενα γε­νό­με­να­” (Κ. Σά­θας, στὸ ”Νεοελληνική Φι­λο­λο­γί­α­”, βι­ο­γρα­φί­αι τῶν ἐν τοῖς γράμ­μα­σι δι­α­λαμ­ψάν­των Ἑλ­λή­νων (1453-18210, ἐν Ἀ­θή­ναις 1868, σελ. 626). Πραγ­μα­τι­κά, ὁ­μι­λοῦ­με γιὰ μί­α μο­να­δι­κὰ με­λε­τη­ρὴ καὶ εὐ­ρυ­μα­θέ­στα­τη μορ­φὴ ἑ­νὸς Ἁγι­ο­ρεί­του ἀ­σκη­τι­κοῦ μο­να­χοῦ.
 Τὰ ἔρ­γα του δι­α­κρί­νον­ται σὲ θε­ω­ρη­τι­κά, μυ­στι­κά, ἠ­θι­κὸ-ἀ­σκη­τι­κά, πα­τρο­λο­γι­κά, δογ­μα­τι­κά, ἀ­πο­λο­γη­τι­κά, ἑρ­μη­νευ­τι­κά, ἁ­γι­ο­λο­γι­κά, ποι­μαν­τι­κά, ὑ­μνο­λο­γι­κά, ὁ­μι­λη­τι­κά, κα­νο­νο­λο­γι­κά. Ὁ ἅ­γιος Νι­κό­δη­μος ἀ­να­δεί­χθη­κε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του σὲ κο­ρυ­φαῖ­ο κα­νο­νο­λό­γο, λει­τουρ­γι­ο­λό­γο. Ἁ­γι­ο­γρά­φο, ἐκ­δό­τη βι­βλί­ων, δι­ορ­θω­τῆ καὶ ἐ­πε­ξερ­γα­στῆ ἀρ­χαί­ων χει­ρο­γρά­φων, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­φοῦ συ­νέ­λε­γε, συ­νέ­κρι­νε με­τα­ξύ τους, ἔ­κα­νε τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες δι­ορ­θώ­σεις, συμ­πλη­ρώ­σεις, σχο­λια­σμούς, θε­ο­λο­γι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες προ­τοῦ νὰ τὰ ἐκ­δώ­σει. Ἐκ­πλήσ­σει τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ἔρ­γο συ­νε­τε­λέ­σθη ὑ­πὸ δύ­σκο­λες συν­θῆ­κες, μέ­σα σὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες μο­νῶν καὶ κελ­λιὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, δί­χως τὶς ἀ­νέ­σεις καὶ εὐ­κο­λί­ες πού δι­α­θέ­τει ἕ­νας σύγ­χρο­νος ἐ­ρευ­νη­τὴς-με­λε­τη­τής.
 Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ ἡ ἐ­πι­δί­ω­ξή του ἦ­ταν νὰ συμ­βάλ­λει στὴν δι­α­φώ­τι­ση καὶ πνευ­μα­τι­κὴ οἰ­κο­δο­μὴ τῶν ὑ­πό­δου­λων χρι­στια­νῶν, πολ­λὲς φο­ρὲς με­τα­φέ­ρον­τας ἐ­κλε­κτὰ ἔρ­γα ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων καὶ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων σὲ ἁ­πλο­ελ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς του ὥ­στε νὰ γί­νουν κα­τα­νο­η­τὰ στοὺς πολ­λοὺς καὶ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τους. Ἔ­τσι, μὲ ἁ­πλὸ καὶ ἀ­νε­πι­τή­δευ­το λα­ϊ­κὸ γλωσ­σι­κὸ ὕ­φος ἀ­νέ­πτυσ­σε ὑ­ψη­λὰ θε­ο­λο­γι­κὰ καὶ πνευ­μα­τι­κὰ θέ­μα­τα πί­στε­ως καὶ ζω­ῆς, ἀ­να­δει­κνυ­ό­με­νος ὄ­χι μό­νον βα­θὺς πνευ­μα­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ σο­φὸς θε­ο­λό­γος, ἀλ­λὰ καὶ ἱ­κα­νὸς χει­ρι­στὴς τῆς ἀρ­χαί­ας καὶ νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας, μί­ας γρα­φί­δας πού χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ καλ­λι­έ­πεια, ἁ­πλό­τη­τα, γλα­φυ­ρό­τη­τα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νευ­τι­κὴ καὶ θε­ο­λο­γι­κὴ ἀ­κρί­βεια δι­α­πραγ­μα­τεύ­σε­ως τῶν θε­μά­των του, μὲ ἀ­πό­λυ­τη προ­σή­λω­ση στὴν πα­τε­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τὸ ἔρ­γο του δι­α­κρί­νε­ται ἐ­πί­σης ἀ­πὸ πρα­κτι­κό­τη­τα. Γρά­φει μὲ ἀ­γά­πη γιὰ τὸ βα­σα­νι­ζό­με­νο ὑ­πό­δου­λο Γέ­νος, κυ­ρί­ως γιὰ νὰ τὸ βο­η­θή­σει σὲ πρα­κτι­κὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἠ­θι­κὰ ζη­τή­μα­τα τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ζω­ῆς. Ὡς ἄ­ξιος συ­νε­χι­στὴς τῶν με­γά­λων πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μὲ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ἐ­πα­να­φέ­ρει καὶ προ­βάλ­λει τὴν δι­δα­σκα­λί­α τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων στὴν νε­ώ­τε­ρη ἐ­πο­χή, ἑρ­μη­νεύ­ον­τάς τους Ὀρ­θό­δο­ξα, πα­ρα­δο­σια­κά, ἀλ­λὰ καὶ μι­μού­με­νος τὸν ἀ­σκη­τι­κό τους βίο­.
Ἐν συ­νεχείᾳ θὰ πα­ρου­σι­ά­σου­με σύν­το­μα τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν ἔρ­γων τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου, γιὰ τὰ γνω­ρί­σου­με καὶ νὰ ἐ­κτι­μή­σου­με τὴν ση­μαν­τι­κή του προ­σφο­ρὰ στὸν νε­ώ­τε­ρο Ἑλ­λη­νι­σμὸ καὶ τὴν σύγ­χρο­νη Ὀρ­θο­δο­ξί­α.
1. ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ. Συλ­λο­γὴ πα­τε­ρι­κῶν καὶ ἀ­σκη­τι­κῶν κει­μέ­νων γιὰ θέ­μα­τα πνευ­μα­τι­κά, πε­ρὶ νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς, ὁ­δη­γὸς τῶν πι­στῶν γιὰ τὴν κα­θα­ρό­τη­τα τῆς καρ­διᾶς, τὴν νή­ψη καὶ τὴν κά­θαρ­ση τοῦ νοῦ ἀ­πὸ τοὺς λο­γι­σμούς. Συμ­πυ­κνώ­νει τὴν ἀ­σκη­τι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς ὀρ­θο­δό­ξου ἀ­να­το­λῆς, καὶ γιὰ τὴν σπου­δαι­ό­τη­τά της ἡ Φι­λο­κα­λί­α γνώ­ρι­σε πολ­λὲς ἐκ­δό­σεις (α’ ἔκδ. τὸ 1782) καὶ με­τα­φρά­σεις στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς γλῶσ­σες.
2. ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ. Συλ­λο­γὴ ἀ­πο­φθεγ­μά­των καὶ δι­δα­σκα­λι­ῶν ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων, κα­τὰ πρῶ­τον συ­να­χθέν­των ἀ­πὸ τὸν μο­να­χὸ Παῦ­λο τὸν Εὐ­ερ­γε­τι­νό, κτή­το­ρα τῆς Μο­νῆς τῆς Θε­ο­τό­κου τῆς Εὐ­ερ­γέ­τι­δος. Σκο­πὸς τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι οἱ πστοὶ νὰ δι­δα­χθοῦν τὴν ὑ­πα­κο­ή, δι­ά­κρι­ση, ὑ­πο­μο­νή, τα­πεί­νω­ση, εὐ­σπλαγ­χνί­α, με­τά­νοι­α, ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, ἀ­γά­πη, κά­θε χρι­στι­α­νι­κὴ ἀ­ρε­τὴ ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ μί­α ὀρ­θό­δο­ξη ζω­ή. (Α’ ἔκδ. 1783).
3. ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ. Ση­μαν­τι­κὸ ἔρ­γο πού προ­κά­λε­σε ἔν­το­νες συ­ζη­τή­σεις καὶ ἔ­ρι­δες, κα­θὼς ἐ­πι­χει­ροῦ­σε μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς κα­νό­νες καὶ τοὺς Πα­τέ­ρες νὰ ἀ­πο­δεί­ξει τὴν ὀρ­θό­τη­τα τῆς συ­χνῆς θεί­ας Με­τα­λή­ψε­ως ὅ­πως καὶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὠ­φέ­λεια γιὰ τοὺς πι­στοὺς ἐξ αὐ­τῆς. Ἀρ­χι­κὰ τὸ ἔ­γρα­ψε ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος Κο­ρίν­θου ὁ Νο­τα­ρᾶς καὶ τὸ ἐ­πε­ξερ­γά­σθη­κε κα­τό­πιν ὁ ἅγιος Νι­κό­δη­μος. (Α΄ ἔκδ. 1777).
4. ΑΛΦΑΒΗΤΑΛΦΑΒΗΤΟΣ. Ὀ­νο­μά­σθη­κε ἔ­τσι δι­ό­τι εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­νο σὲ 24 κε­φά­λαι­α καὶ κά­θε κε­φά­λαι­ο σὲ 24 πα­ρα­γρά­φους, σύμ­φω­να μὲ τὴν δι­ά­τα­ξη τῶν γραμ­μά­των τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ ἀλ­φα­βή­του. Γραμ­μέ­νο σὲ δε­κα­πεν­τα­σύλ­λα­βο στί­χο ἀ­πὸ τὸν ὅ­σιο Με­λέ­τιο τὸν Γα­λη­σι­ώ­τη τὸν 13ο αἰ. πραγ­μα­τεύ­ε­ται θε­ο­λο­γι­κά, ἀ­σκη­τι­κά, πνευ­μα­τι­κὰ καὶ δογ­μα­τι­κὰ ζη­τή­μα­τα. Ὁ ἅγιος Νι­κό­δη­μος ἀν­τέ­γρα­ψε τὸ χει­ρό­γρα­φο, τὸ δι­όρ­θω­σε ἀ­πὸ λά­θη καὶ τὸ ἑ­τοί­μα­σε γιὰ ἔκ­δο­ση, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ἐκ­δο­θεῖ. (Α’­ ἔκδ. μό­λις τὸ 1928).
5. ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ. Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος τὸ ἔ­γρα­ψε κα­τό­πιν ὑ­πο­δεί­ξε­ως τοῦ ἐ­ξα­δέλ­φου του Ἰ­ε­ρο­θέ­ου, Ἐ­πι­σκό­που Εὐ­ρί­που, καὶ πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὰ κα­θή­κον­τα τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, τὰ ὑ­ψη­λὰ πνευ­μα­τι­κὰ προ­σόν­τα πού πρέ­πει νὰ δι­α­θέ­τει ἕ­νας Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας. Ἐ­ξε­τά­ζει δι­ε­ξο­δι­κὰ καὶ ἐ­πι­ση­μαί­νει τρό­πους γιὰ τὴν φυ­λα­κὴ τῶν πέν­τε αἰ­σθή­σε­ων (ὅ­ρα­ση, ἀ­κο­ή, ἁ­φή, ὄ­σφρη­ση, γεύ­ση) καὶ ἀ­να­πτύσ­σει θέ­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὴν χρι­στι­α­νι­κὴ ζω­ὴ καὶ τε­λει­ό­τη­τα. Κα­τάλ­λη­λο λοι­πὸν γιὰ κά­θε πι­στὸ χρι­στια­νό. (Α’ ἔκδ. 1801).
6. ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ. Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος μὲ σκο­πὸ τὴν ὠ­φέ­λεια μο­να­χῶν καὶ λα­ϊ­κῶν προ­έ­βη στὴν ἔκ­δο­ση αὐ­τὴ πα­ρα­φρά­ζον­τας σὲ ἁ­πλὴ ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα τὰ γρα­πτά τοῦ ἁγ. Συ­με­ών, λό­γους καὶ ποι­ή­μα­τα τοῦ Ἁγί­ου πού μὲ μυ­στι­κὴ καὶ θε­ο­λο­γι­κὴ δι­ά­θε­ση ἐ­ξυ­μνεῖ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος πού ἐ­πε­νερ­γεῖ σὲ ἀν­θρώ­πους καὶ στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ τοὺς χο­ρη­γεῖ τὴν θεί­α Χά­ρη. (Α’­ ἔκδ. σὲ 2 τό­μους, 1790).
7. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙΟΝ. Πρω­τό­τυ­πο καὶ μο­να­δι­κὸ ἔρ­γο, ὁ­δη­γὸς πνευ­μα­τι­κὸς γιὰ ἐ­ξο­μο­λό­γους καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γου­μέ­νους, ἀ­να­λύ­ει τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως μὲ πρα­κτι­κὸ τρό­πο, ἑρ­μη­νεύ­ει τοὺς σχε­τι­κοὺς κα­νό­νες τῶν Πα­τέ­ρων, τὸ εἶ­δος τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των καὶ τὰ ἐ­πι­τί­μια πού ἐ­πι­φέ­ρουν. Πο­λύ­τι­μο ἕ­ως σή­με­ρα, μὲ πολ­λα­πλὲς ἐκ­δό­σεις, γιὰ μί­α συ­νει­δη­τὴ πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ μὲ με­τά­νοι­α.
8. ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΝΕΟΝ, ΗΤΟΙ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΗΣ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ.
Πε­ρι­έ­χει 62 ὑ­μνο­λο­γι­κοὺς ἀ­σμα­τι­κοὺς κα­νό­νες γιὰ τὴν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο, γιὰ κά­θε μέ­ρα καὶ γιὰ κά­θε ἦ­χο, ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρες συλ­λο­γὲς τοὺς πε­ρι­σευ­νέ­λε­ξε ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος γιὰ νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἕ­να ἄν­θος εὔ­ο­σμο προ­σευ­χῆς καὶ ὑ­μνω­δί­ας γιὰ τὴν Θε­ο­τό­κο. (Α’ ἔκδ. 1796).
9. ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος δι­δά­σκει τοὺς πι­στοὺς γιὰ τὸν νο­η­τὸ καὶ ἀ­ό­ρα­το πό­λε­μο πρὸς τὶς ἀρ­χές, τὶς ἐ­ξου­σί­ες τοῦ σκό­τους, πρὸς τὰ πο­νη­ρὰ πνεύ­μα­τα, τὸν συ­νε­χῆ ἀ­γῶ­να ἐ­ναν­τί­ον τῶν δι­α­φό­ρων πα­θῶν καὶ σαρ­κι­κῶν θε­λη­μά­των. Βα­σι­κὰ ὅπλα στὸν πνευ­μα­τι­κὸν αὐ­τὸν πό­λε­μο ἀ­πο­τε­λοῦν ἡ προ­σευ­χὴ καὶ ἡ συ­νε­χὴς θεί­α Με­τά­λη­ψη. Ἔρ­γο με­γά­λης πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­ξί­ας καὶ σπου­δαῖ­ο ἐγ­χει­ρί­διο Ὀρ­θό­δο­ξης πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, μὲ συ­νε­χεῖς ἐκ­δό­σεις. (Α’ ἔκδ. 1796). Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ ἀ­νά­λο­γο ἔρ­γο τοῦ Ἰ­τα­λοῦ κα­θο­λι­κοῦ Ἰ­η­σου­ΐτη κλη­ρι­κοῦ Lorenzo Scupoli μὲ τί­τλο Combattimento spirituale, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­φοῦ κα­θά­ρι­σε ἀ­πὸ κά­θε δογ­μα­τι­κὴ κα­κο­δο­ξί­α, τὸ ἐμ­βά­θυ­νε καὶ τὸ ἐμ­πλού­τι­σε μὲ πολ­λὲς ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις καὶ πα­τε­ρι­κὲς ἀ­να­φο­ρές, ὥ­στε νὰ μὴν θυ­μί­ζει τί­πο­τε ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο ἰ­τα­λι­κὸ κεί­με­νο. Οὐ­σι­α­στι­κὰ ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος μὲ ἀ­φορ­μὴ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἰ­η­σου­ΐτη μο­να­χοῦ συ­νέ­θε­σε ἕ­να νέ­ο ἐν­τε­λῶς ἔρ­γο, βα­θιὰ ὀρ­θό­δο­ξο καὶ χρή­σι­μο ὁ­δη­γὸ πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.
10. ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ. Ὅ­πως καὶ μὲ τὸν ”Ἀόρατο Πό­λε­μο­”, ἔ­τσι καὶ μὲ τὰ ”Πνευματικά Γυ­μνά­σμα­τα­” ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­να ἀ­νά­λο­γο ἔρ­γο τοῦ Ἰ­η­σου­ΐ­τη Ἰ­γνα­τί­ου Λο­γι­ό­λα μὲ τί­τλο ”Πνευματικές  Ἀ­σκή­σει­ς”, τὸ  ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως κα­τό­πιν ἀ­να­δι­α­τά­ξε­ως τῆς ὕ­λης καὶ τῆς προ­σθή­κης ση­μει­ώ­σε­ων καὶ  δι­ορ­θώ­σε­ων, δι­α­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἕ­να ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό, κα­θα­ρὰ ἐγ­χει­ρί­διο ὀρ­θο­δό­ξου πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Σκο­πὸς τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι νὰ γυ­μνα­σθοῦν πνευ­μα­τι­κὰ καὶ νὰ προ­ε­τοι­μα­σθοῦν οἱ πι­στοὶ νὰ φθά­σουν στὴν ἠ­θι­κὴ τε­λεί­ω­ση καὶ τὴν ὁ­μοί­ω­ση πρὸς τὸν Θε­ό. Πε­ρι­έ­χει σύν­το­μες με­λέ­τες καὶ στο­χα­σμοὺς γιὰ κά­θε μέ­ρα σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ἐν Χρι­στῷ σω­τη­ρί­α, τὰ κα­θή­κον­τα τοῦ πι­στοῦ πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ πρὸς ἀλ­λή­λους, καὶ γιὰ τὶς χρι­στι­α­νι­κὲς ἀ­ρε­τὲς. (Α’ ἔκδ. 1800).
11. ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ. Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος συ­νέ­λε­ξε ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες βι­βλι­ο­θῆ­κες χει­ρό­γρα­φα τῶν θε­ο­λο­γι­κῶν καὶ κα­τ᾿ ἐ­ξο­χὴν ὀρ­θό­δο­ξων καὶ πνευ­μα­τι­κὰ ὠ­φέ­λι­μων ἔρ­γων τοῦ ἁγ. Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ, τοῦ ἐκ­φρα­στῆ τοῦ μυ­στι­κοῦ καὶ ἡ­συ­χα­στι­κοῦ πνεύ­μα­τος, καὶ πολ­λὲς προ­σθῆ­κες καὶ ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις καὶ ἑρ­μη­νεῖ­ες, σύμ­φω­να μὲ τὴν συ­νή­θεια τοῦ ἁγ. Νι­κο­δή­μου, μὲ σκο­πὸ νὰ ἐκ­δο­θοῦν, χω­ρὶς ὅ­μως αὐ­τὸ νὰ κα­τα­στεῖ δυ­να­τόν, γε­γο­νὸς πού με­γά­λη λύ­πη προ­ξέ­νη­σε στὸν Ἅγιο (βλ. ἀ­να­φο­ρὰ μας ἀ­νω­τέ­ρω γιὰ τὰ αἴ­τια μὴ ἐκ­δό­σε­ως τοῦ ἔρ­γου αὐ­τοῦ).
12. ΠΗΔΑΛΙΟΝ. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν συλ­λο­γὴ τῶν ἱ­ε­ρῶν κα­νό­νων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου ἐκ­κλη­σί­ας πού τοὺς πα­ρα­θέ­τει ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος μὲ τὶς ἀν­τί­στοι­χες ἑρ­μη­νεῖ­ες βυ­ζαν­τι­νῶν κα­νο­νο­λό­γων καὶ στὸ τέ­λος μὲ τὴν προ­σθή­κη τῶν δι­κῶν του σχο­λί­ων, μὲ σκο­πὸ ἡ συλ­λο­γὴ αὐ­τὴ νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὸ πη­δά­λιο (ἐξ οὐ καὶ ὁ τί­τλος) πού θὰ κα­τευ­θύ­νει τὸ νο­η­τὸ πλοῖ­ο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος προ­έ­βη στὴν συλ­λο­γὴ αὐ­τὴ δι­α­πι­στώ­νον­τας τὸ κε­νὸ πού ὑ­πῆρ­χε καὶ θέ­λον­τας νὰ δώ­σει στὸ πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἕ­να πο­λύ­τι­μο ὁ­δη­γὸ στὰ ποι­μαν­τι­κά, δι­οι­κη­τι­κὰ καὶ πνευ­μα­τι­κὰ ζη­τή­μα­τα μὲ βά­ση τοὺς ἱ­ε­ροὺς κα­νό­νες τῶν το­πι­κῶν καὶ Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων καὶ τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων. (Α΄ ἔκδ. 1800).
13. ΑΙ ΔΕΚΑΤΕΣΣΑΡΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ.
Σὲ τρεῖς τό­μους ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος ἐ­ξέ­δω­σε τὴν ἑρ­μη­νεί­α τῶν ἐ­πι­στο­λῶν τοῦ Παύ­λου, πού εἶ­χε κά­νει ὁ Θε­ο­φύ­λα­κτος Βουλ­γα­ρί­ας, σὲ γλῶσ­σα ἁ­πλή, προ­σθέ­τον­τας προ­οί­μια, σχό­λια καὶ ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις. (Α’ ἔκδ. 1819).
14. ΝΕΟΝ ΕΚΛΟΓΙΟΝ. Στὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ συ­νέ­λε­ξε ἀ­πὸ χει­ρό­γρα­φους κώ­δι­κες βί­ους ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων καὶ Μη­τέ­ρων γιὰ νὰ τοὺς δώ­σει ὡς ὑ­πό­δειγ­μα θε­ά­ρε­στης ζω­ῆς στοὺς πι­στοὺς γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κή τους ὠ­φέ­λεια καὶ σὲ γλῶσ­σα ἁ­πλὴ καὶ κα­τα­νο­η­τὴ ἀ­πὸ ὅ­λους. ( Α’ ἔκδ. 1803).
15. ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ. Πε­ρι­έ­λα­βε τὸν βί­ο καὶ τὰ μαρ­τύ­ρια 85 Νε­ο­μαρ­τύ­ρων τῆς πε­ρι­ό­δου 1492-1794, μὲ σκο­πὸ νὰ τι­μή­σει τὴν μνή­μη τους καὶ πα­ρα­κι­νή­σει τοὺς ὑ­πό­δου­λους χρι­στια­νοὺς νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὴν πί­στη καὶ νὰ μὴν φο­βη­θοῦν μπρο­στὰ στὸν κίν­δυ­νο νὰ ἀλ­λα­ξο­πι­στή­σουν. Ἐν­θαρ­ρύ­νει λοι­πὸν τὸ ὑ­πό­δου­λο Γέ­νος νὰ ὑ­πο­μεί­νει τὰ βα­σα­νι­στή­ρια καὶ τὶς ἀ­πει­λὲς τῶν μου­σουλ­μά­νων καὶ νὰ κρα­τή­σει τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη ὡς τὸ πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἀ­γα­θὸ. (Α’ ἔκδ. 1799).
16. ΑΙ ΕΠΤΑ ΚΑΘΟΛΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ. Πε­ρι­λαμ­βά­νει ἑρ­μη­νεί­α τῶν ἑ­πτὰ κα­θο­λι­κῶν ἐ­πι­στο­λῶν τῆς Κ.Δ., μὲ βά­ση πα­λαι­ό­τε­ρα ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ ὑ­πο­μνή­μα­τα, πού τὰ με­τα­φέ­ρει σὲ ἁ­πλο­ελ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα, γιὰ νὰ ὠ­φε­λη­θοῦν καὶ οἱ πιὸ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τοι χρι­στια­νοὶ ἀ­πὸ τὰ βα­θιὰ νο­ή­μα­τα πού πε­ρι­έ­χουν αὐ­τὲς. (Α’ ἔκδ. 1806).
17. ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ. Πε­ρι­έ­χει 13 λό­γους, στοὺς ὁ­ποί­ους ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος ἐ­ξυ­μνεῖ τὰ χρι­στι­α­νι­κὰ ἤ­θη ἀν­τλών­τας πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἀ­πο­φθέγ­μα­τα, δι­δα­κτι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή, τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ τὴν πα­τε­ρι­κὴ γραμ­μα­τεί­α. Μί­α σπου­δαί­α ἐρ­γα­σί­α, δεῖγ­μα τῆς εὐ­ρυ­μά­θειας τοῦ ἁγ. Νι­κο­δή­μου, μὲ σκο­πὸ νὰ χρη­σι­μεύ­σει ὡς ὑ­πό­δειγ­μα ἠ­θι­κῆς ζω­ῆς καὶ ὀρ­θο­δό­ξου πνευ­μα­τι­κό­τη­τας γιὰ κά­θε χρι­στια­νὸ. (Α΄ ἔκδ. 1803).
18. ΕΠΙΤΟΜΗ-ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΚ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΑΝΑΚΤΟΔΑΒΙΤΙΚΩΝ ΨΑΛΜΩΝ. Ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πάν­θι­σμα συλ­λο­γῆς ἀ­πὸ στί­χους ψαλ­μι­κούς τοῦ Δα­βὶδ κα­θὼς κα­τα­νυ­κτι­κὲς προ­σευ­χὲς καὶ λό­γους ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων μὲ  σκο­πὸ νὰ χρη­σι­μεύ­σει ὡς βο­ή­θη­μα τῶν χρι­στια­νῶν στὴν προ­σευ­χὴ. (Α’ ἔκδ. 1799).
19. ΒΙΒΛΟΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ.  Ἔρ­γο ὑ­ψη­λῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, πε­ρι­έ­χει τοὺς βί­ους τῶν δύ­ο αὐ­τῶν Ὁ­σί­ων ἀ­σκη­τῶν, καὶ 838 ἐ­ρω­τα­πο­κρί­σεις, προ­ερ­χό­με­νες ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα πρό­σω­πα Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, ἱε­ρέ­ων, μο­να­χῶν, λα­ϊ­κῶν γιὰ δι­ά­φο­ρα ζη­τή­μα­τα καὶ πλευ­ρὲς τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τοῦ πι­στοῦ. (Α΄ ἔκδ. 1816).
20. ΨΑΛΤΗΡΙΟΝ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΥΓΑΒΗΝΟΥ. Ἀ­πὸ τὸ ἀρ­χι­κὸ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ ὑ­πό­μνη­μα τοῦ Ζυ­γα­βη­νοῦ στοὺς 150 Ψαλ­μοὺς τοῦ Δα­βὶδ ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος ἐ­ξέ­δω­σε ἕ­να τρί­το­μο ἔρ­γο σὲ πα­ρά­φρα­ση σὲ πιὸ ἁ­πλὴ γλῶσ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ δυσ­νό­η­τη γρα­φή, μὲ πολ­λὲς προ­σθῆ­κες, δι­ορ­θώ­σεις, ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις καὶ ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἅγ. Νι­κό­δη­μο, ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σέ­θε­σε ἐ­πί­σης καὶ ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς ἀ­πό­ψεις καὶ ἄλ­λων Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Πο­λύ­τι­μο βο­ή­θη­μα γιὰ κά­θε πι­στὸ. (Α’ ἔκδ. 1818).
21. ΚΗΠΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ. Πε­ρι­έ­χει πνευ­μα­τι­κὲς δι­δα­σκα­λί­ες πού μοιά­ζουν μὲ κῆ­πο ἀ­πὸ εὔ­ο­σμα ἄν­θη (ἐξ οὐ ὁ τί­τλος) πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στὶς ἀ­ρε­τὲς τοῦ­  Ἁγ. Πνεύ­μα­τος κα­θὼς ἑρ­μη­νεύ­ον­ται οἱ θ’ ὠ­δὲς τῆς στι­χο­λο­γί­ας τῶν κα­νό­νων τῆς Πα­ρα­κλη­τι­κῆς καὶ σὲ δι­ά­φο­ρες μνῆ­μες Ἁ­γί­ων. Οἱ ἑρ­μη­νευ­τι­κὲς ση­μει­ώ­σεις καὶ πα­ρα­πομ­πὲς ἐμ­βα­θύ­νουν τὴν ἑρ­μη­νεί­α καὶ τὴν κα­το­χυ­ρώ­νουν μὲ ἁ­γι­ο­γρα­φι­κὲς καὶ πα­τε­ρι­κὲς γνῶ­μες. (Α΄ ἔκδ. 1819).
22. ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ. Ἔρ­γο ση­μαν­τι­κό. Σὲ τρεῖς τό­μους πε­ρι­λαμ­βά­νει βί­ους Ἁγί­ων ὅ­λου τοῦ ἔ­τους, τῶν 12 μη­ναί­ων, συ­να­ξά­ρια νέ­ων Ἁγί­ων, ἰ­αμ­βι­κὰ δί­στι­χα ἀ­φι­ε­ρω­μέ­να σὲ Ἁ­γί­ους, πα­νη­γυ­ρι­κοὺς λό­γους σὲ Δε­σπο­τι­κὲς καὶ Θε­ο­μη­το­ρι­κὲς ἑ­ορ­τὲς καὶ μνῆ­μες Ἁ­γί­ων, σὲ ἁ­πλὴ καὶ κα­τα­νο­η­τὴ γλῶσ­σα γιὰ τὴν ὠ­φέ­λεια ὅ­λων τῶν πι­στῶν. Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος συ­νέ­τα­ξε τὸ ὀγ­κῶ­δες αὐ­τὸ ἔρ­γο τὰ ἔ­τη 1805-1807, ὅ­ταν ἤ­δη οἱ σω­μα­τι­κές του δυ­νά­μεις εἶ­χαν ἐ­ξα­σθε­νή­σει ση­μαν­τι­κὰ. (Α΄ ἔκδ. 1819).
23. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ, ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΚΑΙ ΕΓΚΩΜΙΑ ΑΓΙΩΝ.
Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος δι­α­κρί­θη­κε ἐ­πί­σης καὶ ὡς ὑ­μνο­γρά­φος. Ἐ­δῶ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται νέ­ες ἀ­κο­λου­θί­ες σὲ Ἁγί­ους πού συ­νέ­τα­ξε ὁ ἴ­διος, συμ­πλη­ρώ­σεις ἢ ἀ­να­θε­ω­ρή­σεις πα­λαι­ο­τέ­ρων ἀ­κο­λου­θι­ῶν, καὶ συλ­λο­γὴ ἀ­σμα­τι­κῶν ἀ­κο­λου­θι­ῶν, κα­νό­νων, τρο­πα­ρί­ων, οἴ­κων καὶ ἐγ­κω­μι­α­στι­κῶν λό­γων στοὺς ὁ­ποί­ους ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος προ­έ­βη σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες δι­ορ­θώ­σεις, σχό­λια, ση­μει­ώ­σεις, συν­θέ­σεις με­μο­νω­μέ­νων ὕ­μνων.
24. ΕΟΡΤΟΔΡΟΜΙΟΝ. Πε­ρι­λαμ­βά­νει ἑρ­μη­νεί­α στοὺς ἀ­σμα­τι­κοὺς κα­νό­νες Δε­σπο­τι­κῶν καὶ Θε­ο­μη­το­ρι­κῶν ἑ­ορ­τῶν, κα­θὼς καὶ λό­γους ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νων σὲ αὐ­τὲς τὶς ἑ­ορ­τές. Μὲ γλῶσ­σα ἁ­πλὴ ἑρ­μη­νεύ­ει τὰ ὑ­ψη­λὰ θε­ο­λο­γι­κὰ καὶ δογ­μα­τι­κὰ νο­ή­μα­τα τῶν κα­νό­νων τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων ἑ­ορ­τῶν τοῦ ἔ­τους. Ἔρ­γο πο­λύ­τι­μο γιὰ τὴν λει­τουρ­γι­κή, ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ καὶ θε­ο­λο­γι­κὴ κα­τα­νό­η­ση τοῦ ἑ­ορ­το­λο­γί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, χρή­σι­μο σὲ κά­θε πι­στὸ. (Α΄ ἔκδ. 1830).
25. ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ. Πε­ρι­λαμ­βά­νει τὶς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῶν 75 Ἀ­να­βαθ­μῶν τῆς Ὀ­κτα­ή­χου, ὅ­πως τὶς συ­νέ­λε­ξε ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρα χει­ρό­γρα­φα, στὰ ὁ­ποῖ­α, κα­τὰ τὴν συ­νή­θειά του, προ­σέ­θε­σε δι­κά του σχό­λια, πολ­λὲς ὑ­πο­ση­μει­ώ­σεις, ὥ­στε στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α νέ­α ἐρ­γα­σί­α πού φέ­ρει τὴν σφρα­γί­δα τοῦ Ἁ­γί­ου. Μί­α ἐρ­γα­σί­α πού ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ ἐ­κλα­ϊ­κεύ­σει τὴν δογ­μα­τι­κὴ καὶ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὅ­πως αὐ­τὴ ἐκ­φρά­ζε­ται στοὺς Ἀ­να­βαθ­μοὺς τῆς Ὀ­κτα­ή­χου. (Α’ ἔκδ. 1844).
26. ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ. Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος ἔ­γρα­ψε τὴν ἀ­πο­λο­γί­α αὐ­τὴ ὡς ὁ­μο­λο­γί­α πί­στε­ως ἔ­ναν­τι ὅ­σων τὸν κα­τη­γο­ροῦ­σαν γιὰ αἱ­ρε­τι­κὸ καὶ νε­ω­τε­ρι­στὴ ἰ­δί­ως γιὰ τὰ θέ­μα­τα πε­ρὶ συ­νε­χοῦς θεί­ας Με­τα­λή­ψε­ως καὶ γιὰ τὴν ἡ­μέ­ρα τε­λέ­σε­ως τῶν μνη­μο­σύ­νων (ζή­τη­μα τῶν ”κολλύβων”). Ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος συ­νέ­τα­ξε τὸ κεί­με­νο αὐ­τὸ γιὰ νὰ ἀ­πο­δεί­ξει ἐ­πὶ τῇ βά­σει τῶν ἱ­ε­ρῶν κα­νό­νων καὶ τῶν πα­τε­ρι­κῶν δι­δα­σκα­λι­ῶν τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α τῶν θέ­σε­ών του, γιὰ νὰ δι­και­ω­θεῖ τό­σο ἀ­πὸ τὸ Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο, ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρὰ Κοι­νό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους. Τὴν Ὁ­μο­λο­γί­α Πί­στε­ως συ­νέ­τα­ξε τὸ 1805. (Α΄ ἔκδ. 1819).

Ἀ­να­φερ­θή­κα­με λοι­πὸν ἐν συν­το­μί­ᾳ στὰ κύ­ρια ἔρ­γα τοῦ ἁγ. Νι­κο­δή­μου μὲ μι­κρὴ ἀ­να­φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἑ­νὸς ἑ­κά­στου, ὥ­στε νὰ φα­νεῖ τὸ εὖ­ρος τῶν συγ­γρα­φι­κῶν ἐν­δι­α­φε­ρόν­των, ὅ­σο καὶ ἡ σπου­δαι­ό­τη­τα τοῦ ἑρ­μη­νευ­τι­κοῦ καὶ ἐ­κλα­ϊ­κευ­τι­κοῦ ἔρ­γου τοῦ Ἁ­γί­ου μὲ κύ­ριο σκο­πὸ πάν­το­τε τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­φύ­πνι­ση καὶ οἰ­κο­δο­μή τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξου χρι­στι­α­νι­κοῦ ποι­μνί­ου. Τὰ ἔρ­γα τοῦ ἁγ. Νι­κο­δή­μου ἐ­δῶ καὶ 200 χρό­νια κυ­κλο­φο­ροῦν σὲ συ­νε­χεῖς ἐ­πα­νεκ­δό­σεις καὶ δι­α­βά­ζον­ται ἀ­πὸ πολ­λούς, γε­γο­νὸς ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὴν σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς προ­σφο­ρᾶς τοῦ Ἁγί­ου γιὰ τὸν νε­ώ­τε­ρο Ἑλ­λη­νι­σμὸ καὶ τὴν σύγ­γχρο­νη Ὀρ­θο­δο­ξί­α πάν­το­τε ἐ­πὶ τῇ βά­σει τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, ποὺ ἐ­πα­νέ­φε­ρε ὁ ἅγ. Νι­κό­δη­μος στὸ προ­σκή­νιο, δι­α­σώ­ζον­τας πο­λύ­τι­μους καὶ σπά­νιους χει­ρό­γρα­φους κώ­δι­κες καὶ συμ­βάλ­λον­τας στὴν φι­λο­κα­λι­κὴ καὶ νε­ο­πα­τε­ρι­κὴ ἀ­να­γέν­νη­ση τῆς ὀρ­θο­δό­ξου ἀ­να­το­λῆς. Εἴ­μα­στε εὐ­γνώ­μο­νες γιὰ τὸ πλού­σιο ἔρ­γο καὶ τὸ ὑ­πό­δειγ­μα ποὺ μᾶς κα­τέ­λι­πε ὁ­  ἅγ. Νι­κό­δη­μος.

http://www.enromiosini.gr/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF/

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Τα δώρα των μάγων και ο συμβολισμός τους

Τα δώρα των μάγων και ο συμβολισμός τους
του Κων. Α. Οικονόμου δασκάλου
Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ: Tα δώρα και οι μάγοι της γέννησης δεν εμφανίζονται σε κανένα άλλο κανονικό Eυαγγέλιο παρά μόνο στο Κατά Ματθαίον και, επίσης, σε μερικά από τα λεγόμενα απόκρυφα Eυαγγέλια. Ο Ματθαίος απευθυνόταν στους εξ Ιουδαίων προσήλυτους πιστούς και είχε στόχο να εξαλείψει κάθε αμφιβολία περί του Ιησού ως αναμενόμενου Μεσσία και να επιβεβαιώσει ότι ήταν σταλμένος από τον Θεό να εκπληρώσει τις προφητείες των Γραφών. Η προσκύνηση των μάγων, σοφών ανδρών που δεν ανήκαν στο πολιτισμικό περιβάλλον του Ιησού, αποδείκνυε, λοιπόν, τη θεϊκή του ιδιότητα και τον ξεχωριστό προορισμό του: οι μάγοι ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι εθνικοί που αναγνώρισαν και λάτρεψαν τον Ιησού. Mάλιστα κατά τον Mεσαίωνα λατρεύονταν και οι ίδιοι ως άγιοι. Το απόκρυφο Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου, που επικεντρώνεται στη Θεοτόκο (γέννηση, παιδική ηλικία, μνηστεία με τον Ιωσήφ και τη γέννηση του Ιησού) αναφέρεται στην προσκύνηση των μάγων, με μια μικρή διαφορά σε σχέση με τον Ματθαίο. Δεν κάνει λόγο για οικία όπου βρισκόταν το θείο βρέφος, αλλά για σπήλαιο, καθώς και ότι εκεί τον προσκύνησαν οι μάγοι.
Εκτός από σμύρνα, λίβανο και χρυσάφι, ο κάθε μάγος δώρισε και από ένα κομμάτι χρυσάφι, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη βασιλική πτυχή της γέννησης. Από τα παραπάνω ευαγγέλια άντλησε πολλά το αραβικό Ευαγγέλιο της Παιδικής Ηλικίας του Ιησού, που ανάγεται σε συριακό πρωτότυπο του 5ου ή 6ου αι. Οι μάγοι οδηγήθηκαν στον Ιησού από έναν άγγελο και όχι από ένα αστέρι. Δίνεται μάλιστα μια επιπλέον λεπτομέρεια. Η Θεοτόκος, για να ανταποδώσει τα δώρα των μάγων τους χάρισε, επειδή δεν διέθετε κάτι άλλο, ένα κομμάτι από το σπάργανο του Ιησού, που οι μάγοι μετέφεραν στον τόπο τους και εκεί διαφυλάχθηκε ως κειμήλιο.
Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ: Ο απολογητής Ιουστίνος (+165), θεωρούσε ότι οι μάγοι κατάγονταν από την Αραβία, όπως και ο Τερτυλλιανός (τέλη 2ου αι.), ο οποίος τους απέδιδε και βασιλική ιδιότητα. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, πίστευε ότι οι μάγοι ήταν Πέρσες. Ο σύγχρονός του Αθανάσιος, επίσκοπος Αλεξανδρείας, διέδιδε ότι ήταν Αιγύπτιοι. Ο θεολόγος και μάρτυρας Ωριγένης, από την Αλεξάνδρεια, ήταν αυτός που για πρώτη φορά (αρχές 3ου αι.) δήλωσε τον αριθμό των μάγων: ήταν τρεις, όσα και τα δώρα τους. Σχετικά καθυστερημένα, τον 6ο αι., οι μάγοι απέκτησαν τα ονόματά τους: Κάσπαρ ή Γάσπαρ, Μελχιώρ και Βαλτάσαρ. Η πρωτοχριστιανική παράδοση ήταν συγκεχυμένη σχετικά με τις λεπτομέρειες της γέννησης του Ιησού και της ταυτότητας των μάγων, διότι οι χριστιανοί της πρώτης γενιάς έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στον σταυρικό θάνατο και στην ανάσταση, ενώ τα ευαγγέλια είχαν περισσότερο κηρυγματικό και διδακτικό χαρακτήρα. Προφανώς οι Μάγοι ήταν σοφοί που είχαν πρόσβαση σε αστρονομικές ή υπερβατικές γνώσεις, διέθεταν κύρος και ασκούσαν πολιτική επιρροή στην πατρίδα τους. Πιθανόν να ήταν Πέρσες ιερείς του Zωροαστρισμού. Οι Πέρσες πάντως τους θεωρούσαν ομοεθνείς τους και μάλιστα η παράδοση αναφέρει ότι το 614 μ.Χ., όταν ο στρατός του Χοσρόη Β΄ κατέλαβε και λεηλάτησε την Iερουσαλήμ, δεν κατέστρεψε τον Ναό της Γεννήσεως επειδή στην είσοδό του είχε μια εικόνα με θέμα την προσκύνηση των μάγων.
Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ: Τι σήμαιναν, άραγε, τα Δώρα τα οποία οι Μάγοι προσέφεραν στον ενσαρκωμένο Θεό; Λίβανος, σμύρνα, χρυσός είναι τα δώρα που έφεραν οι μάγοι εξ Aνατολής στο θεϊκό βρέφος. Ο λίβανος είναι μια ευώδης ρητίνη που συλλέγεται με τομή στον λεπτό φλοιό του δέντρου βουσουελλία η καρτέρειος. (φύεται στις αμμώδεις εκτάσεις της Αραβίας, της Σομαλίας, των Ινδιών και του Λιβάνου. Χρησιμοποιήθηκε σαν θυμίαμα για κοσμική και λατρευτική χρήση από τα πανάρχαια χρόνια (Αιγύπτιοι, Βαβυλώνιοι, Εβραίοι). Eυώδης ρητίνη είναι και η σμύρνα, που εκκρίνεται από τον φλοιό του φυτού μύρα η κομμιοφόρος (ή και άλλων συγγενών φυτών που φύονται στην Αραβία και την Αιθιοπία). H σμύρνα χρησιμοποιούνταν ευρύτατα στην ιατρική, ενώ, όταν ο Ιησούς ήταν στον σταυρό, Τού χορηγήθηκε σμύρνα ως καταπραϋντικό του πόνου, ενώ, κατά την παράδοση, με σμύρνα και αλόη αλείφθηκε το σώμα του όταν εξέπνευσε.
Η επιλογή των συγκεκριμένων δώρων δεν είναι χωρίς σημασία. Eίναι δώρα πολύτιμα, τόσο για τη χρηστική τους αξία όσο και για την υψηλή συμβολική αξία που τα περιβάλλει. Το χρυσάφι, με τη λάμψη του και τον αναλλοίωτο χαρακτήρα του, είναι δώρο για βασιλικές γεννήσεις, ο λίβανος ήταν δηλωτικός της θεϊκής ιδιότητας του Ιησού (“Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου Ψαλμός του Δαβίδ) ενώ η σμύρνα της θνητής. (Ειρηναίος Λουγδούνου - 2ος αι.). Για τη σμύρνα μάλιστα προσθέτει ο Δαμασκηνός: την σμύρναν επήγαν ως τριήμερον νεκρόν, όπου έμελλε να γίνη, διότι τον Χριστόν με σμύρναν τον ήλειψαν και τον έθηκαν εις τον τάφον, καθώς το ιερόν Ευαγγέλιον μαρτυρεί
ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ: Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, προ της Κοιμήσεως της, η Θεοτόκος παρέδωσε τα Δώρα μαζί με τα Άγια Σπάργανα του Χριστού, την Τίμια Έσθήτα και την Αγία Ζώνη της στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων όπου και παρέμειναν μέχρι το έτος 400 μ.Χ. περίπου. Τότε ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί παρέμειναν μέχρι την άλωση της πόλης από τους Φράγκους το έτος 1204 μ.Χ. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν για λόγους ασφαλείας, μαζί με αλλά ιερά κειμήλια, στη Νίκαια της Βιθυνίας, προσωρινή πρωτεύουσα του Βυζαντίου, όπου καί παρέμειναν για εξήντα περίπου χρόνια. Με την εκδίωξη των Σταυροφόρων επί αυτοκράτορος Μιχαήλ Παλαιολόγου επεστράφησαν στην Κωνσταντινούπολη όπου και παρέμειναν μέχρι την άλωση του 1453. Μετά την Άλωση η Μάρω, χριστιανή σύζυγος του σουλτάνου Μουράτ Β' (1421-1451) καί μητρυιά του Μωάμεθ Β' του Πορθητού, τα μετέφερε αυτοπροσώπως στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου στο Αγιον Όρος. Η Μονή αυτή της ήταν γνωστή επειδή ό πατέρας της, Γεώργιος Βράγκοβιτς δεσπότης της Σερβίας, έκτισε το καθολικό της εις τιμήν του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Κατά την αγιορείτικη παράδοση, καθώς η Μάρω ανέβαινε από τον αρσανά (λιμάνι) στην Μονή, η Θεοτόκος την εμπόδισε με υπερφυσικό τρόπο να πλησίασει στη Μονή και να παραβίαση το άβατον του Αγίου Όρους. Αυτή υπάκουσε και παρέδωσε τα Τίμια Δώρα στους μοναχούς, οι όποιοι και έστησαν στο σημείο εκείνο της θεομητορικής παρουσίας ένα Σταυρό πού σώζεται μέχρι σήμερα και λέγεται Σταυρός της Βασιλίσσης. Το σουλτανικό έγγραφο με τις σχετικές πληροφορίες παραδόσεως των Τιμίων Δώρων φυλάσσεται στο αρχείο της Μονής του Αγίου Παύλου. Ο χρυσός βρίσκεται υπό την μορφή εικοσιοκτώ σκαλισμένων επιπέδων πλακιδίων, ποικίλων σχημάτων και διαστάσεων περίπου 5 επί 7 εκ. Κάθε πλακίδιο έχει διαφορετικό σχέδιο πολύπλοκης καλλιτεχνικής επεξεργασίας. Ο λίβανος και η σμύρνα διατηρούνται ως μείγμα με μορφή εξήντα δύο σφαιρικών χανδρών μεγέθους μικρής ελιάς. Η αυθεντικότητα των Τιμίων Δώρων στηρίζεται κατά ένα μέρος στην προφορική παράδοση καί κατά το υπόλοιπο στην ιστορία. Όμως η αυθεντικότητα των Τιμίων Δώρων επιβεβαιώνεται από την άρρητη εύωδία που ορισμένα απ' αυτά αδιαλείπτως καί ορισμένα κατά καιρούς αναδίδουν και η ιαματική καί θαυματουργική χάρις πού μέχρι τις μέρες μας αναβλύζουν.
Βιβλιογραφία :
- Α΄Λόγος, Δαμασκηνού Μοναχού
-Αγίος Νικοδήμος Αγιορείτης: Πνευματικά Γυμνάσματα

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Ι) Ἡ θεολογία τοῦ Ὁσίου διὰ τὴν διάκρισιν τῶν σημείων τῆς πλάνης ἀπὸ τῆς χάριτος. ΙΑ) Ὁ Ὅσιος πείθεται νὰ παραμείνῃ πλέον εἰς ἕνα τόπο. Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Ι) Ἡ θεολογία τοῦ Ὁσίου διὰ τὴν διάκρισιν τῶν σημείων τῆς πλάνης ἀπὸ τῆς χάριτος  
Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη 
 (Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἔκδοσις Ἱ. Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου, Καυσοκαλύβια, Ἅγιον Ὄρος, 2001)

Τότε τοῦ λέγει ὁ θεῖος Γρηγόριος: Εἶναι καὶ ἄλλα, Καυσοκαλύβη μου, παρόμοια, ὁποῦ εἶναι τῆς πλάνης. Καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος τοῦ ἀπεκρίθη: Ἄλλα εἶναι τὰ σημάδια τῆς πλάνης καὶ ἄλλα τῆς χάριτος. Διότι τὸ πονηρὸ πνεῦμα τῆς πλάνης, ὅταν πλησιάσῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον, συγχύζει τὸν νοῦν καὶ τὸν ἀγριεύει.
Κάμνει τὴν καρδίαν σκληρὰν καὶ τὴν σκοτίζει, προξενεῖ δειλίαν, φόβον καὶ ὑπερηφάνειαν. Τοῦ ἀγριεύει τὰ μάτια, ταράσσει τὸ μυαλόν, τοῦ ἀνατριχιάζει ὅλο τὸ κορμί. Τοῦ δείχνει κατὰ φαντασίαν εἰς τὰ μάτια, φῶς ὄχι λαμπρὸ και καθαρόν, ἀλλὰ κόκκινον, τοῦ κάμνει τὸν νοῦν δαιμονιώδη καὶ τὸν παρακινεῖ νὰ λέγῃ μὲ τὸ στόμα του ἄπρεπα λόγια καὶ βλάσφημα.
Ἐκεῖνος δὲ ὁποῦ βλέπει τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς πλάνης, ὀργίζεται τὶς περισσότερες φορές, καὶ εἶναι γεμάτος ἀπὸ θυμόν. Τὴν ταπείνωσιν δὲ παντελῶς δὲν τὴν ἠξεύρει, μήτε τὸ ἀληθινὸν πένθος καὶ δάκρυον, ἀλλὰ πάντοτε καυχᾶται εἰς τὰ κατορθώματα καὶ δοξάζεται καὶ χωρὶς συστολὴν καὶ φόβον Θεοῦ εὑρίσκεται μὲ τὰ πάθη.
Τέλος δὲ πάντων, βγαίνει παντάπασιν ἀπὸ τὰς φρένας του καὶ ἔρχεται εἰς τελείαν ἀπώλειαν. Εἶθε ἀπὸ τὴν πλάνην αὐτὴν νὰ μᾶς γλυτώσῃ ὁ Κύριος διὰ τῶν εὐχῶν σου.
Τὰ σημεῖα δὲ τῆς χάριτος εἶναι αὐτά: ὅταν ὑπάγῃ εἰς τὸν ἄνθρωπον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ συμμαζεύει τὸν νοῦν καὶ τὸν κάμνει νὰ εἶναι προσεκτικὸς καὶ ταπεινός. Τοῦ φέρνει τὴν ἐνθύμησιν τοῦ θανάτου καὶ τῶν ἁμαρτιῶν του, τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ τῆς αἰωνίου κολάσεως καὶ τοῦ κάνει τὴν ψυχήν του εὐκολοκατάνυκτον νὰ κλαίῃ καὶ νὰ πενθῇ.
Κάμνει καὶ τὰ μάτια του ἥρεμα καὶ γεμᾶτα δάκρυα. Ὅσον δὲ πλησιάζει εἰς τὸν ἄνθρωπον, τόσον τὸν ἡμερώνει εἰς τὴν ψυχήν, καὶ τὴν παρηγορεῖ δι᾿ ἐνθυμήσεων τῶν Ἁγίων Παθῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀπείρου του φιλανθρωπίας.
Προξενεῖ δὲ εἰς τὸν νοῦν ὑψηλὲς καὶ ἀληθινὲς θεωρίες. Πρῶτον, διὰ τὴν ἀκατανόητον δύναμιν τοῦ Θεοῦ, πῶς μὲ ἕνα λόγον ἐδημιούργησε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μὴ ὄν εἰς τὸ εἶναι. Δεύτερον, διὰ τὴν ἄπειρόν του δύναμιν, ὁποῦ συγκρατεῖ καῖ κυβερνᾶ τὰ πάντα καὶ ἔχει ὅλων τὴν πρόνοιαν.
Τρίτον, διὰ τὸ ἀκατανόητον τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ διὰ τὸ ἀνεξιχνίαστον πέλαγος τῆς θείας Οὐσίας καὶ τὰ λοιπά.
Καὶ τότε ὡσὰν ἁρπαχθῇ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θεῖο φῶς καὶ φωτισθῇ φωτισμὸν θεϊκῆς γνώσεως, γίνεται ἡ καρδία του γαληνὴ καὶ πραοτάτη, καὶ ἀναβρύει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τὴν χαράν, τὴν εἰρήνην, τὴν μακροθυμίαν, τὴν καλωσύνην, τὴν συμπάθειαν, τὴν ἀγάπην, τὴν ταπείνωσιν καὶ τὰ λοιπά. Ἀπολαμβάνει δὲ ἡ ψυχήν του μίαν ἀγαλίασιν ἀνεκδιήγητον.

ΙΑ) Ὁ Ὅσιος πείθεται νὰ παραμείνῃ πλέον εἰς ἕνα τόπο 

Ἀκούοντας ταῦτα ὁ Γρηγόριος, ἔμεινεν ἐκστατικὸς καὶ ἐθαύμαζε εἰς ἐκεῖνα ὁποῦ ἔλεγεν ὁ θεῖος Μάξιμος, καὶ πλέον δὲν τὸν ὠνόμαζεν ἄνθρωπον ἀλλὰ Ἄγγελον ἐπίγειον. Ὅθεν καὶ πολλὰ τὸν ἐπαρεκάλεσε λέγων:
 Παῦσαι παρακαλῶ ἀπὸ τοῦ νὰ κατακαίῃς πλέον τὴν κέλλαν σου καὶ συμμάζωξε τὸν ἑαυτόν σου εἰς ἕνα τόπον, καὶ κάθησε ἐκεῖ, καθὼς λέγει ὁ σοφὸς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, διὰ νὰ κάμῃς περισσότερον καρπόν, καὶ διὰ νὰ ὠφελήσῃς καὶ ἄλλους πολλούς, ὡς ἐμπειρότατος εἰς τὴν ἀρετήν.
Διότι νὰ ὁποῦ ἔφθασε καὶ εἰς σὲ τὸ γῆρας, καὶ ὁ θάνατος ἔρχεται πολλὲς φορὲς παρὰ καιρόν. Διὰ τοῦτο, μετάδος τὸ τάλαντον, ἤτοι τὸ χάρισμα ὁποῦ ἔλαβες, καὶ τὸν θεῖον σπόρον τῆς διδασκαλίας σου, εἰς τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, διὰ μέσου τῆς κατοικήσεώς σου εἰς ἕνα τόπον, διὰ νὰ λάβης εἰς τοὺς οὐρανούς καὶ μισθὸν περισσότερον διὰ τὴν ὠφέλειαν τῶν ἄλλων.
Διότι καὶ ὁ Κύριος ὁποῦ ἔδωκεν εἰς τοὺς Αποστόλους τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν τοὺς ἔστειλεν νὰ περνοῦν τὴν ζωήν τους εἰς τὰ ὄρη ἀλλὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, προκειμένου νὰ μεταλάβουν καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν χάριν ἐκείνων, καὶ νὰ γίνουν οἱ ἁμαρτωλοὶ Ἅγιοι διὰ μέσου τῆς ἁγιότητος ἐκείνων. Διὰ τοῦτο εἶπε πρὸς αὐτούς: λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· καὶ ὄχι ἔμπροσθεν τῶν πετρῶν.
Ἄς λάμψῃ λοιπὸν καὶ τὸ δικό σου φῶς ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ ἰδοῦν τὰ καλά σου ἔργα καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἄφες δὲ πλέον τὸ νὰ ὑποκρίνεσαι ὅτι εἶσαι σαλός, ὅτι γίνεται σκάνδαλον εἰς ἐκείνους οἵτινες δὲν ἠξεύρουν τὰ κατορθώματά σου. Ἄκουσε λοιπὸν τὴν συμβουλή μου καὶ κάμε καθῶς σοῦ λέγω, ὡς ἄριστος φίλος σου καὶ ἀδελφός σου. Διότι: ἀδελφὸς ὑπ᾿ ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ὀχυρά· λέγει ἡ θεία Γραφή.
Ταύτας τὰς συβουλὰς τοῦ θείου Γρηγορίου μανθάνοντες οἱ ἄλλοι μεγάλοι Γέροντες, συμφώνως τὸν συνεβούλευσαν καὶ αὐτοί, καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ καθήσῃ εἰς ἕναν τόπον.
Εὑρίσκοντας λοιπὸν ὁ θεῖος Μάξιμος ἕνα σπήλαιον, τὸ ὁποῖο ἦταν πλησίον τοῦ κυρ-Ἡσαία ἕως τρία μίλια, ἔκαμε εἰς αὐτὸ ἕνα περίφραγμα, μίαν ὀργιὰν τὸ πλάτος καὶ μίαν τὸ μάκρος, χωρὶς πέτρας ἤ σανίδας καὶ καρφία, ἀλλὰ μὲ κλαδία καὶ χορτάρια κατὰ τὴν συνήθειάν του. Ἐφάνη δὲ πὼς ἔκαμε κελλίον καὶ ἐκάθισεν μέσα εἰς αὐτό. Εἰς τὸ ἑξῆς δὲν τὸ ἔκαυσε πλέον, ἀλλὰ ἐπέρασεν ἐκεῖ ὅλην τὴν ζωὴν μὲ τὴν συνειθισμένην του ἀκτημοσύνην, φυλάττοντας πάλιν τὴν ὑπὲρ ἄνθρωπον ἄσκησιν ὡς ἄσαρκος.
Ἀργότερα δέ, ἔσκαψε καὶ τὸ μνῆμά του κοντὰ εἰς τὸ κελλίον του καὶ καθ᾿ ἑκάστην πηγαίνοντας εἰς αὐτὸ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Ὄρθρου ἔκλαιεν ὁ Καυσοκαλύβης τὸν Μάξιμον καὶ ἔψαλλε κάποια νεκρώσιμα ἐξαποστειλάρια, σύμφωνὰ μὲ τὸ· ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις κατακοσμήσας ὡς Θεός· τὰ ὁποῖα ἐπόνησεν αὐτός.

 nektarios.gr
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_7057.html

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Ο περί βλασφημίας λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και το σχόλιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Περί βλασφημίας – Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος

«Επειδή τώρα σας ωμίλησα περί βλασφημίας, θέλω να ζητήσω από όλους σας μίαν χάριν αντί της διαλέξεως και της ομιλίας ταύτης, και αυτή είναι να σωφρονήσετε, προς χάριν μου, τους ανθρώπους που βλασφημούν εις την πόλιν.
Και αν ακούσης κάποιον εις τον δρόμον ή εις το μέσον τής αγοράς να βλασφημή τον Θεόν, πλησίασε, επίπληξέ τον, και αν πρέπει να τον δείρης, μη διστάσης· ράπισέ τον εις το πρόσωπον, σύντριψέ του το στόμα, και αγίασε το χέρι σου δια της πληγής που θα του δώσης, και αν σε καταγγείλουν μερικοί και σε σύρουν εις το δικαστήριον, να τους ακολουθήσης· και αν από το δικαστικόν βήμα σου ζητήση ο δικα­στής ευθύνας να ειπής με θάρρος, ότι εβλασφήμησε τον βα­σιλέα των αγγέλων. Διότι εάν πρέπει να τιμωρούνται αυτοι που βλασφημούν τον επίγειον βασιλέα, πολύ περισσότερον πρέπει να τιμωρούνται εκείνοι που βλασφημούν Εκείνον.

Το έγκλημα τούτο είναι κοινόν και το αδίκημα δημόσιον και δι’ αυτό είναι δικαίωμα καθενός που θέλει να τους τιμωρή· ας μάθουν και οι Ιουδαίοι και οι ειδωλολάτραι ότι οι Χριστιανοί είναι σωτήρες τής πόλεως και κηδεμόνες και προστάται και διδάσκαλοι αυτής, ας μάθουν αυτό και οι ακόλαστοι και διεφθαρμένοι, και ότι πρέπει να φοβούνται τους δούλους τού Θεού, ώστε αν κάποτε θελήσουν να εκστομίσουν τέτοια λόγια, να βλέπη ο ένας τον άλλον παντού και να τρέμουν τας σκιάς, και να αγωνιούν μήπως ο Χριστιανός τούς ακούση και ορμήση εναντίον τους και τους τιμωρήση.

Δεν ήκουσες τί έκαμεν ο Ιωάννης; Είδεν άνθρωπον τύραννον να ανατρέπη τους περί γάμου νόμους, και με θάρρος εις το μέσον τής αγοράς είπε· «δεν σου επιτρέπεται να έχης ως σύζυγον την γυναίκα τού αδελφού σου Φιλίππου».
Εγώ όμως δεν σε ωδήγησα ενώπιον βασιλέως, ούτε ενώπιον δικαστού, ούτε διά παρανόμους γάμους, ούτε δι’ εξύβρισιν των συνανθρώ­πων σου, αλλά διά υβριστικήν συμπεριφοράν εις τον Δεσπό­την· έχω την αξίωσιν να σωφρονίσης τον συνάνθρωπόν σου.

Άραγε εάν σου έλεγα να τιμωρής και να διορθώνης τους βασιλείς και τους δικαστάς όταν παρανομούν, δεν θα έλεγες ότι πάσχω από τρέλλαν; Και όμως ο Ιωάννης αυτό έκαμε· Και έτσι εδείχθη ότι δεν είναι έξω από τα καθήκοντά μας. Τώρα δε τουλάχιστον τον ομόδουλον και ομότιμόν σου αν παραστή ανάγκη να πεθάνης, σωφρονίζων τον αδελφόν σου, να μη διστάσης να το κάμης, διότι έτσι θα γίνης μάρτυς του καθήκοντος· διότι και ο Ιωάννης έγινε μάρτυς. Αν και δεν εθυσιάσθη ούτε διετάχθη να προσκυνήση είδωλον, αλλά χά­ριν των ιερών νόμων που υβρίζοντο απετμήθη την κεφα­λήν· και συ λοιπόν να αγωνισθής μέχρι θανάτου υπέρ της αληθείας και ο Κύριος θα πολεμήση δι’ εσέ.

Και μη μου ειπής τον ψυχρόν τούτον λόγον, τί με ενδιαφέρει; δεν έχω καμμίαν σχέσιν με αυτόν. Μόνον με τον διάβολον δεν έχομεν καμμίαν σχέσιν, με τους ανθρώπους δε όλους έχομεν πολλά κοινά. Διότι έχουν την ιδίαν φύσιν με εμάς, κατοικούν την ιδίαν γην, και τρέφονται με τας ιδίας τροφάς, έχουν τον ίδιον Δεσπότην, έλαβον τους ιδίους νό­μους και προορίζονται να απολαύσουν τα ίδια αγαθά με ε­μάς. Ας μη λέγωμεν λοιπόν ότι δεν έχομεν τίποτε κοινόν προς αυτούς· διότι αυτή, είναι σατανική φωνή και δείχνει απανθρωπίαν διαβολικήν· ας μη λέγωμεν λοιπόν αυτά και ας δείξωμεν ενδιαφέρον που αρμόζει εις αδελφούς.

Σας διαβεβαιώ δε τούτο με πάσαν ακρίβειαν, και σας εγγυώμαι ότι εάν όλοι εσείς εδώ ηθέλατε να διαμοιράσετε την πόλιν εις τομείς και ενδιαφερθήτε δια την σωτηρίαν των κατοίκων της, γρήγορα ολόκληρη η πόλις θα διορθωθή. Καίτοι εδώ υπάρχει το ελάχιστον μέρος τής πόλεως κατά το πλήθος, το σημαντικώτερον όμως ως προς την ευσέβειαν.
Ας διαμοιράσωμεν λοιπόν την σωτηρίαν των αδελφών μας· είναι ικανός ένας άνθρωπος γεμάτος από ζήλον να διορθώση ολόκληρον πόλιν. Όταν δε δεν είναι ένας, ούτε δύο και τρεις, αλλά τόσον μεγάλο πλήθος που ημπορεί να ασχοληθή με την φροντίδα των παραμελημένων πνευματικώς, τότε αντιλαμβάνομαι ότι όχι από άλλην αιτίαν, ούτε από αδυναμίαν αυτών, αλλά από την ιδικήν μας αδιαφορίαν οι περισ­σότεροι των Χριστιανών καταβάλλονται και καταστρέφονται πνευματικώς.
Διότι δεν είναι άτοπον, όταν ίδωμεν εις την αγοράν συμπλοκήν ανθρώπων να τρέχωμεν να συμφιλιώνωμεν τους διαπληκτιζομένους· και διατί αναφέρω συμπλο­κήν ανθρώπων; Εάν ίδωμεν κάποιον όνον να έχη πέσει, όλοι τρέχομεν να τον βοηθήσωμεν να σηκωθή· διά δε τους αδελφούς μας που χάνονται θα αδιαφορούμεν;

Με όνον ομοιάζει ο βλάσφημος, που έπεσε, διότι δεν ημπορούσε να βαστάση το φορτίον τού θυμού του· πλησίασε και σήκωσέ τον και δια των λόγων και δια των έργων, και με επιείκειαν και με σφοδρότητα, ας είναι ποικίλον το φάρμακον της θεραπείας· και αν έτσι τακτοποιώμεν τα ζητήματά μας, και φροντίζωμεν διά την σωτηρίαν τών πλησίον, γρήγορα και εις αυτούς ακόμη που θα διορθώσουν τον εαυτόν τους διά των ενεργειών μας θα είμεθα ποθητοί και αξιαγάπητοι· και το σπουδαιότερον όλων θα απολαύσωμεν τα αγαθά που μας έχουν ετοιμασθή, των οποίων είθε όλοι να επιτύχωμεν διά της χάριτος και φιλανθρωπίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μετά του οποίου εις τον Πατέρα συγχρόνως και το άγιον Πνεύμα ανήκει δόξα, κράτος, τιμή, και τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»

(Από την α’ ομιλία ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ, ΕΠΕ τ. 31, σελ. 623-627, Εκδόσεις «Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς».
«…Τους ανά την πόλιν βλασφήμους να τιμωρήτε και να σωφρονίζετε, τους υ­βρίζοντας τον Θεόν και εμφα
νιζομένους προς αυτόν, ως να είναι μεθυσμένοι, να εμποδίζετε να κάνουν τούτο. Δεν νομίζω ότι αυτά τότε τα είπα εξ ιδικής μου εμπνεύσεως, αλλά ο Θεός που προγνωρίζει τα μέλλοντα, έβαλεν εις την διάνοιάν μου τους λόγους τούτους, διά να μας προστατεύση· διότι εάν ετιμωρούσαμεν εκείνους που τολμούν να κάνουν τοιαύτα έργα, δεν θα συνέβαινον εις την πόλιν μας όσα συνέβησαν.
Πόσον προτιμότερον θα ήτο, σωφρονίζοντες και τιμωρούντες αυτούς, να πάθωμεν κάτι κακόν, εάν το επέβαλλεν η ανάγκη, πράγμα που θα μας εξασφάλιζε και μαρτυρικόν στέφανον, παρά να φοβούμεθα τώρα, και να τρέμωμεν και να περιμένωμεν τον θάνατον ένεκα της αμαρτίας εκείνων;
Ιδού το αμάρτημα έγινεν από ολίγους, και το έγκλημα τώρα γίνεται κοινόν· ιδού εξ αιτίας εκείνων όλοι τώρα φοβούμεθα και υφιστάμεθα εμείς τας τιμωρίας δι’ όσα εκείνοι απετόλμησαν. Εάν δε τους προελαμβάνομεν και τους εξεδιώκομεν από την πόλιν, και τους εσωφρονίζομεν, και εθεραπεύαμεν το άρρωστον μέλος, δεν θα εδοκιμάζομεν τώρα τον φόβον αυτόν.
Γνωρίζω ότι το ήθος τής πόλεως από αρχαιοτάτων χρόνων είναι εκείνο που αρμόζει εις ελευθέρους ανθρώπους, και ότι μερικοί ξένοι και όχι ξεδιαλεγμένοι άνθρωποι, αχρείοι και κακοποιοί, που έχουν απελπισθή διά την σωτηρίαν των ετόλμησαν να κάμουν αυτά που έκαμαν.
Διά τούτο δεν έπαυσα πάντοτε να φωνάζω και να διαμαρτύρωμαι λέγων· ας τιμωρήσωμεν την μανίαν τών βλασφημούντων, ας σωφρονίσωμεν την διάνοιάν των, και ας φροντίσωμεν διά την σω­τηρίαν των και αν χρειασθή να αποθάνωμεν διά την πράξιν μας αυτήν, θα μας αποφέρη μεγάλο κέρδος η πράξις μας αυτή· ας μη αδιαφορούμεν όταν βλέπωμεν να υβρίζεται ο κοινός Δεσπότης. Η αδιαφορία αυτή θα φέρη μεγάλο κα­κόν εις την πόλιν».


(Από την β’ ομιλία ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ, ΕΠΕ τ. 31, σελ. 641-643, Εκδόσεις «Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς».)

Σχόλιο του Αγ. Νικοδήμου στον ΚΖ’ Ιερό Κανόνα των Αγίων Αποστόλων, με αναφορά στην παραπάνω θέση του Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου περί βλασφημίας, αλλά και στην ενέργεια του Ιησού Χριστού να εκβάλει τους εμπόρους από τον οίκο του Πατρός Του

ΙΕΡΟΝ ΠΗΔΑΛΙΟΝ, έκδοσις 1886, σελ. 35:

«Είπα δε ότι δεν πρέπει να δαίρνουσιν οι ιερωμένοι τους αμαρτάνοντας εις αυτούς, διατί εκείνους οπού αμαρτάνουσιν εις τα θεία, και εις τον Θεόν, και μήτε με νουθεσίας μήτε με επιτίμια σωφρονίζονται, ημπορούν να τους σωφρονίζουν ιερωμένους όντας, ή λαϊκούς, με της εξωτερικής εξουσίας την δύναμην, κατά τον ε’ Αντιοχ. και τον ος’. πβ’. πγ’. ςθ’. ρ’. ρς’. ρξ’. Καρθαγέν. και τον θ’. της α’. και β’. επειδή τότε δεν φαίνονται να εκδικούσι πλέον τον εαυτόν τους, αλλά τον Θεόν οπού ατιμάζεται και υβρίζεται.
Όθεν και ο Κύριος ο τους εις αυτόν αμαρτάνοντας μήτε κτυπών μήτε λοιδορών, έκαμε φραγγέλιον από σχοινίον, και κτυπώντας εξέβαλε τους πραγματευτάς και σαράφιδας από το ιερόν, διατί ημάρτανον εις τον Θεόν, και τον οίκον τού πατρός του έκαμναν σπήλαιον ληστών και οίκον εμπορίου. Πρέπει όμως να στοχασθώμεν, ότι, αγκαλά και οι εξηγηταί των κανόνων, Ζωναράς και Βαλσαμών, αλλά δη και ο Βουλγαρίας Θεοφύλακτος, εν τη ερμηνεία του κατά Ιωάννην, λέγουσιν, ότι ο Κύριος εκτύπησε τους εν τω ιερώ πραγματευομένους, με όλον τούτο και οι δ’. Ευαγγελισταί, οπού διηγούνται την υπόθεσιν ταύτην, δεν γράφουσιν ότι εκτύπησεν, αλλά μόνον ότι εξέβαλε αυτούς.
Όθεν και ο μέγας Βασίλειος (όρα κατά πλάτος ομιλ. μ’.) λέγει ότι μόνοις τοις περί το ιερόν πωλούσι και αγοράζουσι την μάστιγα επανετοίνατο.
Οπού θέλει να ειπή΄ ότι εσύκωσε μεν κατ’ επάνω αυτών το φραγγέλιον και εφοβέρισε να τους κτυπήση, ουχί δε και ότι τους εκτύπησε. Και τούτον τον λόγον φαίνεται και ο Χρυσόστομος, ότι θέλει να σωφρονίζωνται οι βλάσφημοι με πληγαίς ως εις Θεόν αμαρτάνοντες. Διότι λέγει (ομιλ. α’ ανδριάντ.). «Ανίσως και ακούσας τινός να βλασφημή τον Θεόν μέσα εις το παζάρι, ή εις το δίστρατον, πλησίασε κοντά, και έλεγξαί τον διά την βλασφημίαν του.
Αν δε και κάμη χρεία να τον κτυπήσης, κτύπησέ τον». Όρα ότι δεν λέγει ο άγιος αποφασιστικά να κτυπά τινάς τον βλάσφημον, αλλά με υπόθεσιν και κεκολασμένως, αν κάμη χρεία. Και τούτο δε σημείωσαι, ότι, αν και ο άγιος λέγη τούτο εκ περιουσίας, πλην αυτός ο τούτο λέγων, ποτέ δεν έκαμε παρόμοιον πράγμα. ...».

Πηγή ενημέρωσης και αναδημοσίευσης  Άλοψις 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_3161.html

Ἡ μοναχικὴ ζωὴ κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη

Ἡ μοναχικὴ ζωὴ κατὰ τὸν  Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀγάπησε τὴν τελεία μοναχικὴ ζωή, ὅπως αὐτὴ ἀποκρυσταλλώθηκε στὴν Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν. Οὐδέποτε φαίνεται νὰ ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὸν δυτικὸ ἀκτιβιστικὸ μοναχισμό.
 Δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἄσκηση ὡς αὐτοσκοπό, ἀλλὰ ὡς μέσο γιὰ τὴν τελεία ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν εἶναι αὐστηρὸς στὶς συμβουλές του, δὲν περιορίζει τὸ νόημα στὴν σωματικὴ κακοπάθεια, ἀλλὰ ἀποβλέπει στὴν ἐλευθερία τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν καὶ στὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς νοερᾶς ἐργασίας.
Στὶς διδασκαλίες του περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς φαίνονται τὰ γνωρίσματα τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ. Σημειώνουμε τὰ σπουδαιότερα:

α) Ὁ πόθος καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.

Φεύγει ὁ μοναχὸς στὴν ἔρημο, μακριὰ ἀπὸ τὰ φθαρτὰ καὶ μάταια τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ ἀγαπήσει ἀμετεωρίστως «τὸ ἄκρον καὶ ἀνώτατον ἐραστόν, ὅπερ ἐστὶν ὁ Θεός». Τὸ ἄπειρον θεῖο κάλλος ἕλκει τὴν ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ πρὸς ἕνα «ἄπαυστον καὶ ἀεικίνητον» θείο πόθο, ἡ δὲ ἔρημος βοηθεῖ στὸ νὰ μὴ ἀνακόπτεται, ἀλλὰ διαρκῶς νὰ ἀναρριπίζεται πρὸς τελειότερα ἀγάπη.
Αὐτὰ λέγει ὁ Ἅγιος ἑρμηνεύων τὸν δεύτερο ἀναβαθμὸ τοῦ α᾿ ἤχου «τοῖς ἐρημικοῖς ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται, κόσμου οὐσι τοῦ ματαίου ἐκτός»:
«Ἡ ἀγάπη καὶ ὁ πόθος τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἡσυχίᾳ κατοικούντων μοναχῶν, δὲν ἕλκεται ἀπὸ κανένα ὑλικὸ καὶ μάταιο πράγμα· οὔτε γίνεται ἄλλοτε ἄλλος, δελεαζόμενος ἀπὸ ἡδονές, ἢ πλοῦτο, ἢ δόξα τὰ ὁποῖα φθείρονται καὶ ἀφανίζονται...
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρος κατὰ φύσιν καὶ ἄφραστος, διὰ τοῦτο καὶ ὁ πρὸς τὸν Θεὸν πόθος τῶν ἐρημιτῶν δὲν στέκεται ποτέ, ἀλλ᾿ εἶναι πάντοτε ἄπαυστος καὶ ἀεικίνητος, πάντοτε λαμβάνων αὔξησιν, καὶ πάντοτε τρέχων πρὸς τὸ ἀνώτερον...
Σπουδάζει μὲν γὰρ ὁ νοῦς νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ ὕψος τοῦ θείου κάλλους, καὶ νὰ χωρήση αὐτὸ ὁλόκληρο ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἠμπορεῖ, διὰ τοῦτο στοχαζόμενος, ὅτι ἐκεῖνο ὅπου δὲν ἐδυνήθη νὰ χωρήση, εἶναι ἀνώτερο καὶ ἡδονικώτερο ἀπὸ ἐκεῖνο, ὅπου χώρησε· τούτου χάριν θαυμάζει καὶ ἀπορεῖ· ἐκ δὲ τοῦ θαυμασμοῦ, γεμίζει ἀπὸ θείους ἔρωτας, καὶ πόθους ἀναρριπίζει διακαεῖς τῇ ψυχῇ... τὴν ἀπορία πορισμὸ ἐρώτων τιθέμενος, κατὰ τὸν ἅγιον καὶ νηπτικώτατο Κάλλιστο».

β) Ἡ ἡσυχία.

Ἡ ἡσυχία κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο, εἶναι ὁ καταλληλότερος τόπος καὶ τρόπος γιὰ νὰ ἐργάζεται ὁ νοῦς τὴν ἀδιάλειπτο νοερὰ ἐργασία. Δὲν ἀντιλαμβάνεται ὁ Ἅγιος τὴν ἡσυχία ὡς ἀπραξία. Οἱ ἱερῶς ἡσυχάζοντες ἀσκοῦν μία σύντονο καὶ ἀδιάλειπτο νοερὰ ἐργασία νίψεως καὶ προσευχῆς.

«Οἱ δὲ ἐν τῇ ἐρήμῳ καθήμενοι, καὶ τὴν ἡσύχιον ζωὴν μεταχειριζόμενοι, αὐτοὶ καταφρονοῦσι μὲν ὅλα τὰ ἠδέα, καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ποθούμενα, ὡς βλαπτικὰ τῆς ψυχῆς καὶ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ χωρίζοντα· συμμαζόνουσι δὲ τὸν νοῦν τους, ἀπὸ κάθε σύγχυσιν τοῦ κόσμου καὶ θεωρίαν, μέσα εἰς τὴν καρδίαν τους, καὶ ἐκεῖ ἀδιαλείπτως προσεύχονται, μελετῶντες τὸ παμπόθητον καὶ γλυκύτατον ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ λέγοντες ἀγαπητικῶς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ ἀδιάλειπτου προσευχῆς καὶ συχνῆς μελέτης τοῦ θείου ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, ἀνάπτουσι μὲν τὴν καρδίαν τους εἰς μόνον τὸν τοῦ Θεοῦ πόθον καὶ ἔρωτα, ἐκτείνουσι δὲ καὶ τὸν νοῦν ἑαυτῶν εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ θείου κάλλους. Ὅθεν ἀπὸ τὸ ὑπέρκαλλον ἐκεῖνο κάλλος καταθελγόμενοι, καὶ ἔξω γενόμενοι ἑαυτῶν, λησμονοῦσι καὶ φαγητά, καὶ ποτά, καὶ φορέματα καὶ αὐτὴν τὴν φυσικὴ ἀνάγκην τοῦ σώματος».

γ) Ἡ Χριστομίμητος ὑπακοή.

Ἡ ὑπακοὴ τῶν μοναχῶν δὲν εἶναι μία ἐξωτερικὴ πειθαρχία, ἠναγκασμένη ἢ συμβατική. Πρότυπό της ἔχει τὴν ὑπακοὴ τοῦ Κυρίου στὸν Οὐράνιό Του Πατέρα, κατὰ τὸ «γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β´, 8), καὶ στὴν Ὑπεραγία Μητέρα Του καὶ τὸν δίκαιο Ἰωσήφ, κατὰ τὸ «ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς» (Λουκ. β´, 51).

Ἀληθινὴ ὑπακοὴ εἶναι ἡ ὑπακοὴ φρονήματος. Γράφει ὁ Ἅγιος:

«Ὑπότασσε λοιπὸν εἰς αὐτὸν [τὸν διὰ τοῦ μοναδικοῦ σχήματος γενόμενον γέροντά σου], ὄχι μόνον ὅλα σου τὰ θελήματα, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐκολότερον, ἀλλ᾿ ἀκόμη καὶ ὅλα σου τὰ φρονήματα, τὸ ὅποιον εἶναι δυσκολότερον. Πολλοὶ γὰρ ὑποτακτικοὶ ἐκκόπτουσι καὶ τὸ θέλημά των καὶ κάμνουσι τὸ θέλημα τοῦ γέροντός των, μὰ τὸ φρόνημά των δὲν τὸ ἐκκόπτουσι καὶ μάλιστα ἂν εἶναι, καὶ λογιώτατοι ἀλλ᾿ ἐχουσι πάντοτε μίαν τοιαύτην ἰδέαν βαθέως ριζωμένη εἰς τὴν καρδίαν τους, ὅτι ἐκεῖνο ὁποῦ αὐτὰ φρονοῦσι καὶ συλλογίζονται διὰ κάθε πράγμα, εἶναι καλλίτερον καὶ φρονιμώτερο ἀπὸ ἐκεῖνο ὁποῦ φρονεῖ καὶ συλλογίζεται ὁ γέροντάς των».

Μὲ τὴν διδασκαλία αὐτὴ ὁδηγεῖ τὸν ὑποτακτικὸ στὴν ἀληθινὴ ταπείνωση, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου.

δ) Ἡ ἐργασία.

Τὸ ἐργόχειρο ἢ τὸ διακόνημα εἶναι ἀπαραίτητο στὸν μοναχό, γιὰ λόγους ποὺ ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐπισημαίνει. Πρῶτα, γιὰ νὰ μὴ ἔχη ὁ λογισμὸς τοῦ μοναχοῦ ἀφορμὲς μετεωρισμοῦ. Καὶ ἔπειτα, γιὰ νὰ μὴ ὑποχρεώνεται ὁ μοναχὸς νὰ βγαίνει στὸν κόσμο γιὰ συλλογὴ ἐλεημοσύνης, διότι ἀπὸ αὐτὸ προκαλοῦνται πειρασμοὶ καὶ πτώσεις, δημιουργοῦνται ἀφορμὲς σκανδαλισμοῦ τῶν κοσμικῶν καὶ εἰσάγονται στὰ μοναστήρια κοσμικὲς συνήθειες καὶ φρονήματα.

Διευκρινίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας πρέπει νὰ εἶναι τέτοιο, ὥστε νὰ μὴ βάζει τὸν μοναχό σε μέριμνες, πειρασμοὺς καὶ αἰσχροκέρδειες, Ἰδιαιτέρως δὲ γιὰ τὸν ἐρημίτη νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιτελεῖται ἀπερίσπαστος στὸ ἐρημικό του καλύβι.

ε) Ἡ προσευχή.

Ὅλος ὁ μοναχικὸς ἀγώνας, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο, συντείνει στὸ νὰ ἐξασφάλιση στὸ νοῦ τὴν ἐλευθερία νὰ προσεύχεται ἀπερίσπαστος. Ὁ ἴδιος ὡς ἐρημίτης εἰργάζετο τὴν μονολόγιστο εὐχὴ καὶ αὐτὴν συνιστοῦσε ἐνθέρμως:

«Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, παρακαλῶ σε καὶ τρίτον, ἂς εἶναι γλυκὺ μελέτημα τῆς καρδίας σου, ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι ἐντρύφημα τῆς γλώσσης σου· ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι τὸ ἀδολέσχημα καὶ ἡ ἰδέα τοῦ νοός σου· ἐν συντομίᾳ, ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι ἡ ἀναπνοή σου· καὶ ποτὸ νὰ μὴ κορέννυσαι ἐπικαλούμενος τὸν Ἰησοῦν».

Ἀλλὰ παραλλήλως δίδασκε καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς κοινῆς προσευχῆς καὶ θείας λατρείας στὸν ναό. Στὸ ἔργο του «Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν» ὁ Ἅγιος προτρέπει τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανοὺς νὰ συμμετέχουν στὸν Ἑσπερινό, στὸν Ὄρθρο καὶ στὴν Θεία Λειτουργία μαζὶ μὲ τὰ παιδιά τους, γιὰ νὰ συνηθίζουν, καὶ συνιστᾶ νὰ μὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὶς κοινὲς Ἀκολουθίες προφασιζόμενοι τὴν κατ᾿ ἰδίαν προσευχὴ στὸ σπίτι. Χάριν τῆς κοινῆς προσευχῆς στὸν ναὸ συνέθεσε Κανόνες διαφόρων ἑορτῶν, συνέταξε τὸ Θεοτοκάριο καὶ ἑρμήνευσε τοὺς εἱρμοὺς τῶν δεσποτικῶν καὶ θεομητορικῶν ἑορτῶν, ὥστε ἡ ψαλμωδία νὰ εἶναι λογικὴ λατρεία.

στ) Ἡ ἀγάπη.

Ἡ μοναχικὴ ἄσκησις χωρὶς ἀγάπη δὲν σώζει. Ὁ ἅγιος Νικόδημος τὸ τονίζει μὲ ἔμφαση:

«Δὲν εἶναι θρήνων ἄξιον, νὰ βλέπη τινὰς τόσους καὶ τόσους ἀδελφοὺς νὰ ἀφήσουν τὸν κόσμον, καὶ νὰ κατοικοῦν μέσα εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ σπήλαια, διὰ νὰ σώσουν τὴν ψυχήν τους· νὰ ἐκχέουν τόσους αἱματωμένουςἱδρῶτας· νὰ ἀγωνίζονται μὲ ὑπερβολικοὺς ἀγῶνας, νηστειῶν, ἀγρυπνιῶν, κακοπαθειῶν, νωτοφοροῦντες, ὑδροφοροῦντες, καὶ πεζοὶ ὁδεύοντες μέσα εἰς δύσβατους καὶ ἀμφικρήμνους τόπους, καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτά, νὰ βλέπη τοὺς τοιούτους νὰ τρέφουν εἰς τὴν καρδίαν τους ἓν τόσον φαρμακερὸ βασιλίσκο; τὸ μίσος, λέγω, κατὰ τῶν ἀδελφῶν τους; ὤ! καὶ τίς νὰ μὴ ἀναστενάξει; ὤ! καὶ τίς νὰ μὴ χύσῃ καρδιοστάλακτα δάκρυα;».

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἄσκησε τὴν ἀγάπη, παρότι ἔζησε ἔντονα τὶς συνέπειες τῶν ἀγώνων του ὑπὲρ τῶν ὀρθοδόξων παραδόσεων, κατηγορήθηκε, συκοφαντήθηκε, διώχθηκε.

Στὴν Ὁμολογία Πίστεως, ποὺ χρειάσθηκε νὰ σύνταξη γιὰ νὰ πληροφόρηση, ὅπως λέγει, τοὺς μὴ εἰδότας καὶ νὰ διόρθωση τοὺς ἐν γνώσει κατηγοροῦντας, γράφει περὶ τῶν κατηγόρων του ποὺ δυστυχῶς εἶχαν ἀποκλίνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη:

«Ἡ μοναδικὴ πολιτεία ἀπαιτεῖ νὰ ἔχουν οἱ Μοναχοὶ πραότητα, καὶ ἀταραξία καρδίας· αὐτοὶ ὅμως οἱ εὐλογημένοι...ταράττονται, ἀνάπτουν ἀπὸ τὸν θυμό, καὶ εὐθὺς λέγουν τὰ δυσφημότατα... καὶ μὲ τοῦτο δείχνουν τὸ μίσος καὶ τὴν πικρία, ὅπου φυλάττουν μέσα εἰς τὴν ψυχήν τους».

Τοὺς παρακαλεῖ νὰ συνέλθουν, νὰ ἀφήσουν τὰ πείσματα, νὰ ἐκριζώσουν τὸ μίσος καὶ νὰ ἐγκολπωθοῦν τὴν ἀγάπη.

Στὴν ἀντίθετη περίπτωση, καταλήγει ὁ ἅγιος Νικόδημος, «ἐὰν δὲν ἐκριζώσετε τὸ μίσος ἀπὸ τὴν καρδίαν σας, καὶ δὲν ἐμφυτεύσετε τὴν ἀγάπην, καὶ ἐὰν δὲν παύσετε ἀπὸ τὰς κατὰ τῶν ἀδελφῶν σας δυσφημίας, νὰ ἠξεύρετε (καὶ σύγγνωτε ἡμῖν διὰ τὴν τόλμη) ὅτι ματαίως κατοικεῖτε εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ· μάταιοι εἶναι ὅλοι οἱ ἀσκητικοί σας ἀγῶνες καὶ κόποι καὶ ἵδρωτες· νὰ εἰποῦμε καὶ τὸ μεγαλύτερον; μαρτύριο αἰσθητὸ ἐὰν ὑπομείνετε διὰ τὸν Χριστόν, ἔχετε δὲ μίσος, μάταιο εἶναι τὸ τοιοῦτον μαρτύριό σας».

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_3364.html

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Οἱ ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Νικόδημου περὶ τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς.

Οἱ ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Νικόδημου περὶ τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς στὴν ἐπιστολὴ "Ἀπολογία περὶ Μοναχισμοῦ".

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Συστηματικότερα ἐκθέτει τὶς ἀπόψεις του περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς ὁ Ἅγιος στὴν ἐν λόγω ἐπιστολή. Τὴν εἶχε στείλει σὲ κάποιον Θωμᾶ, σπουδαστὴ στὴν Βιέννη, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει μαθητὴς τοῦ ἀοιδίμου διδασκάλου, ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, καὶ ἐκ Βιέννης εἶχε γράψει κατὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς.
 Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ἐκ συμπαθείας πρὸς τὸν ὑπεραλγοῦντα ἅγιο Ἀθανάσιο, στὸν ὁποῖο ὁ νεαρὸς Θωμᾶς εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ γίνη μοναχός, καὶ ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν πλανηθέντα αὐτὸν σπουδαστή, ἔγραψε διεξοδικὴ ἀνασκευὴ τῶν ἑξῆς κατὰ τοῦ μοναχισμοῦ ἀπόψεων ποὺ περιείχοντο στὸ γράμμα τοῦ Θωμᾶ:

α) Ὅτι δὲν ὑπάρχει χειρότερο καὶ ὀλεθριώτερο πράγμα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωή.

β) ὅτι οἱ ἐρημίται δὲν ἄφησαν συγγράμματα ἀληθείας καὶ δὲν ὠφέλησαν μήτε ἑαυτοὺς μήτε τὸν κόσμο,

γ) ὅτι ἡ νηστεία δὲν ἔχει ἱκανὰ ἐρείσματα στὴν Ἁγία Γραφή,

δ) ὅτι ἡ ἀσκητικὴ κακοπάθεια δὲν τιμᾶ τοὺς ἀσκητές, ἀλλὰ τοὺς κατατάσσει μὲ τὰ ἄλογα ζῶα. Καί,

ε) Ἡ παρθενία τῶν μοναχῶν προσκρούει στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν αὔξηση τοῦ γένους καὶ στὴν εὐλόγηση τοῦ γάμου ἀπὸ τὸν Κύριο ἐν Κανᾷ.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ἔναντι τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ἐκθέτει τὰ ἑξῆς:

α) οἱ ὅσιοι Πατέρες μὲ τὴν ἄσκησή τους στὴν ἔρημο ἔφθασε σὲ τελεία ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἀληθινὰ ὠφέλησαν τὸν ἑαυτό τους. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν προσευχή τους ἐξιλέωναν τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου καὶ παντοιοτρόπως εὐεργετοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους, ἐπιστρέφοντες τὰ πλήθη στὴν θεογνωσία.
 Ἄφησαν ἐπίσης συγγράμματα ἀπαράμιλλου ἀξίας καὶ αἰωνίου κύρους, ὅπως τὰ ἀσκητικὰ τοῦ Μεγ. Βασιλείου, ἡ Κλίμαξ, ἡ Φιλοκαλία κ. ἄ. Ἀκόμη καὶ οἱ Κανόνες τῶν Ἱερῶν Συνόδων εἶναι ἐν τινι μέτρῳ ἔργο τῶν ὁσίων μοναχῶν, ἐφ᾿ ὅσον σ᾿ αὐτὲς παρίστατο καὶ μοναχοὶ καὶ ἀσκητές.

β) Τὴν νηστεία θεσμοθέτησε ὁ Θεὸς στὸν Παράδεισο τῆς Ἐδέμ, φύλαξαν Ἰουδαῖοι καὶ ἐθνικοί, καὶ ἐπανανομοθέτησε ὁ Κύριος νηστεύσας 40 ἡμέρες στὴν ἔρημο. Ὁ σκοπὸς τῆς νηστείας εἶναι νὰ καθαρθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν παχύτητα τῶν παθῶν, ὥστε ὁ νοῦς νὰ λεπτυνθεῖ καὶ νὰ γίνη ἐπιτήδειος γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐργασία.

γ) Μὲ τὴν ἀσκητικὴ κακοπάθεια τιθασεύονται οἱ ἐμπαθεῖς ὁρμὲς καὶ ὁ νοῦς ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν ἠμπορεῖ νὰ ἀδολέσχη στὰ πνευματικὰ νοήματα. Μὲ αὐτὴν οἱ μοναχοὶ ἀγωνίζονται νὰ μιμηθοῦν τὴν πολιτεία τῶν Ἀγγέλων.
Ἡ πολύωρος προσευχὴ στὸν ναό, ἡ μονολόγιστος εὐχή, δὲν εἶναι βατολογία ἀλλὰ ἔλλογος συνομιλία μὲ τὸν Θεό. Τὸ γυμνητεύειν εἶναι ἑκούσιος μίμησις τοῦ γυμνωθέντος ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ Κυρίου. Ἡ ἀγρυπνία προσφέρει στὴν ψυχὴ χερουβικοὺς ὀφθαλμοὺς γιὰ νὰ θεωρεῖ τὸν Θεό.
Ἡ πείνα, τέλος, καὶ ἡ δίψα γυμνάζουν τὸν νοῦ νὰ ἡγεμονεύει ἐπὶ τῶν ἀλόγων ὀρέξεων ἀντὶ νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ αὐτές.

δ) Τὴν παρθενία τίμησε ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε παρθένος ἐκ παρθένου Πατρὸς κατὰ τὴν ἄναρχο Θεία Του γέννησι καὶ ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μητρός Του κατὰ τὴν ἐν χρόνῳ δευτέρα Του γέννησι. Τὴν παρθενία τίμησαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὅπως ὁ ἐπιστήθιος μαθητὴς Ἰωάννης καὶ ἰδιαιτέρως ὁ μέγας Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἤθελε καὶ οἱ ἔχοντες γυναίκα νὰ ζοῦν ὡς μὴ ἔχοντες, διότι παράγει τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου. Ἡ παρθενία εἶναι μίμησης τῆς μακάριας ζωῆς τῶν πρωτοπλάστων πρὸ τῆς πτώσεως.
Κατακλείων τὴν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐπισημαίνει τὰ αἴτια τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως καὶ τῆς κατὰ τοῦ μοναχισμοῦ πολεμικῆς τοῦ σπουδαστοῦ τῆς Βιέννης. Μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἀπειρία τῆς ὀμορφιᾶς καὶ γλυκύτητας τῆς μοναχικῆς ζωῆς, περὶ τῆς ὁποίας γράφει:
«Ἄχ, ἀδελφέ μου· πιστευσόν μοι ἐξ ἀγάπης καὶ ἀληθείας λέγοντι, ὅτι ἂν ὁ Θεὸς ἤθελε σὲ καταξίωση νὰ ἔλθεις νὰ καθίσεις ὄχι πολύ, ἀλλὰ μόνο δυὸ χρόνους, καὶ ὁπωσοῦν νὰ ἔλθη ὁ νοῦς σου εἰς ἑαυτὸν ἐκ τοῦ κάτωθεν διασκορπισμοῦ καὶ περιπλανήσεως, βεβαιότατα ἤθελες εὐχαριστῇς κάθε ὥραν μὲ γλυκύτατα δάκρυα τὸν ἅγιον Θεόν, ἤθελες ἐλεεινολογήσεις τοὺς χρόνους ὅπου πέρασες εἰς τὴν ματαιότητα...».
Δὲν παραλείπει μάλιστα στὸ τέλος νὰ τὸν προτρέψει στὴν μοναχικὴ ζωὴ γιὰ νὰ ἐκπλήρωση τὴν πρώτη του ὑπόσχεση:
«Φαντάσου πάντοτε καὶ συλλογίσου τὴν καλογερικὴ ζωὴν ὡς μέγα τι πράγμα καὶ οὐράνιον... Τοιαύτης εὐτυχίας καὶ δόξης ἐπιτυχεῖν πόθησον, ἀδελφέ, καὶ καταλιπῶν τὴν αὐτόθι Πεντάπολιν (ἐννοεῖ τὴν Βιέννη), φεῦγε ὡς ὁ Λὼτ εἰς τὸ ὄρος τοῦτο τὸ Σηγώρ, τὸν λιμένα τῆς σωτηρίας, τὸν εὐανθῆ της Θεοτόκου παράδεισον, νὰ ἐνδυθεῖς τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ ἀποδώσεις τῷ Κυρίῳ τὰς εὐχάς σου, ἵνα καὶ Θεὸν καὶ Ἀγγέλους καὶ Ἁγίους χαροποίησῃς...ἐξαιρέτως δὲ τὸν ἱερόν σου διδάσκαλο καὶ πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐν Χριστῷ σου ἀδελφούς».

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_8521.html

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης - Περὶ προνομίων τῆς Κυριακῆς

Περὶ προνομίων τῆς Κυριακῆς
Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου: «Ὁμολογία Πίστεως»
«Ἡμεῖς φρίττομεν ἀδελφοὶ ἐννοοῦντες τὰ ὑψηλὰ καὶ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ τῆς Κυριακῆς καὶ Ἀναστασίμου ἡμέρας προνόμια, ἅτινα εἰσὶ ταῦτα:

α) Ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τῆς αἰσθητὴς κτίσεως, ἣν ὁ Πατὴρ ἰδιαιτέρως ἐνήργησε, καίτοι συνεργούντων καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος.

β) Ἡ Κυριακὴ ἔγινε ἀρχὴ ἐκ μέρους τῆς ἀνακαινίσεως τῆς κτίσεως, ἣν ἐνήργησε ὁ Υἱὸς ἰδιαιτέρως διὰ τῆς αὐτοῦ Ἀναστάσεως.

γ) Ἡ Κυριακὴ εἶναι ἐκ μέρους τῆς ἀνακαινίσεως τῆς κτίσεως, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, κατελθὸν ἐν Κυριακῇ εἰς εἶδος πύρινων γλωσσῶν, καὶ ἐφώτισαν καὶ ἐτελείωσαν τοὺς Ἀποστόλους. Ἰδοὺ πόσον ἐτίμησε τὴν Ἁγίαν Κυριακὴ ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς.

δ) Ἡ Κυριακὴ εἶναι ὀγδόη:

    Διότι μετὰ τὴν ἑβδόμη ἀριθμεῖται, καὶ ὑπεραναβέβηκε τὸν ἑβδοματικὸ καὶ ἰουδαϊκὸ σαββατισμό, κατὰ τὸν Ἀθανάσιο, κατὰ τὸν Βασίλειον, καὶ κατὰ τὸν θεολόγο Γρηγόριο.
    Διότι καὶ ἡ ἐν τῇ Κυριακῇ γενομένη Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ὀγδόη ἐστίν, ἀριθμούμενη μετὰ τὰς ἑπτὰ Ἀναστάσεις, τὰς γενομένας πρὸ τῆς Ἀναστάσεως αὐτοῦ, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Γρηγόριο.
    Ὀγδόη λέγεται, ὅτι ὁ Κύριος ἀναστὰς κατὰ τὴν ὀγδόην, καὶ φανεὶς εἰς τοὺς Ἀποστόλους, πάλιν μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἐφάνη εἰς αὐτούς, παρόντος καὶ τοῦ Θωμᾶ.
    Διατὶ αἱ μὲν ἄλλαι Δεσποτικαὶ ἑορταί, μίαν μόνην φορὰν τὸν χρόνον ἑορτάζονται, ἡ δὲ Κυριακὴ ἑορτάζεται εἰς κάθε ὀκτὼ ἡμέρας, καὶ ἀκολούθως ἑορτάζεται πενήντα δύο φορὰς τὸν χρόνον.

Ἰδοὺ πόσον ἀνωτέρα καὶ ὑπερέχουσα τῶν ἄλλων ἑορτῶν εἶναι ἡ Κυριακή!

ε) Ἡ Κυριακὴ εἶναι μία, καθὼς τὴν ὀνομάζει ὁ Μωυσῆς «καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωὶ ἡμέρα μία» (Γεν. 1,5).

στ) Ἡ Κυριακὴ εἶναι εἰκὼν καὶ προοίμιον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ὅθεν ὁ Μ. Βασίλειος ἀπορήσας διατὶ ὠνόμασεν αὐτὴν ὁ Μωυσῆς μίαν, καὶ οὐχὶ πρώτη λέγει: «Ἵν᾿ οὖν πρὸς τὴν μέλλουσα ζωὴν τὴν ἔννοιαν ἡμῶν ἀπαγάγη, μίαν ὠνόμασε τοῦ αἰῶνος τὴν εἰκόνα, τὴν ἀπαρχὴν τῶν ἡμερῶν, τὴν ὁμήλικα τοῦ φωτός, τὴν Ἁγίαν Κυριακή, τὴν τῇ Ἀναστάσει τοῦ Κυρίου τετιμημένην».

ζ)
Ἡ Κυριακὴ τόσον ὑπερέχει τοῦ Σαββάτου, ὅσον ὑπερέχει ἡ ἀλήθεια καὶ τελειότης τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τύπου καὶ τῆς σκιᾶς, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Γρηγόριον...

η) Ἐν τῇ Κυριακῇ θέλει ἔλθῃ ὁ Κύριος κατὰ τὴν δευτέρα Παρουσία, ὅθεν εἶπεν ὁ θεοφόρος Μάξιμος, «τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν ὀγδόην ἡμέραν (ἥτις εἶναι ἡ Κυριακή, οὐδεμίαν γὰρ ἄλλη ὀγδόη ἐστι) φανερουμένου, τουτ᾿ ἐστὶ κατὰ τὴν Παρουσίαν αὐτοῦ»...

θ) Ἐν τῇ Κυριακῇ ἔχει ἵνα γένῃ ἡ κοινὴ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, καὶ οὐχὶ ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ, ὅθεν εἶπεν ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος «τοσοῦτο τῇ Κυριακῇ τὸ περιὸν καὶ σεβάσμιον, διὰ τὸ κατ᾿ αὐτιῶν ὑπερευλογημένον τέλος, καὶ τὴν ἐλπιζομένην κατ᾿ αὐτὴν κοινὴν τῶν ἁπάντων Ἀνάστασιν»...

ι)
Ἐν τῇ Κυριακῇ μέλλουν οἱ Δίκαιοι νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν τελείαν κατάπαυσιν τῆς αἰωνίου ἐκείνης καὶ ἀπέραντου ζωῆς, κατὰ τὸν αὐτὸν Ἅγιον...

ια) Ἡ Κυριακὴ τώρα μὲν εἶναι εἰκὼν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, τότε δὲ ἔσται αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ ὄγδοος αἰών.

Ἐπειδὴ γὰρ ἐν Κυριακῇ ἔχει ἵνα γένῃ ἡ Δευτέρα Παρουσία, ὡς εἶπεν ἀνωτέρω ὁ θεῖος Μάξιμος, καὶ ἡ Ἀνάστασις τῶν νεκρῶν, καὶ ἡ ἀπόλαυσις τῶν Δικαίων, ὡς εἶπεν ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος. Πολλοὶ δὲ Ἅγιοι λέγουσι ὅτι ἔχει νὰ ἔλθει ὁ Κύριος, ὁ ἄδυτος Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ἐν τῷ μεσονυκτίῳ τῆς Κυριακῆς, ὡς τοῦτο συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ εὐαγγελλικὸν ἐκεῖνο «μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴν γέγονεν, ἰδοὺ ὁ Νυμφίος, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ».

Τούτου χάριν ἡ Κυριακὴ ἐκείνη, ἀφ᾿ οὗ μίαν φορὰν καταυγασθῇ ἀπὸ τὰς ἀκτίνας τοῦ νοητοῦ Ἡλίου Χριστοῦ, δὲν λαμβάνει πλέον ἑσπέρα, ἀλλ᾿ ἔσται μίαν ἡμέρα ἀνέσπερος καὶ ἀδιάδοχος εἰς αἰῶνας αἰώνων...».

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_7862.html

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Ὁ Διάβολος πρέπει νὰ φοβῆται τοὺς Χριστιανούς, καὶ ὄχι οἱ Χριστιανοὶ τὸν διάβολον. Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ὅτι ὁ Διάβολος πρέπει νὰ φοβῆται τοὺς Χριστιανούς, καὶ ὄχι οἱ Χριστιανοὶ τὸν διάβολον. - Ὅτι ἂν θέλουν οἱ Χριστιανοί, ὁ διάβολος γίνεται μέγας ἢ μικρός.

 Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Πλὴν καὶ αὐτὴν τὴν ληστρικὴν καὶ μερικὴν ἀρχήν, ὁποῦ τώρα ἔχει ὁ διάβολος, καὶ τὴν ἀπάτην ὁποῦ μεταχειρίζεται, κατὰ ἄλλον τρόπον δὲν εἰμπορεῖ νὰ τὴν ἐνεργήσῃ, πάρεξ μὲ τὴν θέλησιν τὴν ἰδικήν μας καὶ συγκατάθεσιν, καὶ μὲ τὴν συγχώρησιν καὶ ἄδειαν τὴν ἐκ Θεοῦ, διότι ὁ μὲν διάβολος προσβάλλει καὶ πολεμεῖ τὸν ἄνθρωπον μὲ τοὺς κακοὺς λογισμούς, ὅμως εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἀνθρώπου στέκεται, ἢ νὰ δεχθῇ τὴν προσβολὴν τῶν λογισμῶν, ἢ νὰ μὴ τὴν δεχθῇ, χωρὶς κᾀμμίαν βίαν· ὅθεν λέγει ὁ Δαμασκηνὸς Ἰωάννης·
«προσβάλλειν μὲν τῷ ἀνθρώπῳ συνεχωρήθησαν, (οἱ δαίμονες δηλαδὴ) βιάζεσθαι δὲ τινα οὐκ ἰσχύουσιν· ἐν ἡμῖν γάρ ἐστι δέξασθαι τὴν προσβολήν, ἢ μὴ δέξασθαι» (Θεολογικ. Βίβλ. β´ Κεφ. ιθ´)· τί φοβεῖσθε λοιπὸν Χριστιανοὶ τὸν διάβολον;
ὁποῦ δὲν εἰμπορεῖ νὰ σᾶς κάμῃ κᾀμμίαν βίαν; ὁ διάβολος μᾶλλον πρέπει νὰ φοβᾶται ἐσᾶς, καὶ ὄχι ἐσεῖς τὸν διάβολον, διότι ἐσεῖς εἶσθε ἐνδεδυμένοι μὲ ὅλην τὴν ἁμαρτωσίαν, καὶ πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ·
ἐσεῖς ἔχετε τὴν σφενδόνην τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ, μὲ τὸ ὁποῖον καὶ ἀπὸ μακρόθεν σφενδονίζετε ὅλους τοὺς δαίμονας· ἐσεῖς φορεῖτε, ὡς μάχαιραν δίστομον, τὸ φοβερὸν ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον φοβοῦνται καὶ τρέμουν οἱ δαίμονες·
καὶ ἐσεῖς ἐὰν θέλητε νὰ φυλάττητε τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ εἶσθε φίλοι, καὶ στρατιῶται ἀληθεῖς τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως, οὔτε μαγικὰ ἔχετε χρείαν, οὔτε κᾀμμίαν ἄλλην ἐπιβουλὴν τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ καταπατεῖτε τοῦτον μὲ τοὺς πόδας σας ὡσὰν κνώδαλον, ὡσὰν ἕνα μικρὸν στρουθίον καὶ ὡσὰν ἕνα σκορπίον καὶ μύρμηκα·
«ἰδοὺ δέδωκά φησι ἡμῖν τὴν ἐξουσίαν, τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσει» (Λουκ. ι´ 19)· ὥστε, ἂν ἐσεῖς θελήσητε, τόσον σμικρύνεται καὶ ταπεινώνεται ὁ διάβολος, ὁποῦ γίνεται ὡσὰν ἕνα νήπιον·
καὶ πάλιν ἂν ἐσεῖς θελήσητε, τόσον μέγας γίνεται ὁ διάβολος κατ᾿ ἐπάνω σας, ὥστε ὁποῦ βρυχᾶται ὡσὰν λέοντας φοβερός, καὶ ζητεῖ νὰ σᾶς καταπίῃ· διὰ τοῦτο ὀρθότατα εἶπε καὶ ὁ Χρυσόστομος περὶ τούτου·
 «καταπάτημα αὐτῶν τῶν ἡμετέρων ἐποίησε ποδῶν, ἂν βουλώμεθα· ὅρα τοίνυν πόσος γέλως, πόση ἀθλιότης· ὃν ἐλάβομεν πατεῖν, ὁρᾷν ὑπὲρ κεφαλῆς ἑστῶτα τῆς ἡμετέρας· πῶς δὲ τοῦτο γίνεται; παρ᾿ ἡμῶν· ἂν ἡμεῖς βουλώμεθα, μέγας ἐστίν· ἂν ἡμεῖς βουλώμεθα, γίνεται μικρός· ἐὰν προσέχωμεν ἑαυτοῖς, καὶ μετὰ τοῦ Βασιλέως ὦμεν τοῦ ἡμετέρου, συστέλλεται, καὶ παιδίου μικροῦ οὐδὲν ἄμεινον, διακείσεται ἐν τῇ πρὸς ἡμᾶς μάχῃ· ὅταν ἀποστῶμεν αὐτοῦ, μεγάλα φυσᾷ καὶ βρυχᾶται, τρίζει τοὺς ὀδόντας· ἅτε ἐρήμους ἡμᾶς τῆς μεγάλης συμμαχίας λαβών» (Λόγ. στ´ εἰς τὴν πρὸς Φιλιππ.).

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_3273.html

Oἱ μάγοι ὑστεροῦνται τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ ρίπτονται εἰς τὴν κόλασιν. Oἱ μάγοι χειρότερα ἔχουν νὰ κολασθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ὅτι αἱ μάγοι ὑστεροῦνται τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ ρίπτονται εἰς τὴν κόλασιν.

 Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Ἵνα δὲ μὴ γίνῃ ὁ λόγος οὗτος ἐκτεταμένος, συντέμνω τὰ πολλὰ λόγια εἰς ὀλίγα, καὶ λέγω· Χριστιανοὶ ἀδελφοί, κάμετε ἀποχὴν τῶν δαιμονικῶν καὶ μαγικῶν ἔργων, διότι ὅποιος μεταχειρίζεται φαρμακείας καὶ μαγείας, αὐτός, ὄχι μόνον εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν λαμβάνει τὰς φοβερὰς παιδείας τοῦ Θεοῦ, τοὺς φρικτοὺς ἀφορισμοὺς τῶν Ἁγίων Συνόδων, καὶ τὰς σκληρὰς τιμωρίας τῶν Βασιλικῶν νόμων, ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἄλλην ζωὴ διώκεται ἀπὸ τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια ἀγαθά, καὶ μέρος δὲν ἔχει τελείως εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν· ποῖος τὸ βεβαιώνει; ὁ Οὐρανοβάμων Παῦλος λέγων· «φανερὰ δὲ ἐστὶ τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστιν, εἰδωλολατρεία, φαρμακεία... ἃ προλέγω ὑμῖν, καθὼς καὶ προεῖπον, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες, Βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Γαλ. ε´ 19)· ἔξω λοιπὸν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ἐσεῖς οἱ μάγοι, ἔξω οἱ γητευταί, ἔξω οἱ μάντεις, ἔξω οἱ δένοντες τὰ ἀνδρόγυνα, ἔξω οἱ πιστεύοντες, καὶ καίοντες τοὺς βρικόλακας, ἔξω οἱ ζητοῦντες βοήθειαν ἀπὸ τοὺς μάγους διὰ νὰ κερδίσουν τὴν κρίσιν ὁποῦ ἔχουσιν, ἔξω οἱ κατασκευάζοντες τὰ φυλακτήρια, ἔξω τὰ κακογραΐδια, ἔξω οἱ προσκαλοῦντες εἰς τὰς ἀσθενείας των μάγους, καὶ μάγισσας, καὶ Ἀτσιγκάνας, ἔξω οἱ μεταχειριζόμενοι τὰ μαγικά, ἔξω καὶ οἱ εἰς τοὺς μάγους προστρέχοντες·
ἔξω ὅλοι ἔξω, διότι δὲν εἶσθε ἄξιοι νὰ κληρονομήσετε τὰ αἰώνια ἐκεῖνα ἀγαθά· δὲν εἶσθε ἄξιοι νὰ φάγετε ἀπὸ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, νὰ πίετε ἀπὸ τὸ ὕδωρ τῆς ἀθανασίας, νὰ ἐμβῆτε εἰς ἐκείνην τὴν οὐράνιον Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλιν τῶν μακαρίων, καὶ νὰ χαρῆτε αἰώνια· ἔτσι σᾶς φωνάζει, καὶ σᾶς ἀποδιώκει ἀπὸ τὸν Παράδεισον, καὶ ἀπὸ τὴν Βασιλείαν του ὁ ἴδιος Θεὸς διὰ τῆς ἱερᾶς Ἀποκαλύψεως· «μακάριοι οἱ ποιοῦντες τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ἵνα ἔσται ἡ ἐξουσία αὐτῶν ἐπὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, καὶ τοῖς πυλῶσιν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν πόλιν· ἔξω δὲ οἱ κύνες, καὶ οἱ φαρμακοί» (Ἀποκάλ. κβ´ 14)· ποῦ δὲ σᾶς ἀποδιώκει νὰ ὑπάγετε, διὰ νὰ κατοικῆτε παντοτεινά; ἀλλοίμονον! εἰς τὸν τόπον τῆς κολάσεως, εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, εἰς τὴν λίμνην ἐκείνην τὴν καιομένην, καὶ ἀναβράζουσαν καὶ μεμιγμένην μὲ τὸ θειάφι, ἥτις εἶναι ὁ δεύτερος αἰώνιος θάνατος, καὶ νὰ κολάζεσθε μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀπίστους, καὶ ἀσεβεῖς, καὶ εἰδωλολάτρας· «ὁ νικῶν κληρονομήσει πάντα, καὶ ἔσομαι αὐτοῦ Θεός, καὶ αὐτὸς ἔσται μοι υἱός, δειλοῖς δὲ καὶ ἀπίστοις... καὶ φαρμακεῦσι, καὶ εἰδωλολάτραις, καὶ πᾶσι τοῖς ψευδέσι, τὸ μέρος αὐτῶν ἐν τῇ λίμνῃ τῇ καιομένῃ, πυρὶ καὶ θείῳ, ὃ ἔστι δεύτερος θάνατος» (Ἀποκ. κα´ 7) ὢ ἀπαρηγόρητος συμφορά! ὢ δυστυχία αἰώνιος τῶν ἀθλίων μάγων καὶ μαγισσῶν!

Ὅτι οἱ μάγοι χειρότερα ἔχουν νὰ κολασθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.

Νὰ εἰπῶ ἀκόμη καὶ μεγαλείτερον; οἱ μάγοι, καὶ μάγισσαις, καὶ πάντες οἱ τοὺς μάγους, καὶ μάγισσας προσκαλοῦντες, δὲν ἔχουν μόνον νὰ λάβουν τὴν αὐτὴν καὶ ὁμοίαν κόλασιν, μὲ τοὺς ἀπίστους καὶ εἰδωλολάτρας, ἀλλὰ ἔχουν νὰ λάβουν μεγαλυτέραν κόλασιν, καὶ βαθύτερα ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας μέλλουν νὰ καταδικάζωνται· διὰ τί; ὅτι οἱ μὲν εἰδωλολάτραι καὶ ἀσεβεῖς, δὲν ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστόν, οὔτε ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ καθὼς ἐξ ἀρχῆς ἐγεννήθησαν εἰς τὴν ἀσέβειαν, ἔτσι καὶ ἀπέθανον.
Οἱ δὲ Χριστιανοί, ὄντες ὀρθόδοξοι, καὶ πιστοὶ πρότερον, ὄντες βεβαπτισμένοι καὶ υἱοὶ Θεοῦ κατὰ χάριν, ὄντες θρεμμένοι μὲ τὸ τίμιον σῶμα τοῦ Κυρίου, καὶ ποτισμένοι μὲ τὸ ἴδιον αἷμά του, ὕστερον ἐκαταφρόνησαν, καὶ ἀρνήθησαν, καὶ Πίστιν, καὶ Βάπτισμα, καὶ Μυστήρια, καὶ υἱοθεσίαν Θεοῦ, καὶ Θεόν, καὶ Χριστόν, καὶ ἐπρόστρεξαν εἰς τοὺς δαίμονας, καὶ ἔγειναν μάγοι καὶ ἐκάλεσαν μάγους καὶ μάγισσας· καὶ ὅτι μὲν εἶναι ἀρνηταὶ τῆς πίστεως, καὶ προδόται τῆς εὐσεβείας οἱ μάγοι, καὶ πάντες οἱ εἰς τοὺς μάγους προστρέχοντες, μαρτυρεῖ καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ἐν τοῖς προειρημένοις λόγοις αὐτοῦ.
Μαρτυρεῖ καὶ ὁ Νύσσης Θεῖος Γρηγόριος εἰς τὸν γ´ αὐτοῦ κανόνα· ὅτι δὲ πάλιν ἡ ἄρνησις αὕτη τῆς πίστεως, εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρείαν, καὶ τὴν ἀσέβειαν, καὶ ἀκολούθως ἔχει καὶ τὴν κόλασιν, πολλὰ βαρυτέραν τῆς εἰδωλολατρείας, καὶ τοῦτο δῆλον γίνεται· πρῶτον, ἀπὸ τὴν Ἅγίαν Γραφήν· λέγει γὰρ ὁ Σολομών· «κρίσις ἀπότομος ἐν τοῖς ὑπερέχουσι γίνεται» (Σοφ. στ´ 5).
Καὶ δεύτερον, ἀπὸ τὸν βίον τοῦ μεγάλου Μακαρίου· οὗτος γὰρ ὁ Ὅσιος, ἀπαντήσας ἐν τῇ ὁδῷ κρανίον νεκρὸν ἑνὸς ἀρχιερέως τῶν Εἰδώλων ἠρώτησεν αὐτό, ἀνίσως καὶ παρακάτω ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρας καὶ ἀπίστους εὑρίσκωνται ἄλλοι κολασμένοι· τὸ δὲ κρανίον ἀπεκρίθη εἰς αὐτόν, πῶς εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὄντες πιστοὶ Χριστιανοὶ πρότερον, ἠρνήθησαν ὕστερον τὴν πίστιν, καὶ τὴν εὐσέβειαν· «λέγει πάλιν τῷ κρανίῳ ὁ γέρων· ἔστιν ἄλλη χείρων βάσανος; τὸ δὲ ἀπεκρίθη· ἔστι μείζων κόλασις ὑποκάτωθεν ἡμῶν· ἔφη ὁ γέρων· καὶ τίνες εἰσὶν ἐκεῖ; τὸ δὲ εἶπεν ἡμεῖς, ὡς μὴ εἰδότες τὸν Θεόν, κᾂν ὀλίγον ἐλεούμεθα· οἱ δὲ ἐπιγνόντες τὸν Θεόν, καὶ ἀρνησάμενοι αὐτόν, ὑποκάτωθεν ἡμῶν εἰσι, καὶ χεῖρον κολάζονται» (Εὐεργετιν. Ὑποθ. θ´ σελ. 55)· ὢ ἄθλιοι μάγοι λοιπόν! ὢ ταλαίπωραις μάντισσαις! καὶ δὲν ἦτο κάλλιον νὰ μὴ ἠθέλετε γεννηθῆ ὁλότελα εἰς τὸν Κόσμον, πάρεξ ὁποῦ ἐγεννήθητε καὶ ἔπειτα λαμβάνετε μετὰ θάνατον τοιαύτην βαρυτέραν κόλασιν ἀπὸ τοὺς Εἰδωλολάτρας;

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/o-o_11.html

Πόσην ὕβριν ἔχουν νὰ προξενήσουν εἰς τὸν Χριστὸν ἐν τῇ κρίσει οἱ τοὺς μάγους καλέσαντες. Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Πόσην ὕβριν ἔχουν νὰ προξενήσουν εἰς τὸν Χριστὸν ἐν τῇ κρίσει οἱ τοὺς μάγους καλέσαντες.

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Ἐὰν ὅμως νικηθῆτε ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν, καὶ φιλοζωΐαν, καὶ καταφρονήσετε μὲν τὸν Χριστόν, καὶ τοὺς Ἁγίους αὐτοῦ, καὶ ἀθετήσετε τὴν πίστιν, καὶ τὴν εὐσέβειαν, προστρέξετε δὲ εἰς τοὺς δαίμονας, καὶ μάγους, καὶ μάγισσας, διὰ νὰ σᾶς ἰατρεύσουν, ἢ ἄλλην βοήθειαν νὰ σᾶς κάμουν, νὰ εἰξεύρετε ὅτι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, ἔμπροσθεν εἰς ὅλο τὸ πλῆθος τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων, ἔχετε νὰ γενῆτε καύχημα μὲν εἰς τὸν διάβολον, ὀνειδισμὸς δὲ καὶ ὕβρις εἰς τὸν Χριστόν· διότι ὁ διάβολος τότε ἔχει νὰ καυχηθῇ ἐναντίον τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ εἰπῇ· ἰδοὺ οὗτοι οἱ Χριστιανοὶ διὰ παραμικρὰν ἀσθένειαν, ὁποῦ τοὺς ἠκολούθησε, καὶ διὰ ὀλίγην ἀνάγκην ὁποῦ ἔλαβον, ἀθέτησαν μὲν ἐσένα, καὶ τὴν ἰδικήν σου πίστιν, καὶ ἀγάπην, ὅστις τοὺς ἔπλασες, καὶ τοὺς ἀνέπλασες καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ὑπέμεινας θάνατον, ἐπρόστρεξαν δέ, καὶ κατέφυγον εἰς ἐμένα, καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου βοήθειαν, ὁποῦ οὔτε τοὺς ἔπλασα, οὔτε θάνατον διὰ λόγου τους ἔλαβον, καὶ ἐπροτίμησαν περισσότερον τὴν ἰδικήν μου ἀγάπην, ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου· ἔτσι τὸ βεβαιοῖ ὁ Οὐρανοφάντωρ Βασίλειος· «ὁ νῦν ἀπατῶν ἡμᾶς, καὶ διὰ τῶν κοσμικῶν δελεαμάτων λήθην ἐμποιεῖν ἡμῖν τοῦ εὐεργέτου μηχανῇ πάσῃ σπουδάζων, ἐπ᾿ ὀλέθρῳ τῶν ψυχῶν ἡμῶν ἐναλλόμενος ἡμῖν καὶ ἐπεμβαίνων, εἰς ὀνειδισμὸν τότε προσοίσει τῷ Κυρίῳ τὴν ἡμετέραν καταφρόνησιν, καὶ ἐγκαυχήσεται τῇ ἀπειθείᾳ καὶ ἀποστασίᾳ ἡμῶν, ὥστε, οὔτε κτίσας ἡμᾶς,
οὔτε ἀποθανὼν ὑπὲρ ἡμῶν, ὅμως ἔσχεν ἡμᾶς ἀκολουθοῦντας αὐτῷ ἐν τῇ ἀπειθείᾳ καὶ ἀμελείᾳ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ». (Ὅρα κατὰ πλάτ. β´) ὢ συμφοράν! ἢ δυστυχίαν, ὁποῦ θέλετε νὰ πάθετε ἀδελφοί! διότι αὐτὸ τὸ ὄνειδος, καὶ αὐτὸ τὸ καύχημα, ὁποῦ ἔχει νὰ κάμῃ τότε ὁ Διάβολος κατὰ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ διὰ λόγου σας, εἶναι βαρύτερον εἰς ἐσᾶς ἀπὸ τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, ἀπὸ τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, ἀπὸ τὸν βρυγμὸν τῶν ὀδόντων· εἶναι βαρύτερον εἰς ἐσᾶς, ἀπὸ ὅλους τοὺς ταρτάρους, ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀκοιμήτους σκώληκας, καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀφεγγεῖς, καὶ φοβεροὺς τόπους τοῦ Ἅδου.

Μὲ ἕνα λόγον, εἶναι βαρύτερον ἀπὸ ὅλας ὅλας ὁμοῦ τὰς κολάσεις, ὁποῦ ἔχουν αἰωνίως νὰ σᾶς κολάζουν· ἔτσι ἀκολούθως τὸ λέγει ὁ αὐτὸς μέγας Βασίλειος· «τοῦτο τὸ ὄνειδος τὸ κατὰ τοῦ Κυρίου, καὶ τοῦτο τὸ καύχημα τοῦ ἐχθροῦ, βαρύτερον ἐμοὶ τῶν ἐν τῇ γεέννῃ κολάσεων φαίνεται· τῷ ἐχθρῷ τοῦ Χριστοῦ, ὕλην γενέσθαι καυχήματος, καὶ ἀφορμὴν ἐπάρσεως, κατ᾿ αὐτοῦ τοῦ ὑπὲρ ἡμῶν ἀποθανόντος, καὶ ἐγερθέντος» (Αὐτόθι) τὸ ὁποῖον διὰ νὰ μὴ πάθετε ἀδελφοί, φυλαχθῆτε, φυλαχθῆτε, σᾶς λέγω καὶ τρίτον, φυλαχθῆτε, δι᾿ ἀγάπην Θεοῦ, καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σας, ἀπὸ τὸ νὰ μεταχειρίζεσθε κᾀνένα εἶδος μαγείας, ἢ νὰ προστρέχετε εἰς μάγους, καὶ μάγισσας, ἀλλ᾿ εἰς ὅλας σας τὰς περιστάσεις καὶ ἀνάγκας προστρέχετε εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, εἰς τὴν προστασίαν τῆς Θεοτόκου, καὶ εἰς τὰς πρεσβείας τῶν Ἁγίων, ἵνα καὶ τῶν ἀσθενειῶν, καὶ τῶν ἀναγκῶν σας ἐλευθερωθῆτε, καὶ τῆς αἰωνίου κολάσεως λυτρωθῆτε, καὶ τῆς οὐρανίου βασιλείας ἀξιωθῆτε· ἧς γένοιτο ἀξιωθῆναι πάντας ἡμᾶς, χάριτι τοῦ Χριστοῦ.

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_12.html

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Τί κακὰ παθαίνουν ἐκεῖνοι ὁποῦ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς δαίμονας θησαυροὺς. Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Τί κακὰ παθαίνουν ἐκεῖνοι ὁποῦ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς δαίμονας θησαυροὺς.

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀδελφοί μου Χριστιανοί, ἔχετε πίστιν στερεὰν εἰς τὸν Κύριον, καὶ μὴ πιστεύετε τελείως εἰς τὴν πρόγνωσιν τῶν δαιμόνων, μηδὲ προστρέχετε εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ σᾶς φανερώσουν θησαυρούς, ἢ ἄλλα πράγματα ὁποῦ ἐχάσετε· α´ διότι πολλοὶ ζητοῦντες ἀπὸ τοὺς δαίμονας θησαυροὺς διὰ τῶν μάγων, ἄλλοι μὲν ἔχασαν τὸν νοῦν τους, καὶ ἔμειναν τρελλοί, ἄλλοι δὲ ἔχασαν καὶ τὴν ἰδίαν ζωήν· καὶ ὅποιος θέλει ἂς ἀναγνώση εἰς τοὺς λόγους τοῦ Ἱεροκήρυκος Προκοπίου σελ. 220 διὰ νὰ ἰδῇ ἐκεῖνον τὸν ἄσωτον, ὁ ὁποῖος ζητῶντας ἀπὸ τοὺς δαίμονας, τὸν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Πατρός του κεκρυμμένον θησαυρόν, ἀπὸ μίαν φοβερὰν θεωρίαν ὁποῦ εἶδεν, τόσον ἐφοβήθη, ὁποῦ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπέθανε· β´ διότι οἱ δαίμονες εἶναι τόσον φθονεροί, ὥστε ὁποῦ οὐδὲ τοὺς θησαυροὺς τοῦ Κόσμου θέλουν νὰ μεταδώσουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους διὰ νὰ τοὺς ἀπολαμβάνουν.
Καὶ τοῦτο βεβαιοῖ ἡ σοφωτάτη ἐκείνη καὶ ἁγιωτάτη Συγκλητική, λέγουσα πρὸς τὰς Μοναχάς· «καὶ τί μέγα ἔχειν ἡμᾶς ἀντιπάλους (τοὺς δαίμονας δηλαδὴ) πρὸς τὸ ὕψος ὁρμώσας, ὅπου γε καὶ πρὸς τὰ εὐτελῆ φθονοῦσι;
 Καὶ γοῦν τοὺς ὑπὸ τὴν γῆν τεθαμμένους θησαυρούς, οὐ συγχωροῦσι λαμβάνειν τοὺς ἀνθρώπους» (ἐν τῷ Βίῳ αὐτῆς τῷ συγγραφέντι ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου)·
καὶ γ´ διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἐξουσίαν νὰ δίδουν θησαυροὺς εἰς τὸν καθ᾿ ἕνα, ἂν δὲν συγχωρηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ δὲν στοχάζεσθε, ὦ ἀνόητοι ἄνθρωποι, πῶς ἂν ἦτο εἰς τὸ χέρι τῶν δαιμόνων νὰ δίδουν θησαυρούς, ἤθελον τοὺς δίδει μάλιστα εἰς τοὺς μάγους τοὺς ἐξαιρέτους φίλους αὐτῶν; ἡμεῖς δὲ βλέπομεν ὅτι τὴν σήμερον οἱ μάγοι καὶ μάντεις, εἶναι οἱ πλέον πτωχότεροι ἄνθρωποι τοῦ Κόσμου, καὶ διὰ ἕνα ὀβολὸν καὶ ὀλίγον ἄρτον, γίνονται δοῦλοι καὶ ὑπηρέται τῶν ἄλλων· ἂν ἦσαν εἰς τὰς χεῖρας τῶν δαιμόνων οἱ θησαυροί, πῶς ἀφῆκαν τόσους Βασιλεῖς, καὶ ἄλλους κατὰ καιρὸν ἀνθρώπους, καὶ ἐπῆραν τὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ ὑποκάτω εἰς τὰ ὁποῖα ἐπροσκυνοῦντο ὡς Θεοί; καὶ τόσους καὶ τόσους θησαυρούς, ὁποῦ ἦσαν κεκρυμμένοι μέσα εἰς τοὺς Βωμούς των, καὶ μάλιστα εἰς τὸν ἐν Δελφοῖς ὑπέρπλουτον Ναὸν τοῦ Ἀπόλλωνος; ὅθεν εἶπε καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος· «εἰδὲ τι ἴσασι, μᾶλλον, τὰ ἑαυτῶν ὄφειλον λέγειν· πῶς τὰ πολλὰ ἀναθήματα τῶν εἰδώλων ἐκλάπη; πῶς τὸ πολὺ χρυσίον ἐχωνεύθη; διὰ τί μὴ προεῖπον τοῖς Ἱερεῦσιν αὐτῶν; ὥστε οὐδὲν ἴσασιν· ἀλλὰ χρημάτων μὲν ἕνεκεν, οὐδὲ εἰπεῖν ἐδύναντο, ὅταν οἱ ναοὶ αὐτῶν οἱ εἰδωλικοὶ ἐπίμπραντο, καὶ πολλοὶ συναπώλλυντο· διὰ τί μὴ φείδονται τῆς σωτηρίας τῆς αὐτῶν»; (Λόγ. η´ εἰς τὴν πρὸς Τιμόθ.).

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_291.html

Oἱ θησαυροὶ εἶναι εἰς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς δίδει εἰς ὅποιον θέλει. Oἱ Χριστιανοὶ εἰς τὸν Θεὸν πρέπει νὰ προστρέχουν καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους διὰ νὰ τοὺς φανερώνουν τί ἔχασαν. Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου



Ὅτι οἱ θησαυροὶ εἶναι εἰς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς δίδει εἰς ὅποιον θέλει. - Ὅτι οἱ Χριστιανοὶ εἰς τὸν Θεὸν πρέπει νὰ προστρέχουν καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους διὰ νὰ τοὺς φανερώνουν τί ἔχασαν.

 Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης

Οἱ θησαυροί, ἀδελφοί, καὶ τὸ χρυσίον καὶ ἀργύριον εἶναι εἰς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, καὶ εἰς ὁποῖον θέλει τὸ δίδει, καθὼς εἶναι γεγραμμένον· «ἐμὸν τὸ ἀργύριον, καὶ ἐμὸν τὸ χρυσίον, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Ἀγγ. β´ 9)· καὶ ὁ Ἐκκλησιαστὴς λέγει· «καὶ γε πᾶς ἄνθρωπος, ᾧ ἔδωκεν ὁ Θεὸς πλοῦτον, καὶ ὑπάρχοντα» (Ἐκκλ. ε´ 18)· λοιπὸν ἐσεῖς πρέπει νὰ δουλεύετε κατὰ Θεὸν τὰς τέχνας σας, καὶ μέσα εἰς τὸν κόπον τῶν χειρῶν σας, ἐκεῖ εὑρίσκεται ὁ θησαυρός, καὶ τὸ χρυσίον, καὶ τὸ ἀργύριον· κατὰ τὸ παράδειγμα ἐκείνου τοῦ φρονίμου γεωργοῦ, ὅστις ἀποθνήσκων εἶπεν εἰς τὸν υἱόν του πῶς ἔχει μέσα εἰς τὸ χωράφι του θησαυρὸν κεκρυμμένον· ὁ δὲ υἱός του σκάπτωντας βαθέως τὸ χωράφι, καὶ ζητῶντας τὸν θησαυρόν, ἐκ τῆς σκαφῆς καὶ καλλιεργίας, ηὐτύχησε τὸ χωράφι, καὶ οὕτως ἐπλούτησεν ὁ ἄνθρωπος· καὶ ἂν εἶναι συμφέρον διὰ τὴν ψυχήν σας, ὁ Θεὸς σᾶς δίδει καὶ θησαυρόν, καὶ σᾶς κάμνει πλουσίους, χωρὶς ἐσεῖς νὰ ζητήσετε, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς σᾶς προστάζει νὰ μὴ τοῦ ζητῆτε τοιαῦτα, ἀλλὰ νὰ ζητῆτε πρῶτον τὴν βασιλείαν του, καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, καὶ ὁ πλοῦτος, αὐτὰ σᾶς προστίθενται χωρὶς ζητήσεως· «ζητεῖτε πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ´ 33)· ἐὰν δὲ ἐχάσετε ζῶα, ἢ δούλους, ἢ ἄλλα τοιαῦτα, μὴ τρέχετε εἰς τοὺς μάγους καὶ δαίμονας, διὰ νὰ σᾶς τὰ φανερώσουν· ὄχι, ἀλλὰ προστρέχετε εἰς τοὺς Ἅγίους, τοὺς θεράποντας τοῦ Θεοῦ, καὶ παρακαλεῖτε αὐτοὺς μετὰ πίστεως,
καὶ ἐκεῖνοι σᾶς τὰ φανερώνουν, ἂν ἀποβλέπῃ εἰς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς σας ἡ φανέρωσίς των· καὶ μάλιστα προστρέχετε εἰς τὸν Ἅγιον Θεόδωρον τὸν Τήρωνα, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὴν χάριν ταύτην ἐξαιρέτως ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ νὰ φανερώνῃ τὰ κεκρυμμένα πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιλέγεται φανερωτής· εἰ δὲ καὶ θέλετε νὰ μάθητε καὶ ἄλλα κεκρυμμένα πράγματα, προστρέχετε εἰς τὸν Θεὸν τὸν γνώστην τῶν κρυφίων, καὶ ζητεῖτε νὰ σᾶς φανερώσῃ, ὄχι τί ἔχετε νὰ πάθετε, ἢ τί μέλλουν νὰ σᾶς ἀκολουθήσουν· μάταια γὰρ καὶ μικροπρεπῆ ταῦτά ἐστι, καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸν δὲν πρέπει νὰ ζητῆτε τοιαῦτα· ἀλλὰ νὰ ζητῆτε πρῶτον νὰ σᾶς καθαρίσῃ διὰ τῆς χάριτός του, καὶ διὰ τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς, καὶ ἔπειτα νὰ σᾶς φανερώσῃ διὰ τῆς θεωρίας, τοὺς ἀποκρύφους λόγους τῶν αἰσθητῶν κτισμάτων καὶ τῶν νοητῶν, τοὺς λόγους τῆς προνοίας του, τῆς κρίσεώς του· μάλιστα δὲ καὶ ἐξαιρέτως ζητεῖτε νὰ σᾶς φανερώσῃ ποῖον εἶναι τὸ θέλημά του τὸ ἀγαθόν, καὶ εὐάρεστον, καὶ τέλειον, διὰ νὰ σωθῆτε, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πλέον ὑψηλότερον, τὸ πλέον ἀναγκαιότερον, καὶ τὸ πλέον συμφερώτερον εἰς ἐσᾶς.

Τί νὰ πολυλογῶ; φυλαχθῆτε ἀδελφοὶ νὰ μὴν πηγαίνετε εἰς τοὺς μάντεις καὶ δαίμονας, μηδὲ νὰ πιστεύετε εἰς τὰ λόγια των· ἀλλὰ νὰ πιστεύετε εἰς μόνον τὸν Θεὸν τὸν τὰ πάντα γινώσκοντα, καὶ αὐτὸς θέλει σᾶς φανερώσει ἐκεῖνα ὁποῦ πρέπει νὰ εἰξεύρετε· ἔτσι σᾶς συμβουλεύει ὁ Χρυσορρήμων· «μὴ προσέχωμεν μάντεσι, μηδὲ χρησμολόγοις, μηδὲ ἀγύρταις· ἀλλ᾿ ἢ τῷ Θεῷ τῷ πάντα εἰδότι σαφῶς· τῷ τὴν γνῶσιν ἔχοντι τῶν ἁπάντων· καὶ οὕτω πάντα εἰσόμεθα, ἃ εἰδέναι χρή» (Λόγ. η´ εἰς τὴν πρὸς Τιμόθ.)· νὰ εἰπῶ καὶ μεγαλύτερον; κᾂν καὶ ἀλήθειαν λέγουν οἱ μάντεις καὶ δαίμονες, ἐσεῖς τελείως νὰ μὴ τοὺς πιστεύετε· διατί; ἐπειδὴ ὅταν μίαν φορὰν τοὺς πιστεύσητε, ἐκεῖνοι εὑρίσκουν τρόπον, καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἀλήθειαν ἀνακατώνουσι καὶ τὸ ψεῦδος, καὶ οὕτω σᾶς πλανοῦν, καὶ σᾶς ἀπολλύουν· ἔτσι σᾶς παραγγέλλει ὁ ἴδιος Χρυσόστομος «διὰ γὰρ τοῦτο οὐ πιστεύω, ἐπειδὴ δαίμονες λέγουσιν· ἀπατῶσι γὰρ τοὺς ἀκούοντας· διὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος, καὶ τοιγε ἀληθεύοντας, ἐπεστόμισεν αὐτούς· ἵνα μὴ πρόφασιν λαβόντες, τοῖς ἀληθέσι, καὶ ψευδῆ πάλιν ἀναμίξωσι, καὶ ἀξιόπιστοι γένωνται· ἐπειδὴ γὰρ ἔλεγον οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσὶ καταγγέλλοντες ὑμῖν ὁδον σωτηρίας» (Πράξ. ιστ´ 17)· διαπονηθεὶς τῷ πνεύματι, ἐπετίμησε τῷ πύθωνι, καὶ ἐξελθεῖν ἐκέλευσε· «καὶ τοιγε τί πονηρὸν ἔλεγον;... ἀλλ᾿ ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν ἀφελεστέρων ᾀεὶ διακρίνειν οὐκ ἴσασι τὰ παρὰ τῶν δαιμόνων λεγόμενα, καθάπαξ αὐτοῖς ἀπέκλεισε τὸ πιστεύεσθαι... οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς ἐποίησε· καὶ λέγουσιν αὐτῷ τοῖς δαίμοσιν· - οἴδαμέν σε τις εἶ (Λουκ. δ´ 31)· - ἐπετίμησεν αὐτοῖς μετὰ πολλῆς τῆς σφοδρότητος, διδάσκων ἡμᾶς, μηδαμοῦ δαίμονι πείθεσθαι, μηδὲ ἄν σοι ὑγιὲς τι λέγει, ἅπερ δὴ καὶ μαθόντες μὴ πειθώμεθα δαίμονι καθόλου· ἀλλὰ κᾂν ἀληθές τι φθέγγηται, φεύγωμεν αὐτὸν καὶ ἀποστρεφόμεθα· τὰ γὰρ ὑγιῆ δόγματα καὶ σωτήρια, οὐ παρὰ δαιμόνων, ἀλλὰ παρὰ τῆς θείας γραφῆς ἐστὶν μετ᾿ ἀκριβείας μαθεῖν» (Λόγ. β´ εἰς τὸν Λάζαρον).

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/o-o.html