Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Ἡ βυζαντινὴ μουσική. (Ἐκκλησιαστικὴ καὶ κοσμικὴ μουσικὴ εἶναι δύο πράγματα ὁλότελα ξένα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο). Φώτης Κόντογλου

 Ἡ βυζαντινὴ μουσική
 Φώτης Κόντογλου

Ἡ ἐπιστολὴ-μελέτη ποὺ ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε σὲ τέσσερα τμήματα (Α´, Β´, Γ´, Δ´), στὰ φύλλα τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» στὶς 20 Μαρτίου, 30 Ἀπριλίου, 20 Μαΐου καὶ 10 Ἰουνίου 1963. Τὸ ὄνομα προσώπου στὸ ὁποῖο ἀπευθύνεται δὲν ἔχει σημειωθεῖ. Ἦταν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἱερώνυμος Κοτσώνης, μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν (1967-1973).

Α.

Μετὰ τὴν σύντομη ἐπιστολή, ποὺ σᾶς ἔστειλα πρὸ καιροῦ σχετικὰ μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσική, σᾶς γράφω καὶ τὰ παρακάτω, χωρὶς σειρά, σὰν πρόχειρες σημειώσεις, ποὺ δὲν ἔλαβα τὸν καιρὸ νὰ τὶς συνδέσω. Κατὰ τὴν ὑπόδειξη ποὺ εἶναι στὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου σας «Παραδόσεις Ποιμαντικῆς»1, τὸ ἄνοιξα στὶς σελίδες 43 καὶ 44. Στὴν πρώτη γράφετε τὰ παρακάτω: «Ἢ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε κατανυκτική. Πρέπει, δηλαδή, ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ νὰ βοηθᾷ τὸν προσευχόμενο στὸ νὰ αἰσθανθῇ κατάνυξιν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.
Ἐάν, εἴτε δι᾿ ἀτάκτων μονοφώνων ψαλμάτων καὶ τῶν ἄτοπων λαρυγγισμῶν καὶ φωνητικῶν ἐπιδείξεων, εἴτε διὰ τῶν κοσμικὸν χαρακτήρα ἐχουσῶν τετραφώνων ἐκτελέσεων, ὁ πιστὸς ἐμποδίζεται εἰς τὸ νὰ αἰσθανθῇ τὴν κατάνυξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποσκοποῦν τὰ νοήματα τῶν ψαλλομένων, τότε ἡ μουσικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐκκλησιαστική, εἶναι κοσμική, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν τὸ μουσικὸν κείμενον εἶναι παλαιὸν ἢ εἶναι νεώτερον καὶ ἡ ἐκτέλεσίς της εἶναι μονωδιακὴ ἢ τετράφωνος».

Στὴν ἄλλη σελίδα γράφετε: «Ἢ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλ᾿ εἶναι μέσον πρὸς ὠρισμένον σκοπόν. Καὶ ὁ σκοπὸς εἶναι ἡ ὑποβοήθησις τῶν παρακολουθούντων τὴν Θείαν Λατρείαν, ἵνα αἰσθανθῶσι τὴν δέουσαν κατάνυξιν καὶ ἵνα καρπωθῶσι τὰ ἐκ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν Θ. Λατρείαν προσδοκώμενα, χάριν τῶν πιστῶν, εὐεργετήματα».
Κατ᾿ αὐτά, ἡ μουσικὴ δὲν εἶναι αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴν ἐκκλησιαστικὴ ἢ κοσμική, ἀλλὰ γίνεται ἀναλόγως μὲ τὴ διάθεση καὶ μὲ τὰ γοῦστα ἐκείνου, ποὺ τὴν ἀκούει. Φτάνει νὰ κατανύγεται. Μὲ ἄλλα λόγια, ἂν ἕνας ἄνθρωπος εἶναι μαθημένος ν᾿ ἀκούει τὰ πιὸ ἀντιεκκλησιαστικὰ τραγούδια, καὶ τὸ αὐτί του δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβει τίποτε ἄλλο, καὶ τύχει νὰ λειτουργηθῇ σὲ μιὰ ἐκκλησιὰ πού, ἀντὶ νὰ ψέλνουν, τραγουδοῦν, καὶ μάλιστα μὲ τραγούδια ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι συνηθισμένος αὐτὸς ὃ ἄνθρωπος ν᾿ ἀκούει, βέβαια θὰ «κατανυγῇ» κατὰ τὴ γνώμη σας, καὶ κατὰ τὴ γνώμη του, δηλαδὴ θὰ νομίσει πῶς αὐτὸ ποὺ νοιώθει εἶναι κατάνυξη, ὅπως θὰ πεῖ πῶς προσευχήθηκε, ἐνῶ διεσκέδαζε. Κατὰ τὸ μέτρο ποὺ ἔχει μέσα του, ἔτσι θὰ τὰ μετρήσει. Ἄλλα, στ᾿ ἀληθινά, τί σχέση θά ῾χει αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνομάσει «κατάνυξη», μὲ τὴν ἀληθινὴ κατάνυξη; Κι αὐτὸ ποὺ λέγει «προσευχή», μὲ τὴν ἀληθινὴ προσευχή; Καμιά. Δηλαδή, πᾶμε σύμφωνα μὲ ὅ,τι ἔλεγε ἐκεῖνος ὁ ἀρχαῖος φιλόσοφος2: «Μέτρον δὲ πάντων χρημάτων ὁ ἄνθρωπος». Στὰ ἀλήθεια, πολὺ χριστιανικὸ ρητό, πάτερ μου! Ἕνας ἅγιος γράφει: «Νὰ θεωροῦμε τὸν Θεὸ ὅπως εἶναι ὁ ἴδιος, κι ὄχι ὅπως τὸν θέλει τὸ μυαλό μας». Καὶ ἑπομένως, πρέπει νὰ νοιώθουμε καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἴδιον τρόπο.
Ὅσο γιὰ τὴ φράση, ποὺ γράφετε στὴ σελίδα 44: «Ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλ᾿ εἶναι μέσον πρὸς ὠρισμένον σκοπόν», εἶναι, γιὰ μένα ἀπὸ κεῖνες τὶς δασκαλίστικες κοινοτοπίες ποὺ δὲν ἔχουνε κανένα νόημα, ποὺ δὲν λένε τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ τὸ κουδούνισμα στὸ αὐτί, ποὺ ἀφήνουνε οἱ σοφὲς λέξεις: «αὐτοσκοπός», κ.λ.π. Γιατί, καμιὰ μουσικὴ δὲν εἶναι «αὐτοσκοπός», μήτε ἡ πιὸ πρωτόγονη, ἡ πιὸ χυδαία, ἢ μόρτικη. Ὅλες οἱ μουσικὲς εἶναι μέσον!
Ὅσα γράφετε, ἔχω τὴν ἰδέα πῶς σᾶς τὰ ἐμπνέει ἡ ἀγάπη ποὺ αἰσθανόσαστε στὸ κοσμικὸ πνεῦμα, στὸ πνεῦμα ποὺ σᾶς δηλητηρίασε τὸν καιρὸ ποὺ σπουδάζατε στὴν Εὐρώπη, καὶ ποὺ μένει μέσα σας.
Γιατὶ, ἀλλιῶς, ἂν πάρουμε σὰν βάση κι αὐτὰ ἀκόμα ποὺ λέτε παραπάνω στὴ σελ. 43 (καὶ ποὺ σᾶς εἶπα πῶς δὲν τὰ παραδέχομαι καθόλου), κι αὐτὰ λοιπὸν ἂν τὰ πάρουμε σὰν βάση, σᾶς ρωτῶ: «Γιατί, ἅπαξ εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, ἐσεῖς, ὁ Ἕλλην Ὀρθόδοξος, δὲν κατανύγεσθε μὲ τὴν Ἑλληνικὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ποὺ τὴν ἀκούσατε ἀπὸ παιδί, μὲ τὴν ὁποία συνδέετε τὴν πρώτη γεύση ποὺ πήρατε ἀπὸ τὴ θρησκεία κι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τέλος πάντων καὶ αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴν λειτουργική, λατρευτική, ἀλλὰ προτιμᾶτε τὴν εὐρωπαϊκὴ τετραφωνία ποὺ ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ξένη, θεατρική, θυμελική, δὲν εἶναι κἂν σημερινή, ἀλλὰ παλιωμένη, ντεμοντέ, ὅπως οἱ κορσέδες ποὺ φορούσανε οἱ γιαγιάδες μας;
Γιατί; Γιατί, ἀνάμεσα σὲ δύο πράγματα, ποὺ δὲν ἔχουν γιὰ σᾶς οὐσιαστικὴ σημασία, ἀλλὰ εἶναι συμβατικά, γιατί, λέγω, μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο, ἢ καλύτερα, ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ δύο, δὲν προτιμᾶτε τὴν Ἑλληνικὴ μουσική, αὐτή, τέλος, ποὺ τὴν εἴπανε Ἑλληνική, καὶ ποὺ τὴν ἀκούγανε στὴν ἐκκλησιὰ οἱ πρόγονοί μας ἐπὶ αἰῶνες, ποὺ καὶ προσευχόντανε μ᾿ αὐτή, καὶ μάλιστα ὄχι σὲ καιροὺς σὰν τοὺς δικούς μας, ποὺ ἡ ψυχή μας δὲν πονεῖ καὶ δὲν κλαίει, ὅπως γινότανε κάτω ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τοῦ Τούρκου; Γιατί; Γιατὶ προτιμοῦμε τὰ πράγματα, ποὺ τρέφουν τὴν ματαιοδοξίαν μας, τὰ πράγματα ποὺ εἶναι τοῦ γούστου «τῆς καλῆς κοινωνίας», κι αὐτὰ εἶναι τὰ «εὐρωπαϊκά». Κατὰ βάθος, ἡ Ὀρθοδοξία καὶ οἱ τρόποι ποὺ ἐκφράζεται, εἶναι γιὰ σᾶς ἕνας βάρβαρος, ἕνας ἀνατολίτικος, ἕνας βλάχικος Χριστιανισμός.
Μ᾿ αὐτά, θέλω νὰ συμπληρώσω ὅσα, σᾶς ἔγραψα στὴν προηγούμενη σύντομη ἐπιστολή μου.

Β.

Ἡ μουσικὴ εἶναι δύο εἰδῶν (ὅπως καὶ οἱ ἄλλες τέχνες), κοσμικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Ἡ κάθε μία ἀπ᾿ αὐτὲς μορφώθηκε ἀπὸ διαφορετικὰ συναισθήματα καὶ διαφορετικὲς ψυχικὲς διαθέσεις καὶ καταστάσεις. Ἡ κοσμικὴ ἐκφράζει κοσμικά, δηλ. σαρκικὰ συναισθήματα καὶ πόθους, ἂς εἶναι αὐτὰ καὶ πολὺ ἐκλεπτυσμένα πολλὲς φορές, (ρομαντικά, αἰσθηματικά, ἰδεαλιστικὰ κ.λπ.), γιατὶ, μ᾿ ὅλα ταῦτα, δὲν παύουν νὰ εἶναι σαρκικά.
Πνευματικὰ εἶναι μονάχα τὰ θρησκευτικά, τὰ χριστιανικά, γι᾿ αὐτὸ κι ἡ Ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ἐκφράζει ἄλλες κινήσεις τῆς καρδιᾶς, ὁλότελα, διαφορετικὲς ἀπὸ ὅ,τι ἐμπνέει καὶ μορφώνει τὴν κοσμικὴ μουσική, ἐκφράζει δηλ. συντριβή, ταπείνωση, πόνο καὶ λύπη («τὴν κατὰ Θεὸν λύπην» τοῦ Παύλου, «ἥτις μετάνοιαν ἀμεταμέλητον εἰς σωτηρίαν κατεργάζεται»), ἢ αἶνον, εὐχαριστίαν, ἅγιον ἐνθουσιασμόν. Ἐνῶ ἡ κοσμικὴ μουσική, καὶ ἂν εἶναι ἀκόμη καὶ πλέον ἁγνή, ἐκφράζει σαρκικὰ συναισθήματα, ἀκόμα καὶ ὅταν τὴν ἐμπνέει ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψις, «ἡ κατὰ κόσμον λύπη, κατὰ τὸν Παῦλον, ἥτις θάνατον κατεργάζεται». (Αὐτὰ θὰ ἔπρεπε, πάτερ, νὰ τὰ διδαχτοῦν ἄλλοι ἀπὸ σᾶς καὶ ὄχι ἡμεῖς οἱ κοσμικοὶ νὰ γινόμαστε καὶ μὲ ντροπή, συμβουλάτορες τῶν ἱερωμένων).
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μορφωθήκανε τὰ δύο εἴδη τῆς μουσικῆς, ἡ κοσμική, ποὺ φέρνει τὴ συγκίνηση (ὁποιαδήποτε σαρκικὴ συγκίνηση), καὶ ἡ ἐκκλησιαστική, ποὺ φέρνει τὴν κατάνυξη. Ὁ Χρυσόστομος μαστιγώνει μὲ ἱερὴ μανία τὴ θυμελικὴ μουσική, «τῶν ἐν τοῖς θεάτροις», «τὴν τῶν μίμων» ποὺ θέλανε νὰ εἰσάξουν στὴν ἐκκλησία κάποιοι τῆς ἐποχῆς του, ποὺ αἰσθανόντανε «κατάνυξη» ἀπ᾿ αὐτή, ἤγουν ψευτοκατάνυξη. Ἀλλοίμονο στοὺς κανταδόρους ἂν φανερωνόταν καμμιὰ μέρα αὐτὸς ὁ ἅγιος σήμερα, (καθὼς κι ὅλοι οἱ ἅγιοι).
Στὴ Δύση ὑπῆρχαν, κατὰ τὴν παλαιὰ ἐποχή, καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἴδη τῆς μουσικῆς, ὅπως στὴν Ἀνατολή, καὶ ξεχώριζε καθαρὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ στὶς ἄλλες τέχνες. Ἀλλά, μὲ τὸν καιρό, ἐξωμοιωθήκανε μεταξύ τους, τὸ profane ἔγινε ἕνα μὲ τὸ sacre, ὡς ποὺ συγχωνευθήκανε ὁλότελα. Καὶ σήμερα, ἐκτὸς ἀπὸ κάποια παλαιοφανῆ μέλη, ποὺ συνοδεύονται μὲ ἁρμόνιο, ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ἡ καθ᾿ αὐτὸ ἐκκλησιαστικὴ μουσική, χάθηκε ἀπὸ τὴ Δύση, ὅπως χάθηκε ἡ λατρευτικὴ εἰκονογραφία ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς Ἰταλικῆς Ἀναγεννήσεως. Καὶ τώρα, πολλοὶ δυτικοί, ἱερωμένοι καὶ μή, θέλουνε νὰ γυρίσουν πίσω στὴν κατὰ παράδοσιν εἰκονογραφία, καὶ ποθοῦν, «ὡς ἔλαφοι διψῶσαι» νὰ ἔλθουν γιὰ νὰ πιοῦν ἀπὸ τὶς καθαρὲς καὶ γνήσιες πηγές.
Κι ἐμεῖς, οἱ προκομμένοι, τώρα, ἴσα ἴσα, ποὺ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔρχονται σὲ μᾶς, δηλ. στὴν ἀρχαία παράδοσή μας, γιὰ νὰ ἀναβαπτιστοῦν καὶ νὰ γευθοῦν «τὸ ὕδωρ τὸ ἀλλόμενον», ὁμολογοῦντες, πὼς δὲν βρίσκουν καμμιὰ οὐσία στὰ παραμορφωμένα δικά τους, τώρα, λοιπόν, ἐμεῖς βρήκαμε τὸν καιρὸ νὰ πιθηκίζουμε, σὲ ὅλα τα ἐκκλησιαστικά, μὲ τὴν Δύση, τὴ φτωχὴ καὶ πνευματικὰ παραστρατημένη Δύση.
Ἡ λειτουργική, λοιπόν, μουσικὴ διατηρήθηκε μοναχὰ στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ὑπάρχει ἕως σήμερα: «Εὐλαβέστεροι γὰρ καὶ χριστιανικώτεροι οἱ πρὸς Ἀνατολᾶς».

Γ.

Χαρακτὴρ τῆς Βυζαντινῆς ἢ λατρευτικῆς Μουσικῆς

Εἶναι λατρευτικός, λειτουργικός, ἀναγωγικός, ἀνάγων δηλ. ἀπὸ σαρκὸς εἰς τὸ πνεῦμα. Ἡ Ὀρθόδοξος ὑμνωδία εἶναι «μουσικὸς λόγος». Ἡ μουσικὴ δὲν συνοδεύει τὸν λόγο, γιὰ νὰ τέρψει τὴν ἀκοὴν τῶν ἀκροατῶν (ὁπότε καὶ ἐξουδετερώνει τὸν λόγον), ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν τονίσει, ὁπότε ἡ Βυζαντινὴ μουσικὴ εἶναι τονισμὸς τοῦ λόγου. Γιὰ τοῦτο εἶναι καὶ μονοφωνική, καθορίζουσα τὶς λέξεις σαφῶς.
Ἡ πολυφωνία (τετραφωνία) εἴπαμε ὅτι δὲν τονίζει τὸν λόγο, ἀλλὰ τὸν καταπνίγει. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ποὺ αὐτὴ ἡ μουσικὴ ὑπάρχει στὸ μελόδραμα, ἐπειδὴ σὲ αὐτὸ στὶς ὄπερες, ὁ λόγος δὲν ἐνδιαφέρει καθόλου τὸν ἀκροατή, γιατί, ἄλλως τέ, εἶναι ὅλο ἔννοιες βλακώδεις καὶ ἀνόητες, τὰ λεγόμενα «λιμπρέτα», ποὺ καὶ ὅσοι ἀγαποῦν αὐτὸ τὸ αἰσθηματικὸ εἶδος τῆς μουσικῆς, κι αὐτοὶ ἀκόμα δὲν αἰσθάνονται καμμιὰ ὄρεξη νὰ ἀκούσουν τὶς ἀνυπόφορες κοινοτοπίες, ποὺ λέγει ὁ ἠθοποιός: «Ἔχω σπαθὶ στὸ πλευρὸν καὶ εἰς τὸν πίλον πτερόν!!» κ.τ.λ.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὴν Παπικὴ ἐκκλησία. Κι ἐκεῖ ὁ ἐκκλησιαζόμενος ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸ κείμενο, γιὰ τὸν «λόγο», ἐπειδὴ τοῦ εἶναι ἀκατανόητο, ἔτσι κι ἀλλιῶς, ἅπαξ εἶναι γραμμένο στὰ λατινικά. Σὲ μᾶς ὅμως ὁ λόγος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει (ὅπως γράφετε κι ἐσεῖς), καὶ ἡ μουσική μας εἶναι τονισμὸς τοῦ λόγου (κι ὄχι αὐτοτελής, ὅπως στὴ Δύση). Σὲ μᾶς λόγος καὶ μουσικὴ εἶναι ἕνα πράγμα.
Στὴ χριστιανοσύνη, μόνον οἱ τέχνες ποὺ μορφωθήκανε ἀπὸ εὐλαβῆ ἐλατήρια, ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια του Χριστιανισμοῦ, καὶ δώσανε ἔκφραση στὴν πνευματικὴ οὐσία τῆς θρησκείας, μονάχα αὐτὲς οἱ τέχνες εἶναι λατρευτικές, δηλαδὴ πνευματικές, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ δίνει στὸ πνευματικὸ ἡ θρησκεία. Τέτοιες ἤτανε «αἱ ᾠδαὶ αἱ πνευματικαί», ποὺ γράφει ὁ Παῦλος. Ὅλες οἱ λατρευτικὲς τέχνες ἐκφράζουν τὸ ἴδιο πράγμα, ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ ὑμνωδία, ἡ εἰκονογραφία, ἡ ποικιλτική, ἀκόμα καὶ ἡ γραφὴ (τὸ γράψιμο), τὸ βάδισμα, καὶ γενικὰ οἱ κινήσεις καὶ χειρονομίες τῶν ἱερέων, τὸ χτύπημα τῆς καμπάνας, κλπ.
Καὶ ὅτι αὐτὲς οἱ τέχνες εἶναι ὄντως, μοναδικῆς πνευματικότητος, τὸ νοιώσανε καὶ πολλοὶ ξένοι, μάλιστα ἱερωμένοι, ποὺ τὰ αἰσθητήριά τους ἔχουν μορφωθεῖ, ἐκ νεότητός των, διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ δικά μας. Καὶ ἐν τούτοις, ὁμολογοῦν, ὅτι αἰσθάνονται κατάνυξη ἀπὸ τὶς δικές μας εἰκόνες καὶ τὴ δική μας ψαλμωδία, ὅταν βέβαια ἐκτελοῦνται ἀπὸ ἐμπνευσμένους καὶ εὐσεβεῖς τεχνίτες.
(Ὁ μεγάλος σύνδεσμος τοῦ Νέου Κόσμου «The Catholic Art Association», μὲ πρόεδρο τὸν πατέρα Phelan, μὲ ὑπεχρέωσεν εὐγενῶς νὰ δεχθῶ τὸ χρυσοῦν μετάλλιον τοῦ Συνδέσμου, τιμῶντας με γιατὶ ἀγωνίζομαι γιὰ τὰς κατὰ παράδοσιν ἐκκλησιαστικὸς τέχνας, ποὺ παραμορφωθήκανε, κ.λ.π. Πιστεύω νὰ μπορέσω νὰ σᾶς ἐσωκλείσω ἕνα ἀπόκομμα τῆς «Καθημερινῆς» ποὺ διαλαμβάνει γι᾿ αὐτὴ τὴ βράβευση).

Νά, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι συμβατικὴ ἡ ἀξία τῶν λειτουργικῶν τεχνῶν, ἀλλὰ ἀληθινή, πέραν ἀπὸ τὶς περιωρισμένες ἀντιλήψεις, ποὺ χρωστοῦνται στὴν ἀνατροφή, στὴ συνήθεια, στὸ γοῦστο, ἀφοῦ καὶ ἀλλόδοξοι ὁμολογοῦν πὼς ἀναγνωρίζουν ὅτι αὐτὲς οἱ τέχνες (τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας) ἀντικατοπτρίζουν τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ γιὰ τοῦτο ἀνεβάζουν τὶς ψυχὲς τοὺς ὑψηλά, ἀπάνω ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο.
Καὶ πὼς μποροῦσε νὰ γίνει ἀλλιῶς, ἀφοῦ οἱ τέχνες αὐτὲς μορφώθηκανε ἀπὸ ἁγιασμένες καρδιές, ποὺ νοιώθανε βαθειὰ τὸ λειτουργικὸ στοιχεῖο στὸν λόγο καὶ στὴ μουσική, ὅπως π.χ. τὸ «Πάσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν», ἢ τὸ «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν» κ.λ.π.; Ἡ λειτουργικὴ μουσικὴ εἶναι φυσικὴ μουσικὴ στολή, τοῦ λειτουργικοῦ λόγου. Γεννηθήκανε μαζί, καὶ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πράγμα. Πῶς μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἄλλο ντύσιμο σὲ ἕνα ἀρχαῖο κείμενο, ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ὑπῆρξε δικό του ἀνέκαθεν, συμφυὲς μ᾿ αὐτό;

Μὴ λέτε, λοιπόν, κάποια πράγματα ἀνάξια της παιδείας ποὺ ἔχετε. Οὐσία καὶ ἔκφραση ἔχουν ἀπόλυτη καὶ ἀκριβέστατη ἀνταπόκριση, ὅπως τὸ ἀντικείμενο μὲ τὸ ἀντικατόπτρισμά του, καὶ περισσότερο ἀκόμα μάλιστα, προκειμένου γιὰ πράγματα τοῦ πνευματικοῦ κόσμου.
Τὸ βαθὺ καὶ ἀποκαλυπτικὸ πνεῦμα τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας καὶ τὰ μυστήρια της, δὲν ἤτανε δυνατὸν νὰ τὰ ἐκφράσουν πιστῶς καὶ ἀξίως, παρὰ μοναχὰ αὐτὲς οἱ τέχνες ποὺ λέγονται λατρευτικὲς καὶ πνευματικές, καὶ ποὺ μορφωθήκανε ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἴδιο πνεῦμα. Μοναχὰ καὶ ἀποκλειστικὰ αὐτὴ ἡ μουσικὴ (γιὰ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴ μουσικὴ χωριστά), καὶ καμμιὰ ἄλλη μουσική, μοναδικώτατα, ἐκφράζει τὸ πνεῦμα τῆς θρησκείας μας, γιατί μοναχὰ αὐτὴ ἔχει ἀπόλυτη καὶ ἀκριβέστατη ἀνταπόκριση μ᾿ αὐτό. Καμμιὰ ἄλλη. Ὅπως ὑπάρχει μόνον μιὰ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία (δυστυχῶς κάποιοι ἀπὸ μᾶς δέχονται καὶ ἄλλες, ἀντίθετα μὲ τὸ σύμβολον τῆς Πίστεως), ποὺ μέσα σὲ αὐτὴ εἶναι σφραγισμένο αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ἔτσι μόνον μία εἶναι καὶ ἡ μουσική, ποὺ ἐκφράζει τὴν οὐσία τοῦ πνευματικοῦ περιεχομένου της.
Αὐτὸ τὸ μαρτυροῦν, τὸ ξαναλέγω, κάποιοι ἄνθρωποι, ποὺ ἡ πνευματικὴ κατάρτισή τους κι ἡ φυλετικὴ κι ἄλλη κληρονομικότητά τους, δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὰ δικά μας: «Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ», καὶ μεταλαμπαδεύεται στὶς ψυχὲς μὲ τοὺς ἤχους ποὺ ἐμόρφωσε τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα, φωτίζοντας τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων ὑμνωδῶν. Ἐνῶ, τὴν ἄλλη μουσική, ποὺ λέτε πὼς κι ἐκείνη εἶναι κατάλληλη γιὰ προσευχή, τὴν κάνανε οἱ διάφοροι μουσικοσυνθέται τῆς Δύσης, ποὺ δὲν εἴχανε τὴν παραμικρὰ ἰδέα περὶ λειτουργικοῦ στοιχείου καὶ κατανύξεως. Πολλοὶ νομίζουν, ὅτι ἡ συναισθηματικὴ μουσικὴ τοῦ Μπὰχ εἶναι ἐκκλησιαστική, λατρευτική, ὅπως κι οἱ θρησκευτικοὶ πίνακες τοῦ Τιτσιάνου ἢ τοῦ Γκρούνεβαλντ ἢ τοῦ Κράναχ! Τί ἀνίδεοι ποὺ εἶναι ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα!

Δ.

Πώς, λοιπόν, μποροῦμε, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι, νὰ προτιμοῦμε τὴν εὐρωπαϊκὴ τετραφωνία, ὅταν Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀμερικανοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, τιμοῦν τὴ δική μας ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ σὰν τὴν πλέον ἱεροπρεπῆ καὶ τὴ μόνη, ποὺ γεννᾶ τὴν κατάνυξη, καὶ ποὺ θέτει «πνευματικᾶς ἀναβάσεις» στὴν ψυχή τους; Αὐτὸ θὰ πεῖ, ἢ ὅτι χάσαμε τὴν πνευματικὴ ἀκοή μας, ἢ ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου μᾶς ἔχει ζαλίσει τόσο, ὥστε νὰ νοιώθουμε τὸ πικρὸ γλυκὸ καὶ τὸ ψέμμα γιὰ ἀλήθεια, κατὰ τὸν Προφήτη.
Ἡ μουσική, ποὺ ἐμόρφωσε ἡ Ἐκκλησία μας, ἔχει τὸ ἱερατικὸ ὕφος καὶ τὸν πνευματικὸ χαρακτήρα ποὺ ἔχει καὶ ὁ λόγος της, καθὼς καὶ ἡ τελετουργικὴ ἐμφάνιση, ποὺ ἔχουν ὅλα της, ὁ ναός, ἡ ἐμφάνιση τῶν ἱερέων της, τὰ εἰκονίσματα, τὰ σκεύη, κ.λ.π. Τί καθόσαστε καὶ λέτε, πὼς φθάνει νὰ κατανύγεται ὁ πιστός, κι ἂς εἶναι ὅποια μουσικὴ θέλει. Δηλαδή, οἱ νέγροι εἰδωλολάτρες νοιώθουν τοὺς θεούς τους μὲ τὰ τὰμ-τὰμ καὶ μὲ τοὺς χορούς τους. Κι ἂν βαφτιστοῦν καὶ γίνουν χριστιανοί, καὶ διδαχθοῦν τὸ Εὐαγγέλιο, πρέπει νὰ μὴν ἀντικαταστήσουμε τὸ τὰμ-τὰμ μὲ τὴ μουσικὴ τῆς νέας, ἀληθινῆς, θρησκείας ποὺ μυηθήκανε, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀφήσουμε νὰ κατανύγωνται μὲ τὸν πατροπαράδοτο τρόπο, ποὺ «κατενύγοντο» τότε ποὺ κάνανε τὶς ἀνθρωποθυσίες στὰ εἴδωλά τους!

Ἐκκλησιαστικὴ καὶ κοσμικὴ μουσικὴ εἶναι δύο πράγματα ὁλότελα ξένα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὅπως ἡ φύση τῆς κατάνυξης εἶναι ὁλότελα ἄλλη ἀπὸ τὴ φύση κάθε ἄλλης συγκίνησης. Κατάνυξη εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ ἀληθινοῦ πιστοῦ, ποὺ νοιώθει νὰ ἀπηχοῦν μέσα του τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων μὲ τὸν μυστικὸν χαρακτήρα ποὺ ἔχουν αὐτὰ τὰ λόγια, κι ὄχι ὅπως θέλουμε ἐμεῖς, γιὰ νὰ εὐχαριστιοῦνται τὰ σαρκικὰ αὐτιά μας.
Γιατὶ, μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο, θὰ τὰ κάνουμε ὅλα ὑποκειμενικά, ὅπως εἶπα παραπάνω, καὶ τότε δὲν θὰ μείνει μήτε Θεός, μήτε ἀλήθεια, μήτε θρησκεία, μήτε τίποτα. Ὅλα θὰ σκεπαστοῦνε ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ πέπλο τῆς μαγείας τοῦ Βουδισμοῦ, δηλαδὴ τῆς αὐταπάτης.
Ἡ Ὀρθοδοξία (δηλαδὴ ὁ γνήσιος Χριστιανισμός), εἶναι πολὺ ἁπλὴ καὶ εὐκρινὴς σὲ ὅλα, ὅπως ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς γλύτωσε ἀπὸ τὴ ματαιότητα τῆς φιλοσοφίας τῆς «κενῆς ἀπάτης» ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Δὲν ἔχει ρομαντικὲς ὁμίχλες καὶ αἰσθηματολογίες ποὺ μ᾿ αὐτὲς θαμπώσανε τὸ κατακάθαρο κρύσταλλο τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ θολὲς διάνοιες τῶν θεολόγων τῆς Δύσης. Οἱ ἐκκλησιαστικὲς τέχνες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ὁ κρυστάλλινος καθρέπτης ποὺ καθρεφτίζει καθαρὰ καὶ ζωηρὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Σὲ τί χρειάζονται οἱ ἐπιστημονικὲς ἀναλύσεις κι οἱ ἀτελείωτες θεωρίες ἀπάνω στὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὶς κατήργησε, ἀποκαλύπτοντας τὴν ἁπλὴ καὶ καθαρὴ ἀλήθεια;

Τούτη τὴ μουσικὴ πήραμε ἀπὸ τοὺς εὐλαβεῖς πατέρας μας, μαζὶ μὲ τὴν πίστι μας ἤπιαμε ἀπὸ τὴν ἴδια φλέβα, ποὺ ἤπιανε κι ἐκεῖνοι, καθὼς καί, παλαιότερα, οἱ ἅγιοι.
Εἶσαι Ὀρθόδοξος Χριστιανός; Πιστεύεις ἀτράνταχτα στὴ θρησκεία ποὺ ἐπῆρες ἀπὸ τοὺς προγόνους σου; Ἔ, τότε θὰ τὴν ἀγαπήσεις περισσότερο ἀπὸ κάθε πράγμα, καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὴ θὰ ἀγαπήσεις κάθε τι ποὺ εἶναι δεμένο μ᾿ αὐτὴ τὴν πίστι. Θὰ τὸ ἀγαπᾶς κι ἐκεῖνο, ὅπως τὴν πίστι σου, ἀκόμα κι ἂν ὅλη ἡ οἰκουμένη σου λέει πὼς δὲν εἶναι καλό.
Ὁ ὀρθοδοξότατος λαός μας ζεῖ καὶ πεθαίνει, ξέροντας σαφέστατα τί εἶναι Ὀρθόδοξο καὶ τί «φράγκικο». Ποιός, ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν λαό, γνωρίζει τὴ δογματικὴ διαφορά μας ἀπὸ τοὺς παπιστές, τὸ Fillioque κ.τ.ἄ.; Καὶ μ᾿ ὅλα ταῦτα, ὁ λαὸς ὅλα τὰ γνωρίζει μ᾿ ἕναν τρόπο μυστικόν, γιατὶ τὴν ζεῖ τὴν Ὀρθοδοξία, «ἐν αὐτῇ ζεῖ καὶ κινεῖται καὶ ἐστίν». Εἶναι «οὐχὶ μαθῶν, ἀλλὰ παθῶν τὰ θεῖα». Κι ἀπὸ ποὺ διδάχθηκε αὐτὴ τὴ ζωντανὴ πίστη, ὥστε ἀπὸ τὰ σπλάγχνα του νὰ γεννιοῦνται Ἅγιοι; Ἀπὸ κανέναν σοφὸν θεολόγο; Ὄχι, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ λατρεία, ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὶς εἰκόνες, ἀπὸ τὴ ψαλμωδία, ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ὄψι τῶν ἱερέων μας, ἀπὸ τὸ σχῆμα τοῦ ναοῦ, ἀπὸ τὰ σκεύη, ἀπὸ κάθε τι, τέλος, ποὺ ἐκφράζει τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας, δηλ. ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σεῖς τὰ θεωρεῖτε τύποις χωρὶς μόνιμη καὶ οὐσιαστικὴ σημασία, ποὺ τὰ νομίζετε συμβατικά, ἐνῶ εἶναι αἰώνια, ἡ μόνη καὶ ἀκριβέστατη ἔκφραση τοῦ πνευματικοῦ θησαυροῦ τῆς πίστης μας.

Μ᾿ αὐτὴ τὴν Ὀρθοδοξία μέσα στὰ στήθη τους μαρτυρούσανε οἱ μάρτυρες, οἱ περισσότεροι ἀγράμματοι, ποὺ γεμίσανε μὲ τὰ μαρτύριά τους τὸ «Νέον Μαρτυρολόγιον» (ἀφήνω τοὺς ἀρχαίους). Ποιὸς μαθητής σας, ποιὸς μαθητὴς τῶν «ἁγίων» Χάρνακ, Μπάουερ, κλπ. θὰ πήγαινε νὰ τοῦ κόψουν τὸ κεφάλι οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστης, καὶ νὰ φωνάζει τὸ μόνο ποὺ ἔμαθε νὰ πιστεύει, «Χριστιανὸς γεννήθηκα, Χριστιανὸς θὰ ἀποθάνω! Χτύπα διὰ τὴν πίστιν!»;
Ἡ θεωριομανία καὶ ἡ προσκόλλησι στὸν ὀρθολογισμό, ποὺ τυφλώνει τὰ ψυχικὰ μάτια «τῶν κατοικούντων ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου», ἔχει παραμορφώσει τὴν Ἑλληνικὴ καὶ Χριστιανικὴ καρδιὰ πολλῶν, ποὺ πήγανε ζητώντας τὴν ἀνύπαρκτη «θεολογικὴ ἐπιστήμη». Τὴν ἔχει δηλητηριάσει, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουνε, οἱ δυστυχεῖς. Ἀναγνωρίσανε γιὰ δασκάλους μας λαοὺς βαρβάρους, ποὺ ὁ θεὸς ποὺ λένε πὼς λατρεύουν εἶναι «ἀραιὸν νέφος ὁμίχλης», μιὰ ἔννοια, ποὺ τὴν ἔπλασε τὸ χωματένιο μυαλό τους, καὶ ποὺ τὸν ὑμνοῦν μὲ ὑστερικὰ τραγούδια, ἢ μὲ ἄγριες πολεμόχαρες φωνές, ὅπως κάνανε οἱ ἱερεῖς τοῦ Βάαλ.

Στὴν Ἐκκλησία μας ὅλα εἶναι ἁρμονικὰ μεταξύ τους, ὅλα ἔχουν μίαν ἀπόλυτη ἑνότητα. Ὅλα ἐκφράζουν τὸ ἴδιο πράγμα. Σεῖς ὅμως πῶς μπορεῖτε νὰ βάζετε στὸ ναό, χωρὶς νὰ ἐνοχληθεῖτε, εἰκόνες ἰταλικῆς ἀναγεννήσεως ἢ καὶ χειρότερες τὶς λεγόμενες «Saint Sulpiece», τετραφωνικὴ μουσικὴ τῆς ρωμαντικῆς ἐποχῆς, σκεύη μὲ τοὺς σημερινοὺς ἐλεεινοὺς αὐτοσχεδιασμούς, πολυέλαιο καὶ καντήλια ἠλεκτρικὰ στὺλ Art nouveau ἢ ροκοκό, στασίδια κλασικοῦ ρυθμοῦ, ἄμφια μὲ κλάδες μπαρόκ, κλπ. ἐνῶ τὰ κείμενα ποὺ τραγωδιοῦνται a la Italiana, εἶναι σὲ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα, πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ ἰαμβικά, μὲ εὐκτικές, μὲ δυϊκούς, κλπ;
Μὲ ἄλλα λόγια, πῶς δὲν φρίττετε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φρικτὴ χαλδαϊκὴ ἀσυναρτησία καὶ τυμπανοκρουσία, ποὺ ἴσως χρειάζεται «μεγάλην εὐρύτητα πνεύματος», γιὰ νὰ μὴν πῶ «ἀπίστευτον ἀναισθησίαν», γιὰ νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ «κατανύγεται» ἀπ᾿ αὐτή, καὶ μάλιστα νὰ ἔχη τὸ ἀφελὲς θράσος νὰ τὴν παρουσιάζῃ σὰν ὑπόδειγμα Ὀρθοδόξου ναοῦ!

Πρὶν ἀπὸ τὸ σχίσμα, στὰ χρόνια των πρώτων Πατέρων, στὸ Μιλάνο, παραδείγματος χάριν, προσκυνοῦσαν τὶς ἴδιες εἰκόνες ποὺ προσκυνοῦσαν στὴν Καππαδοκία ἢ στὴν Αἴγυπτο, καὶ στὴν Καλαβρία, στὴν Ἱσπανία, στὴ Μάλτα, στὴ βόρειο Ἀφρική, ψέλνανε ὅπως ψέλνανε στὴν Ἀντιόχεια, στὴν Περγάμο καὶ στὴν Ἔφεσο. Ὅπως ἡ θρησκεία εἶχε οἰκουμενικὸ χαρακτήρα, κι ἡ λατρεία κι ἡ τέχνη, ἤτανε κι αὐτὴ μία, οἱ τρόποι ποὺ ἐκφραζότανε ἤτανε παντοῦ οἱ ἴδιοι.
Ἕνας Ὀρθόδοξος καὶ εὐλαβέστατος συγγραφεύς3, ὄχι Ἕλληνας, γράφει κάπου: «Τὸ νὰ μὴ νοιώθουμε πιὰ τὴν οὐσία τῆς λειτουργικῆς τέχνης προέρχεται ἀπὸ τὴ βαθειὰ πνευματικὴ παρακμή μας. Τὸ πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς μας, ἀκόμα καὶ τῶν πιστῶν, κατάντησε ὑλικὸ καὶ ἐγκόσμιο, καὶ παραμορφώθηκε μέσα τους ἡ ἰδέα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς λειτουργίας. Μποροῦμε νὰ ποῦμε πώς, γενικά, ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωή, δὲν βλέπει πιὰ κανεὶς παρὰ μοναχὰ τὴν ἠθικὴ πλευρά της…. Τὰ στοιχεῖα ποὺ συγκροτοῦν τὴ θεία λατρεία μας, ὁ λόγος, ἡ ὑμνωδία, ἡ εἰκόνα, ἡ ἀρχιτεκτονική, ὁ φωτισμός, κλπ. — δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ νοιώσουμε πὼς ὅλα συντελοῦν σ ἕνα πράγμα. Τώρα τὸ καθένα τραβᾷ τὸ δικό του δρόμο... τὸ δυστύχημα στὴν ἐποχὴ μᾶς εἶναι τὸ ὅτι τὸ προσωπικὸ γοῦστο κατάντησε παντοῦ τὸ κριτήριο μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀφοῦ χάθηκε τὸ ἀντικειμενικὸ κριτήριο».

Παραπομπές

1. Θεσσαλονίκη 1961
2. Πρωταγόρας
3. Ὁ Ρῶσος ἁγιογράφος καὶ εἰκονολόγος Λεωνίδας Οὐσπένσκυ

Πηγή ἀρχείου  nektarios.gr

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_31.html

Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου. Φώτης Κόντογλου.

 Ἡ  Κοίμησις τῆς Θεοτόκου

Φώτης Κόντογλου

 Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κα νόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». «Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κʼ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους.
 Ἄμποτε, Παναγiα μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλυτώσεις ἀπὸ τὰ βάσανα». Μὰ ποιὸς ἀπὸ μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κιʼ ἀπὸ τοὺς ἁγίους; Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σʼ ὅλους τούς δρόμους ποὺ πορεύονται oἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vά σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ».
Μὰ ἀλλοίμονο! οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νάχει; Ὅπου νʼ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γιʼ αὐτὸ κιʼ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δὸς μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίῳ». «Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε νά μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω: Πρόφτασε καὶ δῶσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κιʼ ἄθλιο δοῦλο σου».

 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1985  9 Αὐγούστου 2013

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/08/blog-post_8730.html

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Φώτης Κόντογλου. Καρδία συντετριμμένη

Καρδία συντετριμμένη
(Εὐλογημένο Καταφύγιο)
Φώτης Κόντογλου

...Χρυσὰ χέρια καὶ πολλὰ χαρίσματα μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος. Δὲν τὰ μεταχειρίσθηκα γιὰ νὰ ἀποχτήσω ὑλικὰ ἀγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενὸς εἴδους καλοπέραση. Τὰ μεταχειρίσθηκα πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας του. Ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου παράβλεψα, μὰ καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναῖκα μου, τὰ παιδιά μου καὶ τὰ ἐγγόνια μου τὰ ἀδίκησα, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου.

Κανένας ἄνθρωπος δὲν στάθηκε τόσο ἀνίκανος νὰ βοηθήσει τοὺς συγγενεῖς του, ὅσο ἐγώ. Μ᾿ ὅλο ποὺ εἶχα ἕνα ὄνομα καὶ πολλοὺς θαυμαστές, ποτὲ δὲν τὰ μεταχειρίσθηκα γιὰ ὠφέλειά μου, τόσο, ὥστε ν᾿ ἀποροῦν οἱ γνωστοί μου κι οἱ ξένοι.
Ἤμουνα προσηλωμένος στὸ ἔργο ποὺ ἔβαλα γιὰ σκοπό μου, καὶ στὸν σκληρὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Γιὰ τοῦτο τυραννιστήκαμε καὶ τυραννιόμαστε στὴ ζωή μας.

Φτωχὸς ἐγώ, φτωχὰ καὶ τὰ παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή. Μά, μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ, ὅλα γαληνεύουν. Ὅλα τὰ θλιβερὰ τὰ περνοῦμε μὲ εὐχαριστία. Ξέρω πὼς ὅσα βάσανα μᾶς ἔρχονται, μᾶς ἔρχονται γιατὶ δὲν πέσαμε νὰ προσκυνήσουμε τὸν διάβολο, νὰ καλοπεράσουμε, παρὰ ἀκολουθοῦμε Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς δείχνει «τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδόν», καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν δρόμο τὸν ἀκολουθοῦμε πρόθυμα....
Ἐχτές, παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ἤμουνα ξαπλωμένος στὸ κουβούκλι μας περασμένα τὰ μεσάνυχτα, καὶ συλλογιζόμουνα. Εἶχα δουλέψει νυχτέρι γιὰ νὰ τελειώσω μία Παναγία Γλυκοφιλοῦσα, καὶ δίπλα μου καθότανε ἡ γυναίκα μου κ᾿ ἔπλεκε. Ὅποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σὲ μεγάλη κατάνυξη, καὶ ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπὸν ἐκεῖ ποὺ ζωγράφιζα τὴν Παναγία, κ᾿ ἡ Μαρία ἔψελνε καὶ κείνη μαζί μου μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἂς εἶναι δοξασμένο τ᾿ ὄνομά του γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς οἰκονομίας του.
Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ ὅσα μοῦ ἔδωσε, καὶ πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα γιὰ τὴν ἁπλὴ τὴ Μαρία, ποὺ μοῦ τὴ δώρησε συντροφιὰ στὴ ζωή μου, ψυχὴ θρησκευτική, ἕνα δροσερὸ ποταμάκι ποὺ γλυκομουρμουρίζει μέρα-νύχτα δίπλα σ᾿ ἕνα παλιὸν καστρότοιχο.

Τὸ κρουσταλένιο νερό του δὲν θολώνει μὲ τὰ χρόνια, ἀλλὰ γίνεται κι᾿ ὁλοένα πιὸ καθαρὸ καὶ πιὸ γλυκόλαλο: «Καλότυχος ὁ ἄνδρας πού ῾χει καλὴ γυναίκα. Ἡ καλὴ γυναίκα εὐφραίνει τὸν ἄνδρα της, καὶ θὰ ζήσει εἰρηνεμένα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του. Καλὴ γυναίκα, κορῶνα στὸ κεφάλι τοῦ ἀνδρός της. Ἡ ἐμορφιὰ τῆς καλῆς γυναίκας φεγγοβολᾶ μέσα στὸ σπίτι σὰν τὸν ἥλιο ποὺ βγαίνει καὶ λάμπει ὁ κόσμος». Τέτοια γυναῖκα μοῦ χάρισε κ᾿ ἐμένα ὁ Κύριος.
Ἡ ἐμορφιὰ δὲν τὴν περηφάνεψε, ἴσια-ἴσια ἡ ταπείνωση τὴν πλήθυνε, κι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ τὴν εὐωδίασε. Ἀνάμεσα στὶς ἔμορφες ξεχώρισε, γιατὶ ἡ ἀκαταδεξιὰ δὲν θάμπωσε τὸ κρούσταλλό της, κ᾿ ἡ πονηρία δὲν λέρωσε τὸ σιντέφι τῆς ψυχῆς της. Κοντά μου κάθεται καὶ μὲ συντροφεύει, ἥμερος ἄνθρωπος. Μαρία ἡ ἁπλή! Ἐκείνη πλέκει εἴτε ράβει, κ᾿ ἐγὼ δουλεύω τὴν ἁγιασμένη τέχνη μου καὶ φιλοτεχνῶ εἰκονίσματα ποὺ τὰ προσκυνᾶ ὁ κόσμος.

Τί χάρη μᾶς ἔδωσε ὁ Παντοδύναμος, ποὺ τὴν ἔχουνε λιγοστοὶ ἄνθρωποι, «ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῶν δούλων αὐτοῦ». Τὸ καλύβι μας εἶναι φτωχὸ στὰ μάτια τοῦ κόσμου, καὶ μολοταῦτα στ᾿ ἀληθινὰ εἶναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κ᾿ ἡλιοστάλαχτος θρόνος, γιατὶ μέσα του σκήνωσε ἡ πίστη κ᾿ ἡ εὐλάβεια. Κ᾿ ἐμεῖς ποὺ καθόμαστε μέσα, εἴμαστε οἱ πιὸ φτωχοὶ ἀπὸ τοὺς φτωχούς, πλὴν μᾶς πλουτίζει μὲ τὰ πλούτη του Ἐκεῖνος, ποὺ εἶπε: «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ».
Ἀφοῦ λοιπὸν τελείωσα τὴ δουλειά μου κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ξάπλωσα στὸ μεντέρι μου, κ᾿ ἡ Μαρία ξάπλωσε καὶ κείνη κοντά μου καὶ σκεπάσθηκε καὶ τὴν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἔπιασα νὰ συλλογίζουμαι τὸν κόσμο. Συλλογίσθηκα πρῶτα τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναίκα μου καὶ τὸ παιδί μου. Γύρισα καὶ κοίταξα τὴ Μαρία ποὺ ἤτανε κουκουλωμένη καὶ δὲν φαινόταν ἂν εἶναι ἄνθρωπος ἀποκάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα. Κ᾿ εἶπα: Ποιὸς μᾶς συλλογίζεται;

Οἱ ἄνθρωποι λένε λόγια πολλά, μὰ δὲν πιστεύουνε σὲ τίποτα, γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Δαυίδ: «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης». Γύρισα καὶ κοίταξα τὸ φτωχικό μας, πού ῾ναι σὰν ξωκκλήσι, στολισμένο μὲ εἰκονίσματα καὶ μὲ ἁγιωτικὰ βιβλία, χωμένα ἀνάμεσα στ᾿ ἀρχοντόσπιτα τῆς Βαβυλωνίας, κρυμμένο, σὰν τὸν φτωχὸ ποὺ ντρέπεται μὴ τὸν δεῖ ὁ κόσμος.
Ἡ καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμμένη καὶ κείνη μέσα μου. Ἔνοιωσα πὼς ἤμουνα χωρισμένος ἀπὸ τὸν κόσμο κ᾿ οἱ λογισμοί μου πὼς ἤτανε καὶ κεῖνοι κρυμμένοι πίσω ἀπὸ τὸ καταπέτασμα ποὺ χώριζε τὸν κόσμο ἀπὸ μένα, καὶ πῶς ἄλλος ἥλιος κι ἄλλο φεγγάρι φωτίζανε τὸν δικό μας τὸν κόσμο.
Κι ἀντὶ νὰ πικραθῶ, εὐφράνθηκε ἡ ψυχή μου πὼς μ᾿ ἔχουνε ξεχασμένον, κ᾿ ἡ χαρὰ ἡ μυστική, ποὺ τὴν νοιώθουνε ὅσοι εἶναι παραπεταμένοι, ἄναψε μέσα μου ἥσυχα κι εἰρηνικά, κ᾿ ἡ παρηγοριὰ μὲ γλύκανε σὰν μπάλσαμο, ἀνακατεμένη μὲ τὸ παράπονο.
Καὶ φχαρίστησα Ἐκεῖνον, ποὺ κάνει τέτοια μυστήρια στὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ κάνει πλούσιους τοὺς φτωχούς, χαρούμενους τοὺς θλιμμένους, ποὺ δίνει μυστικὴ συντροφιὰ στοὺς ξεμοναχιασμένους, καὶ ποὺ μεθᾶ μὲ τὸ κρασὶ τῆς τράπεζάς του ὅσους βάλανε τὴν ἐλπίδα τους σὲ Κεῖνον.
Ἂν δὲν ἤμουνα φτωχὸς καὶ ξευτελισμένος, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀξιωθῶ τούτη τὴν πονεμένη χαρά, γιατὶ δὲν ξαγοράζεται μὲ τίποτα ἄλλο, παρεχτὸς μὲ τὴν συντριβὴ τῆς καρδιᾶς, κατὰ τὸν Δαυῒδ ποὺ λέγει: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με». Ἐπειδή, ὅποιος δὲν πόνεσε καὶ δὲν ταπεινώθηκε, δὲν παίρνει ἔλεος. Ἔτσι τὰ θέλησε ἡ ἀνεξιχνίαστη σοφία Του. Μὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ νοιώθουνε αὐτά, γιατὶ δὲν θέλουνε νὰ πονέσουν καὶ νὰ ταπεινωθοῦνε, ὥστε νὰ νοιώσουνε κάτι παραπέρα ἀπὸ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ κι ἀπὸ τὰ μάταια πάθη τους.

Ὁλοένα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἀνεβαίνανε τὰ δάκρυα στὰ μάτια μου, δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο καὶ δάκρυα γιὰ μένα. Δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο, γιατὶ γυρεύει νὰ βρεῖ τὴ χαρὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν βρίσκεται· καὶ δάκρυα γιὰ μένα, γιατὶ πολλὲς φορὲς δείλιασα τὴ φτώχεια καὶ τοὺς ἄλλους πειρασμούς, καὶ δικαίωσα τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ τώρα ἔνοιωσα πὼς δὲν παίρνει ὁ ἄνθρωπος μεγάλο χάρισμα, χωρὶς νὰ περάσει μεγάλον πειρασμό.
Κι ἀντρειεύτηκα κατὰ τὸ πνεῦμα, κ᾿ ἔνοιωσα πὼς δὲν φοβᾶμαι τὴ φτώχεια, παρὰ πὼς τὴν ἀγαπῶ. Καὶ κατάλαβα καλά, πὼς δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀγαπήσει ἄλλο τίποτα ἀπὸ τὸν πόνο του, γιατὶ ἀπὸ τὸν πόνο ἀναβρύζει ἡ ἀληθινὴ χαρὰ κ᾿ ἡ παρηγοριά, κ᾿ ἐκεῖ βρίσκουνται οἱ πηγὲς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ἀληθινά, ἡ φτώχεια εἶναι φοβερὸ θηρίο.

Ὅποιος τὸ νικήσει, ὅμως, καὶ φτάξει νὰ μὴν τὸ φοβᾶται, θὰ βρεῖ μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη τὴν ἀφοβιὰ τὴ δίνει ὁ Κύριος ἅμα ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Σ᾿ αὐτὸν τὸν πόλεμο ποὺ ἡ ἀντρεία λέγεται ταπείνωση, καὶ τὰ βραβεῖα εἶναι καταφρόνεση καὶ ξευτελισμός, δὲν βαστᾶνε οἱ ἀντρεῖοι τοῦ κόσμου. Ὅποιος δὲν περάσει ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς δοκιμῆς, δὲν ἔνοιωσε ἀληθινὰ τί εἶναι ἡ ζωή, καὶ γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ζωή», καὶ γιατὶ εἶπε «Μακάριοι οἱ πικραμένοι, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε». Ὅποιος δὲν ἀπελπίστηκε ἀπὸ ὅλα, δὲν τρέχει κοντὰ στὸν Θεό, γιατὶ λογαριάζει πὼς ὑπάρχουνε κι ἄλλοι προστάτες γι᾿ αὐτόν, παρεχτὸς τοῦ Θεοῦ.

Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ τὰ συλλογιζόμουνα αὐτά, ἔνοιωσα μέσα μου ἕνα θάρρος καὶ μία ἀφοβιὰ ἀκόμα πιὸ μεγάλη, κ᾿ εἰρήνη μὲ περισκέπασε, κ᾿ εἶπα τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Ἰωνᾶς μέσα ἀπὸ τὸ θεριόψαρο: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἰσήκουσέ μου»! «Ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ Ἅδη ἄκουσες τὴν κραυγή μου, ἄκουσές τη φωνή μου.
Ἄβυσσο ἄπατη μὲ ἔζωσε. Τὸ κεφάλι μου χώνεψε μέσα στὶς σκισμάδες τῶν βουνῶν, κατέβηκα στὴ γῆς, ποὺ τὴν κρατᾶνε ἀμπάρες ἀκατέλυτες. Ἂς ἀνεβεῖ ἡ ζωή μου ἀπὸ τὴ φθορὰ πρὸς ἐσένα, Κύριε ὁ Θεός μου. Τὴν ὥρα ποὺ χάνεται ἡ ζωή μου, θυμήθηκα τὸν Κύριο. Ἂς ἐρθεῖ ἡ προσευχή μου στὴν ἁγιασμένη ἐκκλησιά σου. Ὅσοι φυλάγονται μάταια καὶ ψεύτικα θὰ παρατηθοῦνε χωρὶς ἔλεος. Μὰ ἐγὼ θὰ σὲ φχαριστήσω καὶ μὲ φωνὴ αἰνέσεως θὰ σὲ δοξολογήσω».

Καὶ πάλι δόξασα τὸν Θεὸ καὶ τὸν φχαρίστησα γιατὶ μ᾿ ἔκανε ἀναίσθητο γιὰ τὶς ἡδονὲς τοῦ κόσμου, τόσο ποὺ νὰ σιχαίνουμαι ὅσα εἶναι ποθητὰ γιὰ τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ νοιώθω πὼς εἶμαι κερδισμένος, ὅποτε οἱ ἄλλοι λογαριάζουνε πῶς εἶμαι ζημιωμένος· καὶ γιατὶ πῆρα δύναμη ἀπὸ Κεῖνον νὰ καταφρονήσω τὸν σατανᾶ, ποὺ παραφυλάγει πότε θὰ λιγοψυχήσω, κ᾿ ἔρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατὶ θὰ γίνουνε ψωμιὰ αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βλέπεις».
Καὶ πάλι ξανάρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Ἔ, πῶς χαίρεται ὁ κόσμος! Ἀκοῦς τὸν ἀλαλαγμό, τὶς φωνὲς ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ παλάτια, ὅπου διασκεδάζουνε οἱ φτυχισμένοι ὑποταχτικοί μου, ἄντρες καὶ γυναῖκες; Πέσε προσκύνησέ με καὶ θὰν ἁπλώσεις μονάχα τὸ χέρι σου νὰ τὰ πάρεις ὅλα.
Ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος τιμημένος γιὰ τὴν τέχνη σου· γιατί νὰ ὑποφέρνεις, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτοὶ χαίρουνται ὅλα τὰ καλὰ καὶ τ᾿ ἀγαθά, μ᾿ ὅλο ποὺ δὲν ἔχουνε τὴ δική σου τὴν ἀξιωσύνη; Κοίταξε τὴ φτώχειά σου, κι ἂν δὲν λυπᾶσαι τὸν ἑαυτό σου, λυπήσου τὴν καϋμένη τὴ γυναίκα σου, τὸ φτωχὸ τὸ παιδί σου, ποὺ ὑποφέρνουνε ἀπὸ σένα!
Ἄλλη φορὰ τὸν ἄκουγα, μὲ ὅλο ποὺ δὲν ἔκανα ὅ,τι μοῦ ῾λεγε, μὰ τώρα τὸν ἄφησα νὰ λέγει χωρὶς νὰ τὸν ἀκούω ὁλότελα. Ἐμένα ὁ νοῦς μου ἤτανε σὲ κείνους τοὺς θλιμμένους καὶ τοὺς βασανισμένους, ποὺ δὲν ἔχουνε ἐλπίδα, καὶ σὲ κείνους ποὺ τρώγανε καὶ πίνανε κείνη τὴ νύχτα, καὶ χορεύανε μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουνε ντροπή, καὶ σὲ κείνους ποὺ μαζεύουνε πλούτη κι ἀδιαφόρετα πράγματα ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ τ᾿ ἀποχωριστοῦνε σὰν σιμώσει ὁ θάνατος, καὶ ποὺ καταγίνουνται νὰ δέσουνε τὸν ἑαυτό τους μὲ πιὸ πολλὰ σκοινιά, ἀντὶς νὰ τὰ λιγοστέψουνε.
Ἐπειδὴς οἱ δύστυχοι εἶναι φτωχοὶ ἀπὸ μέσα τους κι ἀδειανοὶ καὶ τρεμάμενοι καὶ θέλουνε νὰ ζεσταθοῦνε καὶ ρίχνουνε ἀπὸ πάνω τοὺς ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, σὰν τὸν θερμασμένο ποὺ ρίχνει ἀπάνω του παπλώματα καὶ ροῦχα, δίχως νὰ ζεσταθεῖ. Λογαριάζω πὼς οἱ σημερινοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὸ φτωχοὶ στὸ ἀπομέσα πλοῦτος, γιὰ νά ῾χουν ἀνάγκη ἀπὸ τόσα πολλὰ μάταια πράγματα.
Αὐτὰ ποὺ λένε χαρὲς καὶ ἡδονές, τὰ δοκίμασα κ᾿ ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος, καὶ πίστευα κ᾿ ἐγὼ πὼς ἤτανε στ᾿ ἀλήθεια χαρὰ κ᾿ εὐτυχία. Μὰ γλήγορα κατάλαβα πὼς ἤτανε ψευστιὲς καὶ φαντασίες ἀσύστατες, καὶ πὼς χοντραίνουνε τὴν ψυχὴ καὶ στραβώνουνε τὰ πνευματικά της μάτια καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ, καὶ γίνεται κακιὰ κι ἀλύπητη στὸν πόνο τ᾿ ἀδερφοῦ της, ἀδιάντροπη, ἀκατάδεχτη, ἄθεη, θυμώτρα, αἱμοβόρα.

Ὅσοι εἶναι σκλάβοι στὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ τους δὲν ἔχουνε ἀληθινὴ χαρά, γιατὶ δὲν ἔχουνε εἰρήνη· γιὰ τοῦτο θέλουνε νὰ βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα καὶ νὰ ζαλίζουνται, ὥστε νὰ θαρροῦνε πὼς εἶναι φτυχισμένοι. Ἡ χαρὰ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μία θέρμη τῆς διάνοιας καὶ μία ἐλπίδα τῆς καρδιᾶς ποὺ τὶς ἀξιώνουνται ὅσοι θέλουνε νὰ μὴν τοὺς ξέρουνε οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τοὺς ξέρει ὁ Θεός.
Γι᾿ αὐτό, Κύριε καὶ Θεὲ καὶ Πατέρα μου, καλότυχος ὅποιος ἔκανε σκαλούνια ἀπὸ τὴ φτώχεια, κι ἀπὸ τὰ βάσανα, κι ἀπὸ τὴν καταφρόνεση τοῦ κόσμου, γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖ σὲ Σένα.
Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔνοιωσε τὴν ἀδυναμία του ἀληθινά· ὅσο γλήγορα τὸ κατάλαβε, τόσο πιὸ γλήγορα θὰν ἀπογευτεῖ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ θρέφει κι ἀπὸ τὸ κρασὶ ποὺ δυναμώνει, ἂν ἔχει τὴν πίστη του σὲ Σένα· ἀλλιῶς θὰ γκρεμνιστεῖ στὸ βάραθρο τῆς ἀπελπισίας.
Μὲ τί λόγια νὰ φχαριστήσω τὸν Κύριό μου, ποὺ ἤμουνα χαμένος καὶ μὲ χεροκράτησε, στραβὸς καὶ μ᾿ ἔκανε νὰ βλέπω; Ἐκεῖνος ἔστρεψε τὴν λύπη μου σὲ χαρά. «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγεν ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν. Μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπ᾿ Αὐτόν»!
*
Ἀδέρφια μου, δῶστε προσοχὴ στὰ λόγια μου! Ἔτσι ποὺ βλέπετε, ἔβλεπα κ᾿ ἐγώ, καὶ θαρροῦσα πὼς ἔβλεπα· μὰ τώρα κατάλαβα πὼς ἤμουνα στραβὸς καὶ κουφὸς καὶ ποδαγρός. Μετὰ χαρᾶς δέχουμε κάθε κακοπάθηση, γιατὶ ἀλλιῶς δὲν ἀνοίγουνε τὰ μάτια στὸ ἀληθινὸ τὸ φῶς, μήτε τ᾿ αὐτιὰ ἀκοῦνε τὰ καλὰ μηνύματα, μήτε τὰ πόδια περπατᾶνε στὸ δρόμο ποὺ πάγει ἐκεῖ ὁποῦ εἶναι ἡ αἰώνια πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ ποὺ βρίσκουνε εἰρήνη κι ἀνάπαψη οἱ ἀγαπημένοι του.
Ὅποιος δὲν καταλάβει πὼς εἶναι ἀπροστάτευτος κ᾿ ἔρημος στὸν κόσμο τοῦτον, δὲν θὰ ταπεινωθεῖ: κι ὅποιος δὲν ταπεινωθεῖ, δὲν θὰ ἐλεηθεῖ. Ἡ λύπη τῆς διάνοιάς μας σιμώνει στὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ δὲν θέλω καμμιὰ καλοπέραση· καρδιὰ συντριμμένη.

Αὐτὰ κι ἄλλα πολλὰ ἀναβρύζανε ἀπὸ μέσα μου κείνη τὴ νύχτα, καὶ τὰ μάτια μου τρέχανε. Δὲν ἤξερε τί συλλογίζουμαι κανένας ἄνθρωπος, ἐκεῖ ποὺ ἤμουνα τρυπωμένος, στὸ κουβούκλι μου, οὔτε κἂν ἡ Μαρία ποὺ κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη.
Ὁ βοριὰς ἔκανε μεγάλη ταραχὴ ἀπ᾿ ὄξω, τὰ δέντρα ἀναστενάζανε, θαρροῦσες πὼς κλαίγανε καὶ πῶς παρακαλούσανε ν᾿ ἀνοίξω νὰ μποῦνε μέσα νὰ προστατευτοῦνε. Τὸ καντήλι ἔρριχνε τὸ χρυσοκέρινο φέγγος του ἀπάνου στὰ κονίσματα καὶ στ᾿ ἀσημωμένο Εὐαγγέλιο. Δόξα σοι ὁ Θεός, καλὰ ἤμαστε! Μακάριος εἶναι ὅποιος εἶναι ξεχασμένος.

Ὁ κόσμος παραπέρα γλεντᾶ, χορεύει, κάνει ἁμαρτίες μὲ τὶς γυναῖκες, παίζει χαρτιά. Ὁ δυστυχής, γιορτάζει τὸν θάνατο τοῦ κορμιοῦ του, ποὺ κάνει τόσα γιὰ νὰ τὸ φχαριστήσει.
Λὲς πὼς κερδίσανε τὴν ἀθανασία, τώρα ποὺ ἦρθε ὁ καινούριος χρόνος, ἀντὶς νὰ κλάψουνε πὼς σιμώνουνε ὁλοένα στὸ τέλος αὐτῆς τῆς πονηρῆς ζωῆς.
«Πάτερ ἅφες αὐτοίς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Τί κάνουνε; Ποῦ πᾶνε; Σὲ λίγο θὰ καταντήσουνε τὰ κόκκαλά τους σὰν λιθάρια ἄψυχα, θὰ γκρεμνιστοῦνε τὰ παλάτια τους, θὰ σβήσει καὶ ὅλη τούτη ἡ ὀχλοβοὴ κι᾿ ἡ φωτοχυσία, σὰν κάποιο πράγμα ποὺ δὲν γίνηκε ποτές. Ὦ κατάδικοι, τί ξεγελιόσαστε; «Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος;»
Ξημέρωμα 1ης Ἰανουαρίου 1950

Ἀναδημοσίευση ἀπό nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Φώτης Κόντογλου. Οἱ τρεῖς μάγοι



Οἱ τρεῖς μάγοι
Πῶς τοὺς ἐπροφήτευσε ὁ μάντης Βαλαὰμ 1300 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση
Φώτης Κόντογλου

Κατὰ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἑνωθήκανε τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια. Ὁ οὐρανὸς ἔδωσε τὸν Ἀστέρα καὶ τοὺς Ἀγγέλους ποὺ δοξολογούσανε ψέλνοντας, καὶ ἡ γῆ ἔδωσε τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς τσομπάνηδες καὶ τοὺς μάγους. Αὐτοὶ οἱ μάγοι εἶναι μυστήριο πὼς βρεθήκανε σὲ κεῖνο τὸ ἔρημο μέρος, ξεκινημένοι ἀπὸ τὴ μακρινὴ Χαλδαία. «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.»
Αὐτὰ λέγει τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. Καὶ πὼς σὰν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης πὼς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ὁ βασιλέας τῶν Ἰουδαίων, νόμισε πὼς εἶναι ἐπίγειος βασιλιὰς κι ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως τοῦ πάρει τὴν βασιλεία, σύναξε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ τοὺς ρωτοῦσε ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός.
Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε: Στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, γιατὶ ἔτσι εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ εἶπε: «Καὶ ἐσύ, Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, δὲν εἶσαι καθόλου μικρὴ ἀνάμεσα στοὺς ἡγεμόνες τοῦ Ἰούδα. Γιατὶ ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἕνας ἄρχοντας, ποὺ θὰ κυβερνήσει τὸν λαό μου τὸν Ἰσραήλ».

Καὶ παρακάτω γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τότε ὁ Ἡρώδης φώναξε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ πληροφορήθηκε ἀπὸ πότε φανερώθηκε τὸ ἄστρο, καὶ τοὺς ἔστειλε στὴ Βηθλεέμ, λέγοντάς τους: ῾Πηγαίνετε καὶ ἐξετάσετε καλὰ γιὰ τὸ παιδί, καὶ σὰν τὸ βρεῖτε, εἰδοποιῆστε με γιὰ νὰ ἔρθω κι ἐγὼ νὰ τὸ προσκυνήσω᾿. Καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἀκούσανε καὶ τραβήξανε. Καὶ νά, τὸ ἄστρο ποὺ εἴδανε στὴν Ἀνατολὴ τοὺς ὁδηγοῦσε, πηγαίνοντας μπροστά τους, ὡς ποὺ πῆγε καὶ στάθηκε ἀπάνω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἤτανε τὸ παιδί.
Καὶ σὰν εἴδανε τὸ ἄστρο, πήρανε πολὺ μεγάλη χαρά, καὶ πηγαίνοντας στὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε, εἴδανε τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του τὴ Μαρία, καὶ πέσανε καὶ τὸ προσκυνήσανε, κι ἀνοίξανε τὰ θησαυροφυλάκια τους καὶ τοῦ προσφέρανε γιὰ δῶρα, χρυσάφι καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Κι ἐπειδὴ εἴδανε κάποιο σημεῖο στὸ ὄνειρό τους νὰ μὴν ξαναγυρίσουνε στὸν Ἡρώδη, ἀπὸ ἄλλον δρόμο μισέψανε στὴ χώρα τους».
Ποιοί, λοιπόν, ἤτανε τοῦτοι οἱ Μάγοι κι ἀπὸ ποῦ κινήσανε, καὶ γιατί καταλάβανε τί λογῆς ἄστρο ἤτανε ἐκεῖνο, καὶ πῶς γνωρίζανε πῶς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ δὲν τὸ ἤξερε μήτε ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας; Αὐτὴ ἡ παράξενη ἱστορία ἀρχίζει ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά, χίλια τρακόσια χρόνια, ἀπάνω-κάτω, πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιες ἱστορίες ποὺ βαστᾶνε χίλια χρόνια ὡς νὰ φανεῖ τὸ τέλος τους, μονάχα στὴν Ἀνατολὴ γίνουνται.
Σὲ ἐκεῖνον τὸν παμπάλαιο καιρό, ζοῦσε στὴ Φαθουρὰ τῆς Μεσοποταμίας ἕνας Βαλαάμ, γιὸς κάποιου Βεώρ, μάγος φημισμένος. Οἱ Ἑβραῖοι, φεύγοντας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, μὲ τὸν Μωυσῆ ἀρχηγό τους, εἴχανε φτάξει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ βάσανα, στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ πολεμούσανε μὲ τὶς διάφορες φυλὲς ποὺ τοὺς φράζανε τὸ δρόμο.
Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυλὲς ἤτανε καὶ οἱ Μωαβίτες, ποὺ κατοικούσανε στὰ ἀνατολικὰ τῆς Νεκρῆς Θάλασσας, ἄνθρωποι πολεμικοὶ ἀφοῦ λέγανε πὼς βαστούσανε ἀπὸ τοὺς γείτονες Ὀμμίν.
Αὐτοί, λοιπόν, εἴχανε τότες βασιλέα τὸν Βαλάκ. Βλέποντας ὁ Βαλὰκ πὼς οἱ Ἰσραηλίτες νικήσανε τοὺς Ἀμορραίους καὶ τὸν Ὤρ, τὸν βασιλέα τοῦ Βασάν, φοβήθηκε πὼς δὲν θὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους, κι ἔστειλε κάποιους ἄρχοντες στὸν Βαλαάμ, νὰ τοῦ ποῦνε πὼς οἱ Ἰσραηλίτες φτάξανε στὰ σύνορά του καὶ πὼς εἶναι πολὺς στρατός, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουνε νὰ πάγει νὰ τοὺς καταραστεῖ, ὥστε νὰ νικηθοῦνε.
Ἐπειδὴ πίστευε ὁ Βαλὰκ πὼς ὅποιον θὰ βλογοῦσε ὁ Βαλαάμ, θὰ νικοῦσε, κι ὅποιον καταριότανε θὰ νικιότανε. Οἱ ἀποστελλάμενοι φτάξανε τὸ βράδυ στὸ χωριὸ τοῦ Βαλαὰμ καὶ τοῦ εἴπανε γιατί τοὺς ἔστειλε ὁ Βασιλιάς τους. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε νὰ καταλύσουνε τὴ νύχτα στὸ χωριό, καὶ πὼς τὴν ἄλλη μέρα θὰ τοὺς πεῖ ὅτι τοῦ λαλήσει ὁ Θεός. Καὶ τὸ πρωί, σὰν σηκωθήκανε, τοὺς εἶπε ὁ Βαλαὰμ πὼς ὁ Θεὸς τὸν πρόσταξε νὰ μὴν πάγει νὰ καταραστεῖ τοὺς Ἰσραηλίτες, γιατὶ εἶναι βλογημένοι.
Κι οἱ Μωαβίτες φύγανε, καὶ γυρίσανε στὸν τόπο τους καὶ εἴπανε στὸν βασιλιὰ ὅτι τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Βαλαάμ. Τότες ὁ Βαλὰκ τοὺς ξανάστειλε στὸν μάγο, παρακαλώντας τὸν νὰ πάγει, καὶ τάζοντάς του μεγάλες τιμὲς καὶ πολλὰ πλούτη. Μὰ ὁ Βαλαὰμ ἀποκρίθηκε πὼς δὲν θὰ πάγει, κι ἂν τοῦ δώσει ὁ βασιλιὰς ἀκόμα καὶ τὸ παλάτι του γεμάτο χρυσάφι, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ παρακούσει στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Πλὴν φανερώθηκε ὁ Θεὸς τὴ νύχτα στὸν Βαλαάμ, καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάγει στὸν Βαλάκ, μὰ νὰ κάνει ὅτι θὰ τοῦ πεῖ αὐτός. Τὸ πρωί, λοιπόν, καβαλίκεψε τὴ γαϊδάρα του, καὶ τράβηξε, μαζὶ μὲ τοὺς Μωαβίτες καὶ μὲ τοὺς δυὸ γιούς του. Ἀλλά, ἐκεῖ ποὺ περπατούσανε, ἡ γαϊδάρα ξεστράτισε ἀπὸ τὸν δρόμο, κι ὁ Βαλαὰμ τὴν ἔδερνε μὲ τὸ ραβδὶ ποὺ βαστοῦσε, ὡς ποὺ φτάξανε σὲ ἕνα μέρος ποὺ περνοῦσε ὁ δρόμος ἀνάμεσα στ᾿ ἀμπέλια, μεταξὺ σὲ δύο ξεροτρόχαλους (ξερολιθιές), κι ἐκεῖ ἡ γαϊδάρα κόλλησε ἀπάνω στὸν τοῖχο καὶ ζούληξε τὸ ποδάρι τοῦ Βαλαάμ, κι ἐκεῖνος ἔπιασε καὶ τὴ χτυποῦσε μὲ τὸ ραβδί.
Μὰ ἡ γαϊδάρα δὲν σάλευε ἀπὸ τὸν τόπο της, ἀλλὰ κώλωνε καὶ πίσω, κι ὁ γέρος τὴν ἔδερνε θυμωμένος. Τότες, ἄνοιξε ἡ γαϊδάρα τὸ στόμα της καὶ μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ εἶπε στὸν Βαλαάμ: «Τί ἔκανα καὶ μὲ δέρνεις;» Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Μὲ περιπαίζεις ἄτιμο ζωντόβολο!
Ἂν εἶχα μαχαίρι, θὰ σὲ ἔσφαζα». Κι εἶπε ἡ γαϊδάρα: «Μὲ καβαλικεύεις ἀπὸ τὰ νιάτα σου, καὶ δὲν σὲ στεναχώρησα ὡς τὰ σήμερα. Λοιπὸν δὲν φταίγω ἐγώ, ποὺ δὲν πηγαίνω μπροστά». Καὶ τότες ξεσκέπασε ὁ Θεὸς τὰ μάτια τοῦ Βαλαάμ, κι εἶδε ἕναν Ἄγγελο μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι, ποὺ μπόδιζε τὴ γαϊδάρα νὰ περπατήξει.
Κι ὁ Βαλαὰμ ἔσκυψε καὶ τὸν προσκύνησε. Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Ἄγγελος: «Μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ μποδίσω. Τώρα πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Μὰ ἐγὼ θὰ σοῦ πῶ τί λόγο θὰ λαλήσεις».
Φτάνοντας λοιπὸν στὴ χώρα τοῦ Μωάβ, τὸν ὑποδέχτηκε μὲ τιμὴ ὁ Βαλάκ, κι ἀνεβήκανε μαζὶ σὲ ἕνα βουνὸ Φαγιώρ. Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Ὅτι μοῦ πεῖ ὁ Κύριος, αὐτὸ θὰ κάνω». Καὶ σὰν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸ στράτευμα τῶν Ἑβραίων, ἄκουσε φωνὴ Κυρίου ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Εὐλογημένος εἶναι ὁ λαός μου ὁ Ἰσραήλ. Ἀπὸ τὸ σπέρμα του θὰ βγεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ βασιλέψει ἀπάνω σὲ πολλὰ ἔθνη. Ὅποιος τὸν βλογήσει, θὰ εἶναι βλογημένος κι ὅποιος τὸν καταραστεῖ, θὰ εἶναι καταραμένος». Καὶ βλόγησε, λοιπόν, ὁ Βαλαὰμ τοὺς Ἰσραηλίτες. Κι ὁ Βαλὰκ θύμωσε, μὰ ὁ Βαλαὰμ τοῦ εἶπε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ μὴν κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ».
Ὅπως βλέπει κανένας, ὁ Βαλαὰμ εἶναι ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, ποὺ προφήτεψε πὼς ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ γένος τῶν Ἑβραίων, κατὰ τὰ λόγια του Θεοῦ ποὺ τοῦ εἶπε πὼς ἀπὸ αὐτὸ τὸ γένος θὰ γεννηθεῖ ἕνας ἄρχοντας ποὺ θὰ βασιλέψει πάνω στὰ ἔθνη.
Ἡ προφητεία του μοιάζει μὲ τὴν προφητεία ποὺ εἶπε γιὰ τὸν Χριστὸ ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, γιατὶ παρομοίασε, καὶ κεῖνος, τὸν Χριστὸ μὲ λιοντάρι, λέγοντας: «Ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἐγείρει αὐτόν;» Κ᾿ ἡ προφητεία τοῦ Βαλαὰμ λέγει:«Κατακλιθεὶς ἀνεπαύσατο ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἀναστήσει αὐτόν;» (Ἀριθ. κγ´ 9).
Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ μάντις Βαλαάμ, ὁ προπάτορας τῶν μάγων ποὺ πήγανε ἀπὸ τὴ Χαλδαία νὰ προσκυνήσουνε τὸν Χριστὸ στὸ σπήλαιο ποὺ γεννήθηκε.
Ὁ Βαλαὰμ εἶπε στοὺς μαθητάδες του πὼς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα ὁ μέγας Βασιλιάς, καὶ τοὺς προανάγγειλε νὰ κοιτάξουνε τὸν οὐρανὸ ὡς νὰ δοῦνε ἕνα καινούργιο ἄστρο, κι ἅμα τὸ δοῦνε, νὰ τρέξουνε νὰ τὸ ἀκολουθήσουνε, καὶ κεῖνο θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν τόπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός.
Αὐτὸν τὸν λόγο τὸν φυλάξανε οἱ μαθητάδες τοῦ Βαλαὰμ καὶ τὸν μεταδώσανε στοὺς μαθητάδες τους, καὶ περιμένανε χίλια τρακόσια χρόνια, ὡς ποὺ νὰ δοῦνε ἐκεῖνον τὸν ἐξαίσιον Ἀστέρα. Καὶ δὲν ἐβγῆκε ψεύτικη ἡ προφητεία τοῦ γέρο Βαλαάμ, ἀλλὰ ἀληθινή, καὶ σὰν εἴδανε τὸ παράξενο ἄστρο, σκιρτήσανε ἀπὸ χαρά, καὶ τρέξανε νὰ προσκυνήσουνε τὸν Κύριο, ποὺ δὲν βαρεθήκανε νὰ τὸν περιμένουν χίλια τρακόσια χρόνια, νύχτα μὲ νύχτα.
Ὤ! Πόση ὑπομονὴ ἔχει ἡ πίστη! Ἀνάμεσα στὰ εὐωδιασμένα ἄνθη τῆς ὑμνωδίας, μὲ τὰ ὁποῖα στολίζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καὶ τοῦτο τὸ ὡραῖο τροπάρι ποὺ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Βαλαάμ: «Τοῦ Μάντεως πάλαι Βαλαάμ, τῶν λόγων μυητᾶς σοφούς, ἀστεροσκόπους χαρᾶς ἔπλησας, ἀστὴρ ἐκ τοῦ Ἰακώβ, ἀνατείλας Δέσποτα, Ἐθνῶν ἀπαρχὴν εἰσαγομένους· ἐδέξω δὲ προφανῶς, δῶρά σοι δεκτὰ προσκομίζοντας».

nektarios.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_6827.html

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Ἀκατάλυτη ἑλληνική φύτρα! Ὁ Φ.Κόντογλου γιά τήν Ἑλλάδα μας !

Ἀκατάλυτη ἑλληνική φύτρα!

Ποτές δέ θά ξεραθεῖς, ποτές δέ θά πεθάνεις!
Ἀπό τό γέρικο καί τιμιώτατο κορμί σου πετιοῦνται ὁλοένα καινούργια βλαστάρια, ποῦ γεύοντάς τα καί τ' ἀγρίμια ἡμερεύουνε!  Σέ κάθε καινούργια γέννα σου χαίρεται ὁ κόσμος,  μά οἱ ὀχτροί σου τά κράζουνε στερνοπαίδια, ώσπου δέν ἀργεῖς νά φέρεις ἄλλον δράκο στόν κόσμο, κι ἀποσβολώνουνται!

Ἄς παρατήσουνε πιά τούς παλαιούς Ἕλληνες, κι ἄς ἀκούσουνε τόν καινούργιο Πίνδαρο, ποῦ κράζει ἀπό τήν Κύπρο:
Ἡ Ρωμιοσύνη εἶν' φυλή συνόκαιρη τοῦ κόσμου. Κανένας δέν εὑρέθηκε γιά νά τήν ἐξαλείψει, κανένας, γιατί σκέπει τήν  'πό τά ὕψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ρωμιοσύνη θά χαθεῖ ὄντας ὁ κόσμος λείψει.

(Μέγα  Γεροντικό –Μοναχοῦ Μωϋσέως  Ἁγιορείτου - ἐκδ. Μυγδονία)
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/10/blog-post_2536.html