Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Μάρκος Μανώλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Μάρκος Μανώλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Ὁ πλούσιος καὶ ὁ πτωχὸς Λάζαρος. Κυριακή Ε΄Λουκᾶ. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη

Ὁ πλούσιος καὶ ὁ πτωχὸς Λάζαρος

 Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

Μεγάλη ἡ ἀντίθεσις μεταξύ τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου, ὅπως τήν περιέγραψε ἡ εὐαγγελική περικοπή. Ὁ πλούσιος ὅσο ζῆ ἀπολαμβάνει τήν ἡδονή σέ ὅλες τίς μορφές, ἤτοι τήν φιλαργυρία («ἦν πλούσιος»), τήν φιλοδοξία («ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καί βύσσον») καί τήν φιληδονία («εὐφραινόμενος καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς»), μετά ὅμως τόν θάνατόν του ἀπολαμβάνει τήν ὀδύνη. «Ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ», ἔλεγε ὁ ἴδιος.
᾽Αντίθετα ὁ πτωχός Λάζαρος, ὅσο εἶναι στή γῆ, ἀπολαμβάνει τήν ὀδύνη, μετά θάνατον ὅμως βιώνει τήν πνευματική ἡδονή, ἀφοῦ ζῆ στούς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ. Σέ πλεονεκτικώτερη θέσι βρίσκεται ὁ πτωχός Λάζαρος.
Ἡ σύνδεσί του μέ τήν πραγματική ζωή τόν κάνει ἐπώνυμο, ἐνῷ ὁ πλούσιος, πού συνδέεται μέ τήν παροῦσα ζωή καί εἶναι ἀποκομμένος ἀπό τήν αἰωνιότητα, εἶναι ἀνώνυμος.
Ἡ ἀγάπη πρός τόν πλοῦτο, πού καταντᾶ εἰδωλολατρία, διαφθείρει κυριολεκτικά τόν ἄνθρωπο. Θά πρέπει ὅμως νά γίνουν δύο ἀπαραίτητες διευκρινίσεις πάνω στό μεγάλο θέμα τῆς ἀντιθέσεως μεταξύ πλουσίων καί πτωχῶν.
 Πρῶτον. Ἡ σωτηρία τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου καί ἡ καταδίκη τοῦ πλουσίου δέν σημαίνει, πώς γιά νά σωθῆ κανείς πρέπει νά εἶναι πτωχός ἤ κάθε πλούσιος καταδικάζεται. Ἄν αὐτή ἦταν ἡ χριστιανική τοποθέτησι, τότε δίκαια θά κατηγορεῖτο ὁ Χριστιανισμός ὅτι εἶναι τό ὄπιο τοῦ Λαοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν βλέπει ἐξωτερικά τό θέμα τοῦ πλούτου, ἀλλά προσπαθεῖ νά εἰσέλθη στό βάθος. Δηλαδή ἐπιδιώκει νά ἀπαλλάξη τόν ἄνθρωπο ἀπό τό μεγάλο ἁμάρτημα τῆς φιλαργυρίας, πού εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχη σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀδιάκριτα ἄν εἶναι πλούσιοι ἤ πτωχοί.
 Ὁ πλούσιος ἀπό φιλαργυρία κρατᾶ ὅλα τά ὑλικά ἀγαθά καί διακατέχεται ἀπό ἄγχος νά τά αὐξήση καί ὁ πτωχός ἀπό φιλαργυρία γκρινιάζει καθημερινά καί ἀποβλέπει στήν ἀπόκτησι τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἐπίσης ὑπάρχουν πλούσιοι, πού δέν εἶναι φιλάργυροι.
 Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἑρμηνεύοντας τήν σημερινή περικοπή λέγει: «Ὁ Ἀβραάμ γάρ πλούσιος ἦν, ἀλλά καί διά τήν φιλοθεΐαν καί τήν εὐσπλαγχνίαν καί τήν φιλοξενίαν οὐ μόνον ἐσώθη, ἀλλά καί τόπος τῶν σωζομένων ἐγένετο».
Ἀκόμη ὑπάρχουν πτωχοί, πού εἶναι σκληροί καί ὡς ἐκ τούτου, δέν ἐξασφαλίζουν τήν σωτηρία τους. Τό θέμα εἶναι νά ἀπαλλαγῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν φιλαργυρία, πού δέν εἶναι ἐξωτερική πρᾶξι, ὅσο ἐσωτερική ἐπιθυμία.
Δεύτερον: Τό θέμα τῶν πλουσίων καί τῶν πτωχῶν τό βλέπει ἡ Ἐκκλησία ἀπό τήν πνευματική πλευρά. Πλούσιος δέν εἶναι αὐτός, πού ἔχει χρήματα καί κτήματα, ἀλλά αὐτός πού ἔχει τόν Χριστό, πού εἶναι τό μόνον ἀγαθό. Πτωχός δέν εἶναι αὐτός πού στερεῖται τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλά αὐτός πού στερεῖται τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτσι ἑρμηνεύει ὁ Μέγας Βασίλειος τό χωρίο «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν, οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ». Τά ὑλικά ἀγαθά, λέγει, δέν εἶναι στήν πραγματικότητα ἀγαθά, ἀφοῦ μέ κόπο ἀποκτοῦνται καί μέ κόπο συγκρατοῦνται. Τό μόνον τελειότατον ἀγαθόν εἶναι ὁ Θεός.
Ἄλλωστε περιγράφοντας ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τά χαρακτηριστικά τῆς ἀποστολικῆς ζωῆς λέγει: «ὡς πτωχοί πολλούς δέ πλουτίζοντες, ὡς μηδέν ἔχοντες καί τά πάντα κατέχοντες». Ἐν Χριστῷ, λοιπόν, εἶναι κανείς πάμπλουτος, ἀφοῦ ἔχει τήν αἰωνιότητα. Χωρίς τόν Χριστό εἶναι κανείς πάμπτωχος, ἔστω καί ἄν ἔχει στήν ἐξουσία του ὅλον τόν κόσμο.

  Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φυλ. 1996, 1 Νοεμβρίου 2013

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_3238.html

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ἡ Ἁγία Παρασκευή. Ἡ παρθένος, ἡ ἀπόστολος καί μάρτυς. Ἀρχιμ. Μάρκου Κ. Μανώλη

Ἡ Ἁγία Παρασκευή. Ἡ παρθένος, ἡ ἀπόστολος καί μάρτυς. *

Ἀρχιμ. π. Μάρκου Κ. Μανώλη

Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι θά δεχθοῦν τήν παρθένο, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι θά δεχθοῦν τήν ἀπόστολο καί οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες θά ὑποδεχθοῦν τήν μάρτυρα.
Ὅλοι στό πρόσωπο τῆς ἐνδόξου ὁσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευῆς, πού ἑορτάζομε, πρόκειται νά συνδυάσουν αὐτά τά τρία μεγάλα καί θαυμαστά, ὅτι δηλαδή ὑπῆρξε παρθένος καί ἀκόμη δέν κράτησε τόν θησαυρό τῆς πίστεως μόνο διά τόν ἑαυτόν της, ἀλλά ἐργάσθηκε μέσα σέ πολύ μεγάλες δυσκολίες τόν 2ο αἰώνα μετά Χριστόν, μέσα στό σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας, διά νά λάμψη ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μας, τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου καί σέ ἄλλες ψυχές καί ἔτσι ἀνεδείχθη καί Ἀπόστολος καί ἐν τέλει ἐπεσφράγισε αὐτήν τήν ὡραία, τήν ἀγγελική, τήν καθαρά καί πνευματικότατη ζωή μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου, ὥστε νά ἀναδειχθῆ καί μάρτυρας.

 Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅλη αὐτή ἡ ἀγάπη, ὅλη ἡ ἀφοσίωση τῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων χριστιανῶν πρός τό πρόσωπο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Εἶναι ἀδύνατον νά μή συγκινηθῆ εὐσεβής ψυχή ἀπό τούς ἀγῶνες, ἀπό τήν παρθενία, ἀπό τόν ζῆλο γιά τήν διάδοση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου καί ἀπό τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καί ἐπειδή ἀξιώθηκε αὐτῶν τῶν μεγάλων δωρεῶν ἔλαβε ἡ Ἁγία Παρασκευή ἀπό τόν δίκαιο καί ἀπροσωπόληπτο Θεό τόσον ὅταν εὑρίσκετο σ᾽ αὐτήν τήν ζωή ὅσον καί μετά τήν κοίμησή της τήν χάρη τῶν ἰαμάτων, νά κάνη πλῆθος θαυμάτων καί ἰδιαιτέρως νά θεραπεύη τούς πάσχοντες ἀπό ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν.
 Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός λέγει ὅτι ἡ Ἁγία Παρασκευή εἶναι παράδειγμα γιά ἐκεῖνες τίς ψυχές, πού ἔφεραν τά ἑκατό. Ὅπως δηλαδή ρίχνουμε ἕνα σπόρο μέσα στήν γῆ, ἕνα σιτάρι καί περιμένουμε νά βλαστήση νά φέρη, πολλαπλάσιο καρπό καί ἄλλος φέρει τά τριάκοντα, ἄλλος φέρει τά ἑξήκοντα καί ἄλλος φέρει τά ἑκατό, στήν προκειμένη περίπτωση ἡ εὐσέβεια, ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀφοσίωση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στόν Κύριό μας ἔφερε τόν ἑκατονταπλασίονα καρπό. Εἶναι ἔξοχος πραγματικά ἡ περιγραφή, πού ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός διά τήν Ἁγία Παρασκευή, πῶς δηλαδή ἐκείνη ἀγωνίσθηκε. Ἦτο βεβαίως παρθένος, ἀλλά δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνα τυχαῖο γεγονός, ἀλλά καρπός τῆς ταπεινώσεως καί τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ.
 “Μείνασα ὀρφανή”, μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, “ἐμοίρασε ὅλη της τήν περιουσία στούς φτωχούς καί μ᾽ αὐτά ἀγόρασε τόν παράδεισο καί μετεχειρίζετο ὡς φτιασίδια τά δάκρυα ἐνθυμουμένη τάς ἁμαρτίας της. Ὡς σκουλαρίκια εἶχε τά ὦτα της ἀνοικτά, διά νά ἀκούη τάς Ἁγίας Γραφάς. Ὡς κορδόνι εἶχε τάς πολλάς νηστείας, ὅπου ἔκαμνον τόν λαιμόν της καί ἔλαμπε ὡς ὁ ἥλιος. Ὡς δακτυλίδια τούς κόμβους τῶν δακτύλων της ἀπό τάς πολλάς μετανοίας, ὅπου ἔκαμνε. Ὡς χρυσοῦν ζωνάριον τήν παρθενίαν, ὅπου ἐφύλαξεν εἰς ὅλην της τήν ζωήν. Ὡς φόρεμα τήν ἐντροπήν, ὅπου εἶχε εἰς τόν ἑαυτόν της καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ὅπου τήν ἐσκέπαζε. Ἔτσι ἐστολίζετο ἡ ἁγία.
Ἀνίσως καί εἶναι κανένα κορίτσι καί θέλει νά στολίζεται, ἄς στοχασθῆ τί ἔκαμνε ἡ ἁγία καί νά κάμνη καί ἐκείνη ἄν θέλη νά σωθῆ». Αὐτή, ἀδελφοί μου, θά μποροῦσε νά πῆ κανείς εἶναι ἡ καλλιτέρα τιμή καί μίμηση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅτι δηλαδή, ὅπως ἐκείνη μέσα σέ δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες περιπτώσεις καί καιρούς ἐφύλαξε τήν παρθενία της, ἔζησε τόν ἁγνό καί παρθενικό βίο, ἔτσι καλούμεθα καί ἐμεῖς μέ τούς τρόπους, πού ἀκούσαμε προηγουμένως, τούς ἀσκητικούς τρόπους, πού ἀκούσαμε ἀπό τόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό νά ἀγωνισθοῦμε εἴτε μέσα στήν συζυγική ζωή εἴτε στήν μοναχική καί παρθενική ζωή, γιά νά φυλάξουμε σωφροσύνη, γιά νά φυλάξουμε καθαρότητα ζωῆς, γιά νά μποροῦμε νά δοῦμε τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας. Παράλληλα ὅμως, ὅπως ἡ ἁγία ἀγωνίσθηκε γιά νά δοθῆ, γιά νά μεταφερθῆ, γιά νά μεταλαμπαδευθῆ αὐτή ἡ πίστη σέ ἄλλες ψυχές, ἔτσι καλούμεθα καί σήμερα, πού μολονότι ἔχουν περάσει δέκα ὀκτώ αἰῶνες ἀπό τότε πού ἔζησε καί ἐμαρτύρησε ἡ Ἁγία Παρασκευή, ὅμως δυστυχῶς μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι μοιάζει πολύ μέ τήν ἐποχή της καί ἔχομε μιά ὀπισθοχώρηση καί ἀποχριστιανισμό καί νεοειδωλολατρία, ὅπως ἦταν κατά τήν ἐποχή τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.
Δι᾽ αὐτό εἶναι ἐπιβεβλημένο καί μέ τό παράδειγμα καί μέ τόν λόγο νά φέρουμε τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου…
Ἔτσι, ἐάν ζοῦμε μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις θά εἶναι πράγματι ἡ χάρη τοῦ Κυρίου μέσα μας πλούσια, γιά νά μᾶς ἐνισχύη καί στίς δύσκολες ὧρες τῆς καλῆς ὁμολογίας. Καί εἶναι ἀνάγκη καί στίς σημερινές ἡμέρες νά ἀκούγεται καί νά ἀντηχῆ ὁ λόγος ὁ πνευματικός, ὁ παρηγορητικός, νά δίδεται ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅταν περνᾶμε ἀπό τίς Ἐκκλησίες, ἡ προσευχή μας, ὅταν καθώμαστε νά φᾶμε, ἡ προσευχή μας ὅταν σηκωνώμεθα ἤ ὅταν πρόκειται νά κατακλιθοῦμε, εἶναι πράγματι σημεῖα τῆς καλῆς ὁμολογίας.
 Ἀκόμη οἱ ἀγῶνες γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς πίστεώς μας στίς ἐπιθέσεις πού γίνονται ἀπό τούς ἀντιχρίστους, ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀπό ὅλους ἐκείνους τούς ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, τούς προτεστάντες, τούς παπικούς ἤ καί τούς γκουρού καί τίς ἄλλες ψευδοθρησκεῖες, πού μᾶς ἔρχονται ἀπό τήν Ἀνατολή, θά εἶναι μία βακτηρία πραγματικά κατάλληλος γιά τήν καλή ὁμολογία ἡ μίμηση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Εἴθε καί ἐμεῖς νά ζηλέψουμε κατά κάποιο τρόπο αὐτό τό ὡραῖο τρίπτυχο, τό ὁποῖον εἶχε ἡ Ἁγ. Παρασκευή: τήν παρθενία, τόν ζῆλο γιά τήν διάδοση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, τήν ἀποστολικότητα καί τήν καλή ὁμολογία τῶν μαρτύρων καί μέ τίς πρεσβεῖες της νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς καλοῦ τέλους, καλῆς ὁμολογίας καί τῆς Οὐρανίου Βασιλείας. Ἀμήν.

* Ὁμιλία εἰς τόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Γεωργίου Διονύσου
Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1985 26 Ἰουλίου 2013

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/07/blog-post_26.html

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Κυριακὴ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη



Κυριακὴ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

Στὸ προσκλητήριο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ νὰ ἀφήσουν τὰ δίκτυα, νὰ ἀφήσουν τὴν τέχνη τῆς ἁλιείας καὶ νὰ γίνουν ψαράδες ἀνθρώπων, δὲν ὀλιγωροῦν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ποὺ ἐκλήθησαν σήμερα στὸ σπουδαῖο, στὸ μέγα Ἀποστολικὸ ἔργο, ἀλλὰ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν Αὐτόν.
Εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσαν ὄχι μόνο οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ζήσουν πάνω στὰ πράγματα τὴ ζωὴ τὴν χριστιανική. Αὐτὸ ἐφήρμοσαν καὶ μυριάδες ὁσίων Πατέρων, τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε σήμερα, ποὺ μετέβησαν καὶ ἀσκήθηκαν ἐν πολλοῖς στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιοχές, ἔξοχα πνεύματα, μεγάλοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὅλες τὶς προϋποθέσεις καὶ ὅλα τὰ προσόντα νὰ διαπρέψουν σὲ κάθε τομέα τῆς τέχνης ἢ τῆς ἐπιστήμης, φίλοι τῶν μεγάλων ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς, ἀρνήθηκαν τὰ πάντα, τὰ ἐθεώρησαν σκύβαλα, προ κειμένου νὰ κερδίσουν τὸν Χριστό, προκειμένου νὰ ἀκολουθήσουν Αὐτόν.
 Αὐτὴ ἡ λέξη «οἱ δὲ εὐθέως ἠκολούθησαν Αὐτῷ» θὰ πρέπει νὰ μᾶς συνέχη καὶ μᾶς. Ἆραγε ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ μάλιστα χωρὶς ἀναβολές, χωρὶς καθυστερήσεις, χωρὶς ἐπιβραδύνσεις ἢ ὅταν λέμε ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ τί σημαίνει; Μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ ἀπὸ μία ἄλλη φράση, ποὺ ἔχει πῆ ὁ Κύριός μας «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάτω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι».
Αὐτὴ ἡ λέξη «ἀκολουθήτω μοι» σημαίνει ὅτι συμμορφώνομαι μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή, μὲ ὅλη μου τὴν διάθεση, μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, σ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ Κύριός μας. Αὐτὸ προσπάθησαν νὰ ζήσουν οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν καρπὸν πολλαπλάσιον.
Αὐτὸ εἶναι αἴτημα καὶ τῆς ἐποχῆς μας, διότι ὅπως ἀναφέρεται κάπου, σ᾽ ἕνα ἱερὸ βιβλίο, πολλοὶ ἄνθρωποι λένε ὅτι θὰ μετανοήσουν, πολλοὶ ἄνθρωποι λένε ὅτι θὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ μετάνοιά τους δὲν εἶναι ἀποφασιστική, δὲν εἶναι ἄμεσος, ὅπως ἦταν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀντιθέτως ὑπῆρξαν εὐλογημένες ψυχές, ὅπως οἱ σημερινοὶ ἑορτάζοντες Ἅγιοι Πατέρες τοῦ Ἄθω καὶ ὁ Ὅσιος Σισώης, ὁ ὁποῖος παρακαλοῦσε γιὰ λίγο χρόνο μετανοίας στὸ τέλος τῆς ζωῆς του καί, ὅταν ἐκοιμήθη, ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του σὰν τὸν ἥλιο.
Ὑπῆρξαν αὐτὲς οἱ εὐλογημένες ψυχές, οἱ ὁποῖες δὲν ἀμέλησαν δὲν καθυστέρησαν καθόλου γιὰ τὴν σωτηρία τους, διὰ τὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας, ἀλλὰ εὐθέως μὲ ὅλη τους τὴν καρδιὰ καὶ μὲ ὅλη τους τὴν προθυμία ἀμέσως ἀκολούθησαν τὸν Κύριο καὶ προσπάθησαν ὅσο τὸ δυνατὸν νὰ συμμορφωθοῦν καὶ νὰ ζήσουν σύμφωνα μὲ τὶς ἅγιές Του ἐντολές.
Αὐτὴ τὴν λέξη ἂς τὴν βάλλουμε καὶ ἐμεῖς μέσα στὴν καρδιά μας. Στὸ προσκλητήριο ποὺ μᾶς κάνει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, νὰ μὴ ἀναβάλλουμε γιὰ τὴν μετάνοιά μας, ἀλλὰ εὐθέως καὶ ἐμεῖς νὰ προσπα- θοῦμε νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν Κύριο καὶ νὰ τηροῦμε τὰς ἁγίας Αὐτοῦ ἐντολάς.


* Ὁμιλία εἰς τὸν Ἱ. Ν. Ἁγ. Γεωργίου Διονύσου 6/7/86.

Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1982, 5 Ἰουλίου 2013


http://anavaseis.blogspot.gr/2013/07/blog-post_2451.html

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη

Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ

Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ σήμερον αὐτὴν τὴν ζωοφόρον Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.Εἶναι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου μας «ἑορτὴ ἑορτῶν» καὶ «πανήγυρις πανηγύρεων».
Εἶναι τὸ στεφάνωμα τῆς ἐν Χριστῷ τελεσθείσης σωτηρίας μας. Εἶναι ἡ τελεία ἐξαφάνισις τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ἐπάνοδος τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἀρχαίαν μακαριότητα.
 Εἶναι ἡ ἐπάνοδός μας εἰς τὴν πρὸ τῆς παρακοῆς κατάστασιν καὶ ἡ μετοχή μας εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Εἶναι τὸ ἀληθινὸν Πάσχα.
Ὅπως οἱ δοῦλοι Ἰσραηλῖται ἔφυγαν ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ Φαραώ, ἔτσι καὶ ἐμᾶς τώρα ὁ Ἀναστὰς Κύριος μᾶς ἠλευθέρωσεν ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ νοητοῦ Φαραώ, τοῦ Διαβόλου καὶ ἐφύγαμεν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον τῶν παθῶν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, εἰς τὴν ἀληθινὴν ζωὴν ἐν Χριστῷ.
Ἀπὸ τὸν θάνατον τῆς ἁμαρτίας μετέβημεν εἰς τὴν ἀληθινὴν ζωὴν καὶ ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ Ἅδου εἰς τὸν οὐρανὸν τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ὁ Ἀναστὰς Κύριος μᾶς ἔδωσε τὴν ἐξουσίαν νὰ γίνωμεν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Ἐνῶ προηγουμένως εἴμεθα παιδιὰ τῆς ἁμαρτίας, τέκνα τοῦ Διαβόλου, τέκνα τοῦ σκότους, υἱοὶ τῆς ἀπωλείας. Τὴν σωτηρίαν μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, τὴν υἱοθεσίαν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τὴν μετοχὴν τοῦ πληρώματος τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀληθείας, ποὺ μᾶς ἐχάρισεν ὁ Κύριος, ἔχομεν τὴν βεβαίαν ἐλπίδα ὅτι ἀπολαμβάνομεν, διότι εἴδομεν αὐτὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν,νικήσαντα τὸν θάνατον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε τὸ ὀψώνιον τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἐξωτερικὴ ἐκδήλωσις, διότι ἡμαρτήσαμεν.

Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριός μας διὰ τῆς Ἀναστάσεώς του ἐνίκησε τὸν θάνατον εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἐνίκησε τὴν ἁμαρτίαν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα εἶναι ὁ θάνατος.Καθὼς ὁ Ἀδάμ, λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὅταν ἡμάρτανε ἐξεπροσώπει ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα καὶ δι’αὐτοῦ ἡμάρτανε ὅλη ἡ ἀνθρωπότης καὶ κατεδικάζετο ν’ἀποθνήσκη, ἔτσι καὶ ὁΧριστὸς νικῶν τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἀνιστάμενος ἐκ νεκρῶν ἐξεπροσώπει ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα. «Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται (Α´ Κορ. ιε´ 22).
Διὰ τοῦτο βλέποντες εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου τὴν νίκην κατὰ τῆς ἁμαρτίας, ἕν ὀφείλομεν νὰ πράττωμεν. Νὰ ἑορτάζωμεν τὴν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ὡς ἡμέρα τῆς ἰδικῆς μας νίκης κατὰ τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἰδικὴν μας ἀνάστασιν.

* * *

 Ἐνικήσαμεν τὴν ἁμαρτίαν διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.Καὶ ποία ἄλλη ἑορτὴ δύναται νὰ εἶναι προσφιλεστέρα δι’ ἡμᾶς ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς νίκης κατὰ τῆς ἁμαρτίας; Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ αἰτία ὅλης τῆς δυστυχίας μας.
Ἡ τύψις τῆς συνειδήσεως, ὅλαι αἱ λῦπαι, ἱδρῶτες, στεναγμοί, πόνοι, ἀσθένειαι, στερήσεις, ἀπογοητεύσεις, θάνατοι, κάθε κακόν, μίση καὶ πόλεμοι, πηγὴν ἔχουν τὴν ἁμαρτίαν. Αὐτὴ μᾶς ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸν προορισμόν μας, ποὺ ἐπλάσθημεν.
Αὐτὴ μᾶς ἐστέρησε τὴν ἐπικοινωνίαν μὲ τὸν Θεὸν καὶ τὴν κατ’ αὐτὴν μακαριότητα· ἀπὸ τὴν συνεχῆ χαράν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπλάσθημεν.
 Καὶ τόσον ἐπέσαμεν χαμηλὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ὥστε ἐχρειάσθη νὰ ἔλθη ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος καὶ νὰ μᾶς σηκώση διὰ τῆς σταυρικῆς του θυσίας καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του «θανάτῳ θάνατον πατήσας». Διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία ὥρισεν ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα νὰ πανηγυρίζωμεν τὴν ἁγίαν Ἀνάστασιν, ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐτὴν ἐπὶ σαράντα ἡμέρας συνεχῶς καὶ κάθε Κυριακὴν τοῦ ἔτους. Ἡ Ἀνάστασις εἶναι ἡ ἀφετηρία ὄχι μόνον τοῦ θριάμβου κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, ἀλλὰ καὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πρὸς κατόρθωσιν τῆς ἀρετῆς.
 Ἡ Ἀνάστασις ἐπὶ πλέον εἶναι ἐγγύησις καὶ τῆς ἰδικῆς μας ἀναστάσεως ἀπὸ τοῦ αἰωνίου θανάτου κατὰ τὴν δευτέραν καὶ ἔνδοξον τοῦ Κυρίου παρουσίαν, ὁπότε θὰ βασιλεύσωμεν ἐν Οὐρανοῖς μετ’ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου.
Διὰ νὰ γίνουν ὅμως αὐτὰ καὶ πραγματικότης εἰς τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι ἀνάγκη κάθε πιστὸς χριστιανὸς νὰ ἀφήσῃ τὸν διάβολον καὶ τὰ ἔργα τὰ διαβολικὰ καὶ νὰ ζήσῃ τὴν καινούργια ζωή, ποὺ μᾶς ἐχάρισεν ὁ Ἀναστὰς Κύριος.
Νὰ ἀφήσῃ τὴν ἁμαρτίαν, ποὺ εἶναι παρὰ φύσιν καὶ νὰ ἀγωνισθῇ διὰ τὴν κατόρθωσιν τῆς ἀρετῆς, ποὺ εἶναι κατὰ φύσιν. Νὰ μισήσῃ τὴν κακίαν, ὅπως ὁ Δαβίδ, ποὺ ἔλεγε «ἀδικίαν ἐμίσησα καὶ ἐβδελυξάμην» καὶ ἀντιθέτως νὰ ἀγαπήσῃ τὸ καλόν, ὥστε νὰ λέγῃ πάλιν μὲ τὸν Προφητάνακτα «τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα» καὶ «διὰ τοῦτο ἠγάπησα τὰς ἐντολάς σου ὑπὲρ χρυσίον καὶ τοπάζιον».
Ἀλλὰ σήμερα ἐδιαβάσαμε καὶ μίαν περικοπὴν ἀπὸ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον καὶ μάλιστα σὲ πολλὲς γλῶσσες, ποὺ μᾶς ὁμιλεῖ διὰ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς μαθητὰς μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἁγίαν Του Ἀνάστασιν.
Εἴδαμε ὅτι ὁ Κύριος παρουσιάζεται ὄχι ὡς καταδιωκόμενος ἄνθρωπος, ἀλλ’ ὡς Βασιλεύς, ἀποστέλλων τοὺς μαθητάς του, διὰ νὰ συνεχίσουν τὸ κοσμοσωτήριον ἔργον Του. Ἀφοῦ δὲ τοὺς μετέδωσε Πνεῦμα Ἅγιον, δίδει καὶ τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ συγχωροῦν ἢ ὄχι τὰς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Εἴδαμε τέλος ὅτι ὁ τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου Θωμᾶς, δὲν ἦτο εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐμφάνισιν καὶ δυσπιστεῖ περὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἀναστάσεως αὐτοῦ. Ἐπιμένει δὲ νὰ ψηλαφήση τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν τοῦ Κυρίου.
Ἔτσι ἡ δυσπιστία τοῦ Θωμᾶ μεταβάλλεται εἰς «καλὴν ἀπιστίαν», διότι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι «οὐ σεσοφισμένοις μύθοις», δηλαδὴ δὲν μᾶς εἶπαν παραμύθια διὰ τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ «ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος».

 * * * 

Πρῶται εἶδαν τὸν Κύριον ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, ποὺ εἶναι ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ ἄλλαι μυροφόροι. Δεύτερος εἶδε τὸν Κύριον ὁ Ἀπ. Πέτρος, τὸ τρίτον ἐφανερώθη εἰς τὸν Κλεόπαν καὶ τὸν Λουκᾶν εἰς τὴν πορείαν πρὸς Ἐμμαούς.
Ἡ δὲ ἐμφάνισις αὐτὴ εἶναι ἡ τετάρτη. Ἐνῶ λοιπὸν ἦτο ὀψία, ἤτοι ἑσπέρα τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία ἦτο ἡ μία, ἡ πρώτη ἡμέρα τῶν σαββάτων (δηλ. ἡ Κυριακὴ) καὶ ἦσαν κλεισταὶ αἱ θύραι τοῦ οἴκου, ποὺ ἦσαν κρυμμένοι οἱ μαθηταὶ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς, ἐστάθη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ ἐχαιρέτισεν αὐτοὺς λέγων: Εἰρήνη ὑμῖν.
Εὐθὺς ἀμέσως τοὺς ἔδειξε τὶς τρύπες τῶν καρφιῶν, ποὺ εἶχε εἰς τὰς χεῖρας Του, καθὼς καὶ τὴν νυγεῖσαν πλευράν, διὰ νὰ τοὺς βεβαιώση ὅτι ἦτο αὐτὸς ὁ ἴδιος.
Ἐχάρησαν οἱ μαθηταί, διότι εἶδαν τὸν Κύριον. Καὶ πάλιν ὁ Κύριος ἐπανέλαβε τὸ «εἰρήνη ὑμῖν», τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο πλέον χαιρετισμός, ἀλλὰ ἐφανέρωνε ὅτι μετὰ τὸν σταυρικὸν θάνατον καὶ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασίν Του ἀποκατεστάθη ἡ εἰρήνη μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων.
Μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτὴν τοὺς λέγει: Καθὼς ἀπέστειλε Ἐκεῖνον ὁ Πατὴρ εἰς τὸν κόσμον, διὰ νὰ ἀποκαταστήση τὴν εἰρήνην μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, διὰ νὰ συμφιλιώση τοὺς ἀνθρώπους μετὰ τοῦ Κυρίου, ἔτσι καὶ Ἐκεῖνος τώρα στέλνει αὐτούς, διὰ νὰ κηρύξουν αὐτὴν τὴν εἰρήνην εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
Ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοὺς Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετει- λάμην ὑμῖν».

* * * 

Κατόπιν ἐνεφύσησε καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς: Λάβετε τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δυνάμει δὲ τῆς χάριτος ταύτης θὰ συχγωροῦνται μὲν αἱ ἁμαρτίαι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐσεῖς θὰ συγχωρῆτε, δὲν θὰ συγχωροῦνται δὲ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐσεῖς δὲν θὰ συγχωρῆτε.

* * * 

Ὁ Θωμᾶς δέ, ἕνας ἐκ τῶν δώδεκα, ποὺ ἐκαλεῖτο ἑλληνιστὶ Δίδυμος δὲν ἦτο μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἔλεγον εἰς αὐτὸν οἱ ἄλλοι δέκα μαθηταὶ (Ὁ Ἰούδας εἶχε ἀπαγχονισθῆ), ὅταν ἐπέστρεψε: εἴδαμεν τὸν Κύριον, ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν.
Ὁ Θωμᾶς ὅμως εἶπε, ἐὰν δὲν ἰδῶ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν μου εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ τὸν τύπον, τὰ ἴχνη, τὰ ὁποῖα ἀφῆκαν οἱ ἧλοι, τὰ καρφιά, ἐὰν δὲν βάλω τὸν δάκτυλόν μου ἐπὶ τοῦ τύπου τούτου, ἐὰν δὲν βάλω τὴν ἰδικήν μου χεῖρα εἰς τὴν νυγεῖσαν πλευρὰν αὐτοῦ, δὲν θὰ πιστεύσω.
 Ἀργότερα θὰ λέγουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι «ὅ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς….. ἀπαγγέλλομεν ἡμῖν» (Α´ Πετρ. α´ 1-3).
Νὰ λοιπὸν ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι καὶ μεγάλοι καὶ πραγματικοὶ εἰρηνοποιοί. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ πέμπω ἡμᾶς» εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Οἰκουμενικὴ ἀποστολή. Μαθητεύσατε τὸ ἅγιον βάπτισμα. Διδάξατε τὰς ἁγίας ἐντολάς Του. Τὴν ἐν Χριστῷ ζωήν. Πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν.
Ὄχι ὅ,τι μᾶς ἀρέσει. Πάντα. Ὄχι ἐθελοθρησκεία. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας. Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ. Ὅπως διεβεβαίωσε τοὺς προφήτας Μωυσῆ, Ἰερεμίαν, ἔτσι καὶ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους· οὔτε μία ἡμέρα θὰ μείνουν χωρὶς τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου μέχρι συντελείας, ὅπου ἡ αἰώνιος χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις.


Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ.  1974, 3 Μαΐου 2013


http://anavaseis.blogspot.gr/2013/05/blog-post_9799.html

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

«Γίνεσθε ἕτοιμοι» Ἡ παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη

 «Γίνεσθε ἕτοιμοι»
Ἡ παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων  

Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

«Γρηγορεῖτε, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. κε´ 13) Αἱ τελευταῖαι ἡμέραι τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, αἱ μετὰ τὴν θριαμβευτικὴν καὶ βαϊοφόρον εἴσοδον εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ἡμέραι μεγίστου ἐνδιαφέροντος.
Τόσον διότι προσέφερε τὴν ἀνεκτίμητον θυσίαν τῆς ἁγίας του ζωῆς, ὅσον καὶ διότι αἱ ἡμέραι αὐταὶ ἔχουν νὰ παρουσιάσουν πλουσιωτάτην διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἱεροὶ εὐαγγελισταὶ ἀπεθησαύρισαν εἰς τὰ Εὐαγγέλια. Εἰς τὴν διδασκαλίαν αὐτήν, τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Χριστοῦ, σπουδαιοτάτη θέσιν κατέχει ὁ πε ρὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του καὶ μελλούσης κρίσεως προφητικός του λόγος. Θὰ εἶναι ἡμέρα ἀπροσδόκητος καὶ ξαφνική.
Καὶ διὰ τοῦτο πρέπει οἱ πιστοὶ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, προσεκτικοί, ἄγρυπνοι, ἀναμένοντες εἰς κάθε στιγμὴν νὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Διά νὰ ἐντυπωθοῦν ἀνεξάλειπτα εἰς τὴν ψυχήν μας τὰ παραγγέλματά του περὶ προσοχῆς καὶ ἑτοιμασίας, μὲ τὰ καλὰ ἔργα, ἐδίδαξε ὁ Κύριος τρεῖς ὡραιοτάτας παραβολάς, τὴν τοῦ πιστοῦ δούλου, τὴν τῶν δέκα παρθένων καὶ τὴν τῶν ταλάντων.
Ἀπὸ αὐτὲς ἀπόψε θὰ προσπαθήσωμε νὰ ἀναπτύξωμε τὴν παραβολὴν τῶν δέκα παρθένων, τὴν ὁποίαν εἶπε προτρέπων ἡμᾶς εἰς ἐλεημοσύνην καὶ συγχρόνως διδάσκων νὰ εἴμεθα ὅλοι ἕτοιμοι πρὸ τοῦ τέλους. Λέγει λοιπὸν ἡ παραβολὴ αὐτὴ ὅτι, ὅταν ὁ Κύριος θὰ ἔλθη νὰ κρίνη τὸν κόσμον, αὐτὰ ποὺ θὰ συμβοῦν μὲ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, θὰ παρουσιασθοῦν ὅμοια πρὸς δέκα παρθένους, αἱ ὁποῖαι ἀφοῦ ἐπῆραν τοὺς λύχνους των ἐβγῆκαν νὰ ὑποδεχθοῦν τὸν νυμφίον, ποὺ θὰ ἤρχετο τὴν νύκτα νὰ παραλάβη τὴν νύμφην (Ἐκκλησία), σύμφωνα μὲ τὰ ἰουδαϊκὰ ἔθιμα.
Σύμφωνα μὲ αὐτὰ ὁ νυμφίος μαζὶ μὲ τοὺς φίλους του ἤρχετο εἰς τὸ σπίτι τῆς νύμφης, ὁπόθεν μαζὶ μὲ αὐτὴν καὶ μὲ πομπὴν χαρμόσυνον ἐπέστρεφε εἰς τὸ σπίτι του ἐν καιρῷ νυκτός. Διὰ τὴν ὑποδοχὴν τοῦ νυμφίου ἐχρησιμοποιοῦντο παρθένοι, αἱ ὁποῖαι, μόλις ὁ γαμβρὸς ἐπλησίαζε, εἰδοποιοῦντο καὶ ἔβγαιναν εἰς προϋπάντησίν του, στολισμέναι καὶ κρατοῦσαι λαμπάδες εἰς τὰ χέρια, διὰ νὰ φέγγουν εἰς τὸν νυμφίον καὶ οὕτως ὑπὸ φωταγωγίαν συνώδευον τοὺς νεονύμφους εἰς τὸ σπίτι τοῦ γαμβροῦ, ὅπου θὰ ἐγίνετο τὸ γαμήλιον δεῖπνον, ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐτυχία.
Καὶ τὰς μὲν πέντε παρθένους ὁ Κύριος ὀνομάζει φρονίμους, συνετάς, διότι μαζὶ μὲ τὴν παρθενίαν εἶχον πολὺ καὶ ἄφθονον λάδι, δηλ. ἐλεημοσύνας καὶ ἄλλα καλὰ ἔργα. Τὰς ἄλλας δὲ πέντε ὀνομάζει μωράς, ἀνοήτους, διότι εἶχον μὲν παρθενίαν ἀλλ᾽ ὄχι καὶ ἐλεημοσύνας καὶ τὰς ἄλλας ἀρετάς ταπείνωσιν, ἀγάπην κ.λπ.
Διά τοῦτο τὰς ὀνομάζει μωράς, διότι ἐπέτυχον τὸ δυσκολώτερον τὴν παρθενίαν καὶ ἐνικήθησαν ἀπὸ τὰ χρήματα. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἀργοῦσε τὴν νύκτα νὰ ἔλθη ὁ γαμβρὸς ἐνύσταξαν ὅλαι καὶ ἐκοιμῶντο, δηλαδὴ ἀπέθανον.
Διότι, ὅπως εἴπαμε καὶ ἄλλοτε, οἱ χριστιανοὶ τὸν θάνατον ὀνομάζουν ὕπνον. Καὶ ἐνῶ ἐκοιμῶντο, κραυγὴ ἠκούσθη ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς ὅτι ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέλθετε νὰ τὸν προϋπαντήσετε. Καὶ αἱ μὲν φρόνιμοι, ποὺ εἶχαν ἄφθονον τὸ λάδι τῆς ἐλεημοσύνης καὶ καλωσύνης, ὅταν ἄνοιξαν αἱ θύραι, εἰσῆλθαν μαζὶ μὲ τὸν Νυμφίον.
Αἱ δὲ μωραί, μὴ ἔχουσαι ἀρκετὸ λάδι, μετὰ τὸν ὕπνον, ἤτοι μετὰ θάνατον, ἐζήτουν αὐτό. Ἀλλ᾽ αἱ φρόνιμοι ἤθελαν νὰ δώσουν, δὲν μποροῦσαν ὅμως, πρὶν νὰ εἰσέλθουν, ἀπεκρίθησαν λέγουσαι: Μήπως δὲν μᾶς φθάση, πηγαίνετε πρὸς τοὺς πωλοῦντας, δηλαδὴ τοὺς φτωχούς, καὶ ἀγοράσατε.
Ἀλλὰ δὲν ἦτο εὔκολον. Διότι μετὰ θάνατον δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀβραὰμ εἰς τὸν πλούσιον διὰ τὸν Λάζαρον. Ἀλλὰ αἱ μωραί, πλησιάζουν χωρὶς λάδι, κτυποῦν τὰς πύλας καὶ φωνάζουν.
Κύριε, Κύριε, ἄνοιξέ μας. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Κύριος δίδει τὴν φρικτὴν ἐκείνην ἀπόφασιν. Φύγετε. Ἀληθινά σᾶς λέγω δὲν σᾶς γνωρίζω. Διότι πῶς θὰ ἰδῆτε τὸν Νυμφίον, μὴ ἔχουσαι ἐλεημοσύνην καὶ ἀρετάς; Διὰ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ παραβολὴ τῶν δέκα Παρθένων ὡρίσθη νὰ διαβάζεται τὴν Μ. Δευτέραν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας, διδάσκουσα ἡμᾶς πάντοτε νὰ εἴμεθα ἄγρυπνοι καὶ ἕτοιμοι πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ ἀληθινοῦ Νυμφίου διὰ τῶν καλῶν πράξεων καὶ περισσό- τερον τῆς ἐλεημοσύνης, ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς, διότι δὲν γνωρίζομεν τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν τοῦ τέλους τοῦ ἰδικοῦ μας, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου.


* Ὁμιλία εἰς τὸ Κάϊρον, 16.4.84 -Μ. Δευτέρα.

 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1973, 26 Απριλίου 2013


http://anavaseis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_28.html

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Κυριακή Δ Νηστειῶν. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη

Κυριακή Δ Νηστειῶν (Μάρκ. 9, 17-31)

Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

Τὸ θαῦμα, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος εἰς τὴν περικοπὴν τῆς Δ' Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, τοποθετεῖται ἀμέσως μετὰ τὴν κάθοδον τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοῦ ὄρους Θαβώρ, ὅπου μετεμορφώθη ἐνώπιον τῶν τριῶν μαθητῶν του.
Μὲ ἀπαστράπτον ἀκόμη τὸ πρόσωπον κατέρχεται ὁ Ἰησοῦς πρὸς τὸν ὄχλον, ὁ ὁποῖος ἐκθαμβεῖται βλέπων αὐτόν. Ἡ σκηνὴ μᾶς φέρει εἰς τὸν νοῦν μίαν ἀντίστοιχον ἐκ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κατ᾽ αὐτὴν ὁ Μωυσῆς κατέρχεται ἐκ τοῦ Σινᾶ μὲ «δεδοξασμένην τὴν ὄψιν τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ» (Ἔξ. 34, 38).
Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου παιδίουφαίνεται ὅτι ἦτο πολὺ ἀσθενὴς εἰς τὴν πίστιν. Αὐτὸ τὸ φανερώνει ἡ Ἁγ. Γραφὴ διὰ πολλῶν. Ὅταν εἶπε ὁ Χριστὸς «τῷ πιστεύοντι πάντα δυνατὰ» (Μᾶρκ. Θ´ 23). Ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ εἶπε ὁ πατήρ «Βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ». (Αὐτ. 22) καὶ πάλιν «Εἰ δύνασαι».
Καὶ ἐὰν ἡ ἀπιστία του ἔγινε αἰτία νὰ μὴ βγῆ ὁ δαίμων, διατὶ κατηγορεῖ τοὺς μαθητάς; Μὲ αὐτὸ ἤθελε νὰ διδάξη ὁ Κύριος ὅτι καὶ χωρὶς τὴν πίστιν τῶν ἰδικῶν του, εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπεύσουν τὸν ἀσθενῆ. Ὅπως ἔφθανε πολλάκις ἡ πίστις τοῦ προσάγοντος, διὰ νὰ θεραπευθῆ ὁ ἀσθενής.
Καὶ τὰ δύο μαρτυροῦνται εἰς τὴν Ἁγ. Γραφήν, λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἐδῶ οἱ μαθηταὶ ἠσθένησαν ἀλλὰ ὄχι ὅλοι. Οἱ στῦλοι (Πέτρος - Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης) δὲν παρευρίσκοντο.

 * * * 

«Προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου καὶ οὐκ ἴσχυσαν αὐτὸν θεραπεῦσαι». Κατηγορεῖ ὁ πατὴρ τοὺς μαθητάς τοῦ Κυρίου. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ἀπαλλάσσει τοὺς μαθητάς τῆς κατηγορίας καὶ ρίπτει τὴν μεγαλυτέραν εὐθύνην εἰς ἐκεῖνον. «ὦ γενεὰ ἄπιστος, λέγει, καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν».
Δὲν τὸν ἐλέγχει κατὰ πρόσωπον, ἀλλὰ γενικῶς ὅλους τούς Ἰουδαίους. Δὲν σταματᾶ ὅμως μέχρις ἐδῶ. Ἀλλὰ τί λέγει. «Φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε». Καὶ ἐρωτᾶ πόσον χρόνον εἶναι ἀσθενής, ἀπολογούμενος ὑπὲρ τῶν μαθητῶν του καὶ ἐκεῖνον βοηθῶν νὰ πιστεύση ὅτι θὰ γίνη καλὰ τὸ παιδί του.
Καὶ «ἀφίησιν αὐτὸν σπαράττεσθαι» ὄχι πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλὰ διὰ τὸν πατέρα. Ὅταν δὲ ἐκεῖνος εἶπε «ἐκ παιδὸς» (Μᾶρκ. θ' 21) καὶ ὅτι «εἰ δύνασαι, βοήθει μοι» λέγει διορθώνοντας αὐτὸν «τῷ πιστεύοντι πάντα δυνατὰ» καὶ «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι».
Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἀπήλλαξε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ δαιμόνιον. Οἱ μαθηταὶ «τότε προσελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾽ ἰδίαν. Ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;» Φαίνεται ὅτι οἱ μαθηταὶ κατελήφθησαν ἀπὸ ἀγωνίαν καὶ ἐφοβήθησαν μήπως ἔχασαν τὴν χάριν κατὰ τῶν δαιμόνων.
Διότι εἶχον λάβει τὴν ἐξουσίαν κατὰ δαιμόνων ἀκαθάρτων. Καὶ ὁ Κύριος τούς εἶπε «τοῦτο τὸ γένος (= τῶν δαιμόνων) ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσ ευχῇ καὶ νηστείᾳ».
Ἀλλὰ ἐάν, διὰ νὰ βγῆ ὁ δαίμων, χρειάζεται πίστις, διατὶ καὶ τὴν νηστείαν ζητεῖ ὁ Κύριος; Διότι, λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, μαζὶ μὲ τὴν πίστιν καὶ ἡ νηστεία, δὲν δίδει ὀλίγην δύναμιν εἰς τὸν πιστόν. «Καὶ γὰρ φιλοσοφίαν πολλὴν ἐντίθησιν, καὶ ἄγγελον ἐξ ἀνθρώπου κατασκευάζει καὶ ταῖς ἀσωμάτοις δυνάμεσι πυκτεύει».
Καὶ πάλιν ὄχι μόνον ἡ νηστεία. Ἀλλὰ χρειάζεται καὶ προσευχή. Καὶ μάλιστα πρώτη ἡ προσευχή. Ἂς δοῦμε τώρα μαζὶ μὲ τὸν Ἱ. Χρυσόστομον πόσα ἀγαθὰ γίνονται ἀπὸ τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν. Ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται καθὼς πρέπει καὶ νηστεύει, δὲν χρειάζεται πολλά.
Αὐτὸς ποὺ δὲν χρειάζεται πολλά, δὲν θὰ γίνη φιλοχρήματος. Ὁ μὴ φιλοχρήματος, εἶναι πρόθυμος καὶ διὰ ἐλεημοσύνην. Ὁ νηστεύων εἶναι ἀνάλαφρος καὶ φτερωτὸς καὶ προσεύχεται, μετὰ νήψεως, καὶ τὰς κακάς ἐπιθυμίας σβήνει καὶ ἐξιλεώνει τὸν Θεὸν καὶ τὴν ψυχήν, ποὺ ὑπερηφανεύεται, ταπεινώνει. Διά τοῦτο καὶ οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ Πατέρες καὶ οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ὅσιοι καὶ οἱ δίκαιοι καὶ πάντες οἱ ἅγιοι πάντοτε σχεδὸν ἐνήστευαν.
Ὁ προσευχόμενος μὲ νηστείαν, ἔχει διπλάς φτερούγας καὶ εἶναι ἐλαφρότερος καὶ αὐτῶν τῶν ἀνέμων. Δὲν χασμουριέται, δὲν τεντώνεται, δὲν ἀποκοιμιέται προσευχόμενος (πρᾶγμα ποὺ παθαίνουν πολλοί), ἀλλὰ εἶναι ὁρμητικώτερος τῆς φωτιᾶς καὶ ἀνώτερος τῆς γῆς, ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος καὶ ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος.
 Διά τοῦτο αὐτὸς κατ᾽ ἐξοχὴν εἶναι ἐχθρὸς τῶν δαιμόνων. «Οὐδὲν ἀνθρώπου, γνησίως εὐχομένου δυνατώτερον» λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος. Διότι ἐὰν ἡ γυνὴ τὸν ὠμὸν ἄρχοντα, ποὺ οὔτε Θεὸν ἐφοβεῖτο οὔτε ἄνθρωπον ἐντρέπετο, κατώρθωσε νὰ τὸν λυγίση, πολὺ περισσότερον δύναται νὰ ἐπιτύχη ἀπὸ τὸν Θεὸν ὁ συνεχῶς προσευχόμενος καὶ κρατεῖ τῆς κοιλίας του καὶ ἐκδιώκει τὴν τρυφήν. Ἀντιθέτως, ἡ τροφὴ καὶ ἡ μέθη εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ μήτηρ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν κακῶν.
«Χοίρους ἐξ ἀνθρώπων ποιεῖ, καὶ χοίρων χείρους.» (Χοῖρος, βόρβορος, τρυφηλαὶ μίξεις, ἀθέσμου καὶ παρανόμου ἔρωτος). Ὁ τοιοῦτος οὐδὲν δαιμονιῶντος διαφέρει». Ἀλλὰ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν ἑορτάζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καὶ ἕνα μεγάλον ὅσιον καὶ ἀσκητήν, ποὺ ἐτήρησε πι στῶς αὐτοὺς τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, τὸν ἐν ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Ἰωάννην συγγραφέα τῆς Κλίμακος.
Ὅπως δὲ ἀναφέρει ἐν συντομίᾳ τὸ Τριώδιον ὁ ὅσιος Ἰωάννης ἐγεννήθη εἰς τὴν Παλαιστίνην περὶ τό 523, εἰς ἡλικίαν δὲ 16 ἐτῶν, ἐπειδὴ ἦτο φρόνιμος καὶ πολὺ φιλόθεος, παρέδωκε τὴν ζωὴν του εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἔγινε εἰς αὐτὸν θυσία ἱερωτάτη, ἀφοῦ ἀνῆλθε ὡς ἀναχωρητὴς εἰς τὸ Ὄρος Σινᾶ.
Κατόπιν μετὰ 19 χρόνους, ἔρχεται εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἡσυχίας. Διέμεινε ἐκεῖ 40 χρόνια, θερμαινόμενος εἰς τὴν καρδίαν ἀπὸ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπην. Ἔτρωγε ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶναι ἐπιτρεπτὰ εἰς τὴν μοναχικὴν ζωήν, ἀλλὰ πάντοτε ὀλίγον, ἐκοιμᾶτο ὀλίγον καὶ προσηύχετο ἀκαταπαύστως, μὲ δάκρυα πάντοτε εἰς τοὺς ὀφθαλμούς.
Μὲ αὐτάς τὰς ἀρετάς ἔζησε θεαρέστως καὶ συνέγραψε τοὺς λόγους περὶ ἀρετῆς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ καθεὶς περιλαμβάνει μίαν ἀρετὴν καὶ προχωρῶν ἀπὸ τὰς πρακτικάς εἰς τὰς θεωρητικάς, ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπον, ὡς διὰ βαθμίδων τινων, εἰς οὐράνιον ὕψος. Ἐκοιμήθη τῷ 603, ἐτῶν ὀγδοήκοντα. Ἡ μνήμη αὐτοῦ τελεῖται τὴν 30 Μαρτίου. Ἑορτάζεται δὲ καὶ τὴν προσεχῆ Κυριακή, ἴσως διότι ἀπ᾽ ἀρχῆς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἄρχεται συνήθως ἀναγινωσκομένη ἡ Κλῖμαξ τῶν λόγων αὐτοῦ.
Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» καὶ ἡ μνήμη τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος μᾶς δίδουν, φρονοῦμεν, τὴν εὐκαιρίαν νὰ ποῦμε δύο λόγια καὶ γιὰ τὸν Ὀρθόδοξον Μοναχισμόν.
Θὰ ἀκολουθήσωμεν ἕνα βοήθημα ἑνὸς εὐσεβοῦς συγχρόνου θεολόγου. Ὁ κληρικὸς αὐτὸς κατάγεται ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅπου ἔγινε ὁ πρόσφατος μεγάλος σεισμός, ἀπὸ τὴν Ρουμανίαν, καὶ ἀγαπᾶ πολὺ τὴν ταπεινὴν προσπάθειαν τῆς Ἑνώσεώς μας.
Γνωρίζει τὰ Ἑλληνικά, μελετᾶ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, ἔχει ζήσει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔχει μεταφράσει τὴν Φιλοκαλίαν εἰς τὰ Ρουμανικά. Ὅταν ἦλθε πρὸ 5 ἐτῶν εἰς τὴν Ἀθήνα εἶπε εἰς μίαν διάλεξίν του πρὸς μοναχοὺς καὶ φιλομονάχους μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἕνας φιλόσοφος κάποιας χώρας ἔγραψε στὸν γιό του, ποὺ ἔγινε μοναχός.
«Γιατί, παιδί μου, ἐμίσησες τὸν κόσμο μὲ τὴν γλυκύτητά του κι ἐδιάλεξες μία ζωὴ θλίψεως;» Ὁ φιλόσοφος εἶχε δίκιο. Ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐπιφάνεια. Ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ ξεγελασθῆ ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ καὶ παροδικὴ μόνο χαρὰ καὶ γλυκύτητα, ποὺ προσφέρει ὁ κόσμος.
Δὲν διέκρινε ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν φαινομενικὴ γλυκύτητα καὶ χαρὰ ἔρχεται ἡ δουλεία, ἡ θλῖψις, τὸ κενὸ καὶ ἡ ἔλλειψις νοήματος. Δὲν τοῦ ἦτο γνωστὸ ὅτι ὀφείλομε νὰ σταυρώσωμε αὐτὲς τὶς ἐπιφανειακὲς καὶ παροδικὲς χαρὲς καὶ γλυκύτητες, γιὰ νὰ βροῦμε μία πιὸ βαθειὰ χαρά. Τὴν χαρὰ τῆς συναντήσεως καὶ τῆς διαρκοῦς συνυπάρξεως μετὰ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.
Αὐτὴ ἡ συνάντησις δίδει στὸν κόσμο μία βαθύτερη ὀμορφιά, μία ἀληθινὴ αἴσθησι, ποὺ προξενεῖ στὸν μοναχὸ μία ἁγνὴ καὶ δυνατὴ χαρά. Ἡ χαρὰ αὐτῆς τῆς συναντήσεως καὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τοῦ Θεοῦ ἔχει γιὰ τὸν μοναχό, καὶ ἀκριβέστερα γιὰ τὴν μοναχή, τὸν χαρακτῆρα τῆς χαρᾶς μιᾶς νύμφης. Ἀλλὰ εἶναι πολὺ πιὸ βαθειὰ καὶ πολὺ πιὸ ἁγνὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς κοσμικῆς νύμφης. Καὶ γιὰ μία εὐτυχισμένη νύμφη τὸ πᾶν λάμπει ἀπὸ ὀμορφιά.

 * * * 

Γι᾽ αὐτὸ ὁ μοναχὸς δὲν μισεῖ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν βλέπει μέσα σὲ μία προοπτικὴ μεταμορφωμένης ὀμορφιᾶς μέσα στὴν αἰωνιότητα. Καὶ δι᾽ αὐτῆς δίδει στὸν κόσμο μίαν ἀξίαν ἄφθαρτη καὶ ἀπείρως βαθειὰ καὶ ἔτσι τὸν ἀποκαλύπει στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.
Ὁ κόσμος εἶναι θλιβερὸς καὶ ἀκάθαρτος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν γνωρίζει παρὰ τὴν γήϊνη μορφὴ τῆς ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι θλιμμένοι, κυρίως σήμερα, ἔστω κι ἂν ζητοῦν νὰ διασκεδάζουν τὸν περισσότερον καιρὸ σ᾽ ἕνα ἐπίπεδο χαμηλό.
Εἶναι σὰν τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ γελοῦν γιὰ ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα κι ἔπειτα διερωτῶνται: γιατί γελάσαμε; Γιατί πέσαμε τόσο χαμηλὰ γελῶντας γιὰ τὸ τίποτε; Γελάσαμε σὰν τοὺς τρελλοὺς χωρὶς αἰτία ἢ γιὰ νὰ λησμονήσωμε τὰ ἀγκάθια τῶν φροντίδων ποὺ ὑπάρχουν, γιὰ νὰ λησμονήσωμε τὴν πραγματικότητα. …
Ὅταν γνωρίζω ὅτι, ἐργαζόμενος γιὰ νὰ κάνω τὸ καλό, ἀπαρνούμενος δι᾽ ἑνὸς σταυροῦ τὶς ἐγωϊστικὲς καὶ παροδικὲς εὐχαριστήσεις μου, θὰ συναντήσω τὸ καλὸ αὐτὸ στὴν αἰωνιότητα, εἶμαι χαρούμενος. Καὶ ὁ μοναχὸς βεβαιώνει ὅτι πρέπει νά κάνη μέσα στὸν κόσμο τὸ καλὸ γιὰ τὴν αἰώνια ἀξία, ποὺ ἔχει καὶ δι᾽ αὐτοῦ δίδει τὴ ζωὴ μέσα στὸν κόσμο.
Καὶ δίνει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὸν ἐρεθισμὸ νὰ περάσουν τὸ κενό, τὴν ἔλλειψι νοήματος ἑνὸς ἐπιφανειακοῦ κόσμου, βοηθώντας τους νὰ δώσουν στὸν κόσμο αὐτὸν μιὰ ἀληθινὴ ἀξία. Ἀλλὰ γιὰ αὐτὸ πρέπει νὰ σταυρώσωμε τὸν κόσμο καὶ τὸν ἑαυτό μας. «Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ κερδίση τὴν ψυχὴ του πρέπει νὰ τὴν θυσιάση γιὰ μένα καὶ τὸ Εὐαγγέλιό μου» εἶπε ὁ Κύριός μας.
Ὁ μοναχὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ πραγματοποιεῖ τοῦτο. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἅπαξ βρῆκε ἕνα θησαυρὸ κρυμμένο σὲ κάποιο χωράφι, πωλεῖ ὅλα τὰ ἀγαθά του, γιὰ νὰ ἀγοράση τὸ χωράφι μὲ τὸν θησαυρό. Αὐτὸς ὁ θησαυρός, ἀνεκτίμητα πολύτιμος εἶναι ὁ Θεός, καὶ τὸ χωράφι εἶναι ἡ μοναχικὴ ζωή, ποὺ ἐπιφανειακὰ δὲν δίδει τὴν ἐντύ- πωσι ὅτι ἔχει μία μεγάλη ἀξία, ἀλλὰ ἡ ὁποία κρύβει τὸν αἰώνιο θησαυρό.
Ἰδοὺ ὁ σταυρὸς καὶ ἰδοὺ ἡ χαρά, ποὺ ἔρχεται μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Καλύτερα μπορεῖ νὰ πῆ κανεὶς ὅτι ἡ χαρὰ εἶναι κρυμμένη μέσα στὸ Σταυρό. Στὴν ἐπιφάνεια εἶναι ἕνας Σταυρὸς καὶ στὸ βάθος μία μεγάλη χαρά.

* * * 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος χαρακτηρίζει τὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν, ποὺ εἶναι ταπεινὴ καὶ χωρὶς καμιὰ ἐξωτερικὴ αἴγλη ταυτόχρονα σκυθρωπὴ καὶ λάμπουσα. Σκυθρωπὴ στὴν ἐπιφάνεια, λάμπουσα στὸ βάθος. Σκυθρωπὴ στὸ νὰ μὴ χαίρεται, νὰ μὴ ἀπολαμβάνη τὶς παροδικὲς κι ἐπιφανειακὲς χαρές. Λάμπουσα, γιατί γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχει καὶ τότε τὴ χαρά, ὅταν δὲν πέφτη χαμηλά, ἀλλὰ ζῆ στὰ ὕψη κοντὰ στὸ Θεό.
Εἶναι κάτι σπουδαῖο αὐτὴ ἡ χαρὰ μέσα στὴν ἀπάρνησι τῶν ἐπιφανειακῶν ἀπολαύσεων, γιατί πολὺ δύσκολα ἀρνούμεθα αὐτὲς τὶς εὐχαριστήσεις. Αὐτὴ ἡ ἀπάρνησι συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ μία χαρὰ πολὺ πιὸ μεγάλη.
Ἕνας μοναχὸς ἔδωσε ἀμέσως τὸ ὡραῖο ἔνδυμα, ποὺ τοῦ ἐχάρισαν, σ᾽ ἕνα φτωχὸ ποὺ συνάντησε μετὰ ἀπὸ ὀλίγο. Τὸν ρώτησαν: Ποῦ εἶναι, ἀδελφέ, τὸ ἔνδυμα πού σοῦ ἔδωσαν; Ὤ! εἶναι πλέον εἰς τὸν Παράδεισον καὶ μὲ περιμένει, ἀπάντησε.
Ἰδοὺ ὁ ἐξωτερικὸς σταυρὸς καὶ ἡ ἐσωτερικὴ χαρά. Ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ παράδειγμα βλέπομε ὅτι ὁ μοναχὸς δὲν μισεῖ τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς ἀγαπᾶ ἐν Θεῷ. Καὶ γι᾽ αὐτὸ τοὺς δίνει μεγαλύτερη ἀξία. Ἔτσι οἱ μοναχοὶ βλέπουν τὰ πράγματα ἐν Θεῷ καὶ ἀποκαλύπτουν τὶς βαθύτερες αἰτίες τῆς ὑπάρξεώς τους.
Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος εἶπε: Στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου πρέπει νὰ βλέπωμε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ «Πάντας τοὺς πιστοὺς ὡς ἕνα βλέπειν ὀφείλομεν καὶ ἐφ᾽ ἑνὶ ἑκάστῳ αὐτῶν εἶναι λογίζεσθαι τὸν Χριστόν· καὶ οὕτω τῇ πρὸς αὐτὸν ἀγάπῃ διάκεισθαι, ὡς ἑτοίμους εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ τιθέναι τὰς ἰδίας ψυχάς».
Κάνοντας αὐτὸ ταπεινώνομαι ἐνώπιόν του. Ἔτσι δὲν θὰ ταπεινώσω τὸν ἄλλον. Δὲν θὰ ζητήσω τὴ χαμηλὴ καὶ κατώτερη εὐχαρίστησι, ποὺ τὸν ταπεινώνει. Δὲν θὰ φερθῶ μὲ ἐγωϊσμὸ καὶ μὲ ὑπερηφάνεια ἐνώπιόν του καὶ δὲν θὰ τὸν κάμω ἀντικείμενον ἱκανοποιήσεως τῶν διεστραμμένων καὶ τῶν ἐγωϊστικῶν μου προθέσεων καὶ ἐπιθυμιῶν.
Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπον θὰ κερδίσω καὶ ἐκεῖνον γιὰ τὸν Χριστόν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ μοναχοὶ ἐπιστρέφουν στὸν Θεὸν ὅλα τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα ἐξωραϊσμένα. Ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ μοναχοῦ ἔχουν μεταστραφῆ ἀπὸ τὴν κατεύθυνση τοῦ ἐγωιστικοῦ συμφέροντος πρὸς τὴν κατεύθυνσι τῆς ἐργασίας διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ κατὰ συνέπειαν διὰ τὸν Θεόν. Ἢ μᾶλλον διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

 * * * 

Ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ θεωροῦμεν τὸν κόσμον σὰν ἕνα μεγάλο δῶρον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ τὸ δῶρον προσφέρεται ἀπὸ κάποιον γιὰ νὰ κερδίση τὴν ἀγάπην, γιὰ νὰ πραγματοποιήση ἕνα διάλογο ἀγάπης, μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνου στὸν ὁποῖον τὸ προσφέρει.
Ὅταν ὅμως ἐκεῖνος προσκολλᾶται ἐξ ὁλοκλήρου στὸ δῶρον καὶ ξεχνᾶ τὸν δωρητήν, τότε δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν ἀγάπην του καὶ ὁ διάλογος τῆς ἀγάπης μεταξύ τους δὲν πραγματοποιεῖται. Ὀφείλομε νὰ λησμονήσωμε καὶ νὰ ὑπερπηδήσωμε μὲ κάθε τρόπον τὸ δῶρον, γιὰ νὰ ἰδοῦμε τὸν Θεόν, τὸν Δωρητήν.
Ὀφείλομε νὰ μεταχειριζώμεθα, τὰ δῶρα σὰν νὰ μὴ ὑπῆρχαν, γιὰ νὰ συναντήσωμε τὸν Δωρητήν. Ὁ Σταυρὸς εἶναι τοποθετημένος στὸ δῶρον, γιὰ νὰ βλέπωμε τὸν δωρητήν. Ὁ Σταυρὸς κάνει τὸν κόσμον καὶ μᾶς τοὺς ἴδιους διαφανεῖς, γιὰ νὰ βλέπωμε τὸν Θεόν.
Διά τοῦ Σταυροῦ οἱ μοναχοὶ ἔρχονται σὲ ἄμεση ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεόν, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη χαρὰ νὰ ἐπικοινωνήσης μετὰ τοῦ Θεοῦ ὡς προσώπου, παρὰ μὲ ὅλα τὰ πράγματα. Χαίρομαι γιὰ τὸ δῶρο, πού μοῦ προσφέρει ἕνας φίλος.
Ἀλλὰ ὅταν ἔλθη ὁ φίλος λησμονῶ τὸ δῶρον. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπείρως περισσότερον ἀνεκτίμητος ἀπὸ τὰ δῶρα. Μέσα στὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν ἔρχεται ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος, γιατί ἐκεῖνοι ξεχνοῦν τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ δοῦν ἐν συνεχείᾳ τὸν Θεόν. (Ἰώβ κλπ).

* * * 

Ἡ σταύρωσις τῆς κλίσεως πρὸς τὶς ἀπολαύσεις εἶναι ἐπίσης ἕνα μέσον, γιὰ νὰ ἀποφευχθοῦν οἱ ἄλλοι σταυροί, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἀπελπι- σία. Οἱ σταυροὶ ἐκείνων, ποὺ χάνοντας τὸν κόσμο χωρὶς τὴν θέλησί τους πιστεύουν ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον τίποτε παρὰ μόνον τὸ μηδέν.
Ἕνας πατέρας τῆς ἐκκλησίας λέγει: Γνωρίζω τρεῖς σταυρούς: Ἕνα σταυρὸ πού σώζει. Εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα σταυρὸ διὰ τοῦ ὁποίου σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ καλοῦ ληστοῦ, τοῦ ἐκ δεξιῶν τοῦ Χριστοῦ σταυρωθέντος.
Γνωρίζω κι ἕνα τρίτο σταυρό, ποὺ σὲ κάνει νὰ χάνεσαι γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Χριστοῦ σταυρωθέντος ληστοῦ. Οἱ τύποι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν δύο ληστῶν, ἀντι- προσωπεύουν ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα.
 Ἡ ζωὴ τῆς προσευχῆς τῶν μοναχῶν δείχνει ὅτι εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Θεόν. Ἡ λησμοσύνη τοῦ κόσμου δὲν σημαίνει ἀδιαφορίαν γιὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Οἱ μοναχοί, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ αὐστηροὶ ἐρημῖται, προσεύχονται γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς παρηγοροῦν περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους.


  Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1971, 12 Απριλίου 2013
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_2266.html

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω

Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη
 Εἰς τὸ Ὡρολόγιον τῆς Ἐκκλησίας μας γράφονται περὶ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀποκρέω τὰ ἑξῆς: «Αἱ προηγούμεναι δύο παραβολαὶ καὶ μάλιστα ἡ τοῦ Ἀσώτου παρέστησαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἄκραν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν καὶ ἀγαθότητα.
Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μερικοί, ἔχοντες θάρρος εἰς αὐτὴν μόνην, περνοῦν τὴν ζωήν τους μὲ ἀμέλειαν καὶ ἐπιμένουν εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἔτσι τοὺς ἁρπάση αἰφνιδίως ὁ θάνατος, διὰ τοῦτο οἱ θειότατοι Πατέρες ἔταξαν σήμερον τὴν ἑορτὴν καὶ ἀνάμνησιν τῆς ἀδεκάστου Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἐνθυμίζοντες μὲ αὐτὴν εἰς τοὺς τοιούτους ὅτι ὄχι μόνον εἶναι φιλάνθρωπος ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ κριτὴς δικαιότατος καὶ ἀποδίδει εἰς τὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ.

Σκοπὸς λοιπὸν τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι, διὰ νὰ ξυπνήσουν ἡμᾶς, διὰ τῆς ἐνθυμήσεως τῆς φοβερᾶς ἐκείνης ἡμέρας, ἐκ τοῦ ὕπνου τῆς ἀμελείας πρὸς ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς καὶ νὰ μᾶς προτρέψουν εἰς φιλαδελφίαν καὶ συμπάθειαν πρὸς τὸν πλησίον. Ἐπειδὴ δέ, τὴν ἐρχομένην Κυριακὴν τῆς Τυροφάγου, κάμνομεν ἀνάμνησιν τῆς ἐξορίας τοῦ Ἀδὰμ ἐκ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παρόντος βίου, εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, ἤτοι ἡ μνήμη τῆς Δευτέρας καὶ ἀδεκάστου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, λογίζεται ὡς τελευταία ὅλων. Διότι εἰς αὐτὴν τελειώνουν καὶ ὅλα τὰ ἰδικά μας καὶ ὁ κόσμος ὁ ἴδιος».
 Εἰς δὲ τὸ “Τριώδιον” τῆς Ἐκκλησίας μας προστίθενται καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἔβαλον οἱ ἅγιοι Πατέρες τὴν ἀνάμνησιν τῆς Δευτέρας Παρουσίας κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, νομίζω, διὰ νὰ περιορίσουν τὴν τρυφὴν καὶ τὴν ἀφροσύνην, ἀπὸ τὸν φόβον τῆς ἑορτῆς καὶ νὰ κινήσουν τοὺς ἀνθρώπους εἰς συμπάθειαν τοῦ πλησίον».
Πράγματι, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς τὴν Κατήχησίν του τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω «νόμος γενικὸς εἶναι σήμερον εἰς τοὺς κοσμικοὺς νὰ κάμνουν ἀποχὴν ἀπὸ τὸ κρέας. Καὶ βλέπει κανεὶς αὐτοὺς πὼς ἔχουν πολλὴν φροντίδα μεταξύ τους εἰς τὴν κρεοφαγίαν καὶ οἰνοποσίαν καὶ εἰς μερικὰ ἄλλα παιχνίδια καὶ ἄσχημα θεάματα καὶ ἄτακτα, τὰ ὁποῖα αἰσχρόν ἐστί καὶ λέγειν.
Καθὼς τὸ λέγει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅλοι ἔπρεπε μὲ πολλὴν εὐλάβειαν καὶ σεμνότητα νὰ περάσουν καὶ τὴν σημερινὴ Κυριακή, δοξάζοντες καὶ εὐχαριστοῦντες τὸν Θεόν, διὰ τὰ χαρίσματα, ποὺ τοὺς χαρίζει, ἑτοιμαζόμενοι εἰς προϋπάντησιν τῆς ἁγίας τεσσαρακοστῆς.
Καὶ αὐτοὶ ἐκ συνεργείας τοῦ διαβόλου κάμνουν τελείως τὰ ἀντίθετα καὶ ἄπρεπα. Καὶ τοῦτο τὸ παθαίνουν, διὰ νὰ μὴ προσέχουν εἰς τὰ λόγια καὶ τὰς παραγγελίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα εἰς ἐκεῖνα, ποὺ ψάλλονται καὶ ἀναγινώσκονται εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας.

* * *
Ὀνομάζεται δὲ Δευτέρα Παρουσία, κατὰ τὸ Τριώδιον, διότι προηγήθη ἡ πρώτη κατὰ τὴν ὁποίαν «σωματικῶς πρὸς ἡμᾶς ἐπεδήμησεν» ὁ Χριστὸς ἤρεμα καὶ χωρὶς δόξαν. Ὅμως εἰς τὴν Δευτέραν δὲν θὰ ἔρθη, ὅπως εἰς τὴν πρώτην, πτωχός, ἄσημος, χωρὶς δόξαν.
Θὰ ἔλθη μὲ πολλὴν δόξαν, μὲ μεγάλην λαμπρότητα καὶ μὲ θεϊκὴν μεγαλοπρέπειαν. Αὐτὸ τὸ βεβαιώνει τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης, κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος».
Καὶ αὐτὸ ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔβαλαν ὡς ἄρθρον εἰς τὸ «Πιστεύω» τὸ στηρίζουν ἀκριβῶς εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κρίσεως, ποὺ λέγει: «Ὅταν ἔλθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ καὶ συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων» (Ματθ. κε´ 31–33).

Πότε θὰ γίνη ἡ Δευτέρα Παρουσία 

Πότε ὅμως θὰ γίνη ἡ Δευτέρα αὐτοῦ Παρουσία, οὐδεὶς γνωρίζει «Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ Ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ὁ Πατήρ μου μόνος. Γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται… Γίνεσθε ἕτοιμοι» (Ματθ. 24: 36, 42, 44).
«Οὐχ ἡμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὕς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ» (Πράξ.). Εἶναι ἑπομένως πλάνη καὶ ἀπάτη ἡ διδασκαλία τῶν Ἰεχωβιτῶν, ποὺ «ὁρίζουν» ἡμέρες καὶ ποὺ γι᾽ αὐτὸ ἔχουν ἐπανειλημμένως διαψευσθῆ καὶ γελοιοποιηθῆ.
 Διατὶ ἆραγε δὲν φανερώνει ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τῆς Κρίσεως καὶ ὅταν ἀκόμη τὸν ἐρωτοῦν μὲ ἀγωνία οἱ μαθηταί; Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ σοφίαν μᾶς ἀπαντοῦν: «Δίδει μόνον τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, ἀλλὰ τοὺς καιροὺς τοὺς παρασιωπᾶ. Διότι θέλει νὰ εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι. Μὲ τὸ νὰ μὴ γνωρίζωμεν ὡρισμένως τὸ πότε, θέλει νὰ μὴ γνωρίζωμεν τίποτε, διὰ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι πάντοτε».
 Πότε λοιπὸν θὰ γίνη ἡ Δευτέρα Παρουσία, οὐδεὶς γνωρίζει, κατὰ τὸ Τριώδιον. Πλὴν ἐδήλωσε μερικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προηγηθοῦν καὶ τὰ ὁποῖα μερικοὶ Ἅγιοι διεσάφησαν πλατύτερον.

Περὶ Ἀντιχρίστου 
Πρωτύτερα δὲ ἀπὸ τὴν Δευτέραν Παρουσίαν θὰ ἔλθη ὁ Ἀντίχριστος, ὁ ὁποῖος καθὼς λέγει ὁ Ἅγιος Ἱππόλυτος θὰ γεννηθῆ ἀπὸ γυναῖκα πόρνην, κατὰ τὸ φαινόμενον παρθένον, πλὴν Ἑβραίαν καὶ θὰ περιπατήση τὴν κατὰ Χριστὸν πολιτείαν καὶ θαύματα θὰ κάμνη, ὅσα καὶ ὁ Χριστός, καὶ νεκροὺς θὰ ἀναστήση, ὅμως ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ κάμνη κατὰ φαντασίαν, καὶ τὴν γέννησιν καὶ τὴν σάρκα, καὶ τὰ λοιπὰ πάντα καὶ τότε θὰ ἀποκαλυφθῆ, ὡς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ μὲ σημεῖα καὶ τέρατα ψεύδους.
 Πλὴν ὄχι αὐτὸς ὁ διάβολος ἔχει νὰ μεταβληθῆ εἰς σάρκα, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀλλὰ ἄνθρωπος ἐκ πορνείας γεννηθεὶς ἔχει νὰ δεχθῆ μέσα του ὅλην τὴν ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ καὶ αἴφνης «ἐπαναστήσεται».
Ἔπειτα θὰ φανῆ δῆθεν καλὸς καὶ ἐπιεικὴς καὶ τότε ἔχει νὰ γίνη πεῖνα μεγάλη καὶ τρόπον τινὰ θὰ κάμη βοήθειαν εἰς τὸν λαόν. Καὶ τὰς θείας Γραφὰς θὰ μελετήση καὶ νηστείαν θὰ κάμη καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἔχει νὰ παρακινηθῆ διὰ τῆς βίας καὶ βασιλεὺς θὰ ἀνακηρυχθῆ καὶ εἰς τὸ γένος τῶν Ἑβραίων θὰ δείξη μεγάλην ἀγάπην καὶ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ θὰ τοὺς ἀποκαταστήση καὶ τὸν ναόν του θὰ ἀνακαινίση.
Ἑπτὰ ὅμως ἔτη πρὸ τοῦ Ἀντιχρίστου, καθὼς λέγει ὁ Δανιήλ, θὰ ἔλθη ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἠλίας κηρύττοντες εἰς τὸν λαὸν νὰ μὴ τὸν πιστεύσουν. Αὐτὸς θὰ τοὺς πιάση καὶ θὰ τοὺς τυραννήση. Ἔπειτα θὰ κόψη καὶ τὰς κεφαλάς των. Ὅσοι δὲ θὰ μείνουν εὐσεβεῖς, θὰ φύγουν μακρὰν εἰς τὰ ὄρη, τοὺς ὁποίους εὑρίσκων, διὰ δαιμόνων θὰ τοὺς μεταχειρίζεται μὲ διαφόρους τιμωρίας.
Τὰ δὲ ἑπτὰ ἐκεῖνα ἔτη θὰ κολοβωθοῦν ἤτοι θὰ ἐλαττωθοῦν, διὰ χάριν τῶν ἐκλεκτῶν. Τότε θὰ γίνη καὶ πεῖνα μεγάλη καὶ στοιχεῖα θὰ μεταβληθοῦν τόσον ὥστε παρ᾽ ὀλίγον ἔχουν νὰ ἐξαφανισθοῦν ὅλοι. Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ξαφνικὰ θὰ γίνη ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου, ὡς ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν. Καὶ ὁ τίμιος αὐτοῦ Σταυρὸς θὰ προπορεύεται, καὶ ποταμὸς πυρὸς βράζων θὰ τρέχη ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καθαρίζων τὴν γῆν ἀπὸ τὰς ἀκαθαρσίας καὶ τοὺς μολυσμοὺς τῶν ἀνομιῶν.
Παρευθὺς δὲ ἔχει νὰ πιασθῆ ὁ Ἀντίχριστος καὶ οἱ ἰδικοί του ὑπηρέται καὶ θὰ παραδοθοῦν εἰς τὸ αἰώνιον πῦρ. Τότε θὰ σαλπίσουν οἱ ἄγγελοι καὶ ἐν ταυτῷ ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ τὰ τετραπέρατα τῆς οἰκουμένης θὰ συναθροισθῆ.
 Ὅλοι θὰ εὑρεθοῦν μὲ τὰ ἴδια σώματά των καὶ τὰς ψυχάς, ὅλοι μεταστοιχειωμένοι εἰς ἀφθαρσίαν, ὅλοι θὰ ἔχουν μίαν μορφὴν καὶ αὐτὰ δὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως θὰ μεταβληθοῦν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν.

Ἡ κρίσις

 Τότε μὲ ἕνα λόγον ὁ Κύριος θὰ χωρίση τοὺς δικαίους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ὅσοι ἔπραξαν τὰ ἀγαθὰ θὰ ἀποφασισθῆ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. Οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ θὰ κατακριθοῦν εἰς τὴν αἰώνιον βάσανον.
Καὶ καθὼς βλέπομεν εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ὁ Κριτὴς δὲν θὰ ζητήση νηστείας οὔτε σωματικὰς κακοπαθείας, ὅτι καλὰ μὲν εἶναι καὶ αὐτά, ἀλλὰ τὰ πολὺ τούτων καλύτερα, ἐλεημοσύνην καὶ συμπάθειαν.
Καθὼς φαίνεται λέγων εἰς τοὺς δι- καίους καὶ εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἕξ τινὰς ἀρετάς: ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ μοι· ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με· γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με· ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με· ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με· ἐφ᾽ ὅσον γὰρ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων ἐμοὶ ἐποιήσατε.
Ταῦτα ἕκαστος μπορεῖ νὰ τὰ κάμνη κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν. Τότε λοιπὸν κάθε γλῶσσα θὰ ὁμολογήση ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρὸς Ἀμήν. Αἱ βάσανοι δὲ ὅπου εὑρίσκονται εἰς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον εἶναι αὐταί: κλαυθμὸς καὶ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, σκώληξ μὴ τελευτῶν, πῦρ μὴ σβηνόμενον, σκότος ἐξώτερον.
Αὐτὰ ὅλα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, ἤτοι οἱ θεῖοι Πατέρες, τρυφὴν μὲν καὶ Βασιλείαν Οὐρανῶν ὀνομάζουν τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἔλλαμψιν τοῦ θείου φωτὸς καὶ τὴν παντοτεινὴν ἀνάβασιν. Βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ Θεοῦ χωρισμὸν καὶ μακρυσμὸν καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τῆς συνειδήσεως δαπάνην, ἐνθυμούμενοι ὅτι ἀπὸ τὴν ἀμέλειάν των καὶ διὰ πρόσκαιρον τρυφήν, τῆς θεϊκῆς ἐλλάμψεως ἐστερήθησαν. Τῇ ἀφάτῳ σου φιλανθρωπίᾳ Χριστὲ ὁ Θεός, τῆς εὐκταίας σου φωνῆς ἡμᾶς καταξίωσον, καὶ τοῖς ἐκ δεξιῶν σου προβάτοις ἡμᾶς ἐλεήσας συναρίθμησον. Ἀμήν.

 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1966, 8 Μαρτίου 2013
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_10.html

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Τριώδιον Κατανυκτικόν. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη

Τριώδιον Κατανυκτικόν
Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

Ἀρχίζει τὸ Τριῴδιον. Ἡ περίοδος τῆς κατανύξεως καὶ τῆς καθάρσεως. Ἡ ἀνακαίνισις τῆς ψυχῆς. Ἡ
ἔμπρακτος μετάνοια. Ὁ φωτισμὸς τῆς διανοίας καὶ τῆς καρδίας. Ἡ ἀπόρριψις τῶν ἔργων τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἀνάστασις.
Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μία πορεία. Μία πορεία πρὸς τὸ τέλος, τὴν Δευ τέραν Παρουσίαν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς τὴν πορείαν μας, ὅμως, αὐτὴν ἔχομεν καὶ ἐμπόδια, ἀλλὰ καὶ πτώσεις.
Καὶ μάλιστα πτώσεις ὀδυνηράς. Διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην καθάρσεως. Ἀνάγκην μετανοίας.

Τὸ Τριῴδιον λοιπὸν εἶ ναι περίοδος μετανοίας καὶ συναισθήσεως τῆς ἁμαρτίας μας. «Τῆς μετανοίας
ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα» ψάλλομεν.
Τὸ πρόθυμον πνεῦμα τοῦ πιστοῦ ξαγρυπνᾶ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φέρον μαζί του τὸν λερωμένον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν ναὸν τοῦ σώματος καὶ παρακαλεῖ νὰ τοῦ ἀνοίξη ὁ Θεὸς τὴν θύραν τῆς μετανοίας. Εἰς τὸν ἅγιον ναὸν τοῦ Θεοῦ ἔχουν θέσιν μόνον οἱ καθαροί· αὐτὸς εἶναι ἀκάθαρτος, ἀλλὰ
ἐλπίζει εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δύναμιν τῆς χάριτός του.
Εἰς τὸ δεύτερον τροπάριον, «Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι, τρίβους, Θεοτόκε...» ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς
παρακαλεῖ τὴν Θεοτόκον νὰ τὸν ὁδηγήση εἰς τὸν ἴσιον δρόμον τῆς σωτηρίας, αὐτὸν ποὺ διαβαίνων
τὴν ζωήν του μὲ ραθυμίαν, ἐλέρωσε τὴν ψυχήν του μὲ αἰσχρὰς ἁμαρτίας· ἐλπίζει ὅμως καὶ πάλιν
ὅτι αἱ πρεσβεῖαι τῆς Παναγίας μας θὰ τοῦ χαρίσουν τὴν ποθητὴν κάθαρσιν.
Εἰς τὸ τρίτον τροπάριον «Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν...» ὁ ταλαίπωρος ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος ἀναμετρᾶ τὰ πλήθη τῶν φοβερῶν του κριμάτων καὶ τρέμει ἀναλογιζόμενος τὴν ὥραν τῆς κρίσεως. Γεμᾶτος ὅμως καὶ πάλιν μὲ θάρρος καὶ ἐλπίδα εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, φωνάζει μαζὶ μὲ τὸν ψαλμωδὸν τὸ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου».
Μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι «φέρομεν τὸν Ναὸν τοῦ σώματός» μας «ὅλον ἐσπιλωμένον» καὶ «ἐννοοῦντες τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μας δεινῶν», τρέμομεν τὴν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Τὸ Τριῴδιον λοιπὸν εἶναι ἡ περίοδος τῆς μετανοίας, τῆς διορθώσεως τῆς ζωῆς μας. Εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τῆς νοοτροπίας. Εἶναι ἕνα νέον μυστικὸν πνευματικὸν βάπτισμα.
Σταυρώνομεν τὰ πάθη. Τὰ νεκρώνομεν. Τὰ βυθίζομεν τρὶς καὶ πολλάκις εἰς τὸ νερὸ τῶν δακρύων
τῆς κατανύξεως. Ἔτσι ἡ ψυχὴ καθαίρεται. Λαμπρύνεται. Λευκαίνεται. Γίνεται ὁλόφωτος, φωτόμορφος, ὅπως εἶναι ὅλα τὰ ἀληθινὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ συνεπῶς Ἀνασταίνεται.

Τί εἶναι τὸ Τριῴδιον; Μία περίοδος ποὺ προηγεῖται τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως. Προπαρασκευὴ τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως. «Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν περάση ἀπὸ τὸ μνῆμα τῆς μετανοίας καὶ ταπεινώσεως καὶ κατανύξεως, δὲν βλέπει τὴν δόξαν τῆς μυστικῆς Ἀναστάσεως», λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος.
Καθʼ ὅλην τὴν περίοδον αὐτὴν ὁ ἁμαρτωλὸς μπαίνει εἰς τὸ «μνῆμα» αὐτό. Σκοπὸς του εἶναι νὰ φθάση
ἀκατακρίτως προσκυνῆσαι τὴν ἁγίαν Ἀνάστασιν. Πότε θὰ γίνη αὐτό; Ὅταν ἡ ψυχὴ του ἔχη ἀναστηθῆ ἀπὸ τὴν πτῶσιν τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῆς κατανύξεως ἔχη πλυθῆ. Ἰδοὺ ὁ σκοπὸς τοῦ Τριῳδίου.
Ὅταν ἔλθη ἡ Ἀνάστασις, ψάλλοντες τὸ «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός», νὰ αἰσθανώμεθα κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον τὸ Φῶς αὐτό,  τὸ Φῶς τῆς Ἀναστάσεως εἰς τὴν καρδίαν μας.

* * *
Τὴν πρώτην Κυριακὴν τοῦ Τριῳδίου ἀναγιγνώσκεται ἡ παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου.
Ἡ ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς πλέκεται γύρω ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιον. Μὲ αὐτὴν τὴν παραβολὴν ἀνοίγει ἡ ἱερὰ πύλη τοῦ Τριῳδίου.
Δὲν μποροῦσε νὰ εὑρεθῆ καταλληλότερο θέμα, ποὺ νὰ συνδυάζη κατὰ ἕνα τόσον πλήρη τρόπον τοὺς σκοποὺς τῆς περιόδου τοῦ Τριῳδίου. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἐπιφανειακὰ δικαίου, κενοδόξου ὅμως καὶ ὑπερηφάνου Φαρισαίου, ἀποδοκιμάζονται ἀπὸ τὸν Θεόν.
Ἀντιθέτως δικαιώνεται ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ ἄδικος, ἀλλὰ μετανοημένος καὶ συντετριμμένος Τελώνης, ποὺ κτυπᾶ τὸ στῆθος του καὶ ταπεινὰ ἐπικαλεῖται τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.  «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».
Αὐτὸν λοιπὸν τὸν τύπον τῆς ὀρθῆς προσευχῆς θέτει εἰς τὸ στόμα τοῦ πιστοῦ ἡ Ἐκκλησία εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς περιόδου τῆς προσευχῆς. Καλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ μὴ προσευχηθοῦν «φαρισαϊκῶς», ἀλλὰ μὲ ταπείνωσιν «τελωνικῶς» διότι, ὅπως εἶπεν ὁ Κύριος, «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ
ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».
Ψάλλει λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ πρῶτον τροπάριον τοῦ Τριῳδίου:
«Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί, ὁ γὰρ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται· «ταπεινωθῶμεν
ἐναντίον τοῦ Θεοῦ τελωνικῶς, διὰ νηστείας κράζοντες· ἱλάσθητι ἡμῖν, ὁ Θεός, τοῖς ἁμαρτωλοῖς».
Ἡ ἀποφυγὴ λοιπὸν τῆς θεομισοῦς ὑπερηφανείας καὶ ἡ ἄσκησις τῆς ὑψοποιοῦ ταπεινώσεως εἶναι ἡ
βάσις, τὸ θεμέλιον τοῦ πνευματικοῦ μας ἀγῶνος πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν κατανυκτικὴν περίοδον τοῦ Τριῳδίου.
* * *
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης εἰς τὸ περίφημον βιβλίον του «Κλῖμαξ» ἔχει ἀφιερώσει δύο λόγους διὰ τὴν πολύμορφον κενοδοξίαν, ποὺ ἀφανίζει ὅλα τὰ καλὰ εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν θεομισῆ ὑπερηφάνειαν, ποὺ κάμνει τὸν ἄνθρωπον ἄθεον καὶ ὅμοιον μὲ τὸν Διάβολον.
Ἡ διαφορὰ μεταξὺ Κενοδοξίας καὶ Ὑπερηφανείας, λέγει ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος, εἶναι ὅση μεταξὺ μικροῦ καὶ ἀνηλίκου παιδιοῦ καὶ τελείου ἀνδρὸς καὶ ὅσο τὸ σιτάρι ἀπὸ τὸ ψωμί. Ἡ κενοδοξία θεωρεῖται ὡς ἡ ρίζα, ἡ δὲ ὑπερηφάνεια κρίνεται ὡς κλάδος καὶ κορυφή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν γεννῶνται ὅλοι οἱ καρποὶ τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀσεβείας.
Ἀλλὰ τί εἶναι ὑπερηφάνεια; Εἶναι ἄρνησις τοῦ Θεοῦ, ἐφεύρεσις τῶν δαιμόνων, μητέρα τῆς κατακρίσεως, θυγάτηρ, ποὺ θηλάζει τὴν δόξαν καὶ τὸν ἔπαινον, σημεῖον ἀκάρπου ψυχῆς, φυγαδευτήριον τῆς θείας βοηθείας, σάλευμα τῆς καρδίας, πρόξενος πτώσεων, παραλογισμός, πηγὴ τοῦ θυμοῦ, θύρα τῆς ὑποκρίσεως, δαιμόνων στήριγμα, φύλαξ τῆς ἁμαρτίας, ἐχθρός τῆς ἐξομολογήσεως, πρόξενος τῆς ἀσπλαχνίας, ἄγνοια τῆς ἐλεημοσύνης καὶ συμπαθείας, ἐξεταστὴς πικρὸς τῶν ξένων ἔργων, δικαστὴς τρομερὸς καὶ ἀπάνθρωπος, ἀντίπαλος τοῦ Θεοῦ, ρίζα τῆς βλασφημίας.

Εἶδον κάποιον ποὺ εὐχαρίστει ψευδῶς μὲ τὸ στόμα του τὸν Θεὸν\ καὶ μὲ τὴν καρδίαν ὑπερυψοῦτο· καὶ μαρτυρεῖ τοῦτο σαφῶς ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος, περὶ τοῦ ὁποίου διηγεῖται τὸ Εὐαγγέλιον πὼς ἔλεγεν
εἰς τὸν Θεὸν «Ὁ Θεὸς εὐχαριστῶ σοι» (Λουκ. ιη΄ 11).
Ὅμως δὲν τὸ ἔλεγε μὲ καθαρὰν καρδίαν καὶ ταπείνωσιν, ἀλλὰ μὲ εἰρωνείαν καὶ
ὑπερηφάνειαν ἄμετρον. Διὰ τοῦτο κατακρίνων ὅλον τὸν κόσμον ἔλεγε, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ
ἄνθρωποι, οἵτινές εἰσι ἅρπαγες,
ἄδικοι καὶ μοιχοί, οὔτε εἶμαι, ὅπως αὐτὸς ὁ Τελώνης· καὶ ἐπαινοῦσε καὶ ἐδόξαζε τὸν ἑαυτόν του καὶ
ἔλεγε: Νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατῶ ὅλα μου τὰ πράγματα, καὶ τὰ δίδω εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς
ὅσους ἔχουν ἀνάγκην.

• «Ὅπου πτῶμα κατέλαβεν, ἐκεῖ ὑπερηφανείᾳ προεσκήνωσε· μήνυμα γὰρ τοῦ προτέρου τὸ δεύτερον». Δηλαδὴ δὲν δύναται κανεὶς νὰ πέση εἰς τὴν λάσπην τῆς ἁμαρτίας, ἂν δὲν πέση πρῶτα εἰς τὸν κρημνὸν τῆς ὑπερηφανείας.

• Ὑπόθεσε ὅτι εἶναι δώδεκα τὰ πάθη τῆς ἀτιμίας. Καὶ ἂν νικήσης τὰ ἕνδεκα καὶ σὲ νικήση τὸ ἕνα, ἡ ὑπερηφάνεια, καὶ γίνης δοῦλος αὐτῆς, ἐκείνη μόνη εἶναι ἱκανὴ καὶ ἀρκετὴ νὰ σοῦ προξενήση, ὅσον κακὸν ἤθελον προξενήσει τὰ δώδεκα.

• Ὁ ὑψηλόφρων ἀντιλέγει σφοδρῶς, ὁ δὲ ταπεινόφρων, οὔτε νὰ ἀντικοιτάξη γνωρίζει. Δὲν ὑποκλίνεται τὸ κυπαρίσσι, οὔτε ὁ ὑπερήφανος ταπεινοῦται.

• Ὁ ὑπερήφανος ἀγαπᾶ νὰ ἐξουσιάζη τοὺς ἄλλους. «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται». Καὶ ποιὸς λοιπὸν δύναται νὰ ἐλεήση αὐτούς; «Ἀκάθαρτος παρὰ Κυρίῳ πᾶς ὑψηλοκάρδιος».
Ποιὸς θὰ μπορέση νὰ τὸν καθαρίση;

• Τιμωρία τοῦ ὑπερηφάνου ἡ πτῶσις, ἀφήνει τὸν Διάβολον νὰ τὸν τυραννῆ (ἐνοχλῆ). Ἐγκατάλειψις Θεοῦ, χάνει τὰ λογικά του καὶ δὲν ξέρει τί κάνει. Καὶ τὰ μὲν δύο προηγούμενα θεραπεύονται πολλάκις ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ τελευταῖον μόνον ἀπὸ τὸν Θεόν.

• Ἐκεῖνος ποὺ δὲν δέχεται ἔλεγχον, φανερώνει ὅτι εἶναι ὑπερήφανος. Ὅστις δέχεται μὲ εὐμένεια τοὺς ἐλέγχους, ἐλύθη ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ὑπερηφανείας.

• Ἂν ἐξέπεσε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὁ Ἑωσφόρος, χωρὶς κανένα ἄλλο πάθος, παρὰ μόνον διὰ τὸ
ἁμάρτημα τῆς ὑπερηφανείας, πρέπει νὰ ἰδοῦμε μήπως καὶ ἄνευ ἄλλης ἀρετῆς, παρὰ μόνον μὲ τὴν
ταπείνωσιν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀνεβῆ εἰς τοὺς οὐρανούς, σὰν Ἄγγελος.
Τὸ λέγει αὐτὸ τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».

• Μὴ παύσωμεν νὰ ἀκούωμεν πάντοτε συν εχῶς τὴν ζωὴν καὶ τὰ ἔργα τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ καὶ
ἀνθρώπων καὶ θὰ εὕρωμεν ὁπωσδήποτε πόσον ὑστεροῦμεν ἡμεῖς.

• Χριστιανὸς πραγματικὸς εἶναι ἄβυσσος ταπεινώσεως, μέσα εἰς τὴν ὁποίαν κρημνίζει καὶ ἀποπνίγει
ὅλα τὰ διαβολικὰ πάθη καὶ κινήματα.

•Ἡ λήθη τῶν ἁμαρτιῶν μας προξενεῖ εἰς ἡμᾶς ὑπερηφάνειαν, ἡ δὲ συνεχὴς αὐτῶν μνήμη φέρει εἰς
ἡμᾶς τὴν ταπείνωσιν.

• Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι μία μεγάλη καὶ ἐσχάτη πτωχεία τῆς ψυχῆς. Καὶ νομίζει ὅτι εἶναι πλουσία ἀπὸ
ἀρετὴν καὶ χάριτας. Ὄχι μόνον δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπον νὰ προκόψη εἰς τὴν ἀρετὴν ἀλλʼ ἀφοῦ ἀνεβῆ εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἀρετῆς, τὸν κρημνίζει εἰς τὸ χάος.

• Ὁ ὑπερήφανος μοιάζει σὰν τὸ ρόδι, ποὺ εἶναι σάπιον μέσα καὶ ἔξω φαίνεται ὡραῖον.

Πῶς θεραπεύεται Κενοδοξία – Ὑπερηφάνεια

Ἡμεῖς μπαίνομεν κρυφίως εἰς τὴν καρδίαν ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἀνευλαβείας καὶ φιλοδοξίας μὲ μεγάλην πονηρίαν. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς δεσμεύει εἶναι ἡ ὑπακοὴ καὶ ἐκεῖνο, ποὺ μᾶς δέρνει εἶναι ἡ ταπείνωσις, ἡ αὐτομεμψία

* Ὁμιλία εἰς τὸν Ἱ. Ν. Ἁγ. Γεωργίου Διονύσου

Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1964  22/2//2013
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_764.html