Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Γεράσιμος ὁ κατά Χριστόν σαλός. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

 Γεράσιμος ὁ κατά Χριστόν σαλός
 Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Γεράσιμος ὁ κατά Χριστός σαλός ἔζησε στήν Ρουμανία, ἔξω ἀπό τήν μονή Νεάμτσου, στήν σκήτη (μονύδριον) Βοβιντένια. Ἔμενε σέ μία μισογκρεμισμένη καλύβα. Εἶχε πάντα τήν πόρτα κλειδωμένη καί ἔμπαινε κι ἔβγαινε ἀπό τό σπασμένο τζάμι τοῦ παραθύρου.
Δέν ἦταν σοβατισμένο τό καλύβι του. Ἄναβε φωτιά στό μέσον τοῦ χωμάτινου δαπέδου, ἐνῶ τό καλοκαίρι ἔβγαζε τά ροῦχα του καί ἄφηνε νά τόν τσιμποῦν τά κουνούπια τοῦ δάσους, τά ὁποῖα ἦταν καί πολύ μεγάλα. Τό πρωΐ ἔμπαινε ἀπό τό τζάμι στό καλύβι του καί ἐδιάβαζε τό ψαλτήριο. Ὁ κόσμος τόν εἶχε ὀνομάσει: «Ὁ Γεράσιμος ὁ διά Χριστόν σαλός, πού ζῆ στήν ἄκρη τοῦ δάσους».
Περπατοῦσε μέ ἀσκέπαστο τό κεφάλι του, ξυπόλυτος καί μόνο μέ ἕνα χοντρό ζωστικό, γεμᾶτο ἀπό τρύπες.
Τό μεσημέρι ἔπαιρνε ἕνα καλάθι ξύλα, πηδοῦσε από τό παράθυρο καί ἐρχόταν κάτω στό μοναστήρι. Ὅταν ἐπλησίαζε, ἄρχιζε νά λέγη διάφορα ἀκατανόητα λόγια: «στό ἀρχονταρίκι, στήν ἀποθήκη, στό τυροκομεῖο μέ τά καρύδια, τά λουλούδια, τά κοκκόρια....».
Ἐρχόταν μέ τόν κάδο τοῦ τυριοῦ στό χέρι μέσα στό μαγειρεῖο καί ἤθελε νά τοῦ βάλουν ἐκεῖ μέσα φαγητό γιά νά φάη. Καί ἤθελε νά τοῦ βάζουν ὅλα ἐκεῖ μέσα: ζυμάρι ἀπό καλαμποκάλευρο (μπαζίνα), ψωμί, σοῦπα, ἐλιές... Ὅταν ἔφευγε, τούς ἔλεγε καί πάλι διάφορα ἀκατανόητα λόγια καί οἱ ἄλλοι μοναχοί γελοῦσαν μαζί του.
Μία φορά εἶχε ἔλθει μία ἀντιπροσωπεία ἀρχιερέων ἀπό τήν Ἐλλάδα. Τό μοναστήρι Νεάμτσου εἶναι τό μεγαλύτερο στήν Ρουμανία καί κάθε ἀντιπροσωπεία περνᾶ πρῶτα ἀπ᾿ αὐτή τήν Μονή. Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τότε ἦτο ὁ π. Μακάριος. Ὁ Γεράσιμος ἦλθε μέ τόν κάδο πού στραγγίζουν τό τυρί καί χωρίς νά ἔχη κάποια διακονία, ἄρχισε νά τούς λέγη διάφορα ἀσυνάρτητα λόγια.
-Τί ἔχει αὐτός ὁ μοναχός, εἶναι ἄρρωστος; Ἐρώτησαν οἱ ξένοι.
-Ναί, ἔχει κάποια βλάβη στό μυαλό του.
Καί ἕνας ἀπό τούς Πατέρες τοῦ εἶπε:
-Σιώπα ἐπί τέλους, πάτερ, ν᾿ ἀκούσω τούς μητροπολίτες πού εἶναι ξένοι καί ἦλθαν σήμερα κοντά μας νά μᾶς τιμήσουν μέ τήν παρουσία τους.
Τότε σταμάτησε καί ἐπέστρεψε στό κελλί του ἐπαναλαμβάνοντας τά λόγια: Ἰδού σιωπῶ, ἰδού σιωπῶ! Ἰδού σιωπῶ, ἰδού σιωπῶ!
Ἔζησε περίπου 90 χρόνια. Ὅλοι τόν ἤξεραν «Γεράσιμος ὁ σαλός». Τήν νύκτα ἀναχωροῦσε γιά τό δάσος γυμνός γιά νά τόν τσιμπᾶνε τά κουνούπια καί οἱ σκνίπες, χωρίς νά κοιμᾶται καί τό πρωΐ ἐπέστρεφε μπαίνοντας ἀπό τό παράθυρο μέσα, ὅπου καί κοιμόταν λίγο καί μετά προσευχόταν.
Ὅταν ἀπέθανε, τόν εὑρῆκαν οἱ πατέρες μ᾿ ἕνα σταυρό στό χέρι καί μέ ἕνα χαρτί στό χέρι. Κι αὐτό τό χαρτί  ἔγραφε: «Συγχωρέστε με, ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί, γιά τά σκάνδαλα τά ὁποῖα σᾶς προξενοῦσα. Μή παύετε νά προσεύχεσθε γιά μένα, τόν ἁμαρτωλό, διότι δέν ἠμπόρεσα νά εὐαρεστήσω τόν Χριστό καί τούς ἀνθρώπους ἐσκανδάλισα. Γεράσιμος ὁ ἁμαρτωλός».
Αὐτός ἦταν ὁ ὅσιος Γεράσιμος ὁ διά Χριστόν σαλός. Ἀλλά πόσοι ἅγιοι ἦταν διά Χριστόν σαλοί; Δέν βλέπετε στούς Βίους τῶν Ἁγίων; Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ ἅγιος Συμεών...Αὐτοί ἐμφανίζοντο σάν τρελλοί γιά νά τούς περιγελᾶ καί κατακρίνει ὁ κόσμος. Μέ τόν τρόπο αὐτόν κατετρόπωσαν τήν ὑπερηφάνεια καί ἀπέκτησαν  τήν ταπείνωσι, τήν ὁποίαν ἀγάπησε ὁ Χριστός.
Καί ὅταν ἔθαψαν τόν π. Γεράσιμο, ἀκοῦστε τί μέγα θαῦμα ἔγινε. Ὁ τάφος του μέ ὅλους πού ἦταν ἐκεῖ γύρω ἔτρεμε ἐπί τρεῖς φορές. Αὐτό ἔγινε μόνο ἐκεῖ στόν τάφο του καί ὄχι πιό μακριά. Μετά ἀπό 20 χρόνια, ὅταν ἔβγαλαν τά ὀστᾶ του ἦταν κίτρινα σάν τό κερί.
Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι πολλοί μοναχοί ἁγίασαν στά μοναστήρια τους διά μέσου τῶν αἰώνων. Στήν μονή Νεάμτσου ἁγίασε καί ὁ ὅσιος ἡγούμενος Παΐσιος Βελιτσικόβσκυ, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη τό 1770 καί εἶχε πάνω ἀπό 1000 ὑποτακτικούς του μοναχούς ἀπό διάφορα ἔθνη, ρουμάνους, ἕλληνες, ρώσσους, βουλγάρους κλπ.

   Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998

15 Νοεμβρίου 2013

Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα


 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_3224.html

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Τελώνης. (Μέρος Γ'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

 Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Τελώνης. (Μέρος Γ')
 Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἔτσι, παίρνοντας τά χρήματα αὐτά ὁ δοῦλος, ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολι, χωρίς νά εἰπῆ τίποτε σέ κανέναν γιά ὅ,τι εἶχε γίνει καί τά χρήματα τά ἐμοίρασε στούς πτωχούς, κατά τήν ἐντολή τοῦ ἀφεντικοῦ του Πέτρου.
Ἀπό τότε ὁ Πέτρος ὑπηρετοῦσε τόν Ζώϊλο δουλεύντας σκληρά, παρότι δέν ἦταν συνηθισμένος ἀπό παλαιότερα. Ἄλλοτε ἐζύμωνε κι ἔκανε ψωμί στόν φοῦρνο, ἄλλοτε ἐκαθάριζε τό ἀποχωρητήριο τοῦ σπιτοῦ τοῦ Ζώϊλου καί ἄλλοτε έδούλευε στόν κῆπο, σκάβοντας τήν γῆ. Καί μέ ἄλλες ἀκόμη ταλαιπωρίες καί ἀσκήσεις ἐβασάνιζε τό σῶμα του καί ἀπέκτησε μεγάλη ταπείνωσι.
Ἔτσι, βλέποντας ὁ Ζώϊλος ὅτι τό σπίτι του εὐλογήθηκε μέ τά ἔργα τοῦ δούλου του, διότι ἦλθε πολύς πλοῦτος στό σπίτι, ἀγάπησε τόν Πέτρο καί αἰσθανόταν ἐντροπή γιά τήν μεγάλη ταπείνωσι τοῦ δούλου του. Κάποια ἡμέρα τοῦ εἶπε:
-Ἀδελφέ Πέτρε, θέλω νά σέ ἐλευθερώσω ἀπό σήμερα κιόλας καί ἀπ᾿ ἐδῶ καί ἐμπρός θά σέ ἔχω σάν ἀδελφό μου!
Ἀλλά αὐτός δέν ἤθελε νά ἐλευθερωθῆ, ἀλλά νά παραμείνη δοῦλος του.
Καί τόν ἔβλεπε κανείς νά τόν περιγελοῦν οἱ ἄλλοι δοῦλοι, ἄλλοι νά τόν κτυποῦν  καί νά τό  στενοχωροῦν μέ διάφορους τρόπους. Αὐτός ὅμως ὑπέμενε τά πάντα μέ σιωπή. Μία νύκτα ὁ Πέτρος εἶδε στό ὄνειρό του μέ τήν μορφή τοῦ
ἡλίου τόν Σωτῆρα Χριστόν, ὁ Ὁποῖος κρατοῦσε 30 χρυσᾶ ἀργύρια στά χέρια του καί τοῦ εἶπε:
-Μή στενοχωριέσαι, Πέτρε, διότι Ἐγώ δέχθηκα τήν θυσία σου. Ἀγωνίσου ἀκόμη μέχρι τότε πού θέλω Ἐγώ!
Μετά ἀπό μερικά χρόνια μερικοί ἀργυροχόοι ἦλθαν ἀπό τήν Ἀφρική στήν Ἱερουσαλήμ γιά νά προσκυνήσουν τούς Ἁγίους Τόπους. Αὐτούς ἐκάλεσε ὁ Ζώϊλος, τό ἀφεντικό τοῦ Πέτρου, γιά νά τούς φιλοξενήση.
Καί ἐνῶ ἐφιλοξενοῦντο στό σπίτι του, ἄρχισαν νά κυττάζουν τόν Πέτρο καί ἔλεγαν μεταξύ τους:
-Πόσο ὁμοιάζει αὐτός ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Πέτρο τόν Τελώνη!
Ὁ Πέτρος τούς ἄκουσε καί κρύφθηκε γιά νά μή τόν γνωρίσουν.
Αὐτοί ὅμως τόν ἀνεγνώρισαν καί ἄρχισαν νά συζητοῦν μέ τόν Ζώϊλο:
-Κύριε Ζώϊλε, ἔχουμε νά εἰποῦμε κάτι μόνο σέ σένα: Νά ξέρης ὅτι μεγάλος ἄνθρωπος σέ ὑπηρετεῖ στό σπίτι σου, διότι ἀλήθεια αὐτός εἶναι ὁ Πέτρος, ὁ ὁποῖος κάποτε εἶχε μεγάλη δύναμι στήν Ἀφρική καί πολλούς δούλους. Μετά ἀπελευθέρωσε ὅλους τούς δούλους του κι αὐτός ἐξαφανίσθηκε. Θά ἤθελα νά τόν πάρω καί νά τό πάω πίσω, διότι στενοχωρήθηκε πολύ ὁ ἔπαρχος τῆς πόλεώς μας, διότι τοῦ ἦταν πολύ ἀπαραίτητος καί μέχρι τώρα δέν ἤξερε κανείς ποῦ εὑρίσκεται.
Ἐκείνη τήν στιγμή ὁ Πέτρος  στεκόταν ἔξω καί ἄκουγε αὐτά τά λόγια τους. Ἀφήνοντας κάτω τό βάζο τό ὁποῖον μετέφερε σ᾿ αὐτούς, ἔτρεξε πρός τήν πόρτα τῆς αὐλῆς μέ σκοπό νά φύγη.
Ἀλλά ὁ πορτάρης ἦταν μουγγός καί κωφός ἀπό τήν γέννησί του καί μόνο μέ νεύματα ἄνοιγε καί ἔκλεινε τήν πόρτα. Ἐπειδή βιαζόταν νά φύγη ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Πέτρος, εἶπε στόν μουγγό:
-Βιάζομαι στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄνοιξε τήν πόρτα νά φύγω.
Καί ἀμέσως μέ τόν λόγο αὐτόν τοῦ Πέτρου, ὁ μουγγός θαυματουργικά θεραπεύθηκε.
Ὡμίλησε, λοιπόν, ὁ μουγγός καί τοῦ εἶπε:
-Ναί, δέσποτα, θ᾿ ἀνοίξω γρήγορα.
Ἀμέσως ἄνοιξε τήν πόρτα καί ὁ Πέτρος ἐξῆλθε. Μετά ἐπῆγε ὁ πρώην μουγγός στό ἀφεντικό του καί ὡμιλοῦσε ἐνώπιον ὅλων. Ὅλοι τους ἐθαύμαζαν πού τόν ἔβλεπαν νά ὁμιλῆ καί νά ἀκούη. Μετά, ἀφοῦ σηκώθηκε, ἀνεζήτησε τόν Πέτρο, ἀλλά δέν τόν εὑρῆκε. Καί ὁ πρώην μουγγός τούς εἶπε:
-Βλέπετε ποιός εἶναι ὁ μεγάλος δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπε: «Στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σοῦ ζητῶ, ἄνοιξέ μου τήν πόρτα». Καί ἀμέσως εἶδα ὅτι ἀπό τό στόμα μου ἐξῆλθε μία φλόγα σάν φωτιά καί ἄρχισα νά ὁμιλῶ.
Μετά ἀπ᾿ αὐτό τό θαῦμα, σηκώθηκαν ὅλοι τους καί ἔτρεξαν νά τόν συναντήσουν καί νά τόν φέρουν πίσω, ἀλλά δέν τόν εὑρῆκαν. Τότε ὅλοι, ὅσοι ἔμεναν στό σπίτι τοῦ Ζώϊλου, ἦσαν στενοχωρημένοι γιά πολύ καιρό καί ἔλεγαν: «Πῶς δέν ἠξέραμε ἐμεῖς ἀπό πολύ ἐνωρίτερα ὅτι αὐτός ἦταν μεγάλος δοῦλος τοῦ Θεοῦ;» Καί ἐδόξασαν τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος ἔχει πολλούς κρυφούς ἐκλεκτούς Του ἐπάνω στήν γῆ.
Ἀποφεύγοντας ὁ Πέτρος τήν δόξα τοῦ κόσμου, ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολι, ὅπου ἔζησε μέ πολλή ταπείνωσι μέχρι τήν κοίμησί του πρός Κύριον, στόν Ὁποῖον ἀνήκει κάθε δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

   Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998


12 Νοεμβρίου 2013

Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_8446.html

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Τελώνης. (Μέρος Β'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

 Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Τελώνης. (Μέρος Β')
  Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἔτσι πληγωμένος ψυχικά καί λυπημένος ἔπεσε νά κοιμηθῆ λίγο καί ἰδού, εἶδε κάποιον ὡραῖον στήν ὄψι καί λαμπρότερον ἀπό τόν ἥλιον, πού εἶχε σταυρό στό κεφάλι του καί φοροῦσε τό ροῦχο πού εἶχε δώσει χθές στόν καπετάνιο τόν πτωχό. Τόν ἐρώτησε τόν Πέτρο ἐκεῖνος ὁ φωτόμορφος νέος:
-Γιατί κλαῖς καί στενάζεις, ἀδελφέ;
Κι αὐτός τοῦ ἀπήντησε:
-Πῶς νά μή κλαίω, Δέσποτά μου, διότι αὐτά πού δίνω στούς πτωχούς, πού Ἐσύ μοῦ τά δίνεις, αὐτοί πηγαίνουν καί τά πωλοῦν στήν ἀγορά.
Τότε τοῦ εἶπε Αὐτός πού τοῦ εἶχε ἐμφανισθῆ καί ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός:
-Ἄραγε γνωρίζεις τό ροῦχο, τό ὁποῖον Ἐγώ φορῶ τώρα;
Καί ὁ τελώνης τοῦ ἀπήντησε:
-Ναί, Δέσποτα, τό γνωρίζω ὅτι ἦταν τό δικό μου, μέ τό ὁποῖο ἐνέδυσα τόν γυμνόν καραβοκύρη.
-Τότε τοῦ εἶπε ὁ Χριστός:
-Μή λυπῆσαι, διότι ἀπό τήν ὥρα πού τό ἔδωσες στόν πτωχό, Ἐγώ τό ἐπῆρα καί τό φορῶ, καθώς τώρα μέ βλέπεις. Ὁπότε νά δοξάζης Ἐμένα γι᾿ αὐτή τήν καλή ἀλλαγή, διότι ἐνέδυσες Ἐμένα, τόν παγωμένο ἀπό τό κρῦο.
Ἀφοῦ συνῆλθε ἀπό τόν ὕπνο του ὁ τελώνης, ἐθαύμασε καί πάλι καί ἄρχισε νά μακαρίζη τούς πτωχούς, λέγοντας πρός τόν ἑαυτό του: «Ἐάν οἱ πτωχοί εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Θεός εἶναι ζωντανός, βάζω τώρα αὐτή τήν ἐντολή στόν ἑαυτό μου: «Νά μή πεθάνω μέχρι νά γίνω κι ἐγώ ἕνας σάν κι αὐτούς τούς πτωχούς».
Ὁπότε ἀμέσως ἐμοίρασε ὅλη τήν περιουσία του στούς πτωχούς καί ἐλευθέρωσε τούς δούλους του. Καλῶντας ἕνα δοῦλο, τοῦ εἶπε:
-Ἔχω νά σοῦ εἰπῶ ἕνα μυστικό, τό ὁποῖον νά τό φυλάξης, διότι, ἐάν δέν μοῦ ὑπακούσης καί δέν φυλάξης τήν ἐντολή μου, νά ξέρης ὅτι θά σέ πωλήσω στούς εἰδωλολάτρες.
Καί ὁ δοῦλος τοῦ εἶπε:
-Ὅλα, ὅσα μέ διατάξεις, Δέσποτα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νά τά κάμω.
Καί ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε:
-Ἄς πᾶμε στήν ἁγία πόλι Ἱερουσαλήμ νά προσκυνήσουμε τόν Ζωηφόρο Τάφο τοῦ Χριστοῦ μας καί ἐκεῖ νά μέ πωλήσης ἐμένα σέ κάποιον ἀνάμεσα στούς χριστιανούς καί τήν ἀξία μου σέ χρήματα νά τά μοιράσης στούς πτωχούς καί σύ μετά ἀπ᾿ αὐτό τό ἔργο θά εἶσαι γιά πάντα ἐλεύθερος.
Ἐξεπλάγη ὁ δοῦλος ἀπ᾿ αὐτή τήν ἀλλόκοτη ἀπόφασι τοῦ ἀφεντικοῦ του καί δέν ἤθελε νά τόν ὑπακούση. Καί τοῦ εἶπε:
-Εἶμαι ὑποχρεωμένος νά πάω μαζί σου στήν Ἁγία Πόλι σάν ἕνας δοῦλος σου, ἀλλά γιά νά σέ πωλήσω, ἐσένα τόν άφέντη μου, δέν γίνεται. Δέν μπορῶ νά κάνω ποτέ αὐτό τό ἔργο.
Καί ὁ Πέτρος τοῦ εἶπε:
-Ἐάν ἐσύ δέν μέ πωλήσης, νά ξέρης ὅτι θά σέ πωλήσω ἐγώ ἐσένα στούς εἰδωλολάτρες, καθώς καί προηγουμένως σοῦ εἶπα.
Ἔφθασαν στήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ἀφοῦ ἐπροσκύνησαν τόν Πανάγιο Τάφο καί ὅλους τούς Ἁγίους Τόπους, εἶπε ὁ Πέτρος πρός τόν δοῦλο του:
-Πώλησέ με τώρα ἐμένα, γιά νά μή σέ πωλήσω ἐγώ στούς βαρβάρους καί μείνης στά χέρια τους αἰχμάλωτος μέχρι θανάτου σου.
Ὁπότε, βλέποντας ὁ δοῦλος τήν ἀμετακίνητη ἀπόφασι τοῦ κυρίου του, τοῦ ἔκανε ὑπακοή. Καί ἄλλαξαν μεταξύ τους τά ροῦχα τους. Ὁ Πέτρος ἐφόρεσε τοῦ δούλου του καί ὁ δοῦλος τοῦ ἀφεντικοῦ του. Ἀφοῦ εὑρῆκε ὁ δοῦλος ἕναν ἄνθρωπο θεοφοβούμενο, ἀργυροχόο στόν ἐπάγγελμα μέ τό ὄνομα Ζώϊλο, τοῦ εἶπε:
-Ἄκουσέ με, ἀδελφέ Ζώϊλε, καί ἀγόρασε ἀπό μένα ἕναν καλόν δοῦλον. Δέν θά εὕρης ἄλλον καλλίτερον ἀπ᾿ αὐτόν καί δέν θά μετανοιώσης, ἐπειδή τόν ἀγόρασες.
Βλέποντας ὁ ἀργυροχόος τόν Πέτρο ὅτι δέν δείχνει νά ξέρη ἀπό ἐργασία, εἶπε στόν δοῦλο τοῦ Πέτρου:
-Ἀδελφέ, θέλω νά μέ πιστεύσης ὅτι ἔχω πτωχύνει καί δέν ἔχω νά σοῦ δώσω γι᾿ αὐτόν.
Καί ὁ δοῦλος τοῦ εἶπε:
-Νά γνωρίζης ἀπό μένα ὅτι εἶναι πολύ ἐργατικός καί πολύ πιστός χριστιανός. Ὑπακούει σέ ὅ,τι τόν διατάξεις καί τελειώνει τά πάντα μέ βιασύνη. Δανείσου τά χρήματα ἀπό κάποιον καί ἀγόρασέ τον διότι εἶναι πολύ καλός καί ὁ Θεός θά σέ εὐλογῆ μέσῳ αὐτοῦ.
φοῦ ἐπίστευσε στά λόγια του ὁ Ζώϊλος, ἐπῆρε ἀπό κάποιον φίλο του χρήματα 30 χρυσᾶ φλωρία καί ἀγόρασε τόν Πέτρο ἀπό τόν δοῦλο του μή γνωρίζοντας τό μεγάλο μυστήριο.

  Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
  11 Νεομβρίου 2013
 
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
   

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_6825.html

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ τελώνης. (Μέρος Α'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ



Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ τελώνης. (Μέρος Α').
 Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Στά μέρη τῆς Ἀφρικῆς ζοῦσε κάποτε ἕνας τελώνης μέ τό ὄνομα Πέτρος. Ἦταν πολύ τσιγκούνης, διότι οὐδέποτε εἶχε ἐλεήσει τούς πτωχούς, οὔτε ποτέ σκεπτόταν τόν θάνατο καί οὔτε ἐπήγαινε στήν ἐκκλησία. Ἔτσι αὐτός, ἐβούλωνε τά αὐτιά του, μπροστά σ᾿ αὐτούς πού τοῦ ζητοῦσαν ἐλεημοσύνη. Καί ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, ὁ Ὁποῖος δέν θέλει τόν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλά φροντίζει γιά τήν σωτηρία ὅλων, μέ μία καλωσύνη τοῦ Πέτρου τόν ἔφερε στήν σωτηρία. Καί ἰδού πῶς:
Κάποια φορά  ἀρκετοί πτωχοί καί πεινασμένοι ἐστέκοντο σ᾿ ἕνα δρομάκι καί ἄρχισαν νά ἐπαινοῦν τούς  ἐλεήμονες καί νά προσεύχωνται στόν Θεό γι᾿ αὐτούς, ἐνῶ κατηγοροῦσαν τούς ἀνελεήμονες. Ἔφθασε αὐτός ὁ λόγος τῶν πτωχῶν καί στά αὐτιά τοῦ Πέτρου γιά τόν ὁποῖον ἔλεγαν ὅτι εἶναι μέγας τσιγκούνης καί ὅτι διώχνει κάθε πτωχό πού θά πάη νά τοῦ ζητήση ψωμί.
Καί μεταξύ τους οἱ πτωχοί ἐρωτοῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἐάν ἐπῆραν ποτέ ψωμί ἀπό τά χέρια τοῦ Πέτρου. Καί ὅλοι ἔλεγαν ὅτι δέν ἐπῆρε κανένας ἀπ᾿ αὐτόν κάτι. Μετά σηκώθηκε ἕνας πτωχός ἀνάμεσά τους καί τούς εἶπε:

-Τί μοῦ δίνετε καί ἐγώ θά πάω τώρα νά πάρω ἀπ᾿αὐτόν ἐλεημοσύνη;
Καί ἔβαλαν στοίχημα μεταξύ τους. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι δέν θά πάρη καμμία ἐλεημοσύνη ἀπ᾿ αὐτόν τόν τελώνη, ἀλλά ἐκεῖνος ὁ πτωχός τούς εἶπε ὅτι θά τούς τό δώσει διπλό, ὅ,τι καί νά τοῦ δώση ὁ τελώνης.
Ἐπῆγε λοιπόν ὁ πτωχός καί στάθηκε στήν πόρτα τοῦ Πέτρου. Βγῆκε κάποια στιγμή ἀπό τήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ του ὁ Πέτρος μέ τό γαϊδουράκι του φορτωμένο ψωμιά. Ὁ πτωχός, ὅταν τόν εἶδε, ἄρχισε νά τοῦ βάζη μετάνοιες καί τοῦ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη κλαίγοντας.
Τότε ὁ Πέτρος, γνωστός γιά τήν δυστροπία του, ἔψαχνε νά βρῆ κάτι γιά νά τραυματίση τόν πτωχό καί μέ βία νά τόν ἀπομακρύνη. Καί μή εὑρίσκοντας μία πέτρα, ἅρπαξε ἀπό τά τσουβάλια ἕνα ψωμί καί τό πέταξε στόν πτωχό γιά νά τόν κτυπήση.
Καί πράγματι τόν κτύπησε στό μάγουλο. Τότε ὁ πτωχός ἐπῆρε τό ψωμί στά χέρια του καί ἐπῆγε χαρούμενος στούς συντρόφους του, λέγοντάς τους ὅτι ὁ Πέτρος μέ τά ἴδια του τά χέρια τοῦ ἔδωσε αὐτό τό ψωμί καί ὅλοι ἐδόξασαν τόν Θεό, διότι ὁ Πέτρος ἔγινε ἐλεήμων.
Τήν δεύτερη ἡμέρα ἀσθένησε ὁ Πέτρος καί ἐπλησίασε πρός τόν θάνατον. Εἶδε ὄραμα καί εἶδε τόν ἑαυτό του νά τόν καλοῦν στήν Κρίσι τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἦταν μία ζυγαριά. Στό ἕνα μέρος της ἔβαζαν τά καλά τους ἔργα οἱ ἄνθρωποι καί κυκλικά ὑπῆρχε πλῆθος δαιμόνων, ἐνῶ στό ἄλλο μέρος ἐστέκοντο πλῆθος φωτεινῶν ἀγγέλων.
Ὁπότε οἱ δαίμονες ἔβαλαν ὅλα τά κακά του ἔργα πού εἶχε κάνει στήν ζωή του ὁ Πέτρος ἐπάνω στήν μπαλάντζα. Οἱ ἄγγελοι δέν εὑρῆκαν τίποτε ἀπό τά καλά ἔργα τοῦ Πέτρου γιά νά τό βάλουν πρός τό μέρος τους. Ἐστέκοντο οἱ ἄγγελοι λυπημένοι καί ἔλεγαν ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλον:
-Ἐμεῖς δέν ἔχουμε τίποτε ἐδῶ!
Τότε εἶπε ὁ ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς:
-Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἔχουμε τίποτε, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνο τό ψωμί πού ἔδωσε ὁ Πέτρος στόν Χριστό (στόν πτωχό), πρίν ἀπό δύο ἡμέρες, ἔστω καί χωρίς τήν θέλησί του!
Ἔτσι ἔβαλαν τό ψωμί στό ἄλλο μέρος τῆς ζυγαριᾶς καί ἔγειρε πρός τό μέρος τῶν ἀγγέλων. Τότε εἶπαν οἱ ἄγγελοι πρός τόν Πέτρο τόν Τελώνη:
Πήγαινε, πτωχέ Πέτρε, καί πρόσθεσε καί ἄλλο ψωμί ἐπάνω σ᾿ αὐτό πού ἔδωσες στόν πτωχό προχθές γιά νά μήν ἁρπάξουν τήν ψυχή σου οἱ σκοτεινοί δαίμονες καί σέ ρίξουν στά αἰώνια βάσανα!
Ὅταν ἐξύπνησε ὁ Πέτρος, ἦταν ὅλος ταραγμένος καί ἱδρωμένος ἀπό τό ὄραμα πού εἶδε. Ὅταν ἦλθε στόν ἑαυτό του σκεπτόταν τί ἦταν αὐτά πού εἶδε. Ἐκατάλαβε ὅτι τό ὄραμα δέν ἦταν φαντασία του, ἀλλά ἀληθινό, διότι εἶδε ὅλες τίς ἁμαρτίες του πού εἶχε κάνει ἀπό τήν νεότητά του, τίς ὁποῖες τώρα εἶχε ξεχάσει. Εἶδε ὅτι ὅλα τά κακά του τά ἔβαλαν οἱ δαίμονες ἐπάνω στήν πλάστιγγα. Καί ἔλεγε στόν ἑαυτό του παραξενεμένος:
-Ἐάν ἕνα ψωμί πού ἐπέταξα καί ἐκτύπησα στό μάγουλό του τόν πτωχό, μέ βοήθησε τόσο πολύ, ὥστε δέν μ᾿ ἐπῆραν οἱ δαίμονες μέ τό μέρος τους, πόσο πολύ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη μέ πραότητα καί ἐπιμέλεια θά πρέπει νά κάνω καί νά μοιράσω τά πλούτη μου ἀνάμεσα στούς πτωχούς γιά νά βρῶ ἔλεος ἀπό τόν Κύριο;
Καί ἀπό τότε ἄρχισε νά κάνη πολλή ἐλεημοσύνη, ὥστε δέν ἤθελε νά κρατήση τίποτε γιά τόν ἑαυτό του, καθώς θά ἰδοῦμε καί παρακάτω.
Κάποια φορά πηγαίνοντας στό τελωνεῖο του γιά τήν δουλειά του, τόν συνάντησε ἕνας καπετάνιος, ὁ ὁποῖος εἶχε πτωχύνει καί εἶχε μείνει χωρίς κάτι, ἐξ αἰτίας τοῦ ναυαγίου τοῦ πλοίου του. Πέφτοντας ἐκεῖνος στά πόδια τοῦ Πέτρου τοῦ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη καί τό ροῦχο του γιά νά σκεπάση τήν γυμνότητά του, διότι εἶχε πολλή παγωνιά.
Τότε ὁ Πέτρος, ἐπειδή εἶχε ἀρνηθῆ τελείως τήν κακή συνήθεια τῆς τσιγκουνιᾶς, ἔβγαλε τό ἐπανωφοριό του, πού ἦταν πολύτιμο καί βαρύτιμο, καί τοῦ τό ἔδωσε. Ὁ καραβοκύρης ντροπιάσθηκε πού ὁ ἄνθρωπος ἔβγαλε τό παλτό του, τόσο ἀκριβό καί τοῦ τό ἔδωσε. Τό ἐπῆρε εὐχαριστῶντας καί τό ἐπῆγε σ᾿ ἕναν ἔμπορο γιά νά τό πωλήση. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν δουλειά του ὁ Πέτρος, ἐπέρασε ἀπό τήν ἀγορά καί εἶδε τό παλτό του νά κρέμεται γιά πώλησι. Στενοχωρήθηκε πάρα πολύ καί πηγαίνοτας στό σπίτι του δέν ἔφαγε τίποτε ἀπό τήν θλίψι του. Κλειδώθηκε στό σπίτι του καί κλαίοντας καί στενάζοντας, εἶχε στραφῆ πρός τόν ἑαυτό του καί ἔλεγε: «Δέν δέχθηκε ὁ Θεός τήν ἐλεημοσύνη μου! Δέν ἤμουν ἄξιος γιά νά μέ μνημονεύη ἐκεῖνος ὁ πτωχός!»


  Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
9  Νεομβρίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_4147.html

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Ἕνα παράδειγμα πνευματικῆς σοφίας. (Μέρος Β'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

Ἕνα παράδειγμα πνευματικῆς σοφίας. (Μέρος Β').
 Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Καί ἐθαύμασε πολύ αὐτός ὁ κυνηγός μέ τά λόγια τοῦ ἀηδονιοῦ καί τό ἀπελευθέρωσε ἀπό τό κλουβί. Ἀλλά αὐτό τό ἀηδόνι, ὄντας σοφό ἀπό τόν Θεό, ἤθελε νά ἰδῆ ἐάν αὐτός ὁ ἄνθρωπος ὠφελήθηκε ἔστω καί λίγο ἀπ᾿ αὐτές τίς διδασκαλίες του ἤ ὄχι. Ἄρχισε νά πετᾶ ψηλά, ὅπου δέν μποροῦσε νά φθάση ὁ κυνηγός καί τοῦ εἶπε:
Ὤ, πόσο κακός γίνεται ὁ ἄνθρωπος χωρίς συμβουλή καί χωρίς μυαλό! Ἔε, ἄνθρωπε, πόση περιουσία ἔχασες σήμερα, διότι στήν κοιλιά μου εἶναι ἕνα μεγάλο μαργαριτάρι, σάν τό αὐγό τοῦ ἀετοῦ!
Ὁ κυνηγός, ὅταν ἄκουσε αὐτό τόν λόγο τοῦ ἀηδονιοῦ, λυπήθηκε πάρα πολύ διότι ἐλευθέρωσε τό πουλί. Προσπάθησε καί πάλι νά τό πιάση. Καί τοῦ εἶπε μέ πονηρία:
-Ἔλα στό σπίτι μου καί θά σέ φιλοξενήσω καλά καί πάλι θά σέ ἀφήσω νά φύγης.
Καί τό ἀηδόνι τοῦ ἀπήντησε:
-Ἤθελα νά ἰδῶ τί διδάχθηκες ἀπ᾿ αὐτά πού σοῦ εἶπα καί σοῦ ἔδειξα μέ τό ἔργο τί παθαίνει αὐτός πού δέν ἀκούει καί δέν ἐκπληρώνει τά λόγια τῆς σοφίας. Καί ἰδού τώρα ἐγνώρισα ὅτι δέν διδάχθηκες τίποτε ἀπό τό μάθημα πού σοῦ ἔδωσα.
Πρῶτα σοῦ εἶπα νά μήν εἶσαι λαίμαργος, διότι ἡ λαμαργία σκοτίζει τόν νοῦ, ἀλλά ἐσύ τώρα ἄκουσες γιά τό μαργαριτάρι καί προσπάθησες καί πάλι νά μέ πιάσης. Ἔτσι μοῦ ἔδειξες ὅτι σκοτίσθηκες στόν νοῦ, ἔκανες ὅ,τι ἔκανες μέ ἀπερισκεψία καί ἀνοησία καί κατεπάτησες ἀκόμη ἄλλες δύο συμβουλές μου πού σοῦ ἔδωσα.
Δέν σοῦ εἶπα νά μήν ἁπλώνης νά πιάσης ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖς νά τό πιάσης;  Καί ἰδού, δέν σκέφθηκες ὅτι ἐγώ πετῶ στόν αἰθέρα, ὅπου ἐσύ δέν μπορεῖς νά μέ φθάσης καί ἀναπηδοῦσες πρός ἐμένα. Καί ἐνῶ εἶδες ὅτι δέν μπορεῖς νά μέ φθάσης, ἡ λαιμαργία σοῦ προκάλεσε ὀργή. Ἀλλά ἀκόμη σέ ἔκαμε ψεύτη καί πονηρό γιά νά μέ ἐξαπατήσης καί νά μέ πιάσης.
Ἄραγε δέν σοῦ εἶπα ἐγώ κι αὐτό ὅτι δέν πρέπει νά πιστεύης σέ ψέμματα; Καί ἰδού τώρα ἔμαθα ὅτι ὁ νοῦς σου σκοτίσθηκε τελείως, διότι ἐπίστευσες ὅτι στήν κοιλιά μου ὑπάρχει ἕνα μαργαριτάρι, μεγαλύτερο ἀπό τό σῶμα μου καί δέν συλλογίσθηκες ὅτι ἐγώ εἶμαι μικρότερο ἀπό τό αὐγό τοῦ ἀετοῦ.
Λοιπόν, ζήτησε, ὦ ἄνθρωπε, νά κατευθύνης τήν ζωή σου καί νά μή κάνης ἔργα ἐντροπῆς γιά νά μή πέσης καί στά μεγαλύτερα ἁμαρτήματα.
Αὐτά τοῦ εἶπε τό ἀηδόνι καί ἐπέταξε καί πάλι ψηλά, ἐνῶ ὁ κυνηγός ἔμεινε
ἐντροπιασμένος γιά τήν ἔλλειψι πνευματικῆς του σοφίας.
Γι᾿ αὐτό δέν πρέπει νά αἰχμαλωτιζώμεθα ἀπό τήν λαιμαργία, οὔτε καί ἀπό ἄλλα πάθη, διότι τότε ὁ νοῦς μας σκοτίζεται καί θά στερηθοῦμε τοῦ φωτός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε σίγουρα θά πέσουμε καί σέ ἄλλα ἁμαρτήματα, ὅπως στήν ὀργή, στήν ταραχή, στήν πονηρία, στήν ὀκνηρία, στό ψεῦδος καί στήν κακία. Ἀκόμη τά ψέμματα τῶν ἄλλων θά τά πιστεύσουμε ὡς ἀληθινά μέ εὐκολία, διότι στόν νοῦ μας δέν θά ὑπάρχει τό φῶς τῆς ἀληθείας.
Λοιπόν, νά ἔχουμε μέσα μας μεγάλο φόβο Θεοῦ καί νά προσέχουμε νά μή πέσουμε στό σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐάν ἀπό τήν ἀπροσεξία καί ἐπιπολαιότητά μας, γλυστρᾶμε πρός κάποιο ἁμάρτημα, νά διώχνουμε ἀπό μέσα μας τό σκοτάδι μέ τήν ἐγκατάλειψι τῶν κακῶν ἔργων καί μέ ἀποφασιστικότητα γιά νά μή λυπήσουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τίς ἁμαρτίες μας. Ἐάν τό λυπήσουμε, τότε μέ τήν ἐξομολόγησι, τήν προσευχή καί τήν ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ θά ἐπανέλθουμε καί πάλι κοντά στήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Μέ τήν ἐπιτέλεσι τῶν καλῶν ἔργων, ὁ ἄνθρωπος, ὅσο ἁμαρτωλός καί νά εἶναι, ἔρχεται στό φῶς τῆς γνώσεως καί πλησιάζει τόν Θεό καί ἀπό ἄνθρωπος σκοτεινός καί ἁμαρτωλός γίνεται ἐκλεκτό δοχεῖο τοῦ Θεοῦ καί υἱός τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί στήν καρδιά του ἀκτινοβολεῖ τό φῶς τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

    Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
6  Νεομβρίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα


http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_7061.html

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Ἕνα παράδειγμα πνευματικῆς σοφίας. (Μέρος Α'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

Ἕνα παράδειγμα πνευματικῆς σοφίας. (Μέρος Α').
 Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι τό πανάγαθο, πανάγιο, παντοδύναμο, πάνσοφο καί πάμφωτο Πνεῦμα, τό ὁποῖον φωτίζει τόν ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο. Εἶναι τό Πνεῦμα πού φέρει φῶς στόν νοῦ τοῦ κάθε ἀνθρώπου, πού βαπτίζεται στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἐμεῖς ἀπό τό ἱερό Βάπτισμα ἀνήκουμε στήν ζῶσα Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δέν λέγει ἔτσι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; Ἐσεῖς εἶσθε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα σας. Ὅταν ἔχουμε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα μας, τότε ὁ νοῦς μας εἶναι φωτεινός καί ἔχουμε ἀγαθούς λογισμούς.
Ὄντως αὐτό τό Πνεῦμα τοῦ φωτός καί τῆς ἁγιωσύνης ἀπομακρύνεται ἀπό ἐμᾶς ὅταν τό στενοχωροῦμε. Μέ κάτι πού στενοχωρούμεθα ἐμεῖς, στενοχωροῦμε ταυτόχρονα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τό διώχνουμε ἀπό ἐπάνω μας.
Ἐμεῖς διώχνουμε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀπό ἐπάνω μας μέ τίς ἁμαρτίες μας. Μπορεῖ νά μείνη σ᾿ἕνα σκοτεινό τόπο τό φῶς; Ὄχι, βέβαια. Ἔτσι καί τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν μπορεῖ νά μείνη ἐκεῖ ὅπου γίνονται τά ἔργα  τοῦ σκότους, διότι ὁ Χριστός εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ φωτός.
Τί μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; Νά ἀρνηθοῦμε τά ἔργα τοῦ σκότους καί νά ἐνδυθοῦμε τά ἐνδύματα τοῦ φωτός. Ποιά εἶναι τά ἔργα τοῦ σκότους; Οἱ ἁμαρτίες.
Ὅτι τά ἔργα τοῦ σκότους εἶναι οἱ ἁμαρτίες, ἔρχεται στόν νοῦ μας ὁ σκοτεινός ἄνθρωπος, ὁ ταραγμένος, ὁ ἀσθενής, ὁ τυφλός στήν πνευματική ζωή.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει τό κακό, λυπᾶται καί ἀπομακρύνεται σιγά σιγά ἀπό κοντά του τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ὁ φύλακας ἄγγελός του καί στήν θέσι τους ἔρχεται ὁ διάβολος καί τό κακό πνεῦμα. Ἀλλά, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει μέ ὅλη τήν καρδιά του στήν  μετάνοια, μισεῖ τά κακά του ἔργα καί ἀποφασίζει νά μήν λυπήση πάλι στόν Θεό μέ τίς ἁμαρτίες του. Τότε χαίρεται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ, ἐπιστρέφει κοντά του ὁ φύλακας ἄγγελος τῆς ψυχῆς του καί ἀπομακρύνεται ἀπό κοντά του τό κακό καί πονηρό πνεῦμα.
Τώρα ἔχω νά σᾶς εἰπῶ ἕνα παράδειγμα ἀπό τό ὁποῖο θά καταλάβετε πώς τό ἁμάρτημα τῆς λαιμαργίας σκοτίζει τόν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου καί τόν ὁδηγεῖ νά κάνει ἀπερίσκεπτα ἔργα.
Ἕνας ἄνθρωπος κάποτε ἔφτιαξε μία παγίδα καί τήν ἔβαλε κάτω σέ κάτι χορτάρια γιά νά πιάση πουλιά. Ὅταν τήν τοποθέτησε, ἔπιασε ἕνα ἀηδόνι τό ὁποῖο ἔχει ἕνα θαυμάσιο μελώδημα καί ἤθελε νά τό σκοτώση γιά νά τό φάη.
Αὐτό τό σοφό καί ἔξυπνο πουλί, τοῦ ἔδωσε φωνή ὁ Θεός καί ἐμίλησε σάν ἄνθρωπος.
Εἶπε τά ἑξῆς στόν κυνηγό:
-Ἔε, ἄνθρωπε, ἐάν θά μέ σκοτώσης, τί ὄφελος θά ἔχης ἀπό μένα; Βλέπεις πόσο μικρούτσικο εἶμαι, ὁπότε μήν ἐλπίζης ὅτι θά γεμίσης τήν κοιλιά σου μέ τό δικό μου κρέας. Ἐάν θά μέ ἐλευθερώσης, ἐγώ θά σοῦ δώσω τρία μαθήματα, τά ὁποῖα, ἄν τά φυλάξης, θά σοῦ εἶναι ὠφέλιμα σέ ὅλη σου τήν ζωή.
Ἐκεῖνος ὁ κυνηγός ἐθαύμασε πολύ ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια καί τοῦ εἶπε τοῦ πουλιοῦ ὅτι ἐάν θ᾿ ἀκούση τίς διδασκαλίες του, τότε θά τό ἐλευθερώση.
Ὁπότε τό ἀηδόνι στάθηκε μπροστά του καί τοῦ εἶπε:
-Ἄνθρωπε, δέν πρέπει νά εἶσαι λαίμαργος, διότι ἡ λαιμαργία σκοτίζει τόν νοῦν. Κατόπιν μήν ἁπλώνης σέ τίποτε, σέ ὅ,τι δέν μπορεῖς νά τό πιάσης. Καί νά μή πιστεύης ποτέ στά ψέμματα. Αὐτές τίς τρεῖς διδασκαλίες νά φυλάξης καί θά ὠφεληθῆς πολύ.

   Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
1 Νεομβρίου 2013

Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_486.html

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Ὀνούφριος ὁ Μέγας. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

Ὁ Ἅγιος Ὀνούφριος ὁ Μέγας
  Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἦταν κάποτε ἕνας βασιλεύς τῆς Περσίας, γνωστός στούς ἱστορικούς Ναρσίτας, ὁ ὁποῖος ἔζησε, ὅταν στήν Ρώμη ἐβασίλευε ὁ εἰδωλολάτρης αὐτοκράτορας Διοκλητιανός. Αὐτός ὁ Ναρσίτας ἀπό τά ἔργα του γνωριζόταν ὅτι ἦταν εἴτε ἐξ ὁλοκλήρου χριστιανός, ἤ δέν ἦταν καί πολύ μακριά μέ τά ἔργα του ἀπό τόν Χριστιανισμό, διότι εἶναι γνωστό ἀπό τήν ἱστορία ὅτι μερικοί ἀπό τούς βασιλεῖς τῆς Περσίας ἦταν πλησιέστερα στήν πίστι τοῦ Χριστοῦ μέ τά ἔργα τους.
Ἔτσι αὐτός ὁ βασιλεύς ζώντας πολλά χρόνια μέ τήν βασίλισσά του καί μή ἔχοντας παιδιά ἐξ αἰτίας του, ἐπεθύμησε πάρα πολύ νά προσευχηθῆ ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του στόν Θεό γιά νά τοῦ χαρίση ἕνα παιδί. Ἔτσι, ἀκούοντας ὁ Θεός τήν προσευχή του, μετά ἀπό πολλά χρόνια ἡ βασίλισσα ἔμεινε ἔγκυος στόν μακάριο Ὀνούφριο, τόν μεγάλο αὐτόν ἀσκητή τῆς ἐρήμου, φίλο καί ἐραστή τοῦ Θεοῦ.
Ἐπειδή ὁ διάβολος μισεῖ τό ἀνθρώπινο γένος, βλέποντας τά καλά τά
ὁποῖα ἐγένοντο καί θέλοντας νά τά ἐμποδίση, παρουσιάσθηκε μέ τήν μορφή ἑνός ξένου στόν βασιλέα καί τοῦ εἶπε:
-Βασιλεῦ, νά γνωρίζης ὅτι τό μωρό πού κυοφορήθηκε στήν κοιλία τῆς βασίλισσας δέν εἶναι ἀπό σένα, ἀλλά ἀπό κάποιον δοῦλον σου.
Ἐάν θέλης νά γνωρίσης τήν ἀλήθεια, νά κάνης αὐτό πού θά σοῦ εἰπῶ: Ὅταν γεννηθῆ τό παιδί, νά διατάξης νά ἀναφθῆ μία μεγάλη φωτιά καί νά ρίξουν τό παιδί μέσα καί, ἐάν δέν καεῖ, αὐτό θά εἶναι σημεῖο ὅτι τό παιδί αὐτό εἶναι δικό σου ἀληθινά. Ἐάν ὅμως καεῖ, τότε ἀποδεικνύεται ὅτι δέν ἦταν δικό σου.
Ἔτσι ὁ βασιλεύς πιστεύοντας στά διαβολικά αὐτά λόγια, ὠργίσθηκε πάρα πολύ καί ἐμάλωσε σκληρά τήν βασίλισσα. Ὅμως ἔκρυβε μέσα του ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ διάβολος γιά νά γίνη γνωστό τό γεγονός στόν κατάλληλο καιρό. Ἀφοῦ συμπληρώθηκε ὁ καιρός τῆς γεννήσεως ἡ βασίλισσα ἐγέννησε ἀγόρι. Κι ἐνῶ ὁ βασιλεύς σάν ἄνδρας, θά ἔπρεπε νά χαρῆ γιά τό νεογέννητο ἀγόρι του, ὠργίσθηκε πολύ καί ταράχθηκε.
Ἅρπαξε τό παιδί καί τό ἐπέταξε στήν φωτιά. Ὁ Παντοδύναμος Θεός, ὁ Ὁποῖος φυλάγει τά νήπια μέ τήν θαυμαστή Του δύναμι, προστάτευσε κι αὐτό τό παιδί ἀπό τήν φωτιά ὁλόκληρο καί ἀπείραχτο ἀπό τίς φλόγες.
Ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί ἄλλο θαυμαστό ἔργο τελέσθηκε. Διότι τό μωρό, ὅταν ἦταν μέσα στήν φωτιά, ὕψωσε τά χεράκια του πρός τόν Θεό καί προσευχήθηκε. Ὅταν εἶδε αὐτό τό μεγάλο θαῦμα ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ, ἐξεπλάγη καί κατάλαβε ὅτι ἐξαπατήθηκε ἀπό τόν διάβολο.
Βγάζοντας τό μωρό ἀνέπαφο ἀπό τήν φωτιά, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίσθηκε στόν βασιλέα καί τόν ἐμάλωσε διότι ἐπίστευσε στήν πονηρή πρότασι τοῦ διαβόλου. Ἀμέσως ὁ ἄγγελος διέταξε νά βαπτισθῆ τό παιδάκι καί νά τό ὀνομάσουν Ὀνούφριο, κατόπιν νά τό φέρουν στήν ἔρημο, ὅπου θά τό καθοδηγήση ὁ Θεός, διότι εἶναι θέλημά Του τό παιδί αὐτό νά γίνη μέγας ἐραστής καί ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὁ βασιλεύς ἀμέσως σηκώθηκε καί παίρνοντας στήν ἀγκαλιά του τό παιδί, σύμφωνα μέ τήν θέλησι τοῦ Θεοῦ, τό ἔφερε στήν ἔ ρημο τῆς Αἰγύπτου.
Ὅταν τό μετέφερε στήν ἔρημο, τόν συνάντησε μία ἐλαφίνα, πού στάλθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά διαθρέψη τό μωρό μέ τό γάλα της, ὅσο θά πηγαίνη στόν δρόμο ὁ πατέρας του. Βαδίζοντας δίπλα στόν βασιλέα ἡ ἐλαφίνα, ξαφνκά ἔπεσε κάτω γιά νά δώση γάλα στό μωρό. Τότε ὁ πατέρας τοῦ μωροῦ βλέποντας αὐτό τό θαῦμα, ἐθαύμασε γιά τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί ἔκραξε μέ θαυμασμό:
-Τώρα ἐγνώρισα ὅτι τό παιδί μου θά γίνη μεγάλος φίλος καί ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ.
Βαδίζοντας ἀρκετό δρόμο ἀκόμη, ἔφθασαν στά σύνορα τῆς Θηβαΐδος στήν χώρα τῆς Αἰγύπτου. Φθάνοντας στήν πόλι Ἐρμούπολι, εὑρῆκαν ἕνα μοναστήρι, ὄχ μακριά ἀπό τήν πόλι, σ᾿ ἕνα ἐξαιρετικό καί ὡραῖο τόπο.
Αὐτό τό μοναστήρι ἐκαλεῖτο τοῦ Ἐρίτου καί εἶχε περί τούς 100 ἐναρέτους μοναχούς. Καί διέταξε ὁ Θεός στόν βασιλέα ν᾿ ἀφήση ἐκεῖ τόν γυιό του.
Τότε ὁ ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ αὐτοῦ ἐθαύμασε γιά τόν ἐρχομό τοῦ βασιλέως ἀπό τήν Περσία. Τόν ὑποδέχθηκε μέ μεγάλη τιμή. Μετά ὁ βασιλεύς διηγήθηκε στόν ἡγούμενο μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες γιά τό μωρό καί ὅτι μέ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἦλθε στό μοναστήρι του.
Ἀκούοντας ὅλα αὐτά ὁ ἡγούμενος μέ ἔκπληξι, εἶπε στόν βασιλέα:
-Πῶς καί ποιός ἀπό ἐμᾶς μπορεῖ νά διαθρέψη τό μωρό αὐτό τό ὁποῖον ἔχει ἀνάγκη ἀπό γάλα μητρικό, διότι στό μοναστήρι μας δέν μπορεῖ νά εἰσέλθη γυναῖκα;
Καί ὁ βασιλεύς τοῦ ἀπήντησε:
-Καθώς μέχρι τώρα τό διέθρεψε ὁ Θεός στέλλοντας μία ἐλαφίνα κοντά μου κατά τήν διαδρομή μου μέχρι ἐδῶ, ἔτσι καί ἀπ᾿ἐδῶ καί ἐμπρός θά τό θρέψη ἡ ἴδια ἡ ἐλαφίνα, ὅσο θά χρειάζεται τό γάλα γιά νά μεγαλώση.
Ἔτσι ὁ βασιλεύς ἀφήνοντας τό παιδί του στόν Θεό καί ἐμπιστεύοντάς το στόν πάτερ ἡγούμενο, ἐπέστρεψε στό σπίτι του. Ἡ ἐλαφίνα στάθηκε δίπλα ἀπό τό μοναστήρι καί ἔτρεφε μέ τό γάλα της τό μωρό μέχρι τήν ἡλικία τῶν τριῶν ἐτῶν.
Ἀφοῦ συμπληρώθηκαν τρία χρόνια, ἡ ἐλαφίνα ἀνεχώρησε γιά τήν ἔρημο νά ζήση μέ τά ἄλλα ἐλάφια.
 Ἀφοῦ τό παιδί ἔφθασε στήν ἡλικία τῶν ἑπτά ἐτῶν, συχνά ἐπήγαινε στήν τράπεζα καί ζητώντας ἕνα κομμάτι ψωμί ἐπήγαινε στό ντουβάρι τῆς ἐκκλησίας, ὅπου ἦταν ἐκεῖ ζωγραφισμένη μία εἰκόνα τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία κρατοῦσε στήν άγκαλιά της τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Πλησιάζοντας ὁ μικρός Ὀνούφριος τήν εἰκόνα, ὄντας ἀθῶος καί ἅγιος, μιλοῦσε ζωντανά μέ τόν Χριστό πού ἦταν στήν εἰκόνα. Καί τοῦ ἔλεγε τοῦ μικροῦ Χριστοῦ ὁ Ὀνούφριος:
-Καί Σύ εἶσαι μικρός, ὅπως εἶμαι κι ἐγώ. Ὅμως ἐγώ πηγαίνω στήν τράπεζα, ζητῶ ψωμί ἀπό τόν τραπεζάρη καί τρώγω, ἀλλά ἐσύ δέν τρώγεις ποτέ. Γιατί βασανίζεσαι ἔτσι, μή τρώγοντας τίποτε; Ἰδού, λάβε τό μερίδιό μου καί φάγε.
Καί τό Νήπιο ὁ Χριστός, ἅπλωσε τά χέρια Του καί ἐπῆρε ἀπό τόν Ὀνούφριο τό ψωμί, τό ὁποῖον καί ἄρχισε νά τό τρώγη.
Τό θαῦμα αὐτό ἔγινε ὄχι μόνο μία ἤ δύο ἀλλά πολλές φορές. Βλέποντας ὁ τραπεζάρης νά μπαίνη τό παιδί στήν τραπεζαρία καί νά παίρνη ψωμί συχνά, ἄρχισε νά τό παρακολουθῆ ποῦ τό πηγαίνει. Βλέποντάς το ὅτι ἔμπαινε κάθε φορά στήν ἐκκλησία καί στεκόταν ἔξω ὅπου ἦταν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔδινε τό ψωμί του στόν Χριστούλη.
Βλέποντας αὐτό τό θαῦμα ὁ τραπεζάρης εἰδοποίησε τόν ἡγούμενο καί ὅλους τούς παλαιούς πατέρες καί τούς ἀνεκοίνωσε τό θαῦμα.
Τότε ὁ ἡγούμενος εἶπε στόν τραπεζάρη:
-Ὅταν ὁ μικρός Ὀνούφριος θά ζητήση ψωμί ἀπό σένα, νά μή τοῦ δώσης, ἀλλά νά τό ἐρωτήσης: «Πήγαινε νά ζητήσης ψωμί ἀπ᾿ Αὐτόν πού τοῦ ἔδωσες ἐσύ τόσες φορές».
Πράγματι ὁ τραπεζάρης ἔκαμε ὅπως τοῦ εἶπε ὁ ἡγούμενος.
Τότε τό παιδί, ὄντας πεινασμένο, ἐπῆγε κλαίγοντας μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας καί εἶπε στό Νήπιο Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἦταν σάν ζωντανός στήν εἰκόνα:
-Ὁ τραπεζάρης δέν θέλει νά μοῦ δώση ψωμί καί τώρα ἐγώ πεινῶ. Δός μου Ἐσύ, διότι ἐγώ σοῦ ἔδωσα πολλές φορές.
Καί ἀμέσως ὁ Χριστός τοῦ ἔδωσε ἕνα μεγάλο ψωμί, φρέσκο καθαρό καί ὡραῖο, ἄσπρο σάν τό χιόνι καί ζεστό. Καί ἦταν τό κομμάτι τοῦ ψωμιοῦ τόσο μεγάλο, ὥστε μόλις μετά δυσκολίας μποροῦσε νά τό μεταφέρη ὁ μικρός Ὀνούφριος. Ἐπῆγε στόν ἡγούμενο κατ᾿ εὐθεῖαν λέγοντάς του μέ παιδική χαρά:
-Ἰδού, ὁ Χριστός μοῦ ἔδωσε ψωμί!
Θαυμάζοντας ὁ ἡγούμενος γιά τό θαῦμα αὐτό, ἐκάλεσε τούς πατέρες καί τούς ἔδειξε τό θαυμαστό ψωμί καί διέταξε στόν τραπεζάρη νά διηγῆται τό θαῦμα σέ ὅποιον ἔβλεπε νά ἔρχεται στό μοναστήρι. Ἐρωτήθηκε κατόπιν ὁ Ὀνούφριος ἀπό τούς Πατέρες καί τούς εἶπε ὅτι ἀληθινά τοῦ ἔδωσε τό ψωμί μέ τό χέρι Του ὁ μικρός Χριστός. Τότε οἱ πατέρες ἄρχισαν νά εὐχαριστοῦν καί δοξολογοῦν τόν Χριστό πού ἔκαμε τέτοιο θαῦμα μέ τόν μικρόν Ὀνούφριον. Μετά ἔκοψαν τό ψωμί αὐτό σέ μικρά τεμάχια καί ἐπῆραν ὅλοι γιά εὐλογία.
Ἔζησε ἀκόμη ὁ Ὀνούφριος λίγα χρόνια στό μοναστήρι καί μετά κατώκησε στό βάθος τῆς ἐρήμου τῆς Αἰγύπτου, ὅπου ἀξιώθηκε νά τοῦ φέρη ψωμί ἄγγελος Κυρίου. Ἀπό ἐκεῖ σέ ἡλικία 100 έτῶν μετατέθηκε στόν Κύριο καί ἀνῆλθε ἡ ψυχή του μέ πολλή δόξα στούς ούρανούς.

   Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
31 Ὀκτωβρίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
   

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_5216.html

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Νά μή κρίνουμε ἀπό τὴν ἐξωτερική τους ζωὴ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. (Μέρος Β'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

Νά μή κρίνουμε ἀπό τὴν ἐξωτερική τους ζωὴ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. (Μέρος Β')
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Κατόπιν ἐκάλεσε ὁ βασιλεύς τούς ἄρχοντές του καί τούς φίλους τους, τούς ὁποίους εἶχε μαλώσει καί ἔβαλε ἐνώπιόν τους αὐτά τά κιβώτια καί τούς εἶπε νά ἐκτιμήσουν πόσα θά πληρώσουν γι᾿ αὐτό, πού ἔχει ἐπικαλυφθῆ μέ φύλλο χρυσοῦ καί πόσο θά πληρώσουν γιά ἐκεῖνο πού ἔχει ἐξωτερικά ἕνα στρῶμα πίσσας.
Αὐτοί ἔδωσαν περισσότερα χρήματα γιά τό κουτί πού ἦταν ἐξωτερικά ἐπενδεδυμένο μέ φύλλα χρυσοῦ, πιστεύοντας ὅτι μέσα ὑπάρχουν θησαυροί καί ἀκριβά πράγματα καί βασιλικά ἐνδύματα, ἐνῶ στό ἄλλο τό ἀλειμμένο ἐξωτερικά μέ πίσσα, δέν τοῦ ἔδωσαν καμμία ἀξία. Τότε ὁ βασιλεύς τούς εἶπε:
-Ἤξερα πολύ καλά ὅτι θά εἰπῆτε ἔτσι, ὅπως εἴπατε! Ἀλλά δέν εἶναι αὐτό σωστό. Δέν πρέπει νά κρίνουμε ἀπό τά ἐξωτερικά γνωρίσματά του ἕνα πρᾶγμα ἤ ἕναν ἄνθρωπο, ἀλλά νά βλέπουμε τί πρᾶγμα εἶναι μέσα, ἐάν δηλαδή αὐτό τό ἐωτερικό εἶναι ἀξιοτίμητο ἤ ἄξιο περιφρονήσεως.

Καί εἶπε ὁ βασιλεύς ν᾿ἀνοίξουν τό ὁλόχρυσο ἐξωτερικά κουτί. Ὅταν τό ἄνοιξαν, ἐξῆλθε ἀπό μέσα μία ἄσχημη μυρωδιά καί εἶδαν ὅτι ἦταν πράγματα ἀξιοκαταφρόνητα.
Μετά εἶπε ὁ βασιλεύς:
-Ἔτσι ὁμοιάζουν οἱ ἐνδεδυμένοι μέ ἀκριβά καί ὡραῖα ροῦχα, ὑπερηφανευόμενοι γιά τήν πολλήν περιουσία καί τήν δόξα τους, ἐνῶ μέσα στήν καρδιά τους εἶναι γεμᾶτοι ἀπό κακά ἔργα, ἁμαρτωλά καί βρώμικα.
Μετά εἶπε ὁ βασιλεύς ν᾿ ἀνοίξουν καί τό κουτί πού ἦταν  ἀλειμμένο μέ πίσσα. Ὅταν τό ἄνοιξαν ἐξῆλθε ἀπό μέσα μία ὡραία μυρωδιά καί εἶδαν ὅτι ἦσαν θαυμαστά πράγματα, ἀκριβά καί ὡραῖα. Ὁπότε εἶπε ὁ βασιλεύς πρός αὐτούς:
-Αὐτά τά κιβώτια γνωρίζετε μέ τί παρομοιάζουν; Ὁμοιάζουν μέ δύο ταπεινούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἐνδεδυμένοι μέ σχισμένα ροῦχα καί ξεραμένα τά μάγουλά τους, κίτρινα τά πρόσωπά τους ἀπό τήν ἄσκησι καί τούς κόπους, τῶν ὁποίων ἐσεῖς ἐκυττάξατε τήν μορφή τους ἐξωτερικά καί ἐμένα μέ κατεκρίνατε, ἐπειδή τούς ἐπροσκύνησα μέχρι τοῦ ἐδάφους.
Ἐνῶ ἐγώ κατανοώντας καί γνωρίζοντας μέ τά ἐσωτερικά μου μάτια τήν καθαρότητα καί τήν λαμπρότητα τῶν ψυχῶν τους, ὅτι ἦταν θαυμαστές καί ἁγιώτερες ἀπό ὅ,τι τό στέμμα μου καί ἡ βασιλική τιμή μου καί ὅτι ἡ δόξα μου ἐνώπιόν τους δέν εἶναι τίποτε, τούς ἐπλησίασα καί τούς ἐπροσκύνησα μέχρι ἐδάφους ζητῶντας τήν εὐλογία τους.
Ἔτσι τούς ἐδίδαξε ὁ σοφός βασιλεύς νά μή ζητοῦν τήν ἀξία τοῦ κάθε πράγματος καί τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἀπό τά ἐξωτερικά του, ἀλλά ἀπό τά ἐσωτερικά του πρῶτα γνωρίσματα.
Παρόμοια νά κάνουμε κι ἐμεῖς, ὅπως ἔκανε αὐτός ὁ καλός καί σοφός βασιλεύς καί νά τιμοῦμε τούς δούλους τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτοί εἶναι ἀδελφοί Του.
Διότι ὁ Θεός στήν κρίσι δέν θά ἐξετάση τήν ἐξωτερική ὄψι, ὅπως εἶπε καί ὁ προφήτης Σαμουήλ, ὅταν ἐξέλεξε γιά βασιλέα τόν Δαβίδ.
Ὁ Θεός ἐξετάζει καί τώρα τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα τότε τήν ἡμέρα τῆς ἐσχάτης Κρίσεως. Τότε θά δοξασθοῦν οἱ ταπεινοί, οἱ περιφρονημένοι, οἱ περιγελώμενοι, οἱ διωγμένοι γιά τήν θεία δικαιοσύνη, οἱ πτωχοί στό πνεῦμα, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι τά ἔργα τους εἶναι ἐλεεινά καί ἄχρηστα, οἱ ζητοῦντες τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, αὐτοί δηλαδή πού ἐπιθυμοῦν νά ἐφαρμόζεται στόν κόσμο ἡ θεία δικαιοσύνη καί ὅλους ὅσους ἐμακάρισε ὁ Κύριος. Τότε θά μακαρισθοῦν οἱ περιφρονημένοι, αὐτοί πού ἐπίστευαν ὅτι ἦταν τό σκουπίδι τῆς κοινωνίας.
Οἱ ἀνόητοι καί περιφρονημένοι τοῦ κόσμου θά ἐντροπιάσουν τούς σοφούς. Οἱ μικροί καί ἀδύνατοι θά ἐντροπιάσουν τούς ἰσχυρούς.
Γι᾿ αὐτούς λέγει ὁ Σωτῆρας μας ὅτι οἱ τελευταῖοι θά γίνουν πρῶτοι. Αὐτούς τούς ὁποίους ἐμεῖς θεωροῦμε ἀσήμαντους καί ἀποτυχημένους τῆς ζωῆς, ἐπειδή προσεύχονται στόν Θεό μέ ὅλη τήν καρδιά τους, θά λάμψουν περισσότερο ἀπό τόν ἥλιο στήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἐνῶ οἱ βασιλεῖς τοῦ κόσμου καί οἱ δυνατοί τῆς γῆς θά εἶναι γυμνοί ἀπό ἀρετές ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐάν δέν πιστεύσουν στόν Θεό. Καί θά γίνουν ὅλες αὐτές οἱ ἀλλαγές καί ἐκπλήξεις, διότι ὁ Θεός εἶναι δίκαιος καί ἡ δικαιοσύνη του μένει στόν αἰῶνα.

   Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
30 Ὀκτωβρίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα


http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_7744.html

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Νά μή κρίνουμε ἀπό τὴν ἐξωτερική τους ζωὴ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. (Μέρος Α'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

Νά μή κρίνουμε ἀπό τὴν ἐξωτερική τους ζωὴ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. (Μέρος Α')
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Τήν ἡμέρα ἐκείνη, κατά τήν ὁποίαν θά κρίνη ὁ Θεός τούς ἀνθρώπους δέν θά ἀναζητήση οὔτε βασιλικά στέμματα, οὔτε ὑψηλά ἀξιώματα. Θά ζητήση τίς καρδιές μας. Ὁ πιό ταπεινός χωριάτης, ὁ πιό «καραβοτσακισμένος» ἀπό τά βάσανα τῆς ζωῆς ἄνθρωπος, αὐτός πού φυλάγει κάποια στάνη μέ πρόβατα καί προσεύχεται μέ δάκρυα στόν Θεό ἤ εἶναι φυλακισμένος καί προσεύχεται ἤ εἶναι κάπου ξενητεμένος, ἤ ἀσθενής στό κρεββάτι, ἤ εἶναι μία δυστυχισμένη χήρα, στήν ὁποία δέν ἀνοίγει κανείς τήν πόρτα καί κάθεται μέ τά παιδιά της μέσα στήν δυστυχία καί τήν πτώχεια της, ἀλλά προσεύχεται στόν Θεό, ὅλοι αὐτοί τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως θά εἶναι μεγαλύτεροι ἀπό τούς βασιλεῖς τοῦ κόσμου, τούς σημερινούς καί τούς αὐριανούς.

Ἦταν κάποτε ἕνας  ἔνδοξος καί μεγάλος βασιλεύς, πού ἔτρεχε στόν δρόμο μέ μία χρυσῆ ἅμαξα. Εἶχε γύρω του καί ὅλους τούς αὐλικούς του, ὅπως ἁρμόζει σ᾿ ἕνα βασιλέα. Ταξιδεύοντας ὅλοι αὐτοί στήν γωνία τοῦ δρόμου συνάντησαν δύο ἄνδρες, ἐνδυομένους μέ ξεσχισμένα καί βρώμικα ροῦχα, ἀλλά μέ τίς μορφές τους χαρούμενες καί φωτεινές.
 Ὁ βασιλεύς τούς ἀνεγνώρισε ὅτι ἦταν ἅγιοι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁποίων εἶχαν λειώσει καί καταμαρανθῆ τά σώματα ἀπό τήν νηστεία, ἀπό τούς ἀσκητικούς κόπους καί ἀπό τήν ἀϋπνία. Ὅταν τούς εἶδε ἐκεῖνος ὁ βασιλεύς, ἐπήδηξε κάτω ἀπό τήν ἅμαξα καί ἔπεσε γονατιστός μπροστά στά πόδια τους γιά νά τούς προσκυνήση.
Κατόπιν σηκώθηκε, τούς ἐπῆρε τό χέρι καί τό ἀσπάσθηκε μέ σεβασμό. Ἀλλά οἱ φίλοι καί συνεργάτες του, δέν ἐχάρησαν μ᾿ αὐτή τήν πρᾶξι του καί ἔλεγαν μεταξύ τους:
-Δέν πρέπει αὐτός, πού εἶναι βασιλεύς, καί ἔχει τόση τιμή, νά κάμνη τέτοια πράγματα.
Ἀλλά δέν ἐτολμοῦσαν νά τό εἰποῦν τοῦ βασιλέως. Ὅμως ὁ βασιλεύς εἶχε ἕνα ἀδελφό καί οἱ ἄλλοι αὐλικοί τοῦ εἶπαν:
-Σέ παρακαλοῦμε νά εἰπῆς στό βασιλέα μας ἄλλη φορά νά μήν ἐξευτελίζη τήν τιμή του καί τό βασιλικό του στέμμα.
Ὁπότε αὐτός τό εἶπε στόν βασιλέα, ἀλλά αὐτός τόν κατέκρινε γιά τήν ἀπερισκεψία του καί τήν ἀνοησία του καί τόν ἔδιωξε ἀπό κοντά του. Ὁ βασιλεύς εἶχε συνήθεια, ὅταν ἐπρόκειτο νά τιμωρήση κάποιον μέ θάνατο, νά στέλλη στήν πόρτα του ἕναν ἀγγελιοφόρο, ὁ ὁποῖος νά τόν εἰδοποιῆ μέ τήν σάλπιγγα. Καί ἐκεῖνος πού θά ἄκουγε τήν φωνή τῆς σάλπιγγος ἔξω ἀπό τό σπίτι του νά γνωρίζη ὅτι τήν δεύτερη ἡμέρα δέν θά ὑπάρχη στόν κόσμο.
Ἔτσι, ὅταν ἐβράδυασε, ἔστειλε ὁ βασιλεύς τόν ἀγγελιοφόρο μέ τήν σάλπιγγα νά σαλπίση ἔξω ἀπό τήν πόρτα τοῦ ἀδελφοῦ του. Καί ἐκεῖνος πού θ᾿ ἄκουγε τήν σάλπιγγα τοῦ θανάτου, θά ἔχανε κάθε ἐλπίδα γιά τήν ζωή του καί ὅλη ἐκείνη τήν νύκτα ἦταν σέ ἀγωνία καί μέ λογισμούς ἀπελπισίας.
Ὁπότε τακτοποίησε τό σπίτι του καί ἑτοίμασε τά πάντα μέ τάξι, διότι ἐγνώριζε ὅτι πρόκειται νά πεθάνη. Τό πρωΐ, ὅταν ἐξημέρωσε, ἐφόρεσε μαῦρα καί πένθιμα ροῦχα. Τό ἴδιο ντύθηκε ἡ γυναῖκα του καί τά παιδιά τους. Κι αὐτός ἐπῆγε στό κρεββάτι τοῦ βασιλέως κλαίγοντας καί στενάζοντας μέ πολύ πόνο.
Ὅταν τόν εἶδε ὁ βασιλεύς νά κλαίη μέ τόσο πόνο, τόν ἐκάλεσε κοντά του σ᾿ ἕνα ἐσωτερικό δωμάτιο καί τοῦ εἶπε:
-Ἔε, ἄνθρωπε, ἀνόητε καί ἀπερίσκεπτε! Ἐάν φοβᾶσαι τόσο πολύ τήν σάλπιγγα τοῦ θανάτου καί τόν ἀδελφό σου ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνθρωπος σάν καί σένα, στόν ὁποῖον δέν ἔσφαλες σέ τίποτε, οὔτε εἶσαι ἔνοχος σέ κάτι, τότε πῶς κατηγορεῖς ἐμένα, ὅτι ἀσπάσθηκα μέ ταπείνωσι τούς ἀγγελιοφόρους τοῦ Θεοῦ μου, οἱ ὁποῖοι μοῦ ὑπενθυμίζουν τόν θάνατο καί τήν φοβερή κρίσι τοῦ Θεοῦ, πολύ περισσότερο  ἀπό ὅ,τι ἡ σάλπιγγα τοῦ θανάτου; Ἄνθρωπος εἶμαι κι ἐγώ κι ἔχω σφάλλει στήν ζωή μου καί ἔχω κάνει μεγάλες ἁμαρτίες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τώρα θέλω νά σοῦ δείξω τήν ἀνοησία σου καί σέ ἐτρόμαξα μ᾿ αὐτό τό εἶδος τῆς σάλπιγγας τοῦ θανάτου.
Καί ὁ ἀδελφός του εἶπε στόν βασιλέα:
-Συγχώρεσέ με, διότι ἤμουν ἀπερίσκεπτος καί σέ κατέκρινα, χωρίς φόβο καί σύνεσι.
-Σέ λίγο, τοῦ εἶπε ὁ βασιλεύς, θά δείξω τήν ἀνοησία καί τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι σέ προέτρεψαν νά ἔλθης νά μιλήσης σέ μένα.
Καί ἀφοῦ τόν παρηγόρησε τόν ἀδελφό του καί τόν ἐδίδαξε τήν πνευματική σοφία καί σύνεσι, τόν ἄφησε νά πάη στό σπίτι του. Κατόπιν τόν ἐπρόσταξε νά φτιάξη δύο ξύλινα κιβώτια. Τό ἕνα τό ἐκάλυψε ὁλόκληρο μέ φύλλο χρυσοῦ καί ἔβαλε μέσα κόκκαλα καί τό ἐσκέπασε μέ ἐπίχρυσο καπάκι. Τό ἄλλο τό ἄλειψε μέ πίσσα ἐξωτερικά καί τό ἐγέμισε μέ πολύτιμες πέτρες καί μαργαριτάρια καί μέ ἄλλα θαυμαστά πράγματα καί μυρωδικά. Κατόπιν τό περιετύλιξε μέ ἕνα πλεκτό ἀπό τρίχες γίδας.

 Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
29 Ὀκτωβρίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_9584.html

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Οἱ πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν. (Μέρος Β'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

Οἱ πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν. (Μέρος Β')
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

 Βασανιζόταν λοιπόν μ᾿ αὐτά τά προβλήματά του, ὁπότε ἐπέρασε ἀπό ἐκεῖ ἕνας γέροντας ἀσκητής καί ὁ βασιλεύς στάθηκε μπροστά του. Βλέποντάς τον μέσα στήν νύκτα ὁ ἀσκητής ταράχθηκε καί ἤθελε νά φύγη, γιατί ἐνόμισε ὅτι εἶναι φάντασμα πού βγῆκε ἀπό τήν λίμνη. Ὁ βασιλεύς ἔκραξε ἔτρομος:
-Στάσου, μήν φεύγης, διότι δέν εἶμαι ἄνθρωπος κακός. Μή φοβᾶσαι ἀπό μένα. Ἐπέρασαν ἀπό ἐδῶ μερικοί ληστές, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐπῆραν τά ροῦχα μου καί γι᾿ αὐτό εἶμαι τώρα ἔτσι, ὅπως μέ βλέπεις. Δός μου σέ παρακαλῶ ἕνα ὑποκάμισο, ἐάν ἔχης, γιά νά μπορέσω νά πάω στό σπίτι μου, διότι πολύ βασανίζομαι ἐδῶ.
Καί ὁ γέροντας ἀσκητής τοῦ ἔδωσε ἕνα παλαιό δικό του ἔνδυμα, γεμᾶτο ἀπό μπαλώματα, ἀλλά ἦταν καλλίτερο ἀπό τό τίποτε γιά νά τόν ζεστάνη καί νά μή περπατᾶ γυμνός. Καί ἐπῆγε ὁ βασιλεύς ντυμένος σάν ἕνας ζητιᾶνος καί ὅσοι τόν ἔβλεπαν γελοῦσαν, μή γνωρίζοντας ποιός εἶναι.
Καί περπατώντας ὁ βασιλεύς γιά τήν πόλι, οἱ ἄνθρωποι ἀπεμακρύνοντο ἀπό κοντά του, διότι τόν θεωροῦσαν κάποιον ληστή, ἄλλοι τόν περιγελοῦσαν καί τά σκυλιά τόν ἀκολουθοῦσαν. Καί μόνο αὐτός ἤξερε πῶς ἔφθασε στό κοντινό χωριό σ᾿ἕνα ὑπάλληλό του, τόν ὁποῖο εἶχε διορίσει ἐκεῖ ὡς φύλακα στά σύνορα τοῦ χωριοῦ του. Αὐτός ἀνῆκε στήν χορωδία τῶν κιθαρωδῶν πού τόν εἶχαν μεταφέρει μέχρι τήν λίμνη. Θέλοντας νά μπῆ ὁ βασιλεύς στήν αὐλή αὐτοῦ τοῦ δικοῦ του ἀνθρώπου, οἱ φύλακες καί οἱ ἐργάτες τόν ἔδιωχναν καί τόν περιγελοῦσαν.
-Τί ζητεῖς ἐσύ, ζητιᾶνε ἐδῶ; Χαμένε!
Θέλω νά συνομιλήσω μέ τόν ἄρχοντά σας, τούς εἶπε ὁ βασιλεύς.
-Ἀλλά ἐσύ δέν κυττάζεις τόν ἑαυτό σου πῶς εἶσαι ντυμένος; Καί τέτοια ὥρα νύκτα ἔρχεσαι στό ἀφεντικό μας! Φῦγε ἀπ᾿ ἐδῶ πρίν νά πάρουμε τά ρόπαλα καί σέ σπάσουμε στό ξύλο!
Δέν ἄφησαν τόν βασιλέα νά μπῆ μέσα. Ἐκεῖνος ὅμως τόν ἔκραζε μέ δυνατή φωνή ἀπό ἔξω. Τόν ἄκουσε τό ἀφετνικό καί ἀνεγνώρισε τήν φωνή τοῦ βασιλέως, ἀλλά δέν ἀντιλαμβανόταν τί ζητοῦσε τέτοια ὥρα ἐκεῖ, διότι αὐτός (μέ τήν μορφή τοῦ ἀγγέλου) εἶχε πάει μέ τήν ἀκολουθία του ἐνωρίτερα στό παλάτι. Καί βγῆκε στό μπαλκόνι νά ἰδῆ ποιός εἶναι. Καί εἶδε ἕνα ζητιᾶνο, πού τόν καλοῦσε μέ τό ὄνομά του. Ὅμως, ὅταν ἐπλησίασε περισσότερο, εἶδε ὅτι ἦταν ὁ βασιλεύς.
-Γιατί ἐκάνατε αὐτό τό παιγνίδι σέ μένα; Τόν ἐρώτησε ὁ βασιλεύς ὀργισμένος. Πῶς μέ ἀφήσατε μέσα στό νερό σχεδόν γυμνόν καί ἐφύγατε ὅλοι σας; Νά ξέρετε ὅτι αὔριο θά κόψω τά κεφάλια ὅλων σας.
Ὁ ἄρχοντας τό χωριοῦ δέν καταλάβαινε τί ἔπαθε ὁ βασιλεύς, διότι ἐγνώριζε ὅτι αὐτός τόν ἔφερε μαζί μέ ὅλους τούς αὐλικούς ἀπό τήν λίμνη στό παλάτι. Ἀλλά δέν ἦταν σίγουρος ὅτι ἦταν αὐτός ὁ βασιλεύς ἤ κάποιος ἄλλος πού τοῦ ὁμοίαζε καί ἤθελε νά τόν διακωμωδίση, διότι εἶχε φορέσει καί τά βασιλικά του ροῦχα!
Σκέφθηκε νά τόν διώξη, ἀλλά φοβήθηκε μήπως αὐτός εἶναι ἀληθινά ὁ βασιλεύς, διότι ἡ φωνή καί ἡ μορφή του ἦταν δικά του, ἀλλά μέ τό ζωστικό αὐτό τό μπαλωμένο τόν ἔβλεπε πρώτη φορά. Δέν ἐγνώριζε τί νά κάνη, διότι ἤξερε πολύ καλά ὅτι τόν συνώδευσε μέ τά μουσικά ὄργανα μέχρι τό παλάτι του καί μέ ἄλλους στρατιῶτες. Καί ἐρώτησε τόν βασιλέα, τόν ὁποῖον καί κατηγοροῦσε:
-Ἔε, βασιλεῦ, δέν ἐπήγαμε ὅλοι  μαζί στό παλάτι σου; Δέν ἐφόρεσες τήν πορφύρα σου καί ἔβαλες τό στέμμα καί τό δακτυλίδι σου;  Δέν σέ δέχθηκαν καί στά ἄλλα τά χωριά μέ μουσικά ὄργανα καί μέ λουλούδια;
Καί δέν καταλάβαιναν οὔτε ὁ ἕνας, οὔτε ὁ ἄλλος τί συνέβη. Ὁπότε, ὁ σπιτονοικοκύρης, ἄφησε τόν βασιλέα σπίτι του καί ἔτρεξε στό παλάτι νά ἰδῆ τί συμβαίνει. Ὅταν ἔφθασε ἐζήτησε νά συναντηθῆ μέ τόν βασιλέα διότι ἦταν ἐπείγουσα ἀνάγκη. Ἐξῆλθε πρός συνάντησί του ἡ βασίλισσα, πρός τήν ὁποίαν εἶπε:
-Θέλω νά μιλήσω μέ τόν βασιλέα, διότι εἶναι ἕνα θέμα πολύ σοβαρό.
-Δέν γίνεται, ἀναπαύεται τώρα. Τόν ἄφησα ἤδη στό κρεββάτι του.
-Ξυπνῆστε τον, διότι πρέπει ὁπωσδήποτε νά ὁμιλήσω μαζί του.
Τότε ἐπῆγε ἡ βασίλισσα νά τόν ξυπνήση, ἀλλά ὅταν ἐπῆγε ἐκεῖ, δέν ἦταν κανείς στό κρεββάτι, παρά μόνο τά ροῦχα.
-Ἀλλοίμονο, δέν εἶναι ὁ βασιλεύς πουθενά.
Τότε τῆς εἶπε ὁ πρόεδρος καί φύλακας τοῦ χωριοῦ:
-Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι αὐτός πού ἦλθε σέ μένα στό σπίτι μου, ἀλλά φαίνεται ὅτι ἔχασε τά μυαλά του. Ἦλθε ντυμένος σάν ἕνας ζητιᾶνος καί μοῦ λέγει γιατί δέν τόν περιμέναμε νά βγῆ ἀπό τό μπάνιο του καί τόν ἀφήσαμε μέσα στό νερό.
Τότε ἐπῆγαν ὅλοι στόν βασιλέα καί τόν ἔφεραν στό παλάτι.
Αὐτός, ὅπως ἦταν κουρασμένος, ἀμέσως ἔπεσε στί κρεββάτι. Στόν ὕπνο του τοῦ ἐμφανίσθηκε ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε:
-Γιατί ἀπηγόρευσες νά διαβάζεται στίς ἐκκλησίες ὁ λόγος τοῦ Κυρίου; «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν...»; Ἐσύ δέν γνωρίζεις ὅτι ὁ Θεός  σέ ἔκαμε βασιλέα κι Αὐτός σέ μιά στιγμή μπορεῖ νά σέ βγάλη ἀπό τήν βασιλεία σου; Εἶδες πόσο γρήγορα ἐπτώχυνες, ἐάν δέν ἔχης τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου;
Καί σωφρονίσθηκε ὁ βασιλεύς καί ἀμέσως ἔδωσε ἐντολή σ᾿ ὅλη τήν ἐπικράτεια τῆς βασιλείας του νά ἐπανέλθη αὐτός ὁ στίχος τοῦ 33 ψαλμοῦ σέ κάθε ἀγρυπνία καί σέ κάθε ἀρτοκλασία. Μάλιστα ἔδωσε ἐντολή νά ψάλλεται τρεῖς φορές καί δυνατά νά ἀκούουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι: ««Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ».
Ἐμεῖς νά γνωρίζουμε ὅτι ὅλα ὅσα ἔχουμε: περιουσίες, μυαλό, γνώσεις, βαθμούς, ὑγεία καί τιμή ὅλα εἶναι δωρεές τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὅπως μᾶς τά ἔδωσε, ἔτσι μπορεῖ σέ κάθε στιγμή καί νά μᾶς τά πάρη, ἐάν δέν Τόν εὐχαριστοῦμε γιά ὅλα αὐτά καί γιά τήν πατρική πρόνοιά Του.
Ἀκόμη πρέπει νά ξέρουμε ὅτι δέν φέρει ὁ πλοῦτος τήν εὐτυχία, ἀλλά εὐτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού θ᾿ ἀποκτήση τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, διότι αὐτός θά γίνη μεγαλύτερος ἀπ᾿ ὅλους τούς βασιλεῖς τοῦ κόσμου καί θά ζήση στόν ἄπειρο αἰῶνα μέ τόν Θεό καί μέ τούς Ἁγίους Του πάντοτε.

 Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
27 Ὀκτωβρίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_6678.html

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Οἱ πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν. (Μέρος Α'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

Οἱ πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν. (Μέρος Α')
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

«Ἄνθρωποι πού ἦταν πλούσιοι ἐπείνασαν, ἐνῶ αὐτοί πού ἀναζητοῦν τόν Κύριο, δέν θά στερηθοῦν ἀπό κανένα ἀγαθό».

Ἀκοῦτε σέ κάθε ἀγρυπνία, πού γίνεται καί ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀρτοκλασίας, νά ψάλλεται μέ δυνατή φωνή ἀπό τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ ὁ κάτωθι στίχος: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ».
Γνωρίζετε, γιατί ψάλλεται αὐτός ὁ στίχος; Δέν ξέρετε, ἔε; Ἄϊντε τώρα νά σᾶς τό εἰπῶ:
Παλαιά ἦταν ἕνας βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἐπῆγε νά ἐπισκεφθῆ τήν βασιλεία του. Καί πορευόμενος, ἔφθασε σ᾿ ἕνα μοναστήρι καί μπῆκε μέσα στήν ἐκκλησία. Ἦταν ἐκεῖ μερικοί μοναχοί, οἱ ὁποῖοι ἔψαλλαν στόν χορό, ὅπως γίνεται καί στίς δικές μας ἀκολουθίες.
 Καί διαβάζοντας λοιπόν αὐτοί, ἔφθασαν καί στόν ψαλμό 33, στόν στίχο 10, ὅπου γράφεται: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ». Ἄρεσε στόν βασιλέα τό μοναστήρι, τό τυπικό τῆς ἐκκλησίας, οἱ ἀκολουθίες, ἀλλά τά λόγια αὐτά ἀπό τόν ψαλμό 33 δέν τοῦ ἄρεσαν.
Διότι αὐτός σάν βασιλεύς ἦταν πλουσιώτερος ἀπό ὅλους, εἶχε σπίτια καί ζῶα καί τσοπάνηδες καί ὅλοι τόν ἐφοβοῦντο καί τόν τιμοῦσαν σάν δεσπότη τους.

Ὁ λαός τόν τιμοῦσε σάν βασιλέα, οἱ μουσικόλαλοι τόν ἔψαλλαν, οἱ ὑπουργοί του ἐγονάτιζαν μπροστά του μέχρι τό ἔδαφος, οἱ στρατηγοί τόν ἐπαινοῦσαν, ὁ στρατός τοῦ ἔδινε δῶρα καί διαδήματα, στήν τράπεζα φαγητοῦ εἶχε τά πάντα, φαγητά καί ἀκριβά ποτά, παλάτια μέ πολλά δωμάτια, καταστόλιστα ἐνδύματα, πολύτιμες ἅμαξες μέ στολισμένα ἄλογα, τά ὁποῖα δέν εἶχε κανείς ἄλλος καί μεγάλη ἐλευθερία, σάν βασιλεύς πού ἦταν.
Ἀλλά γιά νά πτωχύνη καί νά πεινάση αὐτός, δέν μποροῦσε ποτέ νά τό σκεφθῆ, οὔτε καί ἤθελε νά τό βάλη στό μυαλό του. Καί εἶπε σ᾿ αὐτούς πού τόν ἀκολουθοῦσαν, διότι ἦταν συνηθισμένος νά διατάζη καί ὅλοι νά τόν ὑπακούουν.
-Νά σταματήση αὐτή ἡ ἀνάγνωσις. Γιατί διαβάζεται μέσα στήν ἐκκλησία; Ἀπό τώρα διατάζω νά μή διαβασθῆ ποτέ στήν ἐκκλησία αὐτός ὁ στίχος.
Ὅποιος δέν ἀκούει αὐτή τήν ἐντολή μου, νά τιμωρῆται ἀμέσως σάν ἀντίπαλος τῆς βασιλείας μου.
Καί ἀμέσως σταμάτησαν τήν ἀνάγνωσι καί ἔστειλαν στρατιωτικές ἀποστολές σέ ὅλα τά μέρη τῆς βασιλείας του νά ἀναγγείλλουν αὐτή τήν ἐντολή του. Ἀλλά βλέπετε τώρα πῶς ὁ Θεός κανόνισε νά πάρη τά διδάγματά του κι αὐτός ὁ βασιλεύς.
Δέν πέρασε πολύς καιρός ἀπό τότε πού διέταξε αὐτή τήν προσταγή καί ἐπῆγε σέ μία λίμνη νά κάνη τό μπάνιο του, διότι ἦταν καλοκαίρι καί ἤθελε νά δροσισθῆ. Ἐπῆγε σ᾿ αὐτήν τήν λίμνη μέ τήν ἀκολουθία του, τήν ἅμαξά του, μέ μουσική καί φιλαρμονική, μέ πολύ κόσμο, μέ λουλούδια, μέ παρελάσεις, σάν μέγας βασιλεύς πού ἦταν. Ἔφθασε ἐκεῖ στήν λίμνη, ἀπεκδύθηκε ἀπό τά βασιλικά ροῦχα του καί ἀπό τό στέμμα του καί  μπῆκε στό νερό νά κολυμβήση.
Τοῦ ἦλθε ὁ λογισμός νά μπῆ πιό βαθειά στήν λίμνη, ὅπου ἦταν καί ἕνα νησάκι. Ἐκεῖ στάθηκε κάτω ἀπό τόν καυστικό ἥλιο. Καί τί συνέβη; Τήν ὥρα πού ἐκεῖνος καθόταν μέσα στό νερό καί οἱ αὐλικοί του τόν ἐπερίμεναν στήν ὄχθη, ἀντί αὐτοῦ ἐμφανίσθηκε μέ τήν μορφή του, ἕνας ἄγγελος Κυρίου.
Ἐφόρεσε ὁ ἄγγελος τά βασιλικά του ροῦχα καί ὅλοι ἀνεχώρησαν γιά τό παλάτι. Ὁ ἄγγελος εἶχε τήν μορφή τοῦ βασιλέως, πού ἐπέστρεφε τώρα μέ τούς αὐλικούς του, τούς κιθαρωδούς καί ὅλους τούς συμβούλους του, ἐνῶ ὁ ἀληθινός βασιλεύς παρέμενε μέσα στήν λίμνη κοντά στό νησάκι.
Ὅταν ἦλθε τό βράδυ καί ἐχόρτασε ἀπό τό μπάνιο του ὁ βασιλεύς, ἦλθε κι αὐτός στήν ὄχθη, ὅπου ἤξερε ὅτι τόν περίμενε ἡ ἀκολουθία του, ἀλλά ἐκεῖ δυστυχῶς δέν ἦταν κανείς. Καί ὁ βασιλεύς ἦταν ἀκόμη βρεγμένος μέ τά ροῦχα τοῦ μπάνιου του. Εἶχε βραδυάσει καί ἄρχισε νά κάνη κρῦο. Αἰσθανόταν ἀκόμη καί τήν ἀνάγκη νά φάη κάτι καί νά πιῆ. Ὁ Θεός τοῦ ἔστειλε ἐπί πλέον στό κεφάλι του καί μερικά μεγάλα κουνούπια γιά νά τόν ἐνοχλοῦν.
Στεκόταν λοιπόν στήν ὄχθη καί δέν ἤξερε τί νά κάνη πρῶτα: νά ὀργισθῆ, διότι τόν ἄφησαν μόνον του καί ἔφυγαν; Νά διώχνη τά κουνούπια; Νά ζητήση κάτι νά φάη ἤ κάποιο ροῦχο ν᾿ἀλλάξη καί νά σκεπασθῆ, λόγῳ τοῦ κρύου; Αἰσθανόταν ἀκόμη καί ἐντροπή, βασιλεύς αὐτός καί νά εἶναι σχεδόν γυμνός.

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 1998
  25 Ὀκτωβρίου 2013

Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_7154.html

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος καί τό λεοντάρι. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

 Ὁ  Ἅγιος Γεράσιμος καί τό λεοντάρι
 Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ὁ Ἀδάμ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν μία εὐωδία στόν παράδεισο σάν οἰκοδεσπότης ὅλων τῶν κτισμάτων, ὥστε καί λέοντες καί λεοπάρδαλοι, τίγρεις καί πάνθηρες, ὅταν τόν ὠσμίζοντο, ἤρχοντο δίπλα στά πόδια του καί τόν ἀνεγνώριζαν γιά βασιλέα τους.
Καί ὅλη ἡ λογική κτίσις ἦταν ὑποταγμένη στόν βασιλέα πού τόν ἔπλασε ἐπάνω ἀπ᾿ὅλα αὐτά ὁ Θεός. Ὅμως ἔχασε ὁ Ἀδάμ αὐτή τήν θαυμαστή ἐπικοινωνία, ὅταν ἔσφαλε καί ὁ Θεός τόν ἔβγαλε ἔξω ἀπό τόν παράδεισο γιά τήν ἀνυπακοή του.
Τώρα τόν ἀπόγονο τοῦ ἀνθρώπου, τό λεοντάρι θέλει νά τόν σκοτώση, ἡ τίγρης θέλει νά τόν ξεσχίσει καί ὅλα τά ἄγρια ζῶα θέλουν νά τοῦ κάμουν κακό.
Κι ἔμεινε στόν ἄνθρωπο μόνο μία φλόγα ἀπό τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως παραμένει μία σπίθα μέσα στήν στάκτη, ἀπό τήν ὁποία ἀνυψώθηκε ὁ Ἀδάμ πάλι μέ τήν Ἀνάστασι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Γι᾿ αὐτό τά ζῶα φοβοῦνται ἀκόμη τόν ἄνθρωπο καί πολλά ἀπ᾿ αὐτά τόν μισοῦν, ἀπό τότε πού ἔπεσε ἀπό τήν ὑπακοή του πρός τόν Θεόν Πατέρα. Καί αὐτά παρεκτράπησαν ἀπό τήν ὑπακοή του.
Ἀλλά καί τώρα ἕνας πνευματικός ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνη σάν τόν Ἀδάμ, πρίν ἀπό τήν πτῶσι του, ὅπως ἦταν ὁ ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης, τόν ὁποῖον ὑπηρετοῦσε γιά πολλά χρόνια, ἤ τόν ἅγιο Ἀντώνιο καί ἄλλους ἕνα λιοντάρι. Ἄλλοι ἅγιοι ζοῦσαν μαζί μέ ἀρκοῦδες, μέ φίδια, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωαννίκιος ὁ Μέγας.
Τώρα θά ἀναφερθοῦμε στήν ἱστορία τοῦ ἁγίου Γερασίμου καί πῶς ἔζησε ἐπί χρόνια ἔχοντας βοηθό του ἕνα λεοντάρι.
Ὁ ἅγιος Γεράσιμος ἦταν μεγάλος ἐρημίτης καί ζοῦσε κάποτε στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ. Συνάντησε ἕνα λιοντάρι πού ἦταν τραυματισμένο στό πόδι του ἀπό ἕνα ἀγκάθι καί πονοῦσε. Ἐκύτταζε τό λεοντάρι τόν ὅσιο γέροντα μέ μάτια ἤμερα καί, ἐπειδή δέν μποροῦσε νά μιλήση, ὅμως μέ τήν ταπεινή του μορφή καί δείχνοντας τό πόδι του, τόν παρακαλοῦσε νά τό θεραπεύση.
Ὁ Γέροντας βλέποντάς το σ᾿ αὐτή τήν ἀνάγκη, γονάτισε καί ἔβγαλε ἀπό τό πόδι τοῦ θηρίου τό ἀγκάθι.
Κατόπιν ἐκαθάρισε τήν πληγή, τῆς ἔβαλε κάποια ἀλοιφή έκείνου τοῦ καιροῦ καί ἄφησε τό ζῶο νά πάρη τόν δρόμο του. Τό λιοντάρ, ἀφοῦ θεραπεύθηκε, δέν ἤθελε νά ἐγκαταλείψη τόν Γέροντα, ἀλλά περπατοῦσε σάν μαθητής του ἀπό πίσω του, ὁπουδήποτε καί νά ἐπήγαινε.
Καί ἐθαύμαζε ὁ Γέροντας γι᾿ αὐτή τήν εὐγνωμοσύνη τοῦ ζώου. Ἀπό τότε τό ἔτρεφε ο Γέροντας δίνοντάς του μερικές φορές ψωμί καί ἄλλοτε φακές καί φροῦτα. Καί εἶχαν οἱ πατέρες τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ ἁγίου Γερασίμου ἕνα γαϊδουράκι μέ τό ὁποῖο μετέφεραν τό νερό ἀπό τόν ποταμό γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν.
Καί διέταξε ὁ Γέροντας τό λεοντάρι νά προσέχη τό γαϊδουράκι. Νά τό τραβᾶ ἀπό τό καπίστρι μέχρι τό ποτάμι καί νά γυρίζη πίσω τραβώντας το. Κάποια ἡμέρα ἐφύλαγε τό λεοντάρι τό γαϊδουράκι, τό ὁποῖον ἔβοσκε χορτάρι. Ἀλλά λόγῳ καύσωνος τό λεοντάρι κοιμήθηκε λίγο, κοντά στό ζῶο. Ἐπέρασε ἀπό ἐκεῖ ἐρχόμενος ἀπό τήν Ἀραβία ἕνας ἄραβας μέ τήν καμήλα του. Εἶδε μόνο του τό γαϊδουράκι, χωρίς τσοπάνη, τό ἅρπαξε καί τό ἐπῆρε κοντά του μέ τά ἄλλα ζῶα του.
Ὅταν τό λεοντάρι ἐξύπνησε, ἀναζητοῦσε τό γαϊδουράκι καί δέν τό εὕρισκε. Κατόπιν ἦλθε στόν ἀββᾶ Γεράσιμο λυπημένο καί στενοχωρημένο, διότι εἶχε χάσει τό ζῶο. Βλέποντας ὁ Γέροντας τόν λέοντα ἐνόμισε ὅτι ἀγρίεψε καί ἔφαγε τό γαϊδουράκι. Ὁπότε τοῦ εἶπε:
-Ποῦ εἶναι τό γαϊδουράκι;
-Καί ὁ λέοντας στεκόταν σάν ἄνθρωπος, χωρίς νά μπορῆ νά μιλήση. Μόνο ἐκύτταζε κάτω.
Ὁ Γέροντας καί πάλι τόν έρώτησε:
-Μήπως τό ἔφαγες; Εὐλογημένος νά εἶναι ὁ Θεός, διότι ἀπό σήμερα ἐσύ θά κάνης τίς δουλειές τοῦ γαϊδουριοῦ, γιά τίς ἀνάγκες τῆς μονῆς.
Καί ἀπό τότε μέ ἐντολή τοῦ Γέροντος, οἱ ἀδελφοί ἐφόρτωναν τά βαρέλια τοῦ νεροῦ στήν ράχη τοῦ λεονταριοῦ, ὅπως καί παλαιότερα στό γαϊδουράκι, γιά νά μεταφέρουν νερό ἀπό τό ποτάμι.
Κάποια ἡμέρα ἦλθε στόν Γέροντα ἕνας στρατιώτης γιά προσευχή. Βλέποντας τό λεοντάρι νά μεταφέρη νερό καί μαθαίνοντας τήν αἰτία, ἔδωσε τρία χρυσᾶ νομίσματα στούς πατέρες μέ τήν παράκλησι ν᾿ ἀγοράσουν ἕνα γαϊδουράκι  γιά τίς ἀνάγκες τους καί τό λιοντάρι νά τό ἀφήσουν ἐλεύθερο.
Καί μετά ἀπό λίγο χρόνο, ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος ἀπό τήν Ἀραβία, πού εἶχε πάρει τό γαϊδουράκι, ἐπῆγε πάλι μέ τίς καμῆλες του στήν ἁγία πόλι ἱερουσαλήμ νά πωλήση σιτάρι, ἔχοντας μαζί του κι αὐτό τό γαϊδουράκι. Ἀφοῦ ἐπέρασε ἀπό τόν Ἰορδάνη, κατά σύμπτωσι, τόν συνάντησε τό λιοντάρι, τό ὁποῖον βλέποντας τό γαϊδουράκι μαζί μέ τίς καμῆλες, τό ἐγνώρισε καί μουγγρίζοντας ξαφνικά, ὥρμησε σ᾿ αὐτό. Ὁ ἔμπορος καί οἱ συνοδοιπόροι του, βλέποντας τό λιοντάρι, ἐτρόμαξαν καί ἔφυγαν  πρός ἄλλην κατεύθυνσιν.
Τό λιοντάρι πιάνοντας μέ τό στόμα του τό γαϊδουράκι ἀπό τό σχοινί του, τό ἔφερε στόν  Γέροντα μαζί μέ τρεῖς καμῆλες δεμένες πίσω ἀπ᾿ αὐτό, φορτωμένες μέ σιτάρι μουγγρίζοντας ἀπό χαρά, διότι βρέθηκε τό γαϊδουράκι πού εἶχε κλέψει ὁ ἔμπορος.
Τότε γελῶντας ὁ Γέροντας εἶπε πρός τούς ἀδελφούς:
-Ματαίως ἐμάλωσα καί ἐνοχοποίησα τόν λέοντα, νομίζοντας ὅτι αὐτός ἔφαγε τό γαϊδουράκι μας.
Καί ὠνόμασε τόν λέοντα ἀπό τότε Ἰορδάνη. Ἀπό τότε πολλές φορές ἐπήγαινε τό λιοντάρι στόν Γέροντα καί παίρνοντας τήν τροφή του ἀπό τά χέρια, δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μοναστήρι γιά πέντε χρόνια. Ὅταν ὁ Γέροντας μετέβη πρός τόν Κύριον καί ἐνταφιάσθηκε ἀπό τούς πατέρες, κατ᾿ οἰκονομίαν Θεοῦ, τό λιοντάρι δέν ἦταν στήν κηδεία του στό μοναστήρι. Ὅταν ἐπέστρεψε μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, ἀνεζήτησε τόν Γέροντά του. Καί ὁ μοναχός Σαββάτιος, μαθητής τοῦ Γέροντος Γερασίμου, βλέποντας τόν λέοντα στενοχωρημένον, τοῦ εἶπε:
-Ἔε Ἰορδάνη, ὁ Γέροντάς μας μᾶς ἄφησε ὀρφανούς καί ἐπῆγε στόν Κύριο.
Κατόπιν τοῦ ἔδωσε τροφή λέγοντάς του:
-Νά, πάρε καί φάγε!
Ἀλλά τό λιοντάρι δέν ἤθελε νά φάη τροφή. Εἶχε μία ἀνησυχία, διότι ἀναζητοῦσε τόν Γέροντα, βρυχόταν πολύ δυνατά καί ἔτρεχε μέσα ἔξω.
Τότε ὁ π. Σαββάτιος καί οἱ ἄλλοι πατέρες τό ἐχάϊδευσαν στόν ὦμο καί τοῦ εἶπαν:
-Ἔφυγε ὁ Γέροντάς μας πρός τόν Κύριο καί ἄφησε τώρα ἐμᾶς!
Ἀλλά δέν ἠμποροῦσαν νά τό καταπραΰνουν ἀπό τίς φωνές του. Καί ὅσο οἱ πατέρες ἐνόμιζαν ὅτι τό καθησυχάζουν μέ τά λόγια τους, τόσο ἐκεῖνο ἐμούγγριζε καί ἔβγαζε μεγάλες φωνές, ἄλλοτε δυνατές καί ἄλλοτε θρηνητικές.Ἦταν πολύ στενοχωρημένο διότι δέν ἔβλεπε τόν Γέροντα.
Τότε τοῦ εἶπε ὁ ἀββᾶς Σαββάτιος:
-Ἐάν δέν πιστεύεις, πᾶμε μαζί καί θά ἰδῆς ποῦ εἶναι θαμμένος ὁ Γέροντάς μας.
Καί παίρνοντάς το, ἐπῆγαν μαζί στόν τάφο τοῦ ὁσίου Γερασίμου, πού ἦταν μόνο πέντε βήματα ἔξω από τήν ἐκκλησία.
Ἀφοῦ στάθηκε ἐκεῖ δίπλα στόν τάφο ὁ ἀββᾶς Σαββάτιος, εἶπε πρός τόν λέοντα:
-Ἰδού ἐδῶ μέσα εἶναι ὁ Γέροντάς μας!
Κατόπιν τό λιοντάρι ἔκλινε τά γόνατά του ἐπάνω στό μνῆμα, δίπλα στόν ἀββᾶ Σαββάτιο, καί ἔκλαιγε κι αὐτό.
Βλέποντας τό λιοντάρι τόν ἀββᾶ Σαββάτιο νά κτυπᾶ τό κεφάλι του στό χῶμα, ἐμούγγριζε δυνατά. Καί μετά ἀπέθανε ἐπάνω στό μνῆμα τοῦ Γέροντος Γερασίμου.
Αὐτό ἔγινε, διότι ἤθελε νά μᾶς δείξη ὁ Θεός, πόση ὑπακοή εἶχαν τά θηρία πρός τόν Ἀδάμ στόν παράδεισο, πρίν τήν παρακοή του καί τήν ἔξωσί του ἀπό ἐκεῖ. Ἰδού πόσο θαυμαστά καί ἄφθονα εἶναι τά χαρίσματα τά ὁποῖα δίνει ὁ Θεός σ᾿ αὐτόν πού ταπεινώθηκε καί πώς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, τά ζῶα, τά ἐρπετά καί οἱ ἴδιοι οἱ δαίμνες, ἐάν ταπεινωθοῦν, ἀναγνωρίζουν τόν ἕνα Θεόν κατά χάριν, ὅπως ἦταν ὁ πρόγονός μας Ἀδάμ στόν παράδεισο.
Ἀπ᾿ αὐτό φαίνεται πόσο εὐαρεστήθηκε ὁ Θεός ἀπό τήν ζωή τοῦ ὁσίου Γερασίμου τοῦ Ἰορδανίτου. Ἀπό τήν νεότητά του μέχρι τά γεράματά του ὑπηρετοῦσε τόν Κύριο μέ ζῆλο καί ἐπέρασε στήν αἰώνια ζωή, ὅπου μαζί μέ τούς ἁγίους ἀναπαυόμενος δοξάζει τόν Πατέρα καί τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010
  24 Ὀκτωβρίου 2013

Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_24.html

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος προφήτης Δανιὴλ. (Μέρος Δ'). Τελευταῖο. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ


 Ὁ Ἅγιος προφήτης Δανιὴλ. (Μέρος Δ').  Τελευταῖο
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Οἱ ὑπηρέτες ὅμως εἰσῆλθαν τήν νύκτα, κατά τήν συνήθειά τους, μέ τίς γυναῖκες τους καί τά παιδιά τους καί τά ἔφαγαν καί τά ἤπια ὅλα. Τήν δεύτερη ἡμέρα ἦλθε ὁ βασιλεύς μέ τόν Δανιήλ στό τόπο τῶν θυσιῶν καί εἶπε:
-Δανιήλ, οἱ σφραγίδες εἶναι ἀπείραχτες;
Κι αὐτός ἀπήντησε:
-Ναί, βασιλεῦ, εἶναι καλά μανταλωμένες οἱ πόρτες.
Καί ἀμέσως, ὅταν ἄνοιξαν τίς πόρτες, βλέποντας ὁ βασιλεύς στά τραπέζια, ἔκραξε μέ μεγάλη φωνή:
-Θεέ Βήλ, εἶσαι μεγάλος καί δέν ὑπάρχει καμμία πονηρία σέ σένα.
Τότε ὁ Δανιήλ ἐγέλασε καί εἶπε στόν βασιλέα:
-Κύτταξε, κάτω τό δάπεδο.
Τότε ὁ βασλεύς εἶπε:
-Βλέπω πατήματα ἀπό ἄνδρες, γυναῖκες καί παιδιά.
Ὄντας ὠργισμένος ὁ βασιλεύς, διέταξε καί ἔπιασαν ὅλους τούς ὑπηρέτες τῶν εἰδώλων μέ τίς γυναῖκες τους καί τά παιδιά τους. Αὐτοί τοῦ ἀπεκάλυψαν τήν μυστική πόρτα, ἀπό τήν ὁποία ἔμπαιναν καί ἔτρωγαν τά κρέατα τῶν θυσιῶν. Καί τούς ἐθανάτωσε ὅλους ο βασιλεύς, ἐνῶ τό εἴδωλο τό ἐγκρέμισε.
Ἐκεῖ ὑπῆρχε κι ἕνας δράκοντας τόν ὁποῖον προσκυνοῦσαν οἱ Βαβυλώνιοι καί εἶπε ὁ βασιλεύς στόν Δανιήλ:

-Ἄρα γε και γι᾿ αὐτό θά εἰπῆς ὅτι εἶναι ἀπό χαλκό;
-Τότε ὁ Δανιήλ ἐπῆρε πίσσα, ξύγκι καί μαλλιά, τά ἔβρασε μαζί καί κατόπιν τά ἔριξε στό στόμα τοῦ δράκοντος, τό ὁποῖον  τρώγοντας αὐτά, ἔσκασε.
Καί τότε εἶπε ὁ Δανιήλ:
Βλέπετε τώρα ποιόν θά προσκυνᾶτε;
Ἀκούοντας οἱ ὑπηρέτες τοῦ δράκοντος αὐτά, ὠργίσθηκαν καί ξεσηκώθηκαν ἐναντίον τοῦ βασιλέως λέγοντες:
-Ὁ βασιλεύς δέχθηκε τήν πίστι τοῦ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος τοῦ κατάστρεψε τόν θεό Βήλ, ἐσκότωσε τόν δράκοντα καί ἐθανάτωσε τούς ὑπηρέτες μέ τίς οἰκογένειές τους.
Βλέποντας μετά τόν βασιλέα, τοῦ εἶπαν:
-Δός μας τόν Δανιήλ. Ἐάν ὄχι, θά σέ  σκοτώσουμε ἐσένα καί ὅλη τήν οἰκογένειά σου.
Βλέποντας ὁ βασιλεύς ὅτι ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του, ὄντες ἀγανακτισμένοι, τούς ἔδωσε τόν Δανιήλ κι αὐτοί τόν πέταξαν στόν λάκκο τῶν λεόντων, ὅπου ἔμεινε 6 ἡμέρες. Καί ἦταν μέσα στόν λάκκο ἑπτά λέοντες, στούς ὁποίους ἔδιναν κάθε ἡμέρα δύο κατάδικους, εἴτε δύο πρόβατα. Ἀλλά τότε δέν τούς ἔδωσαν τίποτε γιά νά φᾶνε μέ μανία τόν Δανιήλ.
Ὅμως ὁ Θεός ἔκλεισε τά στόματα τῶν λεόντων, ὅπως καί τήν πρώτη φορά. Καί ἦταν ὁ Δανιήλ στόν λάκκο μ᾿ αὐτά, τά ὁποῖα ἐστέκοντο δίπλα του σάν τά ἀρνάκια. Τότε ὁ προφήτης Ἀββακούμ ἦταν στήν Ἰουδαία καί ἐπήγαινε στήν πεδιάδα νά δώση τροφή στούς πεινασμένους. Καί εἶπε ὁ ἄγγελος Κυρίου στόν Ἀββακούμ:
-Πήγαινε φαγητό στήν Βαβυλῶνα στόν Δανιήλ, πού εὑρίσκεται τώρα στόν λάκκο μέ τά λιοντάρια.
-Κύριε, τοῦ εἶπε ὁ Ἀββακούμ, τήν Βαβυλώνα δέν τήν εἶδα ποτέ, οὔτε τόν λάκκο μέ τά λιοντάρια δέν ξέρω ποῦ εἶναι.
Τότε ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου τόν ἔπιασε καί τόν κατέβασε ἀπό τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ καί κρατώντας τον ἀπό τά μαλλιά τοῦ κεφαλιοῦ του, τόν ἄφησε σέ μιά στιγμή ἐπάνω ἀπό τόν λάκκο τῶν λεόντων.
Καί ὁ Ἀββακούμ ἐφώναξε:
-Δανιήλ, Δανιήλ, πάρε τό φαγητό σου πού σοῦ στέλλει τώρα ὁ Θεός!
-Καί ὁ Δανιήλ τοῦ εἶπε:
-Μέ θυμήθηκες καί μένα, Κύριε, καί δέν ἄφησες αὐτούς πού σέ ἀγαποῦν!
Καί σηκώθηκε ὁ Δανιήλ ἐπῆρε τό φαγητό του καί τό ἔφαγε. Μετά ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐπανέφερε τόν Ἀββακούμ καί πάλι στόν τόπο του.
Ὁ βασιλεύς  ἦλθε τήν ἑβδόμη ἡμέρα νά θρηνήση τόν Δανιήλ, ἀλλά, φθάνοντας ἐπάνω ἀπό τήν σπηλιά καί κυττάζοντας μέσα, εἶδε τόν Δανιήλ νά κάθεται. Τόν ἔκραξε ὁ βασιλεύς μέ μεγάλη φωνή:
-Ὁ Θεός  τοῦ Δανιήλ εἶναι μεγάλος καί δέν ὑπάρχει ἄλλος Θεός σάν καί Αὐτόν.
Κατόπιν ἔβγαλε τόν Δανιήλ, ἐνῶ τούς ἐνόχους τούς ἔριξε στόν λάκκο καί τούς ἔφαγαν τά λιοντάρια.
Ὁ Δανιήλ λοιπόν ρίχτηκε στά λιοντάρια δύο φορές καί παρέμεινε ἀνέπαφος ἀπ᾿ αὐτά. Οἱ τρεῖς νέος πετάχτηκαν μέσα στό καμίνι καί δέν τούς ἄγγιξε ἡ φωτιά οὔτε τά μαλλιά τους, παρότι τό ὕψος τῆς φλόγας εἶχε φθάσει τούς 49 πήχεις. Γιατί; Διότι ἡ πίστις, ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή τούς έγλύτωσε ἀπό τήν φωτιά, ἐνῶ ὁ Δανιήλ μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή ἔκλεισε τά στόματα τῶν λεόντων.

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010
 21 Ὀκτωβρίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_9652.html

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος προφήτης Δανιὴλ. (Μέρος Γ'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

 Ὁ Ἅγιος προφήτης Δανιὴλ. (Μέρος Γ')
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ὅταν ἄκουσε ὁ βασιλεύς αὐτόν τόν λόγο ἐθύμωσε πολύ, ἀλλά, ἐπειδή ἀγαποῦσε τὀν Δανιήλ, προσπάθησε νά τόν γλυτώση ἀπό τήν τιμωρία. Ἀλλά ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες εἶπαν στόν βασιλέα:
-Νά γνωρίζης, ὦ βασιλεῦ, ὅτι ὅλες τίς ἐντολές πού κάνεις νά μή τίς ἀλλάζης.
Τότε ὁ βασιλεύς διέταξε νά μεταφέρουν καί ρίξουν τόν Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λιονταριῶν. Ἀκόμη εἶπε ὁ βασιλεύς στόν Δανιήλ:
-Ὁ Θεός σου τόν Ὁποῖον καί ὑπηρετεῖς πάντοτε, Αὐτός νά σέ σώση ἀπό τά λιοντάρια.
Ἔτσι ἔφεραν μία πέτρα καί τήν ἔβαλαν στό στόμιο τοῦ λάκκου καί ἄνοιξε. Κατόπιν ἐσφράγισε μέ τό δακτυλίδι του καί τά δακτυλίδια τῶν αὐλικῶν του γιά νά μή κάνουν κάποιο μεγαλύτερο κακό στόν Δανιήλ οἱ συκοφάντες του. Ἦταν δηλαδή εἶδος ὅρκου. Μ᾿ αὐτό τόν ὅρκο εἶχε μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη ὁ βασιλεύς στά θηρία, παρά στούς πονηρούς καί κακούς ἀνθρώπους. Μετά ἐπῆγε ὁ βασιλεύς στό παλάτι του καί ἐξάπλωσε νηστικός, διότι ἦταν πολύ στενοχωρημένος. Ἀλλά ὁ Θεός ἔκλεισε τά στόματα τῶν λεόντων καί δέν τόν ἐστενοχώρησαν τόν Δανιήλ.
Ἀφοῦ σηκώθηκε ὁ βασιλεύς τό πρωΐ ἀπό τό κρεββάτι του, ἐπῆγε βιαστικά στόν λάκκο καί ἔκραζε ἔξω μέ δυνατή φωνή:
-Δανιήλ, δοῦλε τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, ὁ Θεός σου τόν Ὁποῖον πάντοτε ὑπηρετεῖς ἠμπόρεσε νά σέ λυτρώση ἀπό τά στόματα τῶν λεόντων;
Καί ὁ Δανιήλ ἀπήντησε στόν βασιλέα:
-Βασιλεῦ, νά ζῆς στόν αἰῶνα, ὁ Θεός μου ἔστειλε τόν ἄγγελό Του καί ἔκλεισε τά στόματα τῶν λεόντων καί δέν μέ ἐπείραξαν, διότι ἔζησα μέ δικαιοσύνη ἐνώπιόν Του καί δέν ἔπραξα καμμία ἁμαρτία ἤ σφάλμα ἐνώπιόν σου.
Τότε ὁ βασιλεύς χάρηκε πολύ γιά τόν Δανιήλ. Κατόπιν διέταξε καί τόν ἔβγαλαν ἀπό τά θηρία καί δέν εἶχε καμμία πληγή ἐπάνω του, διότι ἐπίστευε στόν Θεό του. Μετά διέταξε ὁ βασιλεύς νά συγκεντρωθοῦν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συκοφάντησαν τόν Δανιήλ. Μέ ἐντολή του ρίχτηκαν στά θηρία, καθώς οἱ γυναῖκες καί τά παιδιά τους.
Πρίν ἀκόμη φθάσουν κάτω στήν σπηλιά, τούς κατέφαγαν τά λιοντάρια καί ἔσπασαν ὅλα τά κόκκαλά τους. Τότε ὁ βασιλεύς Δαρεῖος ἔγραψε  σέ ὅλο τόν λαό καί στά γένη πού κατοικοῦσαν στήν ἐπικράτειά του:
Εἴθε νά ζῆτε μέ πολλή  εἰρήνη. Ἔδωσα ἐντολή σέ ὅλη τήν βασιλεία μου ὅτι θά πρέπει ὁ κάθε ἄνθρωπος νά φοβᾶται καί νά τρέμη τόν Θεό τοῦ Δανιήλ, διότι Αὐτός εἶναι Ἀληθινός καί αἰώνιος Θεός καί τῆς βασιλείας Του δέν ὑπάρχει τέλος, διότι πράττει σημεῖα καί θαύματα στόν οὐρανό καί στήν γῆ καί πρόσφατα έλύτρωσε τόν Δανιήλ ἀπό τά στόματα τῶν λεόντων.
Ἀπ᾿ αὐτό τό θαῦμα εἶχε ὁ βασιλεύς μεγάλη εὐλάβεια καί τιμή στόν Δανιήλ, ὅσο σέ κανέναν ἄλλον καί τόν ἔδειξε παντοῦ ὅτι εἶναι ὁ καλλίτερος φίλος του. Παρόμοια εἶχε σέ τιμή καί ἀγάπη καί τούς ἄλλους τρεῖς νέους, τόν Ἀνανία, τόν Ἀζαρία καί τόν Μισαήλ.
Μετά τόν βασιλέα αὐτόν τόν διαδέχθηκε ὁ Κῦρος ὁ Πέρσης, ὁ ὁποῖος εἶχε κι αὐτός τόν Δανιήλ σέ μεγάλη τιμή, τόν εἰχε πολύ κοντινό βοηθό του, ὁ ὁποῖος καί διέταζε τόν λαό. Ἔτσι ὁ Δανιήλ δοξάσθηκε περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους φίλους τοῦ βασιλέως.
Τότε ἦταν ἕνα εἴδωλο στούς βαβυλωνίους, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἦταν Βήλ καί ἐξώδευαν γιά τό εἴδωλο αὐτό πολύ σιτάρι, 40 πρόβατα καί 7 βαρέλια κρασί.
Ὁ βασιλεύς τό τιμοῦσε τό εἴδωλο αὐτό καί ἐπήγαινε κάθε φορά νά τό προσκυνήση. Ὅμως ὁ Δανιήλ προσκυνοῦσε τόν δικό του Θεό. Ὁπότε εἶπε μία ἡμέρα σ᾿ αὐτόν ὁ βασιλεύς:
-Γιατί καί σύ δέν προσκυνεῖς τόν θεό Βήλ;
Καί ἐκεῖνος  τοῦ εἶπε:
-Δέν προσκυνῶ εἴδωλα πού εἶναι φτιαγμένα ἀπό ἀνθρώπινα χέρια, ἀλλά προσκυνῶ τόν ζωντανό Θεό, ὁ Ὁποῖος ἔκτισε τήν γῆ καί τόν οὐρανό καί δεσπόζει ἐπάνω σέ κάθε ἄνθρωπο.
Καί ὁ βασιλεύς τοῦ εἶπε:
-Καί δέν πιστεύεις ὅτι ὁ Βήλ εἶναι ζωντανός θεός;
Καί ὁ Δανιήλ τοῦ ἀπήντησε γελῶντας:
-Μήν ἀπατᾶσαι, ὦ βασιλεῦ, διότι αὐτό πού προσκυνεῖς εἶναι χῶμα καί ἐξωτερικά ἀπό χαλκό καί δέν ἔφαγε καί δέν ἤπιε ποτέ.
Τότε ὁ βασιλεύς ὠργισμένος, ἐκάλεσε τούς εἰδωλολάτρες ὑπηρέτες του καί τούς εἶπε:
-Ἐάν δέν μοῦ πῆτε ποιός τρώγει αὐτά τά κομμάτια κρέατα, θά πεθάνετε, ἐνῶ, ἐάν θά ἀποδείξετε ὅτι ὁ Βήλ τρώγει αὐτά τά τρόφιμα κρέατα κλπ, τότε θα πεθάνη ὁ Δανιήλ, διότι ἐβλασφήμησε τόν θεό Βήλ.
Καί εἶπε ὁ Δανιήλ στόν βασιλέα:
-Νά γίνη κατά τήν ἐντολήν σου, βασιλεῦ.
Καί ἦταν 70 ὑπηρέτες στόν θεό Βήλ, ἐκτός ἀπό τίς γυναῖκες καί τά παιδιά τους. Ἐτσι, ἐπῆγαν ὁ βασιλεύς μέ τόν Δανιήλ ὄπισθεν τοῦ Βήλ, ἐνῶ οἱ ὑπηρέτες τοῦ Βήλ τούς εἶπαν:
-Ἰδού ἐμεῖς ἐξερχόμεθα ἔξω, ἐνῶ ἐσύ, βασιλεῦ, βάλε τά κρέατα καί τό κρασί, κλείδωσε τίς πόρτες καί σφράγισέ τες μέ τό δακτυλίδι σου καί ἄς ἔλθουμε αὔριο. Ἐάν δέν βρῆς ὅλα τά κρέατα τοῦ Βήλ, τότε νά πεθάνουμε ἐμεῖς.
Ἐνῶ αὐτοί εἶχαν κάνει ἄλλη μυστική εἴσοδο κάτω ἀπό τό τραπέζι τῶν κρεάτων καί ἔμπαιναν πάντοτε ἀπό ἐκεῖ καί ἔτρωγαν τά κρέατα. Καί, ὅταν αὐτοί ἐξῆλθαν, ὁ βασιλεύς ἔβαλε τά κρέατα στόν Βήλ, ὁ Δανιήλ διέταξε τούς ὑπηρέτες του νά φέρουν στάκτη καί τήν ἐκοσκίνισαν ἐπάνω σέ ὅλα τά σφαχτά, ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καί ἐξελθόντες, ἔκλεισαν τίς πόρτες, τίς ἐσφράγισαν μέ τό δακτυλίδι τοῦ βασιλέως καί ἔφυγαν.

    Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010
18   Ὀκτωβρίου 2013
Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_6843.html
 
 

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Ὁ Ἅγιος προφήτης Δανιὴλ. (Μέρος Β'). Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ



   Ὁ Ἅγιος προφήτης Δανιὴλ. (Μέρος Β')
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Οἱ συκοφάντες τους, πού ἦταν καί οἱ ὑπηρέτες τοῦ βασιλέως, δέν ἔπαυαν νά προσθέτουν καί ἄλλα ξύλα, πίσσα καί κάρβουνα στό καμίνι. Καί ἡ φλόγα τῆς φωτιᾶς ἔφθασε στό ὕψος τῶν 49 πήχεων, ὥστε ἔκαυσε κι αὐτούς πού ἦταν γύρω ἀπ᾿ αὐτήν. Ἀλλά Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε ἀνάμεσα σ᾿ αὐτούς τούς νέους καί διεσκόρπισε τίς φλόγες τῆς φωτιᾶς. Ἡ φλόγα μετετράπη σέ δροσιά καί δέν ἄγγιξε τούς νέους, οὔτε στά κεφάλια τους. Γι᾿ αὐτό οἱ νέοι ἔμεναν μέσα στήν φωτιά ψάλλοντες καί δοξολογοῦντες τόν Θεό, χωρίς κάποια στενοχώρια ἤ ἀγωνία γιά τήν ζωή τους.
Ἰδού πῶς ἔψαλλαν τόν Θεό:
-Εὐλογημένος νά εἶναι ὁ Κύριος καί Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν, ὁ Ὑπερένδοξος καί Ὑπερυψούμενος στούς αἰῶνες. Διότι, ὅλα ὅσα ἔκαμες, Κύριε, γιά ἐμᾶς, εἶναι δίκαια καί τά ἔργα σου εἶναι ἀληθινά καί οἱ δρόμοι σου ἀληθινοί...Ὅλες αὐτές οἱ δοξολογίες τῶν νέων εὑρίσκονται στό βιβλίο τοῦ προφήτου Δανιήλ.
Ἀκούοντας ὁ Ναβουχοδονόσορας νά ψάλλουν αὐτοί οἱ τρεῖς νέοι μέσα στό καμίνι, ἐξεπλάγη καί ἀποροῦσε. Ἔπειτα σηκώθηκε γρήγορα καί εἶπε στούς ἄρχοντές του:
-Ἄρα γε δέν ἐρίξαμε τρεῖς νέους μέσα στό καμίνι τῆς φωτιᾶς;
-Καί τοῦ ἀπήντησαν οἱ αὐλικοί του:
Ἀλήθεια, βασιλεῦ, τρεῖς ἐρίξαμε.
Καί ὁ Βασιλεύς τούς εἶπε:
-Ἰδού, ἐγώ βλέπω τέσσαρεις νέους ἄνδρες λυμένους, πού περπατοῦν μέσα στό μέσον τῆς καμίνου καί δέν ἔχουν πάθει τήν παραμικρά βλάβη, ἐνῶ ἡ μορφή αὐτοῦ τοῦ τετάρτου νέου εἶναι λαμπρά καί ὁμοιάζει μέ θεόν.
Τότε ἦλθε ὁ Ναβουχοδονόσορας στό στόμιο τῆς καμίνου καί εἶπε:
-Δοῦλοι τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, ἐξέλθετε ἀπό τήν φωτιά καί ἐλᾶτε ἐδῶ.
Καί ἐξῆλθαν οἱ νέοι ἀπό τό μέσον τῆς φωτιᾶς. Τότε συγκεντρώθηκαν τοπάρχες, μικροί ἡγεμόνες καί σωματοφύλακες τοῦ βασιλέως γιά νά τούς ἰδοῦν καί πῶς δέν ἐκάησαν τά σώματά τους, οὔτε ἀκόμη τά μαλλιά τῶν κεφαλιῶν τους. Ἀκόμη δέν εἶχαν τήν μυρωδιά τῆς καμίνου, ἀλλά μία ἀλλοιώτικη εὐωδία. Τότε ὁ βασιλεύς ἐπροσκύνησε τόν Θεό μπροστά τους καί εἶπε:
Εὐλογημένος νά εἶναι ὁ Θεός πού ἔστειλε σ᾿ αὐτούς τούς νέους τόν ἄγγελό Του καί ἔσωσε τούς δούλους Του, οἱ ὁποῖοι ἤλπιζαν σ᾿ Αὐτόν. Κι ἐγώ διατάζω τώρα ὅλος ὁ λαός, τά γένη, τά ἔθνη καί κάθε γλῶσσα, πού θά βλασφημήση τό Ὄνομα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, θά ὁδηγηθῆ στήν ἀπώλεια καί τά σπίτια τους θά λεηλατηθοῦν, διότι δέν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, ὁ Ὁποῖος ἠμπορεῖ νά σώση.
Καί οἱ τρεῖς αὐτοί νέοι ἀπήλαυσαν μεγάλων τιμῶν ἀπ᾿ὅλους τούς ἀνθρώπους, γι᾿ αὐτή τήν πίστι τους μέχρι θανάτου στόν ἀληθινό Θεό.
Μετά τόν Ναβουχοδονόσορα ἐβασίλευσε ὁ Δαρεῖος, ὁ ὁποῖος καί κράτησε τόν Δανιήλ πολύ χρόνο κοντά του. Αὐτός ὁ βασιλεύς διώρισε στήν βασιλεία του 120 ἐπάρχους καί τόν Δανιήλ ἀνώτερον ἀπ᾿ ὅλους, διότι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν ἐπάνω του.
Οἱ ἔπαρχοι αὐτοί ζητοῦσαν νά εὕρουν κάποια ἐνοχή στόν Δανιήλ, ἀλλά δέν εὕρισκαν οὔτε ἐνοχή, οὔτε κάποια ἁμαρτία, διότι ἦταν πιστός στόν Θεό.
Τότε σκέφθηκαν νά τόν συλλάβουν ὡς ἑξῆς. Ἐπῆγαν στόν βασιλέα καί τοῦ εἶπαν:
-Μεγάλε βασιλεῦ Δαρεῖε, νά ζῆς στούς αἰῶνες. Νά γνωρίζης ὅτι συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ ἔπαρχοι τοῦ ἀπεράντου κράτους σου γιά νά πάρης μία βασιλική ἀπόφασι: Ὅποιος θά κάνη προσευχή σέ ἄλλο θεό, ἤ σέ ἄλλο ἄνθρωπο, ἐκτὀς ἀπό σένα, νά ρίχνεται στόν λάκκο τῶν λεόντων γιά τροφή τους. Ὁπότε δώσε τήν διαταγή αὐτή, ἔτσι ὥστε νά μή τήν καταπατᾶ κανείς.
Τότε ὁ βασιλεύς Δαρεῖος, μή κατανοώντας τήν πονηρή συμβουλή τους, διέταξε καί ἔγραψε αὐτή τήν ἐντολή.
Ὅταν ὁ Δανιήλ ἄκουσε αὐτή τήν ἐντολή, μπῆκε στό δωμάτιό του καί τρεῖς φορές τήν ἡμέρα προσευχόταν στόν Θεό, ὅπως ἔκανε καί παλαιότερα. Τότε μερικοί ἄνδρες πού τόν παρακολουθοῦσαν, τόν εἶδαν νά κάνη προσευχή στόν Θεό του. Ἀμέσως ἦλθαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καί τοῦ εἶπαν:
-Ἔνδοξε βασιλεῦ, δέν διέταξες, κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος προσκυνεῖ  ἄλλον θεόν, ἐκτός ἀπό σένα, νά ρίχνεται στόν λάκκο των λεόντων;
Καί ὁ βασιλεύς τούς εἶπε:
-Εἶναι ἀληθινός αὐτός ὁ λόγος μου καί ἡ ἐντολή ἔχει δοθῆ.
Τότε τοῦ εἶπαν οἱ συκοφάντες:
-Ὁ Δανιήλ δέν ὑποτάσσεται στίς ἐντολές σου, διότι τρεῖς φορές τήν ἡμέρα κάνει προσευχή στόν δικό του Θεό.

  Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010

Ἀναβάσεις
  14 Ὀκτωβρίου 2013

Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_4817.html