Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακοδρόμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακοδρόμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (Ματθ. 4:16)


THEOGANEIA1Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
k.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ


            Η ανθρωπότητα, μετά από την πτώση των πρωτοπλάστων, βρέθηκε μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας και την τυραννία του θανάτου. Ο νους του ανθρώπου σκοτίστηκε και η συνείδησή του αιχμαλωτίστηκε στα πάθη. Ο άνθρωπος από βασιλέα της κτίσεως βρέθηκε υπόδουλος στις αμαρτωλές επιθυμίες. Τον περιβάλει ένα αδιαπέραστο σκοτάδι, που τον τυφλώνει και ώρα με την ώρα, ημέρα με την ημέρα, χρόνο με τον χρόνο, γενεά με γενεά, απομακρύνεται προοδευτικά όλο και περισσότερο από τον Δημιουργό του.
Το σκοτάδι της αγνωσίας του αληθινού Θεού κυριαρχεί. Κανένας δεν γνωρίζει για τον Ένα και Αληθινό Θεό. Ο άνθρωπος στράφηκε στη λατρεία των κτιστών. Θεοποιεί τα φυσικά φαινόμενα και ανθρωποποιεί τις δυνάμεις της φύσεως, ώστε να μοιάζουν μ’ αυτόν τον ίδιο.
            Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι της αγνωσίας του Θεού, ο άνθρωπος αποδείχθηκε ανίκανος να απελευθερωθεί. Έτσι, παρέμεινε μέσα σ’ ένα πνευματικό σκοτάδι και κάτω από σκιά του θανάτου για εκατομμύρια χρόνια.
            Μέσα σ’ αυτή την απελπιστική κατάσταση, ο άνθρωπος δεν αφέθηκε εγκαταλειμμένος. Ο Δημιουργός του κόσμου και του ανθρώπου από αγάπη προς τον άνθρωπο φρόντισε για να απελευθερώσει το πλάσμα Του. Ο Θεός Πατέρας στέλνει τον Υιό Του στον κόσμο, όχι για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι’ Αυτού. Όσοι εκ των ανθρώπων πιστέψουν στον Υιό του Θεού, αυτοί και θα κληρονομήσουν την Ουράνια Βασιλεία.
            Μέσον του Υιού του Θεού, ο άνθρωπος γνωρίζει τον Αληθινό Θεό. Το σκοτάδι της αγνωσίας απομακρύνεται και η πίστη στον Υιό του Θεού προσφέρει ζωή αιώνιο. Διότι, ο Χριστός είναι η Πηγή της Ζωής, είναι η Αυτο-Ζωή, είναι η μόνη πραγματική και αληθινή Ζωή.

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%86%CF%89%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B8-416-2/

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Η αιώνια θυσία υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Κυριακή Ε΄ Νηστειών. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Η αιώνια θυσία υπέρ της σωτηρίας του κόσμου
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής της Ε΄ Νηστειών
(Εβρ. Β΄ 11-14)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Όλο και περισσότερο πλησιάζουμε προς την εβδομάδα των αχράντων παθών.
Όλο και περισσότερο συνειδητοποιούμε την θυσία που πρόσφερε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός για την δική μας σωτηρία. Και για τον λόγο αυτό η μητέρα μας Εκκλησία, έχει ορίσει την Ε΄ Κυριακή των νηστειών το Αποστολικό ανάγνωσμα της θείας λατρείας, να έχει άμεση σχέση με την θυσία του Κυρίου, η οποία είναι και η τελευταία θυσία του κόσμου.

Ας πούμε όμως πρώτα δύο λόγια γενικώς περί θυσίας.
Είναι αλήθεια, που καταγράφεται στην παγκόσμια ιστορία, ότι ανέκαθεν οι άνθρωποι αισθάνονταν στην καρδιά τους το βάρος μια μεγάλης ενοχής. Και είναι επίσης μεγάλη αλήθεια ότι το δυσβάστακτο αυτό βάρος, δεν μπορούσαν να το αφαιρέσουν παρά μόνο μερικώς, μέσω των θυσιών. Μάλλον θα λέγαμε, οι θυσίες, όπου εγίνονταν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, περισσότερο έκαναν τον άνθρωπο να αισθάνεται την ενοχή και την ανάγκη της λυτρώσεως, παρά του έδιναν την ποθητή ανάπαυση που ζητούσε στα απύθμενα βάθη της υπάρξεώς του. Και η κατάσταση γινόταν τοσούτο μάλλον τραγική, όταν ο ταλαίπωρος άνθρωπος, διψώντας και μη βρίσκοντας τη λύτρωση, έφτανε μέχρι τις ανθρωποθυσίες.

Η ίδια η Αγία Γραφή, από την αρχή του ανθρωπίνου γένους μας κάνει λόγο για την θυσία του Άβελ. Του Άβελ, ο οποίος θυσίασε με πολύ αγάπη προς τον Θεό, τα πρωτότοκα των προβάτων του για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη προς Αυτόν.
Αλλά και σ' όλη την διάρκεια των αιώνων που ξετυλίγονται στον χώρο της Παλαιάς Διαθήκης, βλέπουμε τόσες και τόσες θυσίες, όπως του Νώε, του Αβραάμ, και τόσων άλλων Πατριαρχών, και γενικώς ανθρώπων του λαού του Θεού. Όλα δε αυτά ήταν εντολή του Θεού, που όμως σκοπό είχε να διακονήσει την ανάγκη του ίδιου του ανθρώπου, αφού ως γνωστόν ο Θεός είναι ανενδεής και δεν έχει καμιά απολύτως ανάγκη.
Ανάγκη λοιπόν ανθρώπινη, που όσο περνούσε ο καιρός, τόσο και γινόταν επιτακτικώτερη, έως ότου ήλθε η ώρα της λυτρώσεως και της ευλογίας.
Ω, αδελφοί μου. Θα πρέπει να ομολογήσουμε, τώρα μάλιστα που βλέπουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, μέσα από το φως της χάριτος, ότι η κατάσταση ήταν περισσότερο φρικτή και τρομερή απ' όσο θα μπορούσε να διανοηθεί και η πλέον τολμηρά φαντασία. Ήταν τόση η καταστροφή που επέφερε η παρακοή των πρωτοπλάστων, και τόση συν τω χρόνω η αποστασία που επαυξανόταν από την αμαρτία των ανθρώπων, ώστε ήταν εντελώς αδύνατον να μας ελευθερώσει και να μας ανορθώσει κάποιο κτίσμα της δημιουργίας του Θεού.
Όχι κάποιο ζώο, απ' αυτά που αναφέρει το ιερό κείμενο, όχι κάποιος άνθρωπος, αλλά ούτε και κάποιο πρόσωπο από τον αγγελικό κόσμο δεν είχε την δυνατότητα να μας χαρίσει την ποθητή μας λύτρωση.
Αυτό λοιπόν, που ήταν φύση αδύνατον να γίνει, πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο τον Λυτρωτή μας. Αναλαμβάνει να θυσιαστεί προς χάριν ημών.
Σ' αυτήν λοιπόν την θυσία αναφέρεται το Αποστολικό μας ανάγνωσμα την τελευταία Κυριακή προ των Βαίων.
Το κείμενο από την προς Εβραίους επιστολή που θα αναγνωσθεί, είναι τόσο συγκλονιστικό, που αισθανόμαστε τον ιερό συγγραφέα με δάκρυα στους οφθαλμούς να αποτυπώνει αυτή την αλήθεια. Την αλήθεια αυτή που με δέος η κάθε γενιά των πιστών παραλαμβάνει, βιώνει σε όλες τις διαστάσεις της Χριστιανικής ζωής, και ως πολύτιμη παρακαταθήκη την μεταδίδει στην επόμενη γενεά. Ότι δηλ. δεν σωζόμαστε, παρά μέσω της μοναδικής θυσίας του Λυτρωτού μας Κυρίου Ιησού Χριστού.
Ναι. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Ο Θεάνθρωπος Κύριος εξασφάλισε για εμάς τους πιστούς Του, λύτρωση αληθινή και αιώνια. Ας προσέξουμε φίλοι μου, διότι το θέμα δεν είναι απλά συναισθηματικό, ούτε πολύ περισσότερο, κινείται στο χώρο της φαντασίας. Επίσης, δεν έχει να κάνει η αντικειμενική θυσία του Χριστού με το αν πιστεύουμε, ή όχι ή με το αν αποδεχόμαστε τον λόγο του Θεού ή πάλι αναισθήτως αρνούμαστε αυτόν.
Η θυσία επάνω στο Σταυρό είναι πραγματική και μοναδική και θέλοντας και μη την αντιμετωπίζουμε πραγματικά και δυναμικά, είτε αποδεχόμενοι αυτή και άρα σωζόμαστε, είτε αρνούμενοι αυτή και χανόμαστε, δηλ. κολαζόμαστε.
Είναι δε απορίας άξιον, το πώς κάποιοι άνθρωποι συγκινούνται από τόσα και τόσα πράγματα, ανάξια λόγου αρκετές φορές, και δεν συγκλονίζεται η καρδιά τους από την θυσία του Χριστού.
Πράγματι, ραγίζει η καρδιά μας όταν βλέπουμε να θυσιάζεται κάποιος γονέας για το παιδί του, ή κάποιος άνθρωπος για τον συνάνθρωπο. Και όντως, τα περιστατικά αυτά είναι άξια συγχαρητηρίων και παραδειγματισμού εκ μέρους των ανθρώπων. Ποια ανθρώπινη όμως θυσία δύναται να συγκριθεί με την αιώνια θυσία του Θεανθρώπου Χριστού, ο οποίος προσφέρει τον ίδιο τον εαυτόν του ως ο τελευταίος κακούργος επάνω στο ξύλο του Σταυρού;
Όχι λοιπόν το αίμα των ταύρων και των τράγων και η στάχτη της δαμάλεως, με τα οποία ράντιζαν οι αρχιερείς τον λαό των Εβραίων, και που πρόσφεραν απλώς ένα εξωτερικό σωματικό αγιασμό, για να μπορούν να μετέχουν στην λατρεία του Θεού. Όχι, τίποτε απ' όλα αυτά, αλλά το Αίμα του απολύτως αναμάρτητου Ιησού, θα καθαρίσει την συνείδησή μας από τα νεκρά έργα της αμαρτίας. Τότε μόνο, μετά την κάθαρση, μετά δηλ. την υποκειμενική προσοικείωση της αντικειμενικής θυσίας, μετά την απόλυτη αποδοχή της πίστεώς μας και με το ολοκληρωτικό δόσιμο της υπάρξεώς μας στον Λυτρωτή Ιησού, μπορούμε να προσφέρουμε τη νέα, την αληθινή λατρεία στον ζώντα Θεό.
Αδελφοί μου, το περιεχόμενο της πίστεώς μας και ιδίως το κεφάλαιο της Λυτρώσεως, στο οποίο και οι άγγελοι επιθυμούσαν να παρακύψουν (Α΄Πέτρου α΄12), είναι αδύνατον να το ερμηνεύσουμε και πολύ περισσότερο να το αισθανθούμε, εάν στα γεγονότα του Θείου Δράματος παραμείνουμε απλοί θεατές ή απλοί θαυμαστές.
Το μυστήριο της αγάπης του Θεού που αποτυπώνεται και συνοψίζεται στην θυσία του Ιησού επί του Τιμίου Σταυρού, πρέπει να αποτελεί, όσο το δυνατόν, βαθύτατο βίωμά μας. Βίωμα όχι πρόσκαιρο ή επετειακό, αλλά βίωμα καθημερινό και ισόβιο. Όλα τ' άλλα και τα πλέον ισχυρά που αντιμετωπίζουμε στην ζωή μας, είναι απλές σκιές που χάνονται μπροστά στη λάμψη της αιώνιας θυσίας.
Όλοι λοιπόν κατανοούμε πως είναι απόλυτη η ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η μεγάλη θυσία του Χριστού άνοιξε τον κλειστό, έως τότε δρόμο, προς τον ουρανό.
Αυτή η θυσία, μας δίνει τη δυνατότητα να εισέλθουμε στην μακαριότητα της βασιλείας του Θεού, η οποία είναι και ο προορισμός μας.
Όλο εκείνο το ασήκωτο βάρος που δεν μας επέτρεπε, όχι ν' ανεβούμε, αλλ' ούτε ν΄ατενίσουμε προς τον Ουρανό, τώρα έφυγε. Έφυγε, αφού το ανέλαβε στους δικούς Του ώμους ο Μέγας Αρχιερεύς της μεγάλης αγάπης. Δηλ. ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος!
Και ναι μεν, ο δρόμος πλέον είναι διάπλατα ανοικτός. Το θέμα όμως είναι, εμείς οι ίδιοι τι στάση θα κρατήσουμε; Ο ήλιος λάμπει και καταυγάζει τα πέρατα. Εάν όμως κρατούμε τα μάτια πεισματικώς κλειστά, θα ζούμε μέσα στο σκοτάδι. Πώς είναι τώρα δυνατόν ν' ανοίξουν οι κλειστοί οφθαλμοί; Είναι το μόνο εύκολο, αρκεί να υπάρχει η θέληση εκ μέρους του ανθρώπου.
Η ειλικρινής μετάνοια και η καθαρή εξομολόγηση, σε συνδυασμό με το Ποτήριον της Ζωής, ανοίγουν τους οφθαλμούς της καρδιάς, αφυπνίζουν την συνείδηση και τότε, η θυσία του Χριστού ενεργοποιεί στην ύπαρξή μας την πορεία προς τον λιμένα της Βασιλείας του Θεού.
Να δώσει ο Λυτρωτής μας.

Αμήν.
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_2740.html

Εἶστε ἕτοιμοι γιὰ νὰ πλησιάσετε στὴ θεία κοινωνία; Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης


Εἶστε ἕτοιμοι γιὰ νὰ πλησιάσετε στὴ θεία κοινωνία;
Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 10,32-45)
«Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι…» (Μᾶρκ. 10,33)
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἀρχίζω, ἀγαπητοί μου, μ᾿ ἕνα ἐρώτημα πρὸς ὅλους. Τὸ ἐρώτημά μου εἶνε· εἴμαστε ἐδῶ, βρισκόμαστε ἐδῶ στὴν ἐκκλησία; Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σῶμα πρέπει ἐδῶ νὰ βρίσκεται καὶ τὸ πνεῦμα μας.
Ἔφυγε ἕνα λεπτό; ἁμαρτήσαμε. Γι᾿ αὐτὸ λέω· Εἴμαστε ἐδῶ; Παρακολουθοῦμε τὴ θεία λειτουργία;
Ἀκούσαμε τὰ θεϊκὰ λόγια, ποὺ ῥαγίζουν πέτρες καὶ καρδιές; Αἰσθανθήκαμε τὸ γεγονὸς ποὺ περιγράφει σήμερα τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο;
Ἡ Ἐκκλησία τὶς μέρες αὐτὲς μεταδίδει τὰ πιὸ ὑψηλὰ μηνύματα. Καὶ προανάκρουσμα τῶν μηνυμάτων εἶνε αὐτὸ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα· «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα…» (Μᾶρκ. 10,33).
 Τὰ λόγια αὐτά, ποὺ τὰ εἶπε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς του λίγο πρὸ τοῦ πάθους, τὰ ἀπευθύνει καὶ ἡ Ἐκκλησία σ᾿ ἐμᾶς.

Τὴν ἄλλη Κυριακή, ποὺ θ᾿ ἀρχίσουν οἱ ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, αὐτὰ ἀκριβῶς θ᾿ ἀκούσουμε σ᾿ ἕνα τροπάριο· «Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρὸς τὸ ἑκούσιον πάθος, τοῖς ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ· Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα…»(δοξ. αἴν. Μ. Δευτ.).

Πᾶμε, λέει· ἂς ἀνεβοῦμε στὰ Ἰεροσόλυμα· ἂς ἀνεβοῦμε νοερῶς - πνευματικῶς.
Πάντοτε ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ εἶνε προετοιμασμένος, διότι δὲν γνωρίζουμε ποιά ὥρα θὰ μᾶς καλέσῃ ὁ Κύριος κοντά του. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ προετοιμαζώμαστε κατὰ τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες, περισσότερο δὲ διότι πρόκειται νὰ μεταλάβουμε τὰ ἄχραντα μυστήρια. «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα…».
Κάθε φορὰ ποὺ πλησιάζουμε νὰ κοινωνήσουμε, ἀκοῦμε τὴ φωνὴ αὐτὴ τοῦ Κυρίου· Ἐμπρός, ἀναβαίνομεν ἐπάνω στὰ Ἰεροσόλυμα! Ἀλλὰ πόσοι ἆραγε κοινωνοῦν ἀξίως; Ὅλο τὸ χρόνο ἁμαρτάνουμε· φοβοῦμαι ὅμως, ἀδελφοί μου, ὅτι τὴν πιὸ μεγάλη ἁμαρτία τὴν κάνουμε ἀκριβῶς τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅταν πλησιάζουμε τὰ ἅγια τῶν ἁγίων μὲ ἀκάθαρτη καρδιά.
Φοβοῦμαι, μήπως ἀπὸ τοὺς ἑκατὸ Χριστιανοὺς δὲν εἶνε οὔτε ἕνας ἄξιος νὰ κοινωνήσῃ. Δὲν ἀρκεῖ ν᾿ ἀνοίξῃς τὸ στόμα σου καὶ νὰ πάρῃς τὴ θεία κοινωνία· πρέπει καὶ νὰ προετοιμάσῃς τὸν ἑαυτό σου, καὶ ἔτσι νὰ πλησιάσῃς τὰ ἅγια μυστήρια.
Ποιός εἶνε ὁ λόγος ποὺ μικροὶ - μεγάλοι ἀσυναίσθητα, τυπικὰ καὶ μηχανικὰ πλησιάζουν τὰ ἄχραντα μυστήρια; Ὁ λόγος εἶνε, ὅτι δὲν καθήσαμε ποτὲ νὰ μελετήσουμε, νὰ ἐξετάσουμε, τί εἶνε αὐτὸ τὸ μυστήριο, ἡ θεία εὐχαριστία.
Ὑπάρχουν βιβλία σπουδαῖα. Συνιστῶ στὸν καθένα σας, προτοῦ νὰ κοινωνήσῃ, ν᾿ ἀνοίξῃ τὸ Ὡρολόγιο τῆς Ἐκκλησίας ἢ τὴ Σύνοψι ἢ τὸ Συνέκδημο, καὶ νὰ διαβάσῃ τὴν ἀκολουθία ἐκείνη, ποὺ κάθε Χριστιανὸς πρέπει νὰ τὴ διαβάζῃ πρὶν ἀπὸ τὴ θεία μετάληψι.
Τὸ μυστήριο αὐτὸ εἶνε τὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων. Ὁ ἄπιστος δὲν βλέπει τίποτε. Ὁ πιστὸς ὅμως ἔχει μάτια πνευματικά· μπαίνει στὴν ἐκκλησία καὶ βλέπει. Ὁ πιστὸς πιστεύει. Πιστεύει πρῶτα - πρῶτα στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε· «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰ ώνιον», ὅτι ὅποιος τρώει τὸ σῶμα καὶ πίνει τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου ἔχει ζωὴν αἰώνιον (Ἰω. 6,54).

Ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶνε ἀπαραίτητο· «Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς»· ὅτι δὲν ἔχει ζωὴ ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν δὲν κοινωνῇ τὸ Χριστό (ἔ.ἀ. 6,53).
Ὁ πιστὸς στὴν ἐκκλησία, αἰσθάνεται ἕνα ῥῖγος πνευματικό. Αἰσθάνεται, ὅτι τὴν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας, τὴν ὥρα ποὺ ἐπάνω στὴν ἁγία τράπεζα ὁ ἱερεὺς ἔχει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο καὶ λέει «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν…», τὴν ὥρα ποὺ ἔχουμε γονατίσει ὅλοι καὶ οἱ ψάλτες ψάλλουν «Σὲ ὑμνοῦμεν…», τὴν ὥρα ἐκείνη γίνεται θαῦμα, τὸ μεγαλύτερο θαῦμα στὸν  κόσμο.
Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο κατέρχεται, καὶ τὸ ψωμὶ γίνεται σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας καὶ τὸ κρασὶ γίνεται αἷμα του, αἷμα ποὺ ἀχνίζει ἐπάνω στὸ φρικτὸ Γολγοθᾶ.

Ὤ τί μυστήρια, ἀδελφοί μου! Ὅποιος δὲν πιστεύει, προτιμότερο νὰ μὴ μπαίνῃ στὴν ἐκκλησία· ἂς κάθεται ἔξω. Μπῆκε στὴν ἐκκλησία; πάει πλέον· ὁ ἄνθρωπος δὲν πατάει στὴ γῆ, ἐπάνω στὶς πέτρες· εἶνε ψηλά, σὲ φτεροῦγες ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων· εἶνε ἐπάνω. «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα».

Αὐτά πιστεύει, καὶ ἔτσι εἶνε. Οἱ ἄπιστοι ὅμως καὶ οἱ αἱρετικοί, ὁ χιλιαστὴς ἢ ὁ προτεστάντης, τοὺς ἀκοῦτε καὶ λένε· Μὰ εἶνε δυνατόν, τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ νὰ γίνωνται σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ;…
Δὲν τὸ καταλαβαίνω, δὲν τὸ νιώθω… Τί νὰ τοὺς ἀπαντήσουμε;
Δὲν τὸ νιώθεις; Μὰ εἶνε αὐτὸ τὸ μόνο μυστήριο στὸν κόσμο; Ὑπάρχουν τόσα ἄλλα. Θέ λετε παραδείγματα; Πῶς τὸ κάρβουνο μέσα στὴ γῆ γίνεται διαμάντι; Πῶς τὸ χόρτο γίνεται κρέας στὸ πρόβατο; Πῶς τὸ ψωμί, ποὺ τρῶμε κάθε μέρα, γίνεται κόκκαλα, μῦς, νεῦρα, μυαλό, καρδιά, πνευμόνια, ζωὴ τοῦ ἀνθρώ που; Πῶς ἀκόμη τὸ αἷμα τῆς μάνας, ποὺ φεύγει ἀπὸ τὴν καρδιά της, γίνεται γάλα καὶ τρέφει τὸ παιδί;
 Ἂς μᾶς τὰ ἐξηγήσουν πρῶτα αὐτά, καὶ μετὰ νὰ ζητοῦν νὰ τοὺς ἐξηγήσουμε κ᾿ ἐμεῖς πῶς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ γίνεται σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας.

Πιστεύουμε λοιπὸν στὸ μυστήριο. Καὶ τὸ μυστήριο αὐτό, ἀδέρφια μου, εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη εὐεργεσία στὸν ἄνθρωπο. Εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ γιὰ τὸν ἥλιο ποὺ μᾶς φωτίζει, γιὰ τὸ νερὸ ποὺ πίνουμε, γιὰ τὸ ψωμὶ ποὺ τρῶμε, γιὰ τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, γιὰ ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς.
Ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ – γιατί; γιατὶ μᾶς ἀξιώνει, ἐμᾶς τὰ σκουλήκια τῆς γῆς, νὰ κοινωνοῦμε τὸ σῶμα Ἐκείνου ποὺ δὲν τὸν χωροῦν οἱ οὐρανοί. Αὐτὸς χωρεῖ στὴν καρδιὰ ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ. Ὤ χάρις, ὤ εὐλογία, ὤ μεγάλη δωρεά!
* * * 
Καὶ τώρα σᾶς ἐρωτῶ· Ἀδελφοί, εἶστε ἕτοιμοι γιὰ νὰ πλησιάσετε τὰ ἄχραντα μυστήρια; Ἐξετάσατε τὸν ἑαυτό σας, μήπως τυχὸν ἔχετε κάποιο κρύφιο ἁμάρτημα, ποὺ σᾶς κεντάει σὰν σκορπιὸς καὶ μέχρι τώρα δὲν τὸ ἐξωμολογηθήκατε στὸν πνευματικό σας πατέρα;
Μήπως ἔχετε κάνει κάποια ἀδικία καὶ δὲν τὴν ἐπανορθώσατε; Μήπως εἶστε μαλωμένοι, ἔχετε ἔχθρα μὲ κάποιον, καὶ δὲν προσπαθήσατε ἀκόμη νὰ συμφιλιωθῆτε;
Ἐξετάστε ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Καὶ ἂν ἡ συνείδησί σας εἶνε καθαρή, τότε μπορεῖτε νὰ πλησιάσετε. Διαφορετικά, ὄχι.
Λένε μερικοί· Νά, τώρα ποὺ εἶνε Πάσχα νὰ κοινωνήσουμε…
Ρώτησαν καὶ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο·
–Κάθε πότε νὰ κοινωνοῦμε; Καὶ εἶπε τὴν πιὸ σοφὴ κουβέντα·
–Εἶσαι ἕτοιμος, ἔχεις καθαρὴ τὴν καρδιά; κοινώνα κάθε μέρα! δὲν εἶσαι ἕτοιμος; οὔτε τὸ Πάσχα!
Γιατὶ τὸ Πάσχα κοινώνησε κι ὁ Ἰούδας καὶ κατεκρίθη.
Γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐμεῖς λέμε· Χριστιανοί, ποὺ σκοπεύετε τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες νὰ κοινωνήσετε τὰ ἄχραντα μυστήρια, προσέξτε. Εἶσαι ἕτοιμος; πλησίασε· δὲν εἶσαι ἕτοιμος; μακριά!
Μακριά, γιατὶ ἡ θεία κοινωνία εἶνε φωτιά! Εἶσαι ἄχυρο, ἁμαρτωλὸς ἀμετανόητος; ἡ θεία κοινωνία θὰ σὲ κάψῃ· ἂν εἶσαι ὅμως χρυσάφι, τότε ὅσες φορὲς νὰ μπῇς μέσα στὴ φωτιὰ τῆς θείας κοινωνίας, θὰ βγῇς πιὸ λαμπρός, πιὸ ἅγιος.
Αὐτὰ διδάσκει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Καὶ σήμερα μᾶς φωνάζει· «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἰεροσόλυμα…».
* * * 
Εὔχομαι, ἀδέρφια μου, μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, κανένας νὰ μὴν πλησιάσῃ σὰν τὸν Ἰούδα. Προτιμότερο νὰ μείνῃ μακριὰ ἀπὸ τὴ θεία κοινωνία. Τὸ σωστὸ εἶνε, νὰ πάῃ νὰ βρῇ ἕνα σεβάσμιο ἱερέα, ἕνα γέροντα ἐξομολόγο, ἕνα πνευματικὸ μὲ ἄσπρα μαλλιά, νὰ γονατίσῃ μπροστά του, νὰ πῇ τ᾽ ἁμαρτήματά του, νὰ ζητήσῃ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νὰ κάνῃ τὸν κανόνα του ἕνα χρόνο καὶ δύο καὶ τρία χρόνια, καὶ μετὰ νὰ κοινωνήσῃ τὰ ἄχραντα μυστήρια.
Γιά διαβάστε τὸ συναξάρι σήμερα τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Κοινώνησε ἀμέσως μετὰ τὴ μετάνοιά της; Ὄχι. Πέρασε τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ πῆγε στὴν ἔρημο. Πόσα χρόνια ἔκανε κανόνα, γιά πέστε μου; 47 χρόνια ἔκανε κανόνα! καὶ μετά κοινώνησε.
Καὶ ἀπέθανε «τὴν ἡμέραν ποὺ ἐκοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων». Ὦ Θεέ μου ὦ Θεέ μου! Ἂς ἀξιωθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς ἔτσι! Δὲν θέλω χρήματα, δὲν θέλω παλάτια, δὲν θέλω θησαυρούς, δὲν θέλω σοφία, δὲν θέλω τίποτα· θέλω, νὰ μ᾿ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς κ᾿ ἐμένα κ᾿ ἐσᾶς νά ᾿χουμε τὸ τέλος της.
Τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ φεύγουμε ἀπὸ τὸ μάταιο τοῦτο κόσμο, νὰ μᾶς ἀξιώσῃ νὰ κοινωνήσουμε κ᾿ ἐμεῖς τῶν ἀχράντων μυστηρίων γιὰ τελευταία φορὰ λέγοντας «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ἀκαδημίας Πλάτωνος - Ἀθηνῶν 26-3-1961. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 1-4-2001, ἐπανέκδοσις 21-3-2013

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Ὑπνοβάτες Ἀδελφοί, «ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι». Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ὑπνοβάτες Ἀδελφοί, «ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι». (῾Ρωμ. 13,11)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

Ἀρχίζω τὸ κήρυγμα μὲ ἕνα παράδειγμα. Σᾶς ἐρωτῶ· ἔχετε δεῖ ποτέ σας ὑπνοβάτη; Εἶνε κάτι φοβερό. Ὁ ὑπνοβάτης σηκώνεται τὴ νύχτα καί, ἐνῷ κοιμᾶται, ἀνοίγει τὴν πόρτα, βγαίνει ἔξω καὶ περπατάει! Κι ἂν βοηθήσῃ ὁ Θεὸς καὶ δὲν πέσῃ σὲ κανένα πηγάδι ἢ ἀπὸ καμμιὰ ταράτσα, θὰ ἐπιστρέψῃ πάλι
στὸ κρεβάτι του. Τὸ πρωί, ὅταν ξυπνήσῃ καὶ τὸν ρωτοῦν τί ἔγινε τὴ νύχτα, δὲ θυ μᾶται τίποτε.
Αὐτὸς εἶνε ὁ ὑπνοβάτης. Ἕνα φαινόμενο, ποὺ καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ καλὰ -καλὰ νὰ τὸ ἐξηγήσῃ.
Ὁ ὑπνοβάτης εἶνε ἕνα παράδειγμα· εἶνε εἰκόνα μιᾶς ἄλλης καταστάσεως γιὰ τὴν ὁποία μιλάει σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Φωνάζει καὶ μᾶς λέει, ὅτι πρέπει νὰ ξυπνήσουμε ἀπὸ τὸν ὕπνο (βλ. Ῥωμ. 13,11). Ποιόν ὕπνο; Δὲν πρόκειται γιὰ τὸν φυσικὸ ὕπνο. Αὐ τὸς εἶνε ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ. Εἶνε ἀνάπαυσις τοῦ σώματος, ἀνανέωσις τῶν δυνάμεων, φάρμακο ζωῆς, ὑγεία καὶ εὐλογία· ὅπως ἀντιθέτως ἡ ἀϋπνία εἶνε μιὰ τιμωρία, μιὰ μάστιγα.
Ὥστε ὅταν λέῃ ἐδῶ ὁ ἀπόστολος, ὅτι πρέπει νὰ ξυπνήσουμε, ἐννοεῖ ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὕπνο, ὕπνο σὰν τοῦ ὑπνοβάτου, ὕπνο ἐπικίνδυνο καὶ θανατηφόρο, ὕπνο κατηραμένο. Εἶνε ὁ ὕπνος ποὺ ἔλεγε κι ὁ Δαυΐδ· Βοήθησέ με, Θεέ μου· «φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν» (Ψαλμ. 12,4-5).

Καὶ ὁ ὕπνος αὐτός, ἀδελφοί μου, εἶνε ὁ ὕπνος ποὺ φέρνει στὴν ὕπαρξί μας ἡ ἁμαρτία· κάθε ἁμαρτία. Θέλετε παραδείγματα; Νά μία συγκεκριμένη ἁμαρτία, ποὺ τὴν ἀνα φέρει σήμερα ὁ ἀπόστολος. Εἶνε ἡ μέθη (βλ.Ῥωμ. 13,13). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μεθύσῃ, ζαλίζεται, χάνει τὶς αἰσθήσεις του, δὲν κυριαρχεῖ πλέον στὸν ἑαυτό του. Ὁ μέθυσος δὲν ἔχει φρένο. Ἀνοίγει τὸ στόμα του, μὰ τὰ λόγια του εἶνε ἀνοησίες, ἀστειολογίες, αἰσχρολογίες καὶ ὕβρεις, ποὺ ἐκτοξεύει ἐναντίον τοῦ ἑνὸς καὶ
τοῦ ἄλλου.
Τὰ λόγια του ἀκόμα εἶνε ἐκμυστηρεύσεις· τὰ πιὸ σοβαρὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς του, ποὺ δὲν τὰ λέει οὔτε στὴ γυ ναῖ κα του οὔτε στὸν πνευματικό του, τὰ λέει τότε μπροστὰ σὲ μικροὺς καὶ μεγάλους, καὶ γίνεται καταγέλαστος. Ἀκόμη χειρότερα, τὴν ὥρα τῆς μέθης κυριαρχεῖ ὁ σατανᾶς καὶ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ μεθύσου βγαίνουν φρικτὲς βλασφημίες τῶν θείων. Κ᾿ ἐπειδὴ στὸ θολωμένο μυαλό του δὲν κυριαρχεῖ πλέον ἡ λογική, ὁ δηγεῖται καὶ σὲ ἄλλες ἁμαρτίες, ποὺ λέει σήμερα ὁ ἀ πόστολος.
Ἡ μέθη ἔχει γειτόνισσα τὴν πορνεία, τὴ μοιχεία καὶ τὴν ἀκαθαρσία (ἔ.ἀ. 13,13).
Βάκχος καὶ Ἀφροδίτη γειτονεύουν, ὅπως λέει καὶ ἡ μυθολογία. Ἄλλος γείτονας τῆς μέθης εἶνε ὁ θυμός, καὶ ἄλλος ἀκόμη χειρότερος ὁ φόνος. Διότι ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ ἀλκοὸλ καὶ ὁ πιὸ ἥσυχος ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διαπράξῃ φρικτὰ ἐγκλήματα.
Ὁ ἔνδοξος Μέγας Ἀλέξανδρος σὲ συμπόσιο, ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ ἀλκοὸλ ἐφόνευσε – ποιόν;
Τὸν Κλεῖτο, τὸν καλύτερό του φίλο!

Ὑπνοβάτης ὁ μέθυσος. Θέλετε ἄλλον ὑπνοβάτη; Νά ὁ φιλάργυρος. Αὐτὸς πλέον δὲν μεθάει μὲ κρασί, ἀλλὰ μὲ τὸ χρῆμα. Ἀδικεῖ καὶ κλέβει, ἁρπάζει τὸ ψωμὶ τοῦ φτωχοῦ, τῆς χήρας καὶ τοῦ ὀρφανοῦ. Ἡ φιλαργυρία φτάνει ἀκόμη καὶ μέσα στὸν ἱερὸ ναό, ποὺ τὸν μεταβάλλει σὲ «οἶκον ἐμπορίου» (Ἰω. 2,16).
Ὁ φιλάργυρος ἐμπορεύεται ὅ,τι ἱερὸ καὶ ὅ σιο, γίνεται καὶ χριστέμπορος καὶ θεοκάπηλος. Καὶ σὰν
τὸν ὑπνοβάτη ἔχει τε λεία ἀναισθησία.
Ὑπνοβάτης ὁ μέθυσος, ὑπνοβάτης ὁ φιλάργυρος, ὑπνοβάτης καὶ ὁ φιλόδοξος. Αὐτὸς ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴ νόμιμη ὁδό, καὶ προσπαθεῖ μὲ κάθε θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο μέσο ν᾿ ἀναρριχηθῇ σὲ ἀξιώματα. Ἕνα τὸν ἐνδιαφέρει, πῶς θὰ κα ταλάβῃ τὴν ἐπίζηλη θέσι. Εἶνε κι αὐτὸς ἕνας φοβερὸς ὑπνοβάτης.
* * *
Ἀλλὰ θὰ μοῦ πῆτε· Ἐμεῖς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ οὔτε μέθυσοι οὔτε φιλάργυροι οὔτε φιλόδοξοι εἴμαστε. Εἴμαστε φτωχαδάκια· μεροδούλι - μεροφάι. Εἴμαστε ἐμεῖς ὑπνοβάτες;
Καὶ ὅμως δὲν σᾶς ἀδικῶ. Ἀφήνω ὅλους αὐτοὺς ποὺ εἴπαμε, καὶ σᾶς λέω ὅτι κι ἀπὸ σᾶς, ποὺ ἔρχεστε στὴν ἐκκλησία, ἂν ἐξαιρέσω ἐλάχιστους, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶστε ὑπνοβάτες.

–Ὑπνοβάτες ἐμεῖς; Ναί. Καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἀμέσως μὲ μερικὰ παραδείγματα. Ἐὰν στὸ σχολεῖο, τὴν ὥρα ποὺ διδάσκει ἕνας σοφὸς δάσκαλος, κάποιον τὸν πάρῃ ὁ ὕπνος, τί θὰ γίνῃ ὅταν ξυπνήσῃ; Θ᾿ ἀκούῃ νὰ λένε οἱ ἄλλοι, «Μωρὲ τί σπου δαῖα πράγματα εἶπε ὁ δάσκαλος σήμερα!…», κι αὐτὸς δὲν θά᾿χῃ ἰδέα. Καὶ ἂν σ᾿ ἕνα θέατρο, ὅπου παίζεται ἕνα σοβαρὸ ἔργο, κάποιον σὲ μιὰ γωνιὰ τὸν πάρῃ ὕπνος καὶ ῥο χαλίζῃ, τί θὰ καταλάβῃ; Μόλις τελειώσῃ τὸ θέατρο θ᾿ ἀκούῃ νὰ λένε, «Πολὺ ὡραῖα ἔπαιξαν οἱ ἠθοποιοί, μᾶς ἔκαναν καὶ κλάψαμε…», αὐτὸς ὅμως δὲν θὰ καταλαβαίνῃ τίποτε.
Καὶ ἂν σὲ μιὰ συναυλία, ὅπου ἐκτελεῖται τὸ καλύτερο μουσικὸ ἔργο, κάποιος ἀποκοιμηθῇ, ὅταν στὸ τέλος ξυπνήσῃ, οἱ ἄλλοι θὰ εἶνε ἐνθουσιασμένοι, ἀλλ᾿ αὐτὸς δὲν θά ᾿χῃ ἀκούσει τίποτε.

Αὐτὸ παθαίνουμε κ᾿ ἐμεῖς, ἰδίως στὴν ἐκκλησία τὴν ὥρα τῆς λατρείας. Ἐδῶ εἶνε τὸ ὑψηλότερο σχολεῖο, ὅπου διδάσκει αὐτὸς ὁ Χριστός. Ἐδῶ εἶνε τὸ οὐράνιο θέατρο, ποὺ ἂν ζήσῃς τὰ τελούμενα, ἀνεβαίνεις στὰ οὐράνια.
Ἐδῶ εἶνε ἡ ἀγγελικὴ συναυλία, ποὺ μπροστά της ὁ Μπετόβεν ὠχριᾷ. Ἐδῶ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι κατεβαίνουν ἀ πὸ τὰ οὐράνια καὶ σμίγουν μὲ τοὺς ταπεινοὺς ἱερεῖς. Ἂν τὰ πιστεύῃς αὐτά, νὰ ἔρχεσαι στὴν ἐκκλησία· ἂν δὲν τὰ πιστεύῃς, μὴν ἔρχεσαι.

Ἄχ, Θεέ μου, ποῦ καταντήσαμε· νὰ μπαίνουμε στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ μὴ νιώθουμε τίποτε! Ὁ ἕνας κοιτάει τὸ ρολόι του, ὁ ἄλλος χασμουριέται, ὁ τρίτος κουβεντιάζει…
Ποιός, σᾶς ἐρωτῶ, ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν…» ἔχει τὸ νοῦ του συγκεντρωμένο; Τελείως ἀφῃρημένοι εἴμαστε. Ἡ γυναίκα σκέπτεται τὴν κουζίνα καὶ τὸ σαλόνι της, ὁ ἄντρας τὸ μαγαζὶ ἢ τὸ γραφεῖο του.
Ὁ διάβολος φέρνει στὸ μυαλὸ ἀνεμοστρόβιλο καὶ τὰ παίρνει ὅλα. Παρόντες στὸ σῶμα, ἀλλ᾿ ἀπόντες στὸ πνεῦμα.
Ὑπνοβάτες ὅλοι, ἀκόμα καὶ οἱ ἱερεῖς. Ποῦ εἶνε οἱ παπᾶδες ἐκεῖνοι οἱ ἀγράμματοι, ποὺ λειτουργοῦσαν καὶ κλαίγανε; Ποῦ οἱ πιστοὶ ἐκεῖνοι, ποὺ μουσκεύανε τὰ πλακάκια τοῦ ναοῦ μὲ τὰ δάκρυά τους;…

Νά λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ὅτι εἴμαστε ὑπνοβάτες. Εἴμαστε ὅπως ὁ ὑπνωτισμένος, ποὺ βρίσκεται πάνω στὴ χειρουργι κὴ κλίνη καὶ δὲ νιώθει τί κάνουν δίπλα του οἱ γιατροὶ καὶ οἱ νοσοκόμες.
Ὅταν πᾶτε στὸ σπίτι σας ἐξετάστε, σὲ πόσες θεῖες λειτουργίες ἤρθατε στὸ ναὸ καὶ τὸ μυαλό σας ἦταν ἐκτὸς τῆς ἐκκλησίας ἢ σᾶς πῆρε ὁ ὕπνος σὰν τὸν Εὔτυχο (βλ. Πράξ. 20,8-12), χωρὶς συναίσθησι τοῦ μεγαλείου, τοῦ ὕψους καὶ τῆς λαμπρότητος τῶν ὅσων τελοῦνται.
* * *
Ἀδελφοί μου! Αὐτὰ ποὺ λέω σ᾿ ἐσᾶς, τὰ λέω πρῶτα στὸν ἑαυτό μου. Ζοῦμε ὅλοι σὰν ὑπνοβάτες. Ξέρετε πῶς μοιάζουμε; Εἶχα διαβάσει γιὰ ἕναν, ποὺ πῆγε πάνω στὸ βουνὸ τὸ Βεζούβιο καὶ κάθησε ἐκεῖ τὶς παραμονὲς τῆς ἐκρήξεως τοῦ ἡφαιστείου. Ὡραῖα, λέει, εἶνε ἐδῶ· ἡσυχία, δέντρα, σκιά… Ξάπλωσε στὸ χορτάρι καὶ πῆρε ἕνα θαυμάσιο ὕπνο. Ἀπὸ κάτω ὅμως τὸ ἡφαίστειο δούλευε. Ποιός νὰ τοῦ τό ᾽λεγε, ὅτι σὲ λίγο, ἐνῷ αὐτὸς θὰ ῥοχαλίζῃ, θ᾿ ἀνοίξῃ ὁ κρατήρας καὶ θὰ τὸν καλύψῃ ἡ λάβα;

Ὀφείλω, ἀδέρφια μου, νὰ τὸ πῶ· κοιμώμαστε κ᾿ ἐμεῖς ἐπάνω σ᾿ ἕνα ἡφαίστειο. Ἂς γλεντοῦν, ἂς διασκεδάζουν, ἂς χορεύουν, ἂς ὀργιάζουν· τὸ ἡφαίστειο λειτουργεῖ, καὶ μιὰ μέρα θὰ ἐκραγῇ. Οὐαὶ κι ἀλλοίμονο σὲ ὅλους μας.
Ὁ Βεζούβιος τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ (Ἰω. 3,36. ῾Ρωμ. 1,18· 9,22. Ἐφ. 5,6. Κολ. 3,6. Ἀπ. 19,15) θὰ μᾶς τινάξῃ. Τότε ὅλοι θὰ ξυπνήσουμε, μὰ θά ᾿νε ἀργά. Θὰ λέμε στὰ βουνά· Ἀνοῖξτε καὶ καλύψτε μας, κρύψτε μας ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ Κυρίου (πρβλ. Λουκ. 23,30. Ἀπ. 6,16).

Εἶνε αὐτὰ παραμύθια; Ὄχι, ἀδελφοί μου. Εἶνε γεγονότα, γεγονότα τῆς Ἀποκαλύψεως, ποὺ ἔρχονται. Γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐγώ, ἕνας μικρὸς σαλπιγκτὴς μέσα στὴν Ἐκκλησία, σαλπίζω καὶ λέγω· Ξυπνᾶτε, ξυπνᾶτε!
Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει ἄλλωστε καὶ τὸ τροπάριο ποὺ ἀκοῦμε τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ «Ψυχή μου ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις;…».
Ξύπνα, ψυχή μου· σήκω, γιατί κοιμᾶσαι; «Τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι…». Τὸ τέλος πλησιάζει καὶ θὰ σὲ ζώσῃ ἡ ἀγωνία…

Ἂς μὴ κοιμώμαστε, ἀδελφοί μου, γιὰ ν᾿ ἀκούσουμε τὸ «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…». Ἂς ξυπνήσουμε καὶ ἂς γρηγοροῦμε, γιὰ ν᾿ ἀξιωθοῦμε τοῦ θείου νυμφῶνος, κ᾿ ἐκεῖ νὰ δοξάζουμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Χρυσοσπηλαιωτίσσης Ἀθηνῶν τὴν 7-3-1965.
Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 17-3-2002, ἐπανέκδοσις 14-2-2013.
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_1049.html

«Ὥρα ἠμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι, ἡ νῦξ προέκοψεν, ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν». Κυριακή τῆς Τυροφάγου. Ἀρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου



«Ὥρα ἠμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι, ἡ νῦξ προέκοψεν, ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν»
Κυριακή τῆς Τυροφάγου (Ρωμ. ιγ´ 11 — ιγ´ 4)

Ἀρχιμ. π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου

Τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι ἕνα ἐγερτήριον σάλπισμα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνει ὁ Παῦλος πρὸς ὅλους μας, διὰ τοῦ σημερινοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Γνωρίζει καλὰ ὅτι ἡ παροῦσα ζωή ὁμοιάζει, σὰν νύχτα μπροστὰ εἰς τὴν λαμπρὰν καὶ εὐτυχισμένη μέλλουσαν ζωήν. Διὰ νὰ κερδίσωμε ὅμως ἐκείνην, εἶναι ἀνάγκη νὰ ξυπνήσωμεν καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦμε ἀπ᾿ ἐδῶ. Καὶ ὅπως ἕνας θέλῃ νὰ ξυπνήση ἄλλους, ποὺ κοιμοῦνται καὶ πρέπει ἐντὸς τῆς νυκτὸς νὰ κάμουν σπουδαῖον ἔργον, τοὺς φωνάζει λέγοντας· Ξυπνῆστε, Εἶναι ὥρα. ῾Η νύκτα πέρασε. Πλησιάζει νὰ ξημερώσῃ. Μὴ κοιμᾶσθε. ῎Ετσι καὶ ὁ ἀπ᾿ Παῦλος, λέγει! «ὥρα ἡμᾶς ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι, ἡ δὲ νύξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν». ᾿Αλλὰ ἀπὸ τὶ ζητᾶ νὰ ξυπνήσωμεν καὶ πῶς θὰ ξυπνήσωμεν; ᾿Ιδοὺ τὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν.

Α´ Ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν νὰ ἐξυπνήσωμεν. Καὶ εἶναι ὕπνος, θὰ πῆτε, ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή; ῞Υπνος καὶ βαρὺς μάλιστα. ᾿Ιδοὺ διατί·
1) Βλέπει ὄνειρα ὁ ἁμαρτωλός. ῾Ο κοιμώμενος βλέπει διάφορα εὐχάριστα ὄνειρα. Βλέπει ὅτι ἔλαβεν ἀξιώματα, προαγωγές, ὅτι ἔγινε Βασιλεύς. Βλέπει ὅτι ἀπέκτησε χρήματα, κτήματα, πολυτελῆ μέγαρα καὶ ὅτι ζῆ εἰς Παράδεισον καὶ ὅτι ἔχει ἀπολαύσεις παντοειδεῖς. ῞Οταν ξυπνήση, βρίσκεται ἔρημος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Βλέπει τότε τὴ φτώχεια του καὶ τὴ δυστυχία του εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται.

Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ μὲ ἐκεῖνον, ποὺ κοιμᾶται εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Τρέχει καὶ αὐτὸς νὰ βρῇ τὴν εὐτυχία του εἰς τὰ ἀξιώματα, εἰς τοὺς ἐπαίνους, εἰς τὰς προαγωγάς. Πασχίζει νὰ ἀποκτήση χρήματα, ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα. ῾Ιδροκοπεῖ νὰ φτιάξη μέγαρα καὶ πολυκατοικίες. Τρέχει κοντὰ εἰς τὶς ἡδονὲς καὶ τὰς ἀπολαύσεις, εἰς χοροὺς καὶ διασκεδάσεις. Καὶ ὅμως, ὅταν περάσῃ ἡ νύχτα τῆς παρούσης ζωῆς, θὰ δῇ, ὅτι ὄνειρο ἦταν καὶ ἐπέρασε, ἀστήρ καὶ ἔσβησε, σαπουνόφουσκα καὶ ἔσκασε. «Μία ροπὴ καὶ ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται»! Θὰ βρεθῇ τότε γυμνὸς καὶ παντέρημος. Εἰς τὴν ἀπέραντη αἰωνιότητα, οὔτε θὰ διατηρῇ κἄν τὴν γλυκύτητα τῆς ἀναμνήσεως.

2) Δὲν βλέπει τοὺς κινδύνους τοὺς πραγματικούς, ὁ ζῶν εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὅπως ἀκριβῶς δὲν τοὺς βλέπει καὶ ὁ κοιμώμενος. Βλέπει ὁ κοιμώμενος τοὺς ἐχθροὺς ποὺ πλησιάζουν νὰ τὸν χτυπήσουν; ῎Οχι. ῎Ετσι καὶ ὁ κοιμώμενος στὴν ἁμαρτία δὲν βλέπει τὸν ἐχθρόν του διάβολον, ὅστις «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ».
Ὁ κοιμώμενος ἐπίσης δὲν ἀντιλαμβάνεται, ἄν δίπλα του ὑπάρχει ὀχιὰ φαρμακερή, ποὺ θὰ τὸν δαγκάση θανατηφόρα. Τοὐναντίον μάλιστα. Πιθανὸν εἰς τὸν ὕπνον του νὰ τεντώνη τὸ χέρι του νὰ τὴ χαϊδέψῃ! Δὲν ἀντιλαμβάνεται ὁ δυστυχὴς τὸν κίνδυνον, διὰ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ αὐτήν. Καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς πιθανὸν νὰ ζῆ κοντά σὲ ὕποπτα πρόσωπα, ἐπικίνδυνα διὰ τὴν ψυχήν του, τὰ ὁποῖα θὰ τὸν ρίψουν εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ θὰ τοῦ φέρουν τὸν ψυχικὸν θάνατον. Δυστυχῶς δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται, διὰ νὰ ἀπομακρυνθῇ καὶ νὰ γλυτώσῃ. Τοὐναντίον μάλιστα, εὐχαριστεῖται νὰ ζῇ κοντά εἰς αὐτὰ τὰ πρόσωπα.

3) Δὲν βλέπει καὶ τοὺς ἰδικούς του, ποὺ τοῦ παραστέκουν. Πιθανὸν δίπλα του, νὰ εἶναι ὁ πατέρας του, ἡ μητέρα του ἤ πρόσωπα φιλικὰ καὶ συγγενικά, ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν πονοῦν. Αὐτὸς δὲν τὰ βλέπει. ᾿Ημπορεῖ ἀντιθέτως νὰ βλέπη ἐφιάλτας, νὰ αἰσθάνεται μόνος, νά κλαίῃ νὰ φοβεῖται. Μήπως καὶ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ κοιμᾶται τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας, δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο; Τὸν Θεόν, ποὺ εἶναι ἀπὸ πάνω του, ποὺ εἶναι πατέρας του στοργικὸς καὶ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσῃ εἰς κάθε του στιγμὴ καὶ ἀνάγκη, δὲν τὸν βλέπει. Δὲν βλέπει τοὺς ἀγγέλους, τὰ «λειτουργικὰ πνεύματα, τὰ ἀποστελλόμενα εἰς διακονίαν διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν». Δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸ νέφος τῶν ἁγίων τριγύρω του, ποὺ εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὸν βοηθήσουν, εἰς τὰς δυσ κολίας. Αὐτὸς αἰσθάνεται μόνος εἰς τὴν ζωήν. Φοβᾶται, πῶς θὰ ζήση, πῶς θὰ τὰ βγάλη πέρα, καὶ ζῇ ὡς ἄθεος εἰς τὸν κόσμον καὶ μὴ ἔχων ἐλπίδα. ᾿Αγωνίζεται μόνος ὁ δυστυχὴς νὰ τὰ βγάλη πέρα.
4) ῾Ο κοιμώμενος δὲν βλέπει, ποῦ τὸν πηγαίνουν. Νομίζει, ὅτι εἶναι στάσιμος, καίτοι τρέχει τὸ τραῖνο, ἤ τὸ ἀεροπλάνο, ἤ τὸ λεωφορεῖο, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον κοιμᾶται. Πιθανὸν νὰ τὸν πηγαίνουν νὰ τὸν ρίξουν εἰς τὸν κρημνόν ἤ στὴ θάλασσα. Αὐτὸς δὲν τὸ καταλαβαίνει. ῎Ετσι ἀκριβῶς καὶ ὁ κοιμώμενος τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας. Δὲν βλέπει ποιὸς εἶναι ὁ προορισμός του. Νομίζει, ὅτι εἶναι στάσιμος. Καὶ ὅμως ἡ ζωὴ προχωρεῖ καὶ κάπου θὰ φθάσωμε. ᾿Αλλὰ εἰς ποῖον τραῖνο μπήκαμε; Μήπως σὲ κλούβα ποὺ θὰ μᾶς ἀνατινάξη ὁ ἐχθρὸς πιὸ πέρα; Μήπως κοιμώμεθα, μέσα σὲ πλοῖον μὲ καπετάνιον τὸ Σατανᾶν, ποὺ θὰ μᾶς πνίξῃ ἀργότερα; Αἴ λοιπόν, εἶναι ἡ ἁμαρτία ὕπνος ἤ δὲν εἶναι;

Β´  Πῶς θὰ ξυπνήσωμε;
 1) Μὲ φωνήν. ῎Ετσι, δὲν ξυπνοῦν καὶ τὸν κοιμώμενον; Θὰ τὸν φωνάξουν, δυνατὰ μάλιστα, διὰ νὰ ἀκούσῃ καὶ νὰ ξυπνήσῃ. Οὕτω πῶς καὶ ἐκεῖνος, ποὺ κοιμᾶται τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας εἰς αὐτὴν τὴν ζωήν, θὰ ξυπνήσῃ μὲ τὴν φωνήν τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Θὰ ξυπνήση μὲ τὶς φωνὲς τῶν προφητῶν καὶ τῶν ᾿Αποστόλων, μὲ τὰ κηρύγματα τῶν ῾Ιεροκηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν διδασκάλων τῆς ᾿Εκκλησίας. Θὰ ξυπνήση μὲ τὶς συμβουλὲς ἄλλων Χριστιανῶν ποὺ εἶναι ξύπνιοι. Ξυπνοῦν μὲ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι γραμμένα εἰς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὰ ἱερὰ βιβλία. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς σάλπιξ τυρηνικὴ, φωνάζει· «ἔγειρε ὁ καθεύδων». Ξύπνα δηλ. σὺ, ποὺ κοιμᾶσαι· «ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι...». ᾿Αλλὰ καί ἐὰν μὲ τὴν φωνὴν τοῦ Θεοῦ δὲν ἀκούση νὰ ἐξυπνήσῃ, διότι εἶναι πολλοί, ποὺ ὅσο θέλεις βρῶντα στοῦ κοφοῦ τὸν πόρτα, δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον; Μάλιστα. ῾Υπάρχει.

2) Μὲ τὰς θλίψεις, θὰ ἐξυπνήσῃ τότε. Τὸν κοιμώμενον, ποὺ δὲν ἀκούει τὶς φωνὲς θὰ τὸν κουνήσωμε καὶ θὰ τὸν δείρωμε ἐν ἀνάγκῃ. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ Θεὸς. ῞Οταν ὁ ἄνθρωπος δὲν ξυπνᾶ μὲ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιεῖ τὰς θλίψεις, τὰ βάσανα, διὰ νὰ ἐξυπνήσῃ καὶ νὰ μπῇ εἰς τὸν δρόμον τὸν καλὸν καὶ τῆς σωτηρίας. Τὸν βλέπεις μετὰ τὸν θάνατον ἑνὸς προσφιλοῦς του νὰ ἐνδιαφέρεται τότε διὰ τὴν μέλλουσαν ζωὴν καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς του. Εἰς τὴν ἀρρώστιαν, προσεύχεται. Εἰς τὸ βάσανόν του σκέπτεται ὅτι εἶναι ἁμαρτωλὸς καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξομολογηθῇ. «Κύριε ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν σου», λέγει ὁ Προφήτης. Καὶ «παιδεία Κυρίου ἀνοίγειν μου τὰ ὦτα».
Μὰ δὲν εἶναι σκληρὸν νὰ μεταχειρίζεται ὁ Θεὸς τὶς θλίψεις, θὰ ποῦν μερικοί. Τὶ θέλεις, νὰ ἀφήσῃ ὁ Θεὸς τὸ παιδί του νὰ χαθῇ;
Κάποιος πλοίαρχος κυβερνοῦσε τὸ ἰδιόκτητον πλοῖον του καὶ ναυάγησε εἰς τὰ παγετώδη παράλια τοῦ Καναδᾶ. Κατώρθωσε βεβαίως μὲ τὰ δυὸ παιδιά του καταβρεγμένα, νὰ βγῆ εἰς τὴν ξηράν. ᾿Εκινδύνευαν ὅμως νὰ πεθάνουν. Διότι ἐχιόνιζε ἀρκετὰ καὶ φυσοῦσε παγωμένος ἀέρας. ᾿Αλλὰ νὰ! βλέπει μακρυὰ φῶς. Σπίτι θὰ εἶναι ἀσφαλῶς, εἶπε. Τρέχει, λοιπὸν μὲ τὰ παιδιά του πρὸς τὰ ἐκεῖ. Καθ᾿ ὁδόν ὅμως τὰ παιδιά του παραπονοῦντο ὅτι ἐνύσταζαν καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τρέξουν.
Ὁ πατέρας κατάλαβε ὅτι τοὺς ἤρχετο ὁ ἐκ ψύξεως λήθαργος. Παίρνει τότε μιὰ βέργα καὶ τὰ κτυποῦσε. Τοιουτοτρόπως τὰ ἠνάγκασε νὰ τρέξουν καὶ νὰ φθάσουν εἰς τὴν καλύβην μὲ τὸ φῶς. ᾿Εκεῖ, βρῆκαν ροῦχα καὶ περίθαλψιν. Μὲ τὸ ξύλο ποὺ τοὺς ἔδωσε τὰ ἔσωσε ἀπὸ βέβαιον θάνατον. ῎Εκαμε ἄσχημα ὁ πατέρας, ποὺ τὰ ἔδειρε; Αἴ, ἀ κριβῶς ἀπὸ τὸν θανατηφόρον λήθαργον τῆς ἁμαρτίας θέλει νὰ μᾶς ἐξυπνήση ὁ Θεὸς καὶ κάνει τὸ ἴδιο. ᾿Εὰν δὲ ὁ ἄνθρωπος παρ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν ξυπνήση, τότε θὰ ξυπνήση δυστυχῶς·

3) Μὲ τὸν θάνατον. ᾿Αλλοίμονον ὅμως! Τὸ ξύπνημα ἐκεῖνο θὰ εἶναι τρομακτικόν. Διότι θὰ ἀντικρύσῃ τὴν ὁλοσχερῆ καταστροφήν του ὁ ἄνθρωπος. Ποῖον τρόμον θὰ αἰσθανθῇ τότε! Κάποιος, ἐβάδιζε ἐν καιρῷ νυκτὸς ἀσελήνου εἰς δασώδη περιοχήν. ᾿Ενύσταξε καὶ ἔπεσε νὰ κοιμηθῇ. Δὲν ἀντελήφθη ὅμως ὅτι κοντά του ἦτο κρημνὸς μεγάλος καὶ ἀπότομος καὶ ἔχασκε βαθειὰ χαράδρα. Μετ᾿ ὀλίγον εἰς ἕνα του γύρισμα, ἔχασε τὴν ἰσορροπίαν του καὶ ἐκρημνίζετο εἰς τὸ χάος.
᾿Εξύπνησε βεβαίως, ἀλλὰ σκεφθῆτε τώρα εἰς τὸ ξύπνημά του ἐκεῖνο, τὶ θὰ ἠσθάνθη. Πολὺ τρομακτικώτερον θὰ εἶναι τὸ ξύπνημα τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅταν εἰς τὸν θάνατόν του ἀντικρύσῃ τὴν αἰώνιον ἀπώλειαν. Σκεφθῆτε πρὸς στιγμήν, ὅτι τὴν νύχτα ποὺ κοιμᾶσθε, ἀκοῦτε φωνές· Πυρκαϊά – πυρκαϊά! Ξυπνᾶτε. Καὶ αἴφνης βλέπετε νὰ καίγεται ὁλόκληρον τὸ σπίτι σας. Τὸ ζώνουν ἀπὸ παντοῦ φλόγες. Τὶ τρόμος τότε! Καὶ ὅμως δὲν εἶναι τίποτε αὐτὸς ὁ τρόμος, μπροστὰ εἰς τὸν τρόμον ποὺ θὰ αἰσθανθῇ ὁ ἁμαρτωλός, ὅταν μὲ τὸν θάνατόν του ἐξυπνήσῃ καὶ δῇ ὅτι εἶναι ζωσμένος ἀπὸ τὶς φλόγες τῆς Κολάσεως, ᾿Αλλοίμονον καὶ τρεῖς ἀλλοίμονον καὶ χιλιάδες φορὲς ἀλλοίμονον!
 * * *
Δὲν ξέρω, ἐὰν ἡμεῖς ἔχωμε ξυπνήσει ἤ κοιμώμαστε ἀκόμη τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας. Πολλοὶ ἀσφαλῶς ἔχουν ἐξυπνήσει, καὶ ἐργάζονται διὰ τὴν σωτηρίαν των. ῎Αλλοι ὅμως ἴσως κοιμοῦνται τὸν βαρούχιον ὕπνον. Καὶ ἄλλοι πάλιν μὲ τὰς φωνάς τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ κηρύγματα ἤ τὰς θλίψεις ἴσως νὰ ξυπνήσωμεν κἄπως. ᾿Αλλὰ ἐξυπνήσαμε καλὰ τελείως;
῎Η ὁμοιάζομε μὲ ἐκείνους, ποὺ ξυπνοῦν πρὸς στιγμὴν μὲ τὴν φωνὴν καὶ γυρίζουν ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν, διὰ νὰ τὸν ξαναπάρουν; Διὰ τοῦτο, πρέπει, σήμερον νὰ ξυπνήσωμεν ἀπὸ τὸν ὕπνον τῆς ἁμαρτίας. Σήμερον, ὄχι αὔριο!  Εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνον τὸ νὰ κοιμᾶται κανεὶς τὸν ὕπνον αὐτόν, εἶναι σὰν νὰ κοιμᾶται εἰς τὴν κορυφὴ τοῦ καταρτιοῦ ἑνὸς πλοίου. Μία μικρὴ κίνησις τοῦ πλοίου καὶ τὸν ἔρριξε στὴ θάλασσα ἤ εἰς τὸ κατάστρωμα καὶ τὸν συνέτριψε.
Ἄς ξυπνήσωμεν, λοιπόν, τώρα, ὥστε, ὅταν ἔλθῃ ὁ θάνατος — καὶ θὰ ἔλθη γρηγορώτερον ἀπὸ ὅτι τὸν περιμένομεν — τότε νὰ μὴ τρομάξωμεν, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν εὐτυχισμένην Πατρίδα μας.

* Ἀπό τό βιβλίον «Τά μυστικά τῆς εὐτυχίας» Τόμος Β´, Ἐκδ. «Ὀρθοδόξου Τύπου»1967
   Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1967  15 Μαρτίου 2013
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_92.html

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Υπάρχει Χριστός! Υπάρχει Β΄ Παρουσία. Ομιλία π. Σεραφείμ Ζαφείρη την Κυριακή της Απόκρεω



Υπάρχει Χριστός! Υπάρχει Β΄ Παρουσία.

Ομιλία π. Σεραφείμ Ζαφείρη η οποία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή του Ασώτου (10/3/2013) στην Χριστιανική Εστία Λαμίας.




Για να κατεβάσετε και να αποθηκεύσετε την ομιλία σε mp3 πατήστε ΕΔΩ (δεξί κλίκ αποθήκευση ως, ή αποθήκευση δεσμού ως)

Αρχείο  Αναβάσεων
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_9285.html

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω

Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη
 Εἰς τὸ Ὡρολόγιον τῆς Ἐκκλησίας μας γράφονται περὶ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀποκρέω τὰ ἑξῆς: «Αἱ προηγούμεναι δύο παραβολαὶ καὶ μάλιστα ἡ τοῦ Ἀσώτου παρέστησαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἄκραν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν καὶ ἀγαθότητα.
Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μερικοί, ἔχοντες θάρρος εἰς αὐτὴν μόνην, περνοῦν τὴν ζωήν τους μὲ ἀμέλειαν καὶ ἐπιμένουν εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἔτσι τοὺς ἁρπάση αἰφνιδίως ὁ θάνατος, διὰ τοῦτο οἱ θειότατοι Πατέρες ἔταξαν σήμερον τὴν ἑορτὴν καὶ ἀνάμνησιν τῆς ἀδεκάστου Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἐνθυμίζοντες μὲ αὐτὴν εἰς τοὺς τοιούτους ὅτι ὄχι μόνον εἶναι φιλάνθρωπος ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ κριτὴς δικαιότατος καὶ ἀποδίδει εἰς τὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ.

Σκοπὸς λοιπὸν τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι, διὰ νὰ ξυπνήσουν ἡμᾶς, διὰ τῆς ἐνθυμήσεως τῆς φοβερᾶς ἐκείνης ἡμέρας, ἐκ τοῦ ὕπνου τῆς ἀμελείας πρὸς ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς καὶ νὰ μᾶς προτρέψουν εἰς φιλαδελφίαν καὶ συμπάθειαν πρὸς τὸν πλησίον. Ἐπειδὴ δέ, τὴν ἐρχομένην Κυριακὴν τῆς Τυροφάγου, κάμνομεν ἀνάμνησιν τῆς ἐξορίας τοῦ Ἀδὰμ ἐκ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ παρόντος βίου, εἶναι φανερὸν ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, ἤτοι ἡ μνήμη τῆς Δευτέρας καὶ ἀδεκάστου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, λογίζεται ὡς τελευταία ὅλων. Διότι εἰς αὐτὴν τελειώνουν καὶ ὅλα τὰ ἰδικά μας καὶ ὁ κόσμος ὁ ἴδιος».
 Εἰς δὲ τὸ “Τριώδιον” τῆς Ἐκκλησίας μας προστίθενται καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἔβαλον οἱ ἅγιοι Πατέρες τὴν ἀνάμνησιν τῆς Δευτέρας Παρουσίας κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, νομίζω, διὰ νὰ περιορίσουν τὴν τρυφὴν καὶ τὴν ἀφροσύνην, ἀπὸ τὸν φόβον τῆς ἑορτῆς καὶ νὰ κινήσουν τοὺς ἀνθρώπους εἰς συμπάθειαν τοῦ πλησίον».
Πράγματι, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς τὴν Κατήχησίν του τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω «νόμος γενικὸς εἶναι σήμερον εἰς τοὺς κοσμικοὺς νὰ κάμνουν ἀποχὴν ἀπὸ τὸ κρέας. Καὶ βλέπει κανεὶς αὐτοὺς πὼς ἔχουν πολλὴν φροντίδα μεταξύ τους εἰς τὴν κρεοφαγίαν καὶ οἰνοποσίαν καὶ εἰς μερικὰ ἄλλα παιχνίδια καὶ ἄσχημα θεάματα καὶ ἄτακτα, τὰ ὁποῖα αἰσχρόν ἐστί καὶ λέγειν.
Καθὼς τὸ λέγει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅλοι ἔπρεπε μὲ πολλὴν εὐλάβειαν καὶ σεμνότητα νὰ περάσουν καὶ τὴν σημερινὴ Κυριακή, δοξάζοντες καὶ εὐχαριστοῦντες τὸν Θεόν, διὰ τὰ χαρίσματα, ποὺ τοὺς χαρίζει, ἑτοιμαζόμενοι εἰς προϋπάντησιν τῆς ἁγίας τεσσαρακοστῆς.
Καὶ αὐτοὶ ἐκ συνεργείας τοῦ διαβόλου κάμνουν τελείως τὰ ἀντίθετα καὶ ἄπρεπα. Καὶ τοῦτο τὸ παθαίνουν, διὰ νὰ μὴ προσέχουν εἰς τὰ λόγια καὶ τὰς παραγγελίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα εἰς ἐκεῖνα, ποὺ ψάλλονται καὶ ἀναγινώσκονται εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας.

* * *
Ὀνομάζεται δὲ Δευτέρα Παρουσία, κατὰ τὸ Τριώδιον, διότι προηγήθη ἡ πρώτη κατὰ τὴν ὁποίαν «σωματικῶς πρὸς ἡμᾶς ἐπεδήμησεν» ὁ Χριστὸς ἤρεμα καὶ χωρὶς δόξαν. Ὅμως εἰς τὴν Δευτέραν δὲν θὰ ἔρθη, ὅπως εἰς τὴν πρώτην, πτωχός, ἄσημος, χωρὶς δόξαν.
Θὰ ἔλθη μὲ πολλὴν δόξαν, μὲ μεγάλην λαμπρότητα καὶ μὲ θεϊκὴν μεγαλοπρέπειαν. Αὐτὸ τὸ βεβαιώνει τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης, κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς Βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος».
Καὶ αὐτὸ ποὺ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔβαλαν ὡς ἄρθρον εἰς τὸ «Πιστεύω» τὸ στηρίζουν ἀκριβῶς εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Κρίσεως, ποὺ λέγει: «Ὅταν ἔλθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ καὶ συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων» (Ματθ. κε´ 31–33).

Πότε θὰ γίνη ἡ Δευτέρα Παρουσία 

Πότε ὅμως θὰ γίνη ἡ Δευτέρα αὐτοῦ Παρουσία, οὐδεὶς γνωρίζει «Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ Ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ὁ Πατήρ μου μόνος. Γρηγορεῖτε οὖν ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται… Γίνεσθε ἕτοιμοι» (Ματθ. 24: 36, 42, 44).
«Οὐχ ἡμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὕς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ» (Πράξ.). Εἶναι ἑπομένως πλάνη καὶ ἀπάτη ἡ διδασκαλία τῶν Ἰεχωβιτῶν, ποὺ «ὁρίζουν» ἡμέρες καὶ ποὺ γι᾽ αὐτὸ ἔχουν ἐπανειλημμένως διαψευσθῆ καὶ γελοιοποιηθῆ.
 Διατὶ ἆραγε δὲν φανερώνει ὁ Χριστὸς τὴν ὥραν τῆς Κρίσεως καὶ ὅταν ἀκόμη τὸν ἐρωτοῦν μὲ ἀγωνία οἱ μαθηταί; Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μὲ σοφίαν μᾶς ἀπαντοῦν: «Δίδει μόνον τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, ἀλλὰ τοὺς καιροὺς τοὺς παρασιωπᾶ. Διότι θέλει νὰ εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι. Μὲ τὸ νὰ μὴ γνωρίζωμεν ὡρισμένως τὸ πότε, θέλει νὰ μὴ γνωρίζωμεν τίποτε, διὰ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι πάντοτε».
 Πότε λοιπὸν θὰ γίνη ἡ Δευτέρα Παρουσία, οὐδεὶς γνωρίζει, κατὰ τὸ Τριώδιον. Πλὴν ἐδήλωσε μερικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προηγηθοῦν καὶ τὰ ὁποῖα μερικοὶ Ἅγιοι διεσάφησαν πλατύτερον.

Περὶ Ἀντιχρίστου 
Πρωτύτερα δὲ ἀπὸ τὴν Δευτέραν Παρουσίαν θὰ ἔλθη ὁ Ἀντίχριστος, ὁ ὁποῖος καθὼς λέγει ὁ Ἅγιος Ἱππόλυτος θὰ γεννηθῆ ἀπὸ γυναῖκα πόρνην, κατὰ τὸ φαινόμενον παρθένον, πλὴν Ἑβραίαν καὶ θὰ περιπατήση τὴν κατὰ Χριστὸν πολιτείαν καὶ θαύματα θὰ κάμνη, ὅσα καὶ ὁ Χριστός, καὶ νεκροὺς θὰ ἀναστήση, ὅμως ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ κάμνη κατὰ φαντασίαν, καὶ τὴν γέννησιν καὶ τὴν σάρκα, καὶ τὰ λοιπὰ πάντα καὶ τότε θὰ ἀποκαλυφθῆ, ὡς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ μὲ σημεῖα καὶ τέρατα ψεύδους.
 Πλὴν ὄχι αὐτὸς ὁ διάβολος ἔχει νὰ μεταβληθῆ εἰς σάρκα, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀλλὰ ἄνθρωπος ἐκ πορνείας γεννηθεὶς ἔχει νὰ δεχθῆ μέσα του ὅλην τὴν ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ καὶ αἴφνης «ἐπαναστήσεται».
Ἔπειτα θὰ φανῆ δῆθεν καλὸς καὶ ἐπιεικὴς καὶ τότε ἔχει νὰ γίνη πεῖνα μεγάλη καὶ τρόπον τινὰ θὰ κάμη βοήθειαν εἰς τὸν λαόν. Καὶ τὰς θείας Γραφὰς θὰ μελετήση καὶ νηστείαν θὰ κάμη καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἔχει νὰ παρακινηθῆ διὰ τῆς βίας καὶ βασιλεὺς θὰ ἀνακηρυχθῆ καὶ εἰς τὸ γένος τῶν Ἑβραίων θὰ δείξη μεγάλην ἀγάπην καὶ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ θὰ τοὺς ἀποκαταστήση καὶ τὸν ναόν του θὰ ἀνακαινίση.
Ἑπτὰ ὅμως ἔτη πρὸ τοῦ Ἀντιχρίστου, καθὼς λέγει ὁ Δανιήλ, θὰ ἔλθη ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἠλίας κηρύττοντες εἰς τὸν λαὸν νὰ μὴ τὸν πιστεύσουν. Αὐτὸς θὰ τοὺς πιάση καὶ θὰ τοὺς τυραννήση. Ἔπειτα θὰ κόψη καὶ τὰς κεφαλάς των. Ὅσοι δὲ θὰ μείνουν εὐσεβεῖς, θὰ φύγουν μακρὰν εἰς τὰ ὄρη, τοὺς ὁποίους εὑρίσκων, διὰ δαιμόνων θὰ τοὺς μεταχειρίζεται μὲ διαφόρους τιμωρίας.
Τὰ δὲ ἑπτὰ ἐκεῖνα ἔτη θὰ κολοβωθοῦν ἤτοι θὰ ἐλαττωθοῦν, διὰ χάριν τῶν ἐκλεκτῶν. Τότε θὰ γίνη καὶ πεῖνα μεγάλη καὶ στοιχεῖα θὰ μεταβληθοῦν τόσον ὥστε παρ᾽ ὀλίγον ἔχουν νὰ ἐξαφανισθοῦν ὅλοι. Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ξαφνικὰ θὰ γίνη ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου, ὡς ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν. Καὶ ὁ τίμιος αὐτοῦ Σταυρὸς θὰ προπορεύεται, καὶ ποταμὸς πυρὸς βράζων θὰ τρέχη ἔμπροσθεν αὐτοῦ, καθαρίζων τὴν γῆν ἀπὸ τὰς ἀκαθαρσίας καὶ τοὺς μολυσμοὺς τῶν ἀνομιῶν.
Παρευθὺς δὲ ἔχει νὰ πιασθῆ ὁ Ἀντίχριστος καὶ οἱ ἰδικοί του ὑπηρέται καὶ θὰ παραδοθοῦν εἰς τὸ αἰώνιον πῦρ. Τότε θὰ σαλπίσουν οἱ ἄγγελοι καὶ ἐν ταυτῷ ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ τὰ τετραπέρατα τῆς οἰκουμένης θὰ συναθροισθῆ.
 Ὅλοι θὰ εὑρεθοῦν μὲ τὰ ἴδια σώματά των καὶ τὰς ψυχάς, ὅλοι μεταστοιχειωμένοι εἰς ἀφθαρσίαν, ὅλοι θὰ ἔχουν μίαν μορφὴν καὶ αὐτὰ δὲ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως θὰ μεταβληθοῦν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν.

Ἡ κρίσις

 Τότε μὲ ἕνα λόγον ὁ Κύριος θὰ χωρίση τοὺς δικαίους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ὅσοι ἔπραξαν τὰ ἀγαθὰ θὰ ἀποφασισθῆ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. Οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ θὰ κατακριθοῦν εἰς τὴν αἰώνιον βάσανον.
Καὶ καθὼς βλέπομεν εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ὁ Κριτὴς δὲν θὰ ζητήση νηστείας οὔτε σωματικὰς κακοπαθείας, ὅτι καλὰ μὲν εἶναι καὶ αὐτά, ἀλλὰ τὰ πολὺ τούτων καλύτερα, ἐλεημοσύνην καὶ συμπάθειαν.
Καθὼς φαίνεται λέγων εἰς τοὺς δι- καίους καὶ εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἕξ τινὰς ἀρετάς: ἐπείνασα καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ μοι· ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με· γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με· ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με· ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με· ἐφ᾽ ὅσον γὰρ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων ἐμοὶ ἐποιήσατε.
Ταῦτα ἕκαστος μπορεῖ νὰ τὰ κάμνη κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν. Τότε λοιπὸν κάθε γλῶσσα θὰ ὁμολογήση ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρὸς Ἀμήν. Αἱ βάσανοι δὲ ὅπου εὑρίσκονται εἰς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον εἶναι αὐταί: κλαυθμὸς καὶ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, σκώληξ μὴ τελευτῶν, πῦρ μὴ σβηνόμενον, σκότος ἐξώτερον.
Αὐτὰ ὅλα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δεχομένη, ἤτοι οἱ θεῖοι Πατέρες, τρυφὴν μὲν καὶ Βασιλείαν Οὐρανῶν ὀνομάζουν τὴν μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων συνδιαγωγὴν καὶ τὴν ἔλλαμψιν τοῦ θείου φωτὸς καὶ τὴν παντοτεινὴν ἀνάβασιν. Βάσανον δὲ καὶ σκότος καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν ἀπὸ Θεοῦ χωρισμὸν καὶ μακρυσμὸν καὶ τὴν τῶν ψυχῶν διὰ τῆς συνειδήσεως δαπάνην, ἐνθυμούμενοι ὅτι ἀπὸ τὴν ἀμέλειάν των καὶ διὰ πρόσκαιρον τρυφήν, τῆς θεϊκῆς ἐλλάμψεως ἐστερήθησαν. Τῇ ἀφάτῳ σου φιλανθρωπίᾳ Χριστὲ ὁ Θεός, τῆς εὐκταίας σου φωνῆς ἡμᾶς καταξίωσον, καὶ τοῖς ἐκ δεξιῶν σου προβάτοις ἡμᾶς ἐλεήσας συναρίθμησον. Ἀμήν.

 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1966, 8 Μαρτίου 2013
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_10.html

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Η επιστροφή των Ασώτων. Ομιλία π. Σεραφείμ Ζαφείρη στην Κυριακή του Ασώτου



Η επιστροφή των Ασώτων

Ομιλία π. Σεραφείμ Ζαφείρη στην Χριστιανική Εστία Λαμίας
Πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 3 Μαρτίου 2013 -Κυριακή του Ασώτου




Για να κατεβάσετε και να αποθηκεύσετε την ομιλία σε mp3 πατήστε ΕΔΩ (δεξί κλίκ αποθήκευση ως, ή αποθήκευση δεσμού ως)
Αρχείο Αναβάσεων






http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_1211.html

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Αποδημία και σκορπισμός των θείων δωρεών. Η παραβολή του Ασώτου Υιού

Αποδημία και σκορπισμός των θείων δωρεών
 Η παραβολή του Ασώτου Υιού

Και μετ' ου πολλάς ημέρας συναγωγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν. Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως.
   Ο νεώτερος υιός, αφού έλαβε από το φιλάνθρωπο πατέρα τις θείες δωρεές, έμεινε λίγο ακόμη στον πατρικό Οίκο και στη συνέχεια ανεχώρησε σε χώρα μακρινή.
   Τα πρώτα βήματα προς την αμαρτία γίνονται σε ρυθμό που φαίνεται να ελέγχει ο άνθρωπος. Με το δόλωμα μιας υποτιθέμενης ελευθερίας "ο Διάβολος με πανουργία μας ξεγελά, ψιθυρίζοντας: ... "Μπορείς και μόνος σου να διακρίνεις το σωστό και να μην απομακρυνθείς από τον καλό δρόμο, χωρίς να πηγαίνεις στην Εκκλησία και χωρίς να ακούς το κήρυγμα που γίνεται εκεί".
 "Όταν όμως αποσπάσει κάποιον από τις ιερές ακολουθίες και την υπακοή προς τους ιερούς διδασκάλους, τον απομακρύνει και από τη θεία επίβλεψη, παραδίνοντάς τον στα έργα της κακίας. Ο Θεός βέβαια είναι παντού. Ένα πράγμα μόνο βρίσκεται μακριά από τον καλό Θεό, η κακία, και όταν με την αμαρτία φθάνουμε σ' αυτήν, αποδημούμε μακριά από το Θεό. Ου γαρ διαμένουσι παράνομοι κατέναντι των οφθαλμών σου, λέγει ο Δαυίδ στο Θεό".
   Αυτό έκανε ο άσωτος υιός: έφυγε εις χώραν μακράν, δηλαδή μακριά από τον οίκο της πατρικής αγάπης. Κι εμείς "όταν αμαρτάνουμε φεύγουμε από το Θεό, δραπετεύουμε, πηγαίνουμε σε ξένη χώρα".
   Η αμαρτία είναι αποδημία του ανθρώπου από τον πατρικό Οίκο. Διότι "προσεγγίζοντας την κακία απομακρυνόμαστε από το Θεό. Απομακρύνεται από τη δικαιοσύνη όποιος ενστερνίζεται την αδικία. Φεύγει μακριά από τη σωφροσύνη όποιος μολύνεται με την ακαθαρσία των ηδονών".
 Η απομάκρυνση από το Θεό γίνεται "κατά την προαίρεση, ψυχικά, εφ' όσον τοπικά δεν είναι δυνατόν να γίνει. Διότι πώς είναι δυνατόν να διαφύγει κανείς τον πανταχού παρόντα Θεό; Εκείνος λοιπόν που φεύγει είναι ο αμαρτωλός. Αυτό σημαίνει ο λόγος της Αγίας Γραφής: Φεύγει ο ασεβής μηδενός διώκοντος".
   Το πρώτο βήμα της αμαρτίας είναι η απομάκρυνση από το φιλάνθρωπο Πατέρα. Το δεύτερο είναι ο διασκορπισμός των θείων δωρεών: Διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως.
   Τι εννοεί άραγε ο Κύριος με τη λέξη ουσία (περιουσία) και ποιός είναι ο διασκορπισμός της; Οι άγιοι Πατέρες μας εξηγούν ότι "πριν απ' όλα περιουσία μας είναι ο έμφυτος νους μας. Όσο παραμένουμε στους τρόπους ζωής που οδηγούν στη σωτηρία, τον έχουμε συναγμένο στον εαυτό του και στον πρώτο και ανώτατο Νου, το Θεό.
 Όταν όμως ανοίξουμε θύρα στα πάθη, αμέσως σκορπίζεται και περιπλανιέται διαρκώς γύρω από τα σαρκικά και τα γήινα, γύρω από τις ποικιλόμορφες ηδονές και τους σχετικούς εμπαθείς λογισμούς. Πλούτος του νου είναι η φρόνηση, η οποία παραμένει σ' αυτόν και διακρίνει το καλύτερο από το χειρότερο, όσον καιρό και αυτός παραμένει υπάκουος στις εντολές και συμβουλές του ουράνιου Πατέρα".
   Στη χώρα της αμαρτίας η ζωή του ανθρώπου είναι ένας διασκορπισμός των θείων χαρισμάτων. Όλες οι δωρεές με τις οποίες προικίσθηκε από το Θεό ο άνθρωπος για να εργασθεί για τη σωτηρία του, δαπανώνται ασώτως, δηλαδή σε μία ζωή χωρίς σωτηρία, μακριά από το Σωτήρα Χριστό. Ο άσωτος της παραβολής "διέφθειρε το χάρισμα που έλαβε με το άγιο Βάπτισμα, εξαχρείωσε την ευγένεια της ψυχής, την επιτηδειότητα προς τις αρετές. Διότι αυτά και τα παρόμοια ήταν η περιουσία και ο πλούτος του.
   Ο πραγματικός πλούτος του ανθρώπου είναι η αρετή. Όταν όμως ο άνθρωπος στραφεί προς την κακία, αυτός ο πλούτος διασκορπίζεται ασώτως. "Ο νους από μόνος του στρέφει την επιθυμία προς τον έναν και πραγματικά υπαρκτό Θεό, τον μόνον αγαθό, τον μόνον αγαπητό, τον μόνον που παρέχει την ηδονή απαλλαγμένη από κάθε οδύνη.
Όταν όμως ο νους του αποχαυνωθεί, η δύναμη της ψυχής που είναι πλασμένη για την πραγματική αγάπη (την αγάπη προς το Θεό) εκπίπτει από τον μόνον Αγαπητό, διασπάται προς τις ποικίλες επιθυμίες της ηδυπάθειας και σκορπίζεται...
Ο νους μας, αν δεν απομακρυνθεί από το Θεό, οπλίζει το θυμό που εκ φύσεως έχουμε μόνον εναντίον του Διαβόλου, και χρησιμοποιεί την ανδρεία της ψυχής κατά των πονηρών παθών... Αν όμως δεν προσέχει στις θείες εντολές του Κυρίου, που του έδωσε το όπλο αυτό (του θυμού), μάχεται προς τους πλησίον του, μαίνεται κατά των συνανθρώπων του, γίνεται θηρίο εναντίον εκείνων που δεν συμφωνούν με τις παράλογες ορέξεις του".
   Μεταξύ των χαρισμάτων που διασκορπίζει ο άνθρωπος ζώντας ασώτως είναι και η θεία υιοθεσία. Εξ αιτίας της αμαρτίας ο άνθρωπος παύει να είναι υιός Θεού, κατά Χάριν, χάνει το θάρρος που είχε να απευθύνεται στο Θεό Πατέρα του, και αποξενώνεται από Αυτόν. Η αμαρτία "μας απομακρύνει από την αγάπη του Θεού, ... και αφού μας στερήσει τα υπάρχοντα αγαθά, μας αφαιρεί εντελώς την παρρησία προς το Θεό".
   Με την αμαρτία ο άνθρωπος αποκόπτεται από την κοινωνία της πατρικής αγάπης και αυτοπεριορίζεται στον εαυτό του. Ζει μια ζωή εγωκεντρική, υποταγμένη στο πάθος της φιλαυτίας.

Η παραβολή του Ασώτου Υιού
Σχόλια υπό το φως των αγίων Πατέρων
Ιερομονάχου Γρηγορίου
Ιερό Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Άγιον Όρος
σελ. 31-34

 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_3.html

Ἂς κλάψουμε…Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Ἂς κλάψουμε…
Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου (Λουκ. 15,11-32)
«Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου…» (Λουκ. 15,18,21)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Θὰ ἔπρεπε πάντοτε, ὅλες τὶς Κυριακές, οἱ Χριστιανοὶ νὰ σπεύδουν στὸ ναό, ἰδιαιτέρως ὅμως σήμερα· γιατὶ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ ἑορτάζουμε ὅλοι. Ἑορτάζουμε ὅλοι; μὰ τί περίεργος λόγος εἶν᾽ αὐτός; θὰ πῆτε.  Ἐμεῖς, ἄντρες - γυναῖκες, ἔχουμε ὀνόματα ἁγίων καὶ γιορτάζουμε σὲ διάφορες ἡμερομηνίες, πῶς ἐσὺ λὲς ὅτι σήμερα γιορτάζουμε ὅλοι;

Ἑορτάζουμε, ἀγαπητοί μου, γιατὶ σήμερα εἶνε Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου καὶ λίγο ἢ πολὺ ὅλοι εἴμαστε ἄσωτοι, μοιάζουμε μὲ τὸν ἄσωτο τοῦ εὐαγγελίου, συνεπῶς ἔχουμε τὴν πανήγυρί μας. Καὶ γιὰ νὰ δῆτε ὅτι αὐτὸ εἶνε ἀλήθεια, θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δείξω, ὅτι τὸ καρτ-ποστάλ, ἡ φωτογραφία αὐτὴ ποὺ παρουσιάζει σήμερα ὁ φακὸς τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου, εἶνε φωτογραφία καὶ δική μου καὶ δική σας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου.
* * * 
Ἀπὸ ποῦ ν᾽ ἀρχίσουμε, ἀγαπητοί μου; ἀπὸ τοὺς πλουσίους ἢ τοὺς φτωχούς, ἀ πὸ τοὺς βασιλιᾶδες καὶ ἄρχον τες καὶ μεγιστᾶνες ἢ τοὺς ἄσημους τῆς γῆς, ἀπὸ τοὺς γέρους ἢ τοὺς νέους καὶ τὰ παιδιά; Ὅλοι κατὰ κάποιο τρόπο βρισκόμαστε μέσα στὸν κύκλο τῆς ἀσωτίας. Ἂς παρουσιάσουμε ἕνα κατάλογο τῶν ἀσώτων.
 - Ἄσωτος εἶνε ὁ ἄντρας ἐκεῖνος πού, ἐνῶ καὶ ἄνεσι καὶ ὑγεία ἔχει καὶ θὰ μποροῦσε μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐχὴ τῶν γονέων του νὰ παντρευτῇ, ν᾽ ἀνοίξῃ σπίτι καὶ νὰ ζῇ ἥσυχη οἰκογενειακὴ ζωή, αὐτὸς γυρίζει τὶς νύχτες ἀσύδοτος δεξιὰ κι ἀριστερά.

 -Ἄσωτη ἐπίσης εἶνε ἡ γυναίκα ἐκείνη ποὺ ὅλη μέρα ἀντὶ νὰ ἐργάζεται κοιμᾶται καὶ τὴ νύχτα βγαίνει σὰν νυχτερίδα τοῦ διαβόλου σὲ κέντρα διασκεδάσεως, γιὰ νὰ ῥουφήξῃ τὸ αἷμα ἄμυαλων νέων, ν᾽ ἁρπάξῃ τὰ χρήματά τους καὶ νὰ καταστρέψῃ τὴν ὑγεία τους.

 - Ἄσωτο εἶνε τὸ ἀγόρι ἢ τὸ κορίτσι ἐκεῖνο ποὺ δὲν μαζεύονται πιὰ ὅπως ἄλλοτε μὲ τὴ δύσι τοῦ ἥλιου στὴ φωλιὰ τῆς οἰκογενείας, ἀλλὰ ξενυχτοῦν, γυρίζουν τὶς πρωινὲς ὧρες ζαλισμένοι ἀπ᾽ τὰ ποτὰ καί, ἐνῷ μιὰ μάνα ἀγωνιᾷ ποῦ βίσκονται καὶ τί κάνουν, αὐτοὶ ἔχουν τὸ σπίτι σὰν ξενοδοχεῖο ὕπνου καὶ φαγητοῦ.
 -Ἄσωτος εἶνε κι ὁ ἐργοστασιάρχης ἐκεῖνος πού, ἐνῷ μὲ τὸν ἱδρῶ τα τῶν ἐργατῶν κερδίζει ἑκατὸ καὶ διακόσα τοῖς ἑκατὸ καὶ μποροῦσε νὰ τοὺς ἀμείβῃ ὥστε νὰ ζοῦν κ᾽ ἐκεῖνοι σὰν ἄνθρωποι, αὐτὸς τοὺς δίνει ψίχουλα, «ἡμερομίσθια πείνας», τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος μὲ λιμουζῖνες ἀεροπλάνα κόττερα καὶ θαλαμηγοὺς ταξιδεύει καὶ γλεντάει.

-  Γιὰ νὰ εἴμαστε δίκαιοι ὅμως, ἀσωτία ὑπάρχει καὶ στὰ κατώτερα κοινωνικὰ στρώματα· ἄσωτος εἶνε κι ὁ ἐργάτης ἐκεῖνος, ποὺ δουλεύει μὲν τίμια ὅλη τὴ ᾽βδομάδα, ἀλλὰ τὸ Σάββατο μόλις πληρωθῇ, ἐνῷ ἡ γυναίκα του περιμένει ἕνα ῥοῦχο, τὸ παιδί του ἕνα τετράδιο, ἡ μάνα του τὸ φάρμακό της, αὐτὸς βάζει φωτιὰ καὶ καίει ὅλα τὰ λεφτά του σὲ κέντρα καὶ καπηλειὰ καὶ ποικίλα διαφθορεῖα.
Ἀλλὰ δὲν τελειώσαμε. Θὰ μοῦ πῆτε· Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπ᾽ αὐτούς· εἶμαι παντρεμένος, ἢ εἶμαι γυναίκα τίμια, ἢ εἶμαι παιδὶ ποὺ πηγαίνω στὸ σχολειὸ καὶ σπουδάζω· ἐμεῖς δὲν σπαταλοῦμε, ζοῦμε μὲ οἰκονομία.
Πῶς λοιπὸν λές, ὅτι ὅ λοι εἴμαστε ἄσωτοι;… Ἂς διευρύνουμε τὸν κύκλο. Ἐκτὸς ἀπ᾽ τὸν κατάλογο αὐτὸ ἀσώτων ποὺ ἀνέφερα, ὑπάρχει κ᾽ ἕνας ἄλλος. Ἂς τολμήσω ν᾽ ἀνοίξω τὸν δεύτερο κατάλογο ἀσώτων.
Ἄσωτος εἶνε κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ σπαταλάει ὄχι μόνο χρήματα, ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο ἀνώτερο ἀπὸ τὸ χρῆμα καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἄσωτος εἶνε κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ σπαταλᾷ τὸ χρόνο του, τὰ χαρίσματά του (ὅπως ψάλλει σήμερα ὁ ὑμνῳ δός, «…τῆς ψυχῆς τὰ χαρίσματα ἀσώτως διεσκόρπισα» δοξαστ. αἴνων Κυρ. Ἀσώτ.), τὰ πολύτιμα ἐκεῖνα πετράδια ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν κάθε ἄνθρωπο κατ᾽ ἀναλογία, τὰ τάλαντά του, ἐκεῖνος ποὺ μὲ καταχρήσεις ἐπιβαρύνει καὶ βλάπτει τὴν ὑγεία του (π.χ. ὁ ἀλκοολικός, ὁ ναρκομανής, ὁ καπνιστής, ὁ ἡδυπαθής, ὁ ἀσελγὴς καὶ ἀκόλαστος, ὁ κοιλιόδουλος καὶ τρυφηλός).
Ὁ τελευταῖος αὐτὸς χρησιμοποιεῖ τὸ σῶμα του ὄχι ὅπως θέλει ὁ Θεὸς ἀλλ᾽ ὅ πως θέλει ὁ διάβολος. Ὁ ἀπόστολος σήμερα λέει, ὅτι τὸ κορμί μας δὲν τὸ ἐξουσιάζουμε, δὲν εἶνε δικό μας· τὸ κορμί μας πρέπει νὰ εἶνε σὰν μιὰ λαμπάδα ποὺ καίει μπροστὰ στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας.
Πῶς λοιπὸν χρησιμοποιοῦν σήμερα οἱ ἄνθρωποι τὸ κορμί, τὶς δυνάμεις καὶ τὶς αἰσθήσεις του; Φέρονται δυστυχῶς σὰν ἄσωτοι.

 -Ὁ Κύριος σοῦ ᾽δωσε τὰ μάτια γιὰ νὰ βλέπῃς τὰ ὡραῖα ποὺ «ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ» (Ψαλμ. 134,6) καὶ νὰ τὸν δοξάζῃς, ὄχι γιὰ νὰ βλέπῃς τὰ αἰσχρὰ καὶ ἀκατονόμαστα καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιεῖς γιὰ κακό· ἔτσι φέρε σαι σὰν ἄσωτος.

- Σοῦ ᾽δωσε τὰ αὐτιὰ γιὰ ν᾽ ἀκοῦς τὸ εὐαγγέλιο, τὸν ἀπόστολο, τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο, τὰ τροπάρια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τὴ θεία λειτουργία, τὸ κήρυγμα, γιὰ ν᾽ ἀκοῦς τὴ συμβουλὴ τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα, ὄχι γιὰ νὰ τὰ τεντώνῃς σὲ ἀκούσματα ἀσεβῆ καὶ φθοροποιά. Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τὴν ἀκοή του γιὰ κακὸ εἶνε ἄσωτος.
- Ἄσωτος εἶνε ἀκόμα ἐκεῖνος πού, ἐνῷ ὁ Θεὸς τοῦ ᾽δωσε χέρια καὶ μπορεῖ μ᾽ αὐτὰ νὰ κάνῃ τόσα καλά, χρησιμοποιεῖ τὰ χέρια γιὰ ἀτιμίες, κλοπές, πλεονεξίες, ἀνηθικότητες.
 - Ἄσωτος εἶνε κ᾽ ἐκεῖνος πού, ἐνῷ ἔχει πόδια καὶ μπορεῖ νὰ ἔρχεται στὴν ἐκκλησία τοὐλάχιστον μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα, ἐν τούτοις τὰ πόδια τά ᾽χει γιὰ τὸ διάβολο, ὄχι γιὰ τὸ Θεό, κ᾽ εἶνε ζήτημα ἂν ἐκκλησιάζεται μιὰ φορὰ τὸ χρόνο.
 - Ἄσωτος ἀκόμα εἶνε ἐκεῖνος πού, ἐνῷ ὁ Θεὸς τοῦ ᾽δωσε γλῶσσα κ᾽ ἡ γλῶσσα του ἔπρεπε νά ᾽νε μιὰ κιθάρα ποὺ θὰ ὑμνῇ τὸν Πλάστη, θὰ λαλῇ τὰ ὠφέλιμα καὶ θὰ συμβουλεύῃ τὰ πρέποντα, αὐτὸς κάνει τὴ γλῶσσα ὄργανο ἁμαρτίας καὶ κεντάει σὰν τὸ σκορπιό.
Μιὰ γλῶσσα ποὺ ψεύδεται, συκοφαντεῖ, κουτσομπολεύει, γλῶσσα ποὺ γίνεται πριόνι τοῦ διαβόλου, δυναμίτης, φωτιὰ τοῦ ᾅδου, γλῶσσα πρὸ παντὸς ποὺ βρίζει τὰ θεῖα, εἶνε ἄσωτη, κατασπαταλᾷ τὸ μεγάλο αὐτὸ προνόμιο ποὺ δόθηκε στὸν ἄνθρωπο· προτιμότερο θά ᾽ταν νὰ ξερριζωθῇ.
Ἔχουμε ὅμως καὶ κάποιο ἄλλο ἀγαθὸ πού ᾽νε ἀνώτερο ἀπ᾽ ὅλα ὅσα εἴπαμε. Τὸ μεγάλο προνόμιο, ὁ θησαυρός μας, εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία, τὸ ὅτι ἀναγεννηθήκαμε στὴν ἱερὰ κολυμβήθρα. Καὶ ὅμως δὲν ἐκτιμοῦμε τὴν Ὀρθοδοξία· πολλοὶ τὴν ἀνταλλάσσουν μὲ διάφορες αἱρέσεις.
Αὐτοὶ εἶνε οἱ μεγαλύτεροι ἄσωτοι· μοιάζουν μὲ τὸν ἀνόητο ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει χρυσᾶ νομίσματα καὶ τὰ ἀνταλλάσσει μὲ εὐτελῆ χαλίκια. Ἰδού, ἀγαπητοί μου, ὁ κύκλος τῆς ἀσωτίας.
* * * 
Ἐγώ, ἀδελφοί μου, θαυμάζω πῶς ὁ Ἐσταυρωμένος μᾶς ἀνέχεται, πῶς ἀκόμη μᾶς ἀγαπᾷ! Λέει σήμερα γι᾽ αὐτὸν ὁ ὡραῖος ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας· «ὁ δι᾽ ἐμὲ ἐν σταυρῷ τὰς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας, ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρὸς ἀφαρπάσῃς με» (δοξ. αἴν.)· ἅπλωσες, λέει, τὰ ματωμένα χέρια σου, γιὰ νὰ μ᾽ ἁρπά ξῃς ἀπ᾽ τὸ στόμα τοῦ φοβεροῦ θηρίου.
Καὶ ἐνῷ ὁ Χριστὸς μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χέρια μᾶς καλεῖ ὅλους στὴν ἀγκάλη του, ἐμεῖς, ἀντὶ νὰ τὸν πλησιάσουμε, ἐξακολουθοῦμε νὰ ἀσωτεύουμε.
Πόσα κέντρα διαφθορᾶς, πόσες πορνεῖες, πόσα καζῖνα, πόσες χαρτοπαιξίες, πόσες παράνομες συμβιώσεις, πόσες ψευδορκίες, πόσες κλοπές, πόσες ἀδικίες, πόση αὐ θάδεια, πόσες ὕβρεις, πόσες βλαστήμιες!
Ἀπορῶ πῶς δὲν ἀνοίγουν οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ νὰ πέσῃ φωτιά, πῶς τὰ ποτάμια δὲν φουσκώνουν νὰ μᾶς πνίξουν, πῶς δὲν γίνεται σεισμὸς καὶ νὰ μὴν ἀφήσῃ τίποτα ὄρθιο, πῶς δὲν ἀνοίγει ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ τὰ σκουλήκια. «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε». Ἀλλὰ ἕως πότε;

Ἂς μετανοήσουμε, ἀγαπητοί μου. Εἴμαστε ὅλοι ἄσωτοι· διαβάτες ποὺ ἔχασαν τὸ δρόμο τους, πρόβατα ποὺ ἔχασαν τὴ στάνη καὶ τὸν ποιμένα τους, ναυαγοὶ στ᾽ ἄγρια κύματα.
Ὁ δρόμος εἶνε ὁ Χριστός, ὁ βοσκός μας εἶνε ὁ Χριστός, ὁ πατέρας μας εἶνε ὁ Χριστός. Ὅλοι οἱ ἄσωτοι ἂς γυρίσουμε σ᾽ αὐτόν. Ἂς μιμηθοῦμε τὸν Ἄσωτο. Ὅπως τὸν μιμηθήκαμε στὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, νὰ τὸν μιμηθοῦμε τώρα στὴ ζωὴ τῆς μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς.
Ἂς πέσῃ ἕνα δάκρυ ἀπ᾽ τὰ μάτια μας. Ἄγγελος σήμερα περιφέρει δίσκο, τὸ δίσκο τῆς μετανοίας· δὲν ζητάει τὰ λεφτά μας, ζητάει τὰ δάκρυά μας.
Κλάψαμε πολλὲς φορὲς καὶ γιὰ πολλὲς αἰτίες, μὰ δὲν κλάψαμε ποτέ γιὰ τ᾽ ἁμαρτήματά μας. Ἕνα δάκρυ μετανοίας, σὰν τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, αὐτὸ περιμένει ὁ Κύριος. Ἂς κλάψουμε λοιπόν! Τί εἴμαστε, πέτρες; τίποτα δὲν μᾶς συγκινεῖ;
Ἂς κλάψουμε γιὰ τὶς πορνεῖες μας, γιὰ τὶς μοιχεῖες μας, γιὰ τὶς πλεονεξίες μας, γιὰ τὶς ἀδικίες μας, γιὰ τὶς βλασφημίες μας, γιὰ τὶς ἁμαρτίες πού ᾽νε σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης καὶ σὰν τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς μας. Ἂς πέσουμε μπροστὰ στὸν Ἐσταυρωμένο. Ἕνα δάκρυ τὸ παίρνει ὁ ἄγγε- λος, τὸ πάει στὰ οὐράνια, καὶ γίνεται διαμάντι μπροστὰ στὸ Θεό. Κι ἂς ποῦμε ὅλοι σήμερα μικροὶ καὶ μεγάλοι· «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» (Λουκ. 15,21)· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Τριῶν Ἱεραρχῶν Καισαριανῆς - Ἀθηνῶν τὴν 1-3-1964. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 13-2-2013.
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_6409.html

Συνέπειες της αμαρτίας. Η παραβολή του Ασώτου Υιού



Συνέπειες της αμαρτίας
Η παραβολή του Ασώτου Υιού

   Δαπανήσαντος δε αυτού πάντα εγένετο λιμός ισχυρός κατά την χώραν εκείνην, και αυτός ήρξατο υστερείσθαι. Και πορευθείς εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης, και έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βόσκειν χοίρους. Και επεθύμει γεμίσαι την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι, και ουδείς εδίδου αυτώ.
   Ο άσωτος υιός, αφού διεσκόρπισε τις θείες δωρεές, διαπίστωσε ότι στη χώρα που ζούσε υπήρχε μεγάλη πείνα, δηλαδή "παντελής έλλειψη των πνευματικών τροφών που συντηρούν την ψυχή". Αυτή η έλλειψη των θείων αγαθών είναι συνέπεια της αμαρτίας. "Διότι όπου δεν καλλιεργείται το σιτάρι του θείου φόβου, εκεί υπάρχει λιμός ισχυρός, όχι από ψωμί αλλά από αρετή".
 Η έλλειψη αρετών προκαλεί πείνα πνευματική: "Όπου η άμπελος της εγκρατείας δεν έχει φυτευθεί, εκεί υπάρχει λιμός ισχυρός. Όπου το σταφύλι της αγνείας δεν πατιέται, εκεί λιμός ισχυρός. Όπου δεν αναβλύζει το λάδι της φιλανθρωπίας, εκεί λιμός ισχυρός".
   Στη χώρα της αμαρτίας ο άσωτος τρέφεται από τις εφήμερες ηδονές. Του λείπει η τροφή που τρέφει και παρηγορεί την καρδιά, διότι του λείπει η αγάπη και τα φιλάνθρωπα σπλάχνα του πατέρα του:
   Χαλινούς αποπτύσας τους πατρικούς, αστάτω φρενί, τοις κτηνώδεσι της αμαρτίας λογισμοίς συνέζησα, όλον μου τον βίον δαπάνησα ασώτως ο τάλας εγώ. Τροφής δε λειπόμενος βεβαιούσης καρδίαν, προς καιρόν λιπαίνουσαν ηδονήν εσιτούμην.
Αλλά, Πάτερ αγαθέ, μη κλείσης μοι τα φιλάνθρωπα σπλάγχνα, αλλ' ανοίξας δέξαι με ως τον άσωτον υιόν, και σώσον με.
   Ζώντας ο άσωτος μέσα στο βούρκο των παθών δεν έβρισκε ικανοποίηση και χορτασμό. Ποιός να του προσφέρει χορτασμό; "Ο Θεός - με τη θέα του Οποίου και μόνον προκαλείται άκοπος χορτασμός, σύμφωνα με εκείνον που είπε Χορτασθήσομαι εν τω οφθήναί μοι την δόξαν σου - απουσίαζε. Ο Διάβολος δε θέλει να προσφέρει χορτασμό των αισχρών επιθυμιών, επειδή εκ φύσεως ο χορτασμός στα τρεπτά πράγματα προκαλεί μεταβολή της σχέσεως με αυτά".
   Παρόμοια και κάθε αμαρτωλός: "Επιθυμεί ο ταλαίπωρος να χορτάσει την αμαρτία, αλλά κανείς δεν του δίνει τον κορεσμό της. Εκείνος που συνήθισε στις κακίες δεν χορταίνει. Διότι η ηδονή ( της αμαρτίας) δεν παραμένει, αλλά μόλις εμφανισθεί χάνεται και βρίσκεται πάλι άδειος ο ταλαίπωρος". "Οι δαίμονες δεν αφήνουν κανέναν να χορτάσει από τη φιληδονία, ώστε να μην παύσει γρήγορα την αμαρτία".
   Ο άσωτος "χανόταν από την έλλειψη των θείων αγαθών. Τον κατέτρωγε η πείνα των ουρανίων διδασκαλιών, και αυτός επιθυμούσε να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι. Η κούφια ηδονή όμως χανόταν, τον άφηνε άδειο, και έτσι βρισκόταν σε τέλεια στέρηση".

   Η επόμενη συνέπεια της αμαρτίας του ανθρώπου είναι η υποδούλωση στα πάθη και στον Διάβολο.
   Πιεζόμενος από την πείνα ο άσωτος υιός πηγαίνει και προσκολλάται σε έναν από τους πολίτες της χώρας εκείνης. "Ποιοί είναι οι πολίτες και οι άρχοντες της χώρας που βρίσκεται μακριά από το Θεό; Φυσικά οι δαίμονες, από τους οποίους ο υιός του ουράνιου Πατέρα καθίσταται πορνοβοσκός... Διότι ο χοιρώδης βίος, λόγω της άκρας ακαθαρσίας του ,υπονοεί κάθε πάθος". "Ο πολίτης εκείνος έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βόσκειν χοίρους. Διότι έτσι τιμούν οι δαίμονες εκείνους που τους τιμούν. Έτσι αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. Τέτοιες δωρεές χαρίζουν σε όσους υποτάσσονται σ' αυτούς".
   Έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού βόσκειν χοίρους. "Ο λόγος αυτός φανερώνει την έσχατη δουλεία του ταλαίπωρου, τον οποίον διέταζαν να εκτελεί τα ατιμότερα έργα... Ο Χριστός διεκτραγωδεί με λεπτομέρεια τα της συμφοράς, για να μάθουμε τι παθαίνουν εκείνοι που εγκαταλείπουν τις εντολές του Θεού".
   Όταν ο άνθρωπος διαπράττει την αμαρτία χάνει την ελευθερία του. Ο ίδιος ο Κύριος μας διαβεβαίωσε: Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλος εστί της αμαρτίας. Μάλιστα, όσο περισσότερο χρονίσει η αμαρτία στον άνθρωπο, τόσο ισχυρότερα γίνονται τα δεσμά της. Η αμαρτία εξελίσσεται σε πάθος, δηλαδή σε "εκείνο που εμφωλεύει πολύ καιρό εμπαθώς μέσα στην ψυχή, και το ποίο από την πολλή συνήθεια έχει κάνει την ψυχή να παραδίδεται μόνη της σ' αυτό".
   Η αδιαφορία και η υποχώρηση στις προσβολές της αμαρτίας μπορεί να οδηγήσουν βαθμιαία σε φοβερή δουλεία στην αμαρτία, σαν σε δεύτερη ανθρώπινη φύση. Ο άνθρωπος διαπιστώνει κάποια στιγμή ότι, αφ' ότου πείσθηκε να διαπράττει την αμαρτία, άρχισε σιγά σιγά να τη συνηθίζει. Έπειτα η συνήθειά του έγινε απλή ροπή προς την αμαρτία και από τη ροπή έφτασε στο πάθος, το οποίο ριζωμένο σαν δεύτερη φύση απαιτεί τη διάπραξη της συνηθισμένης αμαρτίας σαν χρέος:
   Καταπειθής τω πράττειν φαύλα γενόμενος, εκ του πράττειν ήλθον εις συνήθειαν, εκ συνηθείας δε εις ψιλήν διάθεσιν, είτα εκ διαθέσεως έφθασα εις έξιν, η δε έξις, οία φύσις δευτέρα, εγκειμένη το έθος ως χρέος ζητεί.
   Η αμαρτία είναι υποταγή του ανθρώπου στα πάθη και στο Διάβολο. Ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να επιθυμεί το αγαθό, αλλά να μην μπορεί να το πράξει: Ου γαρ ο θέλω ποιόν αγαθόν, αλλ' ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω. Ο άνθρωπος που παραδόθηκε στη δουλεία της αμαρτίας υποφέρει, αλλά είναι αδύνατον να απαλλαγεί από αυτήν χωρίς τη βοήθεια του Σωτήρος Χριστού.
   Άλλη συνέπεια της αμαρτίας είναι η διαρκής θλίψη και οδύνη που ακολουθεί την τέλεσή της.
   Είναι χαρακτηριστική η τροφή με την οποία προσπαθούσε ο άσωτος να χορτάσει την πείνα του: τα ξυλοκέρατα. Όπως αυτά δίνουν στην αρχή μια γλυκιά γεύση αλλά στη συνέχεια αφήνουν μία μόνιμη αίσθηση στυφότητας, έτσι και η αμαρτία: γλυκαίνει στην αρχή τον άνθρωπο με την ψεύτικη ηδονή που του προσφέρει, αλλά στη συνέχεια αφήνει μια διαρκή αίσθηση στυφότητας και πικρίας. Η γλυκύτητα της ηδονής είναι πρόσκαιρη, η πικρότητα της οδύνης μακροχρόνια. Και αν δεν ακολουθήσει μετάνοια ειλικρινής, η οδύνη θα είναι ατελεύτητη.
   Ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει πως "εξ αιτίας της ηδονής που παράλογα ήλθε στην ανθρώπινη φύση, εισχώρησε σ' αυτήν, κατά λογική συνέπεια, η οδύνη, με πολλά θλιβερά παθήματα, ένα από τα οποία - και αποτέλεσμα των οποίων - είναι ο θάνατος". Γι' αυτό ακριβώς "δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ποτέ ηδονή χωρίς οδύνη. Διότι ο πόνος της οδύνης έχει αναμιχθεί με την ηδονή". Η πρόσκαιρη ηδονή της αμαρτίας, "φέρνει μέσα μας τη διηνεκή οδύνη και αφαιρεί την παρρησία της συνειδήσεως".
   Η τελική συνέπεια της αμαρτίας είναι ο θάνατος. Λέγει ο Θεός: Οι αμαρτάνοντες εις εμέ ασεβούσιν εις τας εαυτών ψυχάς, και οι μισούντες με αγαπώσι θάνατον. Ο Θεός είναι η Ζωή, και εφ' όσον η αμαρτία είναι απομάκρυνση από το Θεό οδηγεί στο θάνατο: "Ζωή γαρ ο Θεός, στέρησις δε της ζωής θάνατος". Μετά τη διάπραξη της αμαρτίας ο άνθρωπος "ζη" βίο νεκρό, επειδή κατά κάποιο τρόπο πέθανε η πραγματική ζωή του: "Νεκρός ημάς διεδέξατο βίος, αυτής τρόπον τινά της ζωής ημών αποθανούσης".
   Πραγματικός θάνατος είναι ο θάνατος της ψυχής, δηλαδή ο χωρισμός της από το Θεό. "Η παράβαση της εντολής του Θεού γίνεται πρόξενος κάθε θανάτου στην ψυχή και στο σώμα: τόσο του θανάτου στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, όσο και της ατελεύτητης εκείνης κολάσεως. Και κυρίως αυτός είναι θάνατος, το να χωρισθεί η ψυχή από τη θεία Χάρη και να συζευχθεί την αμαρτία. Για τους συνετούς, αυτός ο θάνατος είναι φρικτός και πρέπει να τον αποφεύγουμε με κάθε τρόπο".
   Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναλύει την έννοια του θανάτου αυτού της ψυχής:  "Ποιός είναι ο θάνατος της ψυχής; Η εγκατάλειψη από το Θεό... Όπως όταν χαθεί το φως από κάποιον τόπο έρχεται σκοτάδι σ' αυτόν, το οποίο δεν έχει τη γένεσή του από το φως αλλά από το εμπόδιο που έριξε τη σκιά, έτσι συμβαίνει και με το Θεό, που είναι η αυτοζωή και η ζωή όλων των ζώντων... Όταν ο Θεός εγκαταλείψει την ψυχή, επέρχεται σ' αυτήν ο θάνατος, ο οποίος δεν έχει τη γένεσή του από το Θεό αλλά από το αίτιο της θείας εγκαταλείψεως, δηλαδή την αμαρτία".
   Ο Θεός είναι η Ζωή, και η αμαρτία είναι απομάκρυνση από το Θεό, επομένως η αμαρτία είναι θάνατος. Με τη διάπραξη της αμαρτίας ο άνθρωπος βιώνει το θάνατο.

Η παραβολή του Ασώτου Υιού
Σχόλια υπό το φως των αγίων Πατέρων
Ιερομονάχου Γρηγορίου
Ιερό Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Άγιον Όρος
σελ. 35-40
 
Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_3657.html

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Η παραβολή του Ασώτου Υιού. Ο Θεός είναι αγάπη

Η παραβολή του Ασώτου Υιού. Ο Θεός είναι αγάπη
Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς


   Ο Ιησούς Χριστός με τη διδαχή και τη σταυρική Θυσία Του μας απεκάλυψε την αλήθεια για το Θεό Πατέρα. Επειδή "ο Θεός Πατέρας είναι ορατός μόνο στον κατά φύση Υιό Του".
 Έτσι μας βεβαίωσε ο ευαγγελιστής και Θεολόγος Ιωάννης: Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε˙ Ο μονογενής Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός, Εκείνος εξηγήσατο.
Ο Χριστός λοιπόν μας εξήγησε ότι ο Θεός Πατήρ είναι μία πατρική Αγάπη, που συνεχώς προσφέρεται στον άνθρωπο.
 Και για να κατανοήσουμε την αλήθεια αυτή, ο Χριστός χρησιμοποίησε μία παραβολή, την παραβολή του σωθέντος ασώτου υιού.
   Άνθρωπός τις. "Ο Κύριος ονομάζει παραβολικά τον εαυτό Του άνθρωπο, και αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο. Διότι αν έγινε πραγματικά άνθρωπος για τη σωτηρία μας, τι το παράδοξο να προβάλει τον εαυτό Του ως έναν άνθρωπο για την ωφέλειά μας, αυτός που είναι πάντοτε προστάτης της ψυχής και του σώματός μας, ως κύριος και δημιουργός και των δύο;
Αυτός που παρουσίασε έργα υπερβολικής αγάπης και φροντίδας για μας, και πριν ακόμα δημιουργηθούμε;".
   Η δημιουργία ολόκληρη είναι ένα ξεχείλισμα της θείας αγάπης.
 Ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγει σχετικά: Δεν ήταν αρκετό στον πανάγαθο Θεό "να κινείται μόνο στη θεωρία του εαυτού Του, αλλά έπρεπε να εκχυθεί η θεία αγαθότητα και να εξαπλωθεί, για να γίνουν περισσότερα τα υπό του αγαθού Θεού ευεργετούμενα˙ και αυτό ήταν η απόδειξη της άπειρης αγαθότητός Του".
Γι' αυτό ο Θεός δημιουργεί αρχικά τις αγγελικές Δυνάμεις. Στη συνέχεια "δημιουργεί δεύτερο κόσμο, υλικό και ορατό", δηλαδή όλο το σύμπαν που μας περιβάλλει.
   Η δημιουργία είναι μία αγαπητική κίνηση του Θεού. Ο άγιος Μάξιμος θεολογεί: Ο Θεός, "από το υπερβολικό μέγεθος του αγαθού έρωτος βγαίνει έξω από τον εαυτό Του (έξω εαυτού γίνεται), με τις πρόνοιές Του για όλα τα όντα, και κατά κάποιο τρόπο θέλγεται από αγαθότητα, αγάπη και έρωτα, και από την περιοχή του επάνω από όλα και της αφαίρεσης από όλα, κατεβαίνει στην περιοχή του μέσα στα πάντα με εκστατική υπερούσια δύναμη, χωρίς να εξέλθει από τον εαυτό Του. Γι' αυτό οι δεινοί στα θεία Τον αποκαλούν ζηλωτή, επειδή έχει μεγάλο αγαθό έρωτα προς τα όντα... Ονομάζουν το Θεό προβολέα και γεννήτορα της αγάπης και του έρωτος. Διότι εκείνα που υπήρχαν μέσα Του (δηλ. την αγάπη και τον έρωτα), τα επέκτεινε προς τα έξω, στα κτίσματα. Γι' αυτό έχει λεχθεί: Ο Θεός αγάπη εστί".
   Ο Θεός πριν ακόμη δημιουργήσει τον άνθρωπο φανέρωσε την αγάπη Του γι' αυτόν: "Πριν από μας, για χάρη μας, έπλασε τους Αγγέλους για να αποστέλλονται ως διάκονοι, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος, διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν.
Πριν από μας, για χάρη μας, έστησε το θόλο του ουρανού,... θεμελίωσε τη γη, άπλωσε τη θάλασσα... Όσο για την ηθική μας βελτίωση και την καθοδήγηση προς την αρετή, τι δεν έκανε ο φιλάγαθος Δεσπότης; Τον ίδιο αυτό αισθητό κόσμο κατασκεύασε ο Θεός σαν ένα καθρέπτη των υπερκοσμίων, ώστε με την πνευματική θεωρία του να ανεβαίνουμε, σαν με θαυμάσια κλίμακα, προς τα υπερκόσμια".
   Σκοπός της δημιουργίας του κόσμου και του ίδιου του ανθρώπου ήταν να γίνει ο άνθρωπος κοινωνός της θείας αγάπης. Επειδή "δεν έπρεπε να παραμένει αθέατο το φως, και η θεία δόξα αμάρτυρη, και η θεία αγαθότητα αναπόλαυστη. Δεν έπρεπε και τα άλλα θεία αγαθά να παραμένουν ανενέργητα, δηλαδή χωρίς να υπάρχει εκείνος που θα γινόταν μέτοχός τους".
   Εφ' όσον ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου ήταν να γίνει μέτοχος των θείων αγαθών, ο άνθρωπος "κοσμήθηκε από το Θεό με τη ζωή, το λόγο, τη σοφία και με όλα τα θεοπρεπή αγαθά, ώστε με καθένα από αυτά να επιθυμεί το συγγενές θείο αγαθό". Όλα αυτά τα αγαθά ονομάζονται με μία έκφραση: κατ' εικόνα Θεού.
   Ο Θεός αφού δημιούργησε τον άνθρωπο, έθετο αυτόν εν τω παραδείσω της τρυφής, εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν. Μέσα στον Παράδεισο ο άνθρωπος ζούσε την κοινωνία με το Θεό, "έχοντας ως κατοικία του τον ένοικό του Θεό και ένδυμα ένδοξο τον ίδιο το Θεό,... απολαμβάνοντας το μοναδικό γλυκύτατο καρπό, δηλαδή τη θεωρία του προσώπου Του, σαν άλλος άγγελος". Η θέα του Θεού ήταν η χαρά και η τροφή των πρωτόπλαστων.
   Το ύψιστο αγαθό το οποίο δωρήθηκε στον άνθρωπο από το Δημιουργό ήταν "η παραμονή του κοντά στο Θεό και η διά της αγάπης ένωσή του με Αυτόν". Αυτή τη θεία δωρεά έπρεπε να εργάζεται και να φυλάσση ο άνθρωπος μέσα στον Παράδεισο της θείας αγάπης. Και η εργασία αυτή, που θα γινόταν με την ελεύθερη θέληση του ανθρώπου, θα ήταν η μετάβαση από το κατ' εικόνα στο καθ' ομοίωσιν.
   Το κατ' εικόνα συνυπάρχει στον άνθρωπο εξ' αρχής. Όμως "το να γίνουμε καθ' ομοίωσιν Θεού κατορθώνεται από εμάς τους ίδιους με την προαίρεσή μας... Ο Κύριος, δίνοντάς μας τη δύναμη να Του μοιάσουμε, μας άφησε να εργαζόμαστε την προς τον Θεόν ομοίωση, ώστε ο ουράνιος μισθός μας να φανερώνει την εργασία μας".
   Ο Θεός είναι η Αγάπη, και η αρετή που θα τελειοποιήσει την ομοίωσή μας με το Θεό είναι η αρετή της αγάπης: "Όπως σε μία εικόνα, αφού προστεθεί το πιο ζωηρό από όλα τα χρώματα, τότε επιτυγχάνεται η ομοιότητα με το πρωτότυπο,... έτσι συμβαίνει και σ' εκείνους τους οποίους η Χάρις αναζωγραφεί προς τη θεία ομοίωση: προστιθέμενος ο φωτισμός της αγάπης, φανερώνει ότι το κατ' εικόνα ευρίσκεται στη λαμπρότητα του καθ' ομοίωσιν".
 Ο άνθρωπος ομοιάζει με το Θεό διά της αγάπης: "Όλοι οι Άγιοι φθάνουν στην τελειότητα και γίνονται όμοιοι με το Θεό με την υπερεκχείλιση της αγάπης τους και της φιλανθρωπίας προς όλους. Αυτό το σημείο επιδιώκουν οι Άγιοι για να μοιάσουν με το Θεό: την τέλεια αγάπη".
   Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς. Η παραβολή μιλά για δύο υιούς, "διότι η διαφορά της προαιρέσεως χώρισε στα δύο τη μία ανθρώπινη φύση, και η διάκριση μεταξύ αρετής και κακίας χώρισε το πλήθος των ανθρώπων σε δύο κατηγορίες". Στην παραβολή, ο Χριστός "ονομάζει άνθρωπο τον φιλάνθρωπο Πατέρα και Θεό, και υιούς Του ονομάζει κάθε δίκαιο και κάθε αμαρτωλό. Ο Θεός είναι πατέρας και των δικαίων και των αμαρτωλών, διότι όλοι έχουν υιοθετηθεί με το άγιο Βάπτισμα και η παραβολή αναφέρεται σε πιστούς".
   Ο Θεός ονομάζεται άνθρωπος που έχει δύο παιδιά. Με την αγαπητική σχέση πατέρα και παιδιού, ο Χριστός μας αποκαλύπτει ότι ο Θεός αγάπη εστί. Είναι "η πηγή της αγάπης" από την οποία ο άνθρωπος δέχεται την αγάπη. Και επειδή η αγάπη εκφράζεται με το δυνατότερο τρόπο στη σχέση του πατέρα με τα παιδιά του, ο Θεός ονομάζει, ο Θεός ονομάζει τον εαυτό Του άνθρωπο και πατέρα όλων μας. Διότι "αφ' ενός έγινε άνθρωπος για χάρη μας, και αφ' ετέρου μας αναγέννησε με το άγιο Βάπτισμα". Από τις πρώτες λέξεις της παραβολής βλέπουμε ότι ο Χριστός την είπε για να μας αποκαλύψει το μέγεθος και το ήθος της αγάπης του Θεού.
   Ο Θεός είναι η αγάπη και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα Θεού, άρα ο άνθρωπος είναι μία εικόνα της αγάπης. Ο άνθρωπος κατοίκησε στον Παράδεισο για να μετέχει στην αγάπη του Θεού. Διότι "Παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού". Όμως ο άνθρωπος δεν τίμησε τις θείες δωρεές και διάλεξε αντί της ζωής το θάνατο, αντί της αγάπης το μίσος. όμως ο άσωτος υιός, έφυγε από τον Παράδεισο εις χώραν μακράν της Αγάπης. Απομακρύνθηκε από τον φιλότεκνο Πατέρα και από τον ευλογημένο Οίκο της πατρικής αγάπης.

Η παραβολή του Ασώτου Υιού
Σχόλια υπό το φως των αγίων Πατέρων
Ιερομονάχου Γρηγορίου
Ιερό Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Άγιον Όρος
σελ. 21-26

Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
 

Κυριακὴ του Ασώτου. Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος

Κυριακὴ του Ασώτου
Κεφ. 15, χωρία 11 έως 32


            Συμβαίνει σε κάθε οικογένεια να υπάρχουν προβλήματα, που πάντοτε απασχολούν τους γονείς.  Και στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ένας πατέρας αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα με τον δευτερότοκο γιο του.   Ο νεώτερος γιος εύρισκε πληκτική την ζωή μέσα στο πατρικό του σπίτι.  Τον τραβούσε ο έξω κόσμος, που πίστευε ότι ήταν ένας παράδεισος απολαύσεων, ανέσεων και ελευθερίας.  Πίστευε, ότι μακριά από το πατρικό σπίτι, θα μπορούσε να ζήσει χωρίς δεσμεύσεις και έλεγχο

Ζήτησε, λοιπόν, από τον πατέρα του περιουσία που δεν του ανήκε. Ο πατέρας με ψυχικό πόνο παρακολουθούσε το δράμα του παιδιού.  Δεν θέλησε να τον κρατήσει με τη βία.  Του έδωσε πλούτη από τα πλούτη του.  Και ο γιος, χωρίς καν να ευχαριστήσει, ούτε να χαιρετίσει, έφυγε σε μακρινή χώρα, σε χώρα όπου οι κάτοικοι ζούσαν αμαρτωλά και μέσα σε κάθε είδους ασωτίας και ηθικής ακαθαρσίας.  Εκεί, μακριά από την στοργική προστασία του πατέρα, σπαταλά όλη την πατρική περιουσία «ζων ασώτως».

Οι αμαρτωλές διασκεδάσεις, οι κόλακες, οι κακοί φίλοι και φίλες, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα τον απογυμνώνουν απ’ όλα του τα αγαθά.  Και, όταν εκείνοι τον είδαν πτωχό και πεινασμένο, τον εγκαταλείπουν αβοήθητο.  Εκείνος, για να μην αποθάνει από την πείνα, στην αφιλόξενη εκείνη χώρα, ζήτησε να εργασθεί. 
Αλλά, ποιός τίμιος άνθρωπος θα έδιδε εργασία σ’ έναν που δεν σεβάστηκε τον ίδιο του τον πατέρα;  Για να μην αποθάνει, λοιπόν, από την πείνα, γίνεται βοσκός χοίρων και ζητούσε να χορτάσει από ξυλοκέρατα (χαρούπια) που έτρωγαν οι χοίροι! Αυτός που άλλοτε ήταν πρίγκιπας, τώρα περιφρονείται από δούλους.  Αυτός που ήταν πλούσιος, κατάντησε πτωχός. Αυτός που είχε όλα τα αγαθά, στερείται από τα πιο βασικά της ζωής.  Αυτός που ζούσε μέσα σε παλάτια, τώρα ζει ανάμεσα στους λασπωμένους λάκκους με τους άγριους χοίρους.

Η μεγάλη θλίψη της αμαρτίας του τον κάμνει να συνέλθει.  Η πτώση του και ο εξευτελισμός τον κάμνουν να θυμηθεί την αγάπη του πατέρα του, η οποία πλούσια εξεδηλώνετο ακόμα και προς τους υπηρέτες της πατρικής οικίας. Αποφάσισε, λοιπόν, να επιστρέψει στον καλό πατέρα, να ζητήσει συγγνώμη και να τον παρακαλέσει να τον δεχθεί όχι στη θέση του γιου, αλλά στη θέση ενός υπηρέτη.  Ποθούσε, μετά απ’ όσα συνέβησαν, να γίνει δούλος στο σπίτι, όπου ήταν προηγουμένως αφέντης!

Ο πατέρας όλο αυτό το διάστημα δεν έμεινε αναπαυμένος με την αναχώρηση του παιδιού του.  Ήταν ευσυνείδητος πατέρας και αγαπούσε τα παιδιά του.  Τα μεγάλωσε με αγάπη, φροντίδα και στοργή.  Δεν τους έλειψε τίποτε απ’ όσα χρειάζονται στη ζωή.  Και τώρα που απομακρύνθηκε το αγαπημένο του παιδί, δεν έμεινε αδιάφορος.  Τον παρακολουθεί  νοερά, μέσα από την καρδιά του στοργικού πατέρα.  Ήλπιζε, ότι η θλίψη της αμαρτωλής ζωής και η ταλαιπωρία της ζωής, θα τον οδηγούσαν στη μετάνοια και επιστροφή.  Μάλιστα, η αγάπη του πατέρα εκφράζεται από το γεγονός, ότι δεν περιμένει μέσα στο πολυτελέστατο σπίτι περίμενε στην εξώπορτα της αυλής με αγωνία πότε θα επιστρέψει ο άσωτος γιος του.

Και να, κάποια μέρα βλέπει από μακριά ένα ρακένδυτο, ανυπόδητο, ρυπαρό και καταβεβλημένο ζητιάνο, να πλησιάζει δειλά-δειλά προς το σπίτι.  Η πατρική καρδιά μίλησε, αυτή τον πληροφόρησε ότι είναι ο γυιός του.  Πρώτος, λοιπόν, τρέχει για να αγκαλιάσει το παιδί του.  Αγκάλιασε θερμά το παιδί του, τον φιλούσε ασταμάτητα και δάκρυα χαράς κυλούσαν από γερασμένα μάτιά του.  Χωρίς καθυστέρηση δίδει εντολή να τον λούσουν, να τον ντύσουν, να του φορέσουν το δακτυλίδι της εξουσίας και να ετοιμάσουν μεγάλο πανηγύρι.  Γιατί, «ο υιός μου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, απολωλώς ην και ευρέθη».

Απέραντη είναι η αγάπη του Θεού Πατρός.  Απεριόριστα ευρύχωρη η ευσπλαγχνία Του.  Απερίγραπτη και ασύλληπτη η στοργή Του προς εμάς τα παραστρατημένα παιδιά Του.

Όλοι μας, λίγο ή πολύ, υπήρξαμε – και υπάρχομε – άσωτα παιδιά.  Σπαταλήσαμε τα πνευματικά δώρα του Θεού μας.  Μολύναμε και αμαυρώσαμε την εικόνα Του, εξευτελίσαμε το Όνομά Του.  Αρνηθήκαμε την αρετή και προτιμήσαμε την αμαρτία.  Καταφρονήσαμε την αγάπη Του και προσκολληθήκαμε στην αγάπη των υλικών αγαθών και πλούτη.  Προτιμήσαμε να ζήσουμε μακριά από τον ευαγγελικό νόμο και ακολουθήσαμε τον νόμο του παλαιού ανθρώπου, που επαναστατεί πάντοτε μέσα μας και ζητεί να πράξουμε εκείνα που δεν είναι θεμιτά.  Δεν θελήσαμε να υποταχθούμε στο θέλημα του Θεού, αλλά στο προσωπικό μας θέλημα. Και, παρ’ όλα αυτά, ο Θεός μας αγαπά και περιμένει πάντοτε την επιστροφή μας.

Ο Θεός ως στοργικός Πατέρας δεν απομακρύνεται από κοντά μας.  Δεν μας εγκαταλείπει.  Περιμένει υπομονετικά, πότε θα συνέλθουμε από την κατάσταση της αμαρτίας και θα πάρουμε την απόφαση της επιστροφής.  Μας παρακολουθεί συνεχώς με πατρική στοργή.  Μας οδηγεί στο δρόμο της μετανοίας.   
Μιλά μέσα στην καρδιά μας και στέλνει το θείο Του φωτισμό στο νουν μας, ώστε να φωτισθούμε και να διακρίνουμε πιο είναι το πνευματικό και αιώνιο συμφέρον μας.  Περιμένει στην πύλη της πατρικής αγάπης για να μας υποδεχθεί και συνεχώς μας φωνάζει:  «Παιδί μου δώσε μου την καρδιά σου».  Η πατρική αγάπη μπορεί να εκφραστεί με την εξής εικόνα.  
 Ας υποθέσουμε, ότι οι αμαρτίες όλου του κόσμου συγκεντρώνονται μέσα σε μια σταγόνα νερού.  Αυτή, λοιπόν, την σταγόνα εξαφανίζεται, όταν την ρίξουμε μέσα στο πέλαγος του ωκεανού της θείας αγάπης.  Επομένως η θεία αγάπη είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από τις δικές μας αμαρτίες.

Ο Θεός περιμένει μέχρι τέλους την μετάνοια όλων μας.  Θέλει να μας αγκαλιάσει.  Θέλει να αποκαταστήσει.  Θέλει να μας δώσει την ουράνια δόξα.  Θέλει να μας χαρίσει την Βασιλεία Του.  Γι’ αυτό η ψυχή μας αναφωνεί:  Ω!  πόσο απροσμέτρητο είναι το πλάτος και το βάθος της θείας αγάπης και του ελέους του Θεού.

Με την αφορμή της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ας στραφούμε με ειλικρινή μετάνοια και ας ζητήσουμε το έλεος και την αγάπη Του.  Αμήν. 


Sunday of the Prodigal Son
(Luke l5: ll-32)

Today's Gospel embodies God’s message to the world. The Parable of the Prodigal Son shows us the longing of the Holy Trinity for the repentance of mankind. According to the Fathers of the Church, if the whole Gospel were to be lost, except this Parable, it would be possible for us not only to recreate the complete teachings of Christianity, but also to emphαsise the love of God for mankind.
It is natural for youngsters, when they grow up, to want to be independent. They no longer want any authority over them. They try by any means to be free, without always considering the consequences of their actions.
It is true that man was created by God to be free. God respects absolutely man’s freedom, so much so that St. Chrysostom teaches us, that "God created man without the help of man, but without the cooperation of man, He cannot save man."
Today's Parable tells us the story of a young man. Υoung people because of their age, their problems and their questions concerning the truth often feel an urgent need to satisfy their spiritual longings and to fill the empty spaces they feel in themselves. Their endeavour is very praiseworthy. But the question is: Do they search for the truth in the right place? When we search for God, do we go to the right people to guide us to Him? There are many who preach in the name of Christ and churches spring up every­where. But, the question is, are they preaching correctly and which is the true Church?
In this country we have many different churches, all claiming to teach in the name οf Christ, and all claiming to be the true Church. The question is: Which of all of these churches embodies the truth? The Truth is One and not many. Ιn the same way the Church is One and not many. If we accept the multiplicity of churches, then automatically we accept that salvation can come through any heretical teaching.
Christ came into the world to teach us One Truth, that is to say the true knowledge of God in the Holy Trinity.
The quest for truth of young people is embodied in the son of today's Parable. He is the symbol of their longing for freedom from all parental restraint. The father symbolises love, concern, moral principles and the ideal of the family.
In the personal life of each one of us, the agony of the prodigal son is reflected. We all long for the true knowledge of God. Young people, because they wish to be independent, often insist upon following their own way, but in fact they are wide off the mark. The Prodigal Son suffered the same illusion.
He lived prodigally "squandering his property in loose living" (Luke l5: l3). This means that he threw to the dogs every ideal, every virtue and all his family ties. Without thinking, he followed blindly those who tempted him to live in this way.
Today, in this country, how many young people, influenced by other young people, are led astray? How many young people find themselves approached by others who claim to preach the truth, but, who in fact lead them far away from the True Faith?
Anybody can ask the question, "But Father, aren't they also preaching Christ? What is wrong, if we listen to them also?"
The answer to this question is given by our Lord Himself, Who said, "and many false prophets will arise and lead many astray" (Matt. 24:11). And elsewhere in the Gospel He warns us saying, "then, if anyone says to you, 'Look, here is the Christ!' or 'Look, there he is!' do not believe for false christs and false prophets will arise and show signs and wonders, to lead astray, if possible, the elect" (Mark l3:21-22).
Today, we can see these prophetical words of Christ fulfilled. Everyone has the right to talk about Christ, but no one has the right to teach what he likes or to interpret the Scriptures as he pleases, to his own advantage. If they want to teach about Christ or to interpret the Scriptures, they have to learn to do it correctly.
Orthodoxy does not criticise people for wanting to learn about the truth. The Orthodox Church loves mankind and wants its salvation. For this reason Christ came to teach us the truth and to lead us back to the house of God our Father.
St. Gregory the Theologian teaches us that "it matters not only that you preach Christ, but how you preach Him." When we preach the truth to satisfy our selfishness, it ceases to be the truth and becomes a lie. When we fail to interpret faith correctly, it becomes heresy and heresy means to be far away from the truth.
Orthodoxy means true opinion, that is to say the true teachings of Christian Faith. Orthodoxy is based on the original teaching of Christ and His Disciples. Orthodoxy has always had the aim of guiding every "prodigal son" back to the true faith in Jesus Christ.
Whoever, isolated from the Bible and the Holy Tradition, tries to interpret the Faith in Christ, ends in heresy. This comes about because he relies on himself and his own ability and not on God. "First of all you must understand this, that no prophecy of scripture is a matter of one's own interpretation, because no prophecy ever came by the impulse of man, but men moved by the Holy Spirit spoke from God" (2 Peter 1:20).
Orthodoxy is self-knowledge. The Prodigal Son "came to himself” and recognising his mistakes returned to his father's house asking for mercy and saying: "Father, Ι have sinned against heaven and before you; Ι am no longer worthy to be called your son. Treat me as one of your hired servants" (Luke l5:l8-l9). In this way he abandoned the lie that his life had become and returned to the truth. He abandoned vice and adopted virtue. Foresaking heresy he returned to the true knowledge of God.
The Orthodox Church is the only one which didn't deviate from the truth. She remained faithful; and will remain faithful to the true teachings of Christ. History proves which Church is the true one. Whoever wishes to search for the truth, and Scripture encourages us to search, will find it in the Orthodox Church.
It is our duty not only to know our Faith, but to practice it. We must not only know what Christ said, but must do as He commanded.
Before his Ascension He said: "Go therefore and make disciples of all nations, baptising them in the name of the Father and of the Son and of the Holy Spirit, teaching them to observe all that Ι have commanded you" (Matt. 28:19-20). In teaching us "to observe all that Ι have commanded you" (Matt. 28:20), our Lord meant that we were to accept knowledge of God in the true way. Salvation is given only in God who is the Truth. The Truth is found only there where it is given according to the original teaching of our Lord and His Disciples.
For any man wishing for salvation, Orthodoxy is the way. Orthodox not only teaches the way of salvation, but gives the means to accomplish it. Orthodoxy has two sources, the Holy Bible and the Holy Tradition. Should any one deny either of these two sources he will fall into heresy.
Man, wishing for salvation, has an obligation to search for truth. The Orthodox Church respects absolutely man’s freedom.
Μy beloved brothers and sisters, in the period in which we live, we have so many means to learn about the true faith. We have the opportunity to search. Christ has commanded us to search. In the Orthodox Church man will discover the true meaning of life, which is to be a son of God and also the final aim of life, which is to be holy, even as His Father in heaven is holy.
If we want to succeed in this aim, we have to do only two things. First we must have faith and trust in Christ. Secondly, we must fulfil His commandments by loving one another and forgiving one another. In this way we prove that we have returned to the house of the Father.
Μy beloved brothers and sisters, today' s gospel teaches us of one who returned. May it encourage us to strive with brotherly love for the return to the truth of those who were Orthodox, but who have gone astray. May it also inspire us to know the depths of our Faith.
Ι pray that the Grace of our Lord Jesus Christ will strengthen us all in the struggle for the truth, and will enable us to be the true light of this country, according to His word: Ύου are the light of the world. Α city set on a hill cannot be hid. Νor do men light a lamp and put it under a bushel, but on a stand, and it gives light to all in the house. Let your light so shine before men, that they may see your good works and give glory to Υour Father who is in heaven" (Matt. 5:l4-l6).