Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή Δ' Νηστειών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή Δ' Νηστειών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Παιδί, τὸ σπουδαιότερο πρόβλημα «Ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν» (Μᾶρκ. 9,21). Κυριακὴ Δ Νηστειῶν. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

  Κυριακὴ Δ Νηστειῶν
Παιδί, τὸ σπουδαιότερο πρόβλημα «Ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν» (Μᾶρκ. 9,21).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Ὁ τόπος μας, ἀγαπητοί μου, εἶνε φτωχός· οἱ πόροι ἐλάχιστοι. Πῶς νὰ ζήσουμε, πῶς νὰ ἀναπτυχθοῦμε; Σπάζουν τὰ κεφάλια τους οἱ εἰδικοὶ καὶ προτείνουν διάφορα σχέδια· ἕνας τὸ ἕνα, ἄλλος τὸ ἄλλο, καθένας τὸ δικό του.
Καὶ μπορεῖ ὅλα ὅσα προτείνουν νὰ γίνουν, ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ πατρίδα μας θὰ γίνῃ εὐτυχής; Διότι εὐτυχία δὲν εἶνε οἱ δρόμοι, οἱ πλατεῖες, τὰ ἐργοστάσια, ἡ βιομηχανία κ.τ.λ..
Ἡ εὐτυχία εἶνε κάπου ἀλλοῦ. Τὸ πρόβλημά μας εἶνε ἄλλο.
Τὸ μυστικὸ τῆς εὐτυχίας εἶνε κρυμμένο μέσα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσα- με σήμερα. Εἶνε σὲ μία λέξι του, ποὺ ἂν μπορούσαμε νὰ τὴ νιώσουμε ὅλοι καὶ νὰ τὴν κάνουμε ἐθνικὸ σύνθημα, ἡ πατρίδα μας θὰ γινόταν ἡ εὐτυχέστερη χώρα. Ποιά εἶνε λοιπὸν αὐτὴ ἡ λέξι, τὸ «κουμπὶ» ποὺ ἂν τὸ πατήσουμε θὰ δοῦμε ἀληθινὴ ἀλλαγή; Εἶνε τὸ «Παιδιόθεν» (Μᾶρκ. 9,21).
Προσέξτε αὐτὴ τὴ λέξι. Διότι καὶ μιὰ λέξι τοῦ Εὐαγγελίου φτάνει γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ.

 * * * 

«Παιδιόθεν», δηλαδὴ «ἀπὸ παιδί», ἀπὸ τὴν κούνια. Αὐτὴ ἡ λέξι, ποὺ ὁ Κύριος ἀνάγκασε τὸν πατέρα τοῦ δυστυχισμένου νέου νὰ πῇ, εἶνε ἔλεγχος ὅλων τῶν μεγάλων. Αὐτὸ τὸ «Παιδιόθεν» σημαίνει, ὅτι ἀπὸ ὅσα προβλήματα ἔχει ἕνας τόπος τὸ σπουδαιότερο εἶνε τὸ παιδί, ἡ ἀνατροφὴ τῆς νέας γενεᾶς. Τὸ παιδὶ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἀπὸ μικρὴ ἡλικία κατελήφθη ἀπὸ δαιμονικὴ ἐπήρεια. Ἄλλοτε ἔπεφτε στὸ νερό, ἄλλοτε στὴ φωτιά· ἄφριζε, ἔτριζε τὰ δόντια.

Ἔτρεχαν, τὸ ἔπιαναν, ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ ἴδια κατάστασι. Βασανιζόταν τὸ παιδί, μὰ περισσότερο βασανιζόταν ὁ πατέρας. Δὲν μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο ποιά ἦταν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασι τοῦ πατέρα. Μπορεῖ νὰ εἶχε σπίτια καὶ περιουσία, νὰ ἦταν πλούσιος· ἀλλ᾿ ἀσφαλῶς ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἔδινε, γιὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδί του καλά.
Ἄρα ἡ εὐτυχία τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν ὄχι στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχε, ἀλλὰ κυρίως στὴν ὑγεία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιοῦ του. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ «Παιδιόθεν», ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ἔχει μεγάλη σημασία καὶ γιὰ μᾶς.
 Αὐτὸς ὁ νέος, ποὺ τὸν βασάνιζαν τὰ δαιμόνια, εἶνε ἡ φωτογραφία καὶ τῆς συγχρόνου νεότητος, ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος τῶν παιδιῶν καὶ τῶν νέων καὶ τῆς σημερινῆς γενεᾶς. Ῥίξτε μιὰ ματιά. Κοιτάξτε τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους πῶς ζοῦν, πῶς συμπεριφέρονται, ποιά εἶνε ἡ ἐν γένει διαγωγή τους. Ὁ ἕνας βρίζει, ὁ ἄλλος αἰσχρολογεῖ, ὁ τρίτος ἀναιδέστερος βλαστημάει τὰ θεῖα, ὁ τέταρτος βγαίνει τὴ νύχτα καὶ δὲν τολμάει νὰ περάσῃ κο- ρίτσι, ὁ πέμπτος σηκώνει χέρι καὶ χτυπᾷ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα του, ὁ ἄλλος…
Γενικὰ οἱ νέοι μας ζοῦν σήμερα ἕνα βίο ποὺ προκαλεῖ μεγάλη ἀνησυχία. Δὲν ντρέπονται νὰ κάνουν ἀσχημίες μέσ᾿ στὸ δρόμο, σὰν σκυλιὰ λυσσασμένα καὶ σὰν ἄλογα ἀχαλίνωτα. Ἐγκλήματα πάνω στὰ ἐγκλήματα, ποὺ τὰ διαπράττουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νέοι ἡλικίας 15 ἕως 30 ἐτῶν. Πολλοὶ ἀποροῦν, πῶς κατήντησε ἡ Ἑλληνικὴ νεολαία ἔτσι, πῶς ἔγινε δαιμονισμένη, χειρότερη ἀπὸ τὸ νέο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα.
Ἀποροῦν; Ἐγὼ δὲν ἀπορῶ. Ἐγὼ ἀπορῶ γιὰ κάτι ἄλλο· ἀπορῶ καὶ θαυμάζω, πῶς κατορθώνουν ἀκόμα μερικὰ παιδιὰ καὶ πιστεύουν στὸ Θεὸ καὶ ἐκκλησιάζονται καὶ ἀγαποῦν τοὺς γονεῖς τους. Ἐγὼ αὐτό ἀπορῶ. Διότι –ἂς τὸ ὁ μολογήσουμε– ὅλοι μας εἴμαστε ὑπαίτιοι γι᾿ αὐτὸ τὸν κατήφορο, ὅλοι διαφθείραμε τὴ νεολαία· ἄλλοι ἀμέσως καὶ ἄλλοι ἐμμέσως.
Τὸ παιδί, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ βγῇ ἀπὸ τὸ σπίτι μέχρι τὴν ὥρα ποὺ θὰ γυρίσῃ, εἶνε μέσ᾿ στοὺς πειρασμούς. Τί εἶπα; Λάθος ἔκανα. Εἶπα «ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ βρῇ ἀπὸ τὸ σπίτι». Ὄχι· καὶ μέσα στὸ σπίτι ἀκόμα κινδυνεύει!
 «Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ. 1,10) Κινδυνεύει ἀπὸ τὰ κακὰ πρότυπα ποὺ βλέπει. Ἄλλωστε, ἕνα κουμπὶ νὰ πατήσῃ, ὅλοι οἱ δαίμονες τῆς ὑφηλίου ἦρθαν μέσα στὸ σπίτι.
Κινδυνεύει μέσα στὸ σπίτι. Ἀλλὰ μόλις βγῇ κινδυνεύει ἀκόμη περισσότερο. Γιατὶ ἔξω τὸ περιμένουν τὰ μεγάλα δαιμόνια· μέσα τὰ μικρά, ἔξω τὰ μεγάλα δαιμόνια. Ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τὸν περιμένει πρῶτα - πρῶτα – ποιός; ⃝ Ὁ κακὸς φίλος. Αὐτὸς θὰ πῇ τὸν πρῶτο λόγο. Καὶ ὁ πρῶτος λόγος εἶνε, νὰ μὴν ἀκούῃ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα, νὰ μὴ δίνῃ σημασία στὰ λόγια τῶν γονέων.
Ἔτσι ἀρχίζει ὁ κατήφορος. Μετὰ τὸν κακὸ φίλο τὸ περιμένουν τὰ διεφθαρμένα γύναια. Ἔγραψαν στὸ ἐξωτερικό, ὅτι ἔχουμε τὰ πιὸ διεφθαρμένα κέντρα. Πήχτωσε ὁ τόπος. Ἂς τ᾿ ἀκούσουν οἱ γονεῖς. Ἄλλο δαιμόνιο ποὺ περιμένει ἔξω τὸ νέο εἶ νε τὸ χυδαῖο ἔντυπο, τὸ αἰσχρὸ περιοδικό.  Ἀλλὰ τὰ μεγάλα «σχολεῖα» τῆς διαφθορᾶς, σχολεῖα μὲ …διπλώματα, εἶνε τὰ θεάματα· ὁ κινηματογράφος, τὸ θέατρο, ἡ τηλεόρασι.
 Τὸ κακὸ συμπληρώνουν τὰ γήπεδα μὲ τὰ μάτς, οἱ ἐκδρομές, τὰ διάφορα τυχερὰ παιχνίδια, τὰ χαρτιά, τὰ λαχεῖα, ἡ ὅλη διαφθορά. Χίλιοι διαβόλοι σπρώχνουν τὸ νέο νὰ πέσῃ. Ὄχι αὐτὰ τὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ Μέγας Ἀντώνιος ἀκόμη νὰ ζοῦσε σήμερα, μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν κοινωνία θὰ ἐπειράζετο.
Ἐνῷ λοιπὸν ὅλοι σπρώχνουν τὸ παιδὶ στὸ κακό, κατόπιν ἀποροῦν πῶς κατήντησε ἔτσι ἡ νεότης. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω, ὅτι ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἀκόμη νέοι ποὺ κρατᾶνε ψηλὰ τὴν πίστι καὶ τὴν τιμή τους. Εἶνε θαῦμα Θεοῦ. Μόνο χέρι Θεοῦ τοὺς κρατάει. ―Μὰ τὸ κράτος, θὰ πῆτε, δὲν κάνει τίποτε; Δὲν βλέπει ποῦ πάει ἡ νεολαία;… Τὸ κράτος; Ἄσ᾿ το τὸ κράτος.
Τὸ κράτος εἴμαστε ὅλοι. Καὶ ὅπως εἴπαμε προηγουμένως ὅλοι φταῖμε. Φταίει κι ὁ παπᾶς, κι ὁ δάσκαλος, κι ὁ δεσπότης· ἀλλὰ τὴ μεγαλυτέρα εὐθύνη τὴν ἔχουν οἱ γονεῖς. Γιατί; Γιατὶ οἱ γονεῖς εἶνε κοντὰ στὸ παιδί. Γιατὶ πατέρας καὶ μάνα δὲν λέγεται κάποιος ἁπλῶς διότι γέννησε. Τὸ νὰ γεννήσῃς, λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶνε εὔ κολο.
Γεννοῦν καὶ τὰ ζῷα, εἶνε νόμος βιολογικὸς μέσα στὴν πλάσι. Τὸ νὰ γεννήσῃς λοι πὸν εἶνε τὸ εὔκολο. Ποιό εἶνε τὸ δύσκολο· νὰ πάρῃς –ὦ Θεέ μου!– αὐτὸ τὸ κομμάτι τὸ «κρέας», ποὺ θὰ πέσῃ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας, νὰ τὸ μεγαλώσῃς, νὰ τὸ μορφώσῃς, νὰ τὸ κάνῃς ἄνθρωπο μὲ ὑψηλὰ ἰδανικά. Ὄχι δηλαδὴ ἁπλῶς τὸ νὰ γεννήσῃς, ἀλλὰ τὸ νὰ ἀναθρέψῃς σωστά, αὐτὸ σὲ κάνει πατέρα καὶ μάνα.
Τί μεγάλη εὐθύνη ἔχουν οἱ γονεῖς! Μὰ τί νὰ κάνουν οἱ γονεῖς οἱ δυστυχισμένοι; Τὸ παιδί τους τὸ πᾶνε κατηχητικό, τὸ πᾶ - νε στὴν ἐξομολόγησι… Τί νὰ σοῦ κάνῃ ὅμως καὶ τὸ κατηχητικό, τί νὰ σοῦ κάνῃ καὶ τὸ κήρυγμα; Δὲ μοῦ λέτε, ὅταν ἐγὼ χτίζω κι ὁ ἄλλος γκρεμίζῃ, μπορεῖ νὰ χτιστῇ σπίτι; Ἔ αὐτό γίνεται ἐδῶ.
Ἄλλοι χτίζουν κι ἄλλοι γκρεμίζουν. Χτίζει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ κατηχητικά, χτίζει ἡ μάνα κι ὁ πατέρας, χτίζει ὁ δάσκαλος· ἔρχεται ὁ διάβολος, δίνει μιὰ κλωτσιὰ καὶ τὰ κάνει ἄνω - κάτω. Πῶς φταῖνε τότε οἱ γονεῖς; ―Μὰ ὑπάρχουν, σοῦ λένε, σύλλογοι γονέων. Πῶς ἀνέχονται νὰ βλέπουν αὐτὸ τὸ χάλι;

* * * 

Γονεῖς, μανάδες, πατεράδες! Θὰ σᾶς πῶ τώρα ποιό εἶνε τὸ κλειδὶ τῆς ὑποθέσεως. Πόσα συλλαλητήρια ἔχει δεῖ ὁ τόπος μας; Στὰ χρόνια μας εἶδε πολλά· συλλαλητήρια γιὰ σοβαρὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλα, μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα.
Ἕνα δὲν εἶδε. Ἂν θέλουμε λοιπὸν ὁ τόπος αὐτὸς νὰ ζήσῃ, πρέπει νὰ γίνῃ τὸ μεγαλύτερο συλλαλητήριο. Ν᾿ ἀφήσουν οἱ γυναῖκες τὴν κουζίνα καὶ οἱ ἄντρες τὰ ἐργοστάσια καὶ τὰ γραφεῖα τους, νὰ μαζευτοῦν ὅλοι, καὶ νὰ φωνάξουν – γιὰ τί; Οὔτε γιὰ ἐνοίκια, οὔτε γιὰ γεφύρια, οὔτε γιὰ πλατεῖες, οὔτε γιὰ τίποτε ἀπ᾿ αὐτά.
Νὰ πᾶνε στὸ ὑπουργεῖο παιδείας, στὴν ἀρχιεπισκοπή, νὰ πᾶνε καὶ στὸν πρωθυπουργὸ τῆς χώρας, νὰ κρατᾶνε μιὰ ταμπέλλα μεγάλη καὶ πάνω νὰ γράφουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· «Παιδιόθεν». Κι ἂν βγῇ ἀπ᾿ τὸ παράθυρο κανένας μεγάλος ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ μᾶς διοικοῦν καὶ ποῦν, –Τί πάθανε, τί ζητᾶνε αὐτοί; νὰ τοὺς ποῦμε· –«Παιδιόθεν»! Κι ἂν ρωτήσουν, ―Τί σημαίνει «Παιδιόθεν»; νὰ τοὺς ἀ ναλύσουμε· ―«Παιδιόθεν» θὰ πῇ προστασία τῆς νέας γενεᾶς. Ζητοῦμε πρῶτον νὰ γίνεται ἔλεγχος καὶ ν᾿ ἀπαγορεύωνται ὅλα τὰ ἄ θλια θεάματα· εἶνε ντροπή μας νὰ παρουσιάζωνται ἐδῶ τέτοια «σκουπίδια».
Δεύτερον, μιὰ νύχτα ἡ ἀστυνομία νὰ μαζέψῃ καὶ νὰ περιορίσῃ ὅλα τὰ διεφθαρμένα γύναια ποὺ μὲ τὴ δρᾶσι τους ἐκμαυλίζουν κάθε ἄνθρωπο. Τρίτον…, τέταρτον…, πέμπτον…, ἕκτον… Γονεῖς, τὸ κάνετε αὐτό; ὤ χαρά! τότε θὰ κοι μᾶστε ἥσυχοι.
Ἐὰν ληφθοῦν ῥιζικὰ μέτρα, τότε μέσα σὲ λίγα χρόνια –ἐλᾶτε νὰ σᾶς ὑπο- γράψω συμβόλαιο– ἡ πατρίδα μας θὰ γίνῃ ἡ πιὸ εὐτυχισμένη χώρα. Διαφορετικά, τὸ «Παιδιόθεν» θά ᾿νε ἔλεγχος καὶ κατάρα γιὰ μᾶς.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
  Κυριακὴ Δ Νηστειῶν
Παιδί, τὸ σπουδαιότερο πρόβλημα «Ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν» (Μᾶρκ. 9,21).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Ὁ τόπος μας, ἀγαπητοί μου, εἶνε φτωχός· οἱ πόροι ἐλάχιστοι. Πῶς νὰ ζήσουμε, πῶς νὰ ἀναπτυχθοῦμε; Σπάζουν τὰ κεφάλια τους οἱ εἰδικοὶ καὶ προτείνουν διάφορα σχέδια· ἕνας τὸ ἕνα, ἄλλος τὸ ἄλλο, καθένας τὸ δικό του.
Καὶ μπορεῖ ὅλα ὅσα προτείνουν νὰ γίνουν, ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ πατρίδα μας θὰ γίνῃ εὐτυχής; Διότι εὐτυχία δὲν εἶνε οἱ δρόμοι, οἱ πλατεῖες, τὰ ἐργοστάσια, ἡ βιομηχανία κ.τ.λ..
Ἡ εὐτυχία εἶνε κάπου ἀλλοῦ. Τὸ πρόβλημά μας εἶνε ἄλλο.
Τὸ μυστικὸ τῆς εὐτυχίας εἶνε κρυμμένο μέσα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσα- με σήμερα. Εἶνε σὲ μία λέξι του, ποὺ ἂν μπορούσαμε νὰ τὴ νιώσουμε ὅλοι καὶ νὰ τὴν κάνουμε ἐθνικὸ σύνθημα, ἡ πατρίδα μας θὰ γινόταν ἡ εὐτυχέστερη χώρα. Ποιά εἶνε λοιπὸν αὐτὴ ἡ λέξι, τὸ «κουμπὶ» ποὺ ἂν τὸ πατήσουμε θὰ δοῦμε ἀληθινὴ ἀλλαγή; Εἶνε τὸ «Παιδιόθεν» (Μᾶρκ. 9,21).
Προσέξτε αὐτὴ τὴ λέξι. Διότι καὶ μιὰ λέξι τοῦ Εὐαγγελίου φτάνει γιὰ νὰ μᾶς σώσῃ.

 * * * 

«Παιδιόθεν», δηλαδὴ «ἀπὸ παιδί», ἀπὸ τὴν κούνια. Αὐτὴ ἡ λέξι, ποὺ ὁ Κύριος ἀνάγκασε τὸν πατέρα τοῦ δυστυχισμένου νέου νὰ πῇ, εἶνε ἔλεγχος ὅλων τῶν μεγάλων. Αὐτὸ τὸ «Παιδιόθεν» σημαίνει, ὅτι ἀπὸ ὅσα προβλήματα ἔχει ἕνας τόπος τὸ σπουδαιότερο εἶνε τὸ παιδί, ἡ ἀνατροφὴ τῆς νέας γενεᾶς. Τὸ παιδὶ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἀπὸ μικρὴ ἡλικία κατελήφθη ἀπὸ δαιμονικὴ ἐπήρεια. Ἄλλοτε ἔπεφτε στὸ νερό, ἄλλοτε στὴ φωτιά· ἄφριζε, ἔτριζε τὰ δόντια.

Ἔτρεχαν, τὸ ἔπιαναν, ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ ἴδια κατάστασι. Βασανιζόταν τὸ παιδί, μὰ περισσότερο βασανιζόταν ὁ πατέρας. Δὲν μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο ποιά ἦταν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασι τοῦ πατέρα. Μπορεῖ νὰ εἶχε σπίτια καὶ περιουσία, νὰ ἦταν πλούσιος· ἀλλ᾿ ἀσφαλῶς ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἔδινε, γιὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδί του καλά.
Ἄρα ἡ εὐτυχία τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν ὄχι στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ποὺ εἶχε, ἀλλὰ κυρίως στὴν ὑγεία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς τοῦ παιδιοῦ του. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ «Παιδιόθεν», ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ἔχει μεγάλη σημασία καὶ γιὰ μᾶς.
 Αὐτὸς ὁ νέος, ποὺ τὸν βασάνιζαν τὰ δαιμόνια, εἶνε ἡ φωτογραφία καὶ τῆς συγχρόνου νεότητος, ὁ ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος τῶν παιδιῶν καὶ τῶν νέων καὶ τῆς σημερινῆς γενεᾶς. Ῥίξτε μιὰ ματιά. Κοιτάξτε τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους πῶς ζοῦν, πῶς συμπεριφέρονται, ποιά εἶνε ἡ ἐν γένει διαγωγή τους. Ὁ ἕνας βρίζει, ὁ ἄλλος αἰσχρολογεῖ, ὁ τρίτος ἀναιδέστερος βλαστημάει τὰ θεῖα, ὁ τέταρτος βγαίνει τὴ νύχτα καὶ δὲν τολμάει νὰ περάσῃ κο- ρίτσι, ὁ πέμπτος σηκώνει χέρι καὶ χτυπᾷ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα του, ὁ ἄλλος…
Γενικὰ οἱ νέοι μας ζοῦν σήμερα ἕνα βίο ποὺ προκαλεῖ μεγάλη ἀνησυχία. Δὲν ντρέπονται νὰ κάνουν ἀσχημίες μέσ᾿ στὸ δρόμο, σὰν σκυλιὰ λυσσασμένα καὶ σὰν ἄλογα ἀχαλίνωτα. Ἐγκλήματα πάνω στὰ ἐγκλήματα, ποὺ τὰ διαπράττουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νέοι ἡλικίας 15 ἕως 30 ἐτῶν. Πολλοὶ ἀποροῦν, πῶς κατήντησε ἡ Ἑλληνικὴ νεολαία ἔτσι, πῶς ἔγινε δαιμονισμένη, χειρότερη ἀπὸ τὸ νέο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα.
Ἀποροῦν; Ἐγὼ δὲν ἀπορῶ. Ἐγὼ ἀπορῶ γιὰ κάτι ἄλλο· ἀπορῶ καὶ θαυμάζω, πῶς κατορθώνουν ἀκόμα μερικὰ παιδιὰ καὶ πιστεύουν στὸ Θεὸ καὶ ἐκκλησιάζονται καὶ ἀγαποῦν τοὺς γονεῖς τους. Ἐγὼ αὐτό ἀπορῶ. Διότι –ἂς τὸ ὁ μολογήσουμε– ὅλοι μας εἴμαστε ὑπαίτιοι γι᾿ αὐτὸ τὸν κατήφορο, ὅλοι διαφθείραμε τὴ νεολαία· ἄλλοι ἀμέσως καὶ ἄλλοι ἐμμέσως.
Τὸ παιδί, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ βγῇ ἀπὸ τὸ σπίτι μέχρι τὴν ὥρα ποὺ θὰ γυρίσῃ, εἶνε μέσ᾿ στοὺς πειρασμούς. Τί εἶπα; Λάθος ἔκανα. Εἶπα «ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ βρῇ ἀπὸ τὸ σπίτι». Ὄχι· καὶ μέσα στὸ σπίτι ἀκόμα κινδυνεύει!
 «Ἐγενόμην ἐν Πνεύματι ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ καὶ ἤκουσα φωνὴν ὀπίσω μου μεγάλην ὡς σάλπιγγος» (Ἀπ. 1,10) Κινδυνεύει ἀπὸ τὰ κακὰ πρότυπα ποὺ βλέπει. Ἄλλωστε, ἕνα κουμπὶ νὰ πατήσῃ, ὅλοι οἱ δαίμονες τῆς ὑφηλίου ἦρθαν μέσα στὸ σπίτι.
Κινδυνεύει μέσα στὸ σπίτι. Ἀλλὰ μόλις βγῇ κινδυνεύει ἀκόμη περισσότερο. Γιατὶ ἔξω τὸ περιμένουν τὰ μεγάλα δαιμόνια· μέσα τὰ μικρά, ἔξω τὰ μεγάλα δαιμόνια. Ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τὸν περιμένει πρῶτα - πρῶτα – ποιός; ⃝ Ὁ κακὸς φίλος. Αὐτὸς θὰ πῇ τὸν πρῶτο λόγο. Καὶ ὁ πρῶτος λόγος εἶνε, νὰ μὴν ἀκούῃ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα, νὰ μὴ δίνῃ σημασία στὰ λόγια τῶν γονέων.
Ἔτσι ἀρχίζει ὁ κατήφορος. Μετὰ τὸν κακὸ φίλο τὸ περιμένουν τὰ διεφθαρμένα γύναια. Ἔγραψαν στὸ ἐξωτερικό, ὅτι ἔχουμε τὰ πιὸ διεφθαρμένα κέντρα. Πήχτωσε ὁ τόπος. Ἂς τ᾿ ἀκούσουν οἱ γονεῖς. Ἄλλο δαιμόνιο ποὺ περιμένει ἔξω τὸ νέο εἶ νε τὸ χυδαῖο ἔντυπο, τὸ αἰσχρὸ περιοδικό.  Ἀλλὰ τὰ μεγάλα «σχολεῖα» τῆς διαφθορᾶς, σχολεῖα μὲ …διπλώματα, εἶνε τὰ θεάματα· ὁ κινηματογράφος, τὸ θέατρο, ἡ τηλεόρασι.
 Τὸ κακὸ συμπληρώνουν τὰ γήπεδα μὲ τὰ μάτς, οἱ ἐκδρομές, τὰ διάφορα τυχερὰ παιχνίδια, τὰ χαρτιά, τὰ λαχεῖα, ἡ ὅλη διαφθορά. Χίλιοι διαβόλοι σπρώχνουν τὸ νέο νὰ πέσῃ. Ὄχι αὐτὰ τὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ Μέγας Ἀντώνιος ἀκόμη νὰ ζοῦσε σήμερα, μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν κοινωνία θὰ ἐπειράζετο.
Ἐνῷ λοιπὸν ὅλοι σπρώχνουν τὸ παιδὶ στὸ κακό, κατόπιν ἀποροῦν πῶς κατήντησε ἔτσι ἡ νεότης. Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω, ὅτι ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἀκόμη νέοι ποὺ κρατᾶνε ψηλὰ τὴν πίστι καὶ τὴν τιμή τους. Εἶνε θαῦμα Θεοῦ. Μόνο χέρι Θεοῦ τοὺς κρατάει. ―Μὰ τὸ κράτος, θὰ πῆτε, δὲν κάνει τίποτε; Δὲν βλέπει ποῦ πάει ἡ νεολαία;… Τὸ κράτος; Ἄσ᾿ το τὸ κράτος.
Τὸ κράτος εἴμαστε ὅλοι. Καὶ ὅπως εἴπαμε προηγουμένως ὅλοι φταῖμε. Φταίει κι ὁ παπᾶς, κι ὁ δάσκαλος, κι ὁ δεσπότης· ἀλλὰ τὴ μεγαλυτέρα εὐθύνη τὴν ἔχουν οἱ γονεῖς. Γιατί; Γιατὶ οἱ γονεῖς εἶνε κοντὰ στὸ παιδί. Γιατὶ πατέρας καὶ μάνα δὲν λέγεται κάποιος ἁπλῶς διότι γέννησε. Τὸ νὰ γεννήσῃς, λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶνε εὔ κολο.
Γεννοῦν καὶ τὰ ζῷα, εἶνε νόμος βιολογικὸς μέσα στὴν πλάσι. Τὸ νὰ γεννήσῃς λοι πὸν εἶνε τὸ εὔκολο. Ποιό εἶνε τὸ δύσκολο· νὰ πάρῃς –ὦ Θεέ μου!– αὐτὸ τὸ κομμάτι τὸ «κρέας», ποὺ θὰ πέσῃ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας, νὰ τὸ μεγαλώσῃς, νὰ τὸ μορφώσῃς, νὰ τὸ κάνῃς ἄνθρωπο μὲ ὑψηλὰ ἰδανικά. Ὄχι δηλαδὴ ἁπλῶς τὸ νὰ γεννήσῃς, ἀλλὰ τὸ νὰ ἀναθρέψῃς σωστά, αὐτὸ σὲ κάνει πατέρα καὶ μάνα.
Τί μεγάλη εὐθύνη ἔχουν οἱ γονεῖς! Μὰ τί νὰ κάνουν οἱ γονεῖς οἱ δυστυχισμένοι; Τὸ παιδί τους τὸ πᾶνε κατηχητικό, τὸ πᾶ - νε στὴν ἐξομολόγησι… Τί νὰ σοῦ κάνῃ ὅμως καὶ τὸ κατηχητικό, τί νὰ σοῦ κάνῃ καὶ τὸ κήρυγμα; Δὲ μοῦ λέτε, ὅταν ἐγὼ χτίζω κι ὁ ἄλλος γκρεμίζῃ, μπορεῖ νὰ χτιστῇ σπίτι; Ἔ αὐτό γίνεται ἐδῶ.
Ἄλλοι χτίζουν κι ἄλλοι γκρεμίζουν. Χτίζει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ κατηχητικά, χτίζει ἡ μάνα κι ὁ πατέρας, χτίζει ὁ δάσκαλος· ἔρχεται ὁ διάβολος, δίνει μιὰ κλωτσιὰ καὶ τὰ κάνει ἄνω - κάτω. Πῶς φταῖνε τότε οἱ γονεῖς; ―Μὰ ὑπάρχουν, σοῦ λένε, σύλλογοι γονέων. Πῶς ἀνέχονται νὰ βλέπουν αὐτὸ τὸ χάλι;

* * * 

Γονεῖς, μανάδες, πατεράδες! Θὰ σᾶς πῶ τώρα ποιό εἶνε τὸ κλειδὶ τῆς ὑποθέσεως. Πόσα συλλαλητήρια ἔχει δεῖ ὁ τόπος μας; Στὰ χρόνια μας εἶδε πολλά· συλλαλητήρια γιὰ σοβαρὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἄλλα, μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα.
Ἕνα δὲν εἶδε. Ἂν θέλουμε λοιπὸν ὁ τόπος αὐτὸς νὰ ζήσῃ, πρέπει νὰ γίνῃ τὸ μεγαλύτερο συλλαλητήριο. Ν᾿ ἀφήσουν οἱ γυναῖκες τὴν κουζίνα καὶ οἱ ἄντρες τὰ ἐργοστάσια καὶ τὰ γραφεῖα τους, νὰ μαζευτοῦν ὅλοι, καὶ νὰ φωνάξουν – γιὰ τί; Οὔτε γιὰ ἐνοίκια, οὔτε γιὰ γεφύρια, οὔτε γιὰ πλατεῖες, οὔτε γιὰ τίποτε ἀπ᾿ αὐτά.
Νὰ πᾶνε στὸ ὑπουργεῖο παιδείας, στὴν ἀρχιεπισκοπή, νὰ πᾶνε καὶ στὸν πρωθυπουργὸ τῆς χώρας, νὰ κρατᾶνε μιὰ ταμπέλλα μεγάλη καὶ πάνω νὰ γράφουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· «Παιδιόθεν». Κι ἂν βγῇ ἀπ᾿ τὸ παράθυρο κανένας μεγάλος ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ μᾶς διοικοῦν καὶ ποῦν, –Τί πάθανε, τί ζητᾶνε αὐτοί; νὰ τοὺς ποῦμε· –«Παιδιόθεν»! Κι ἂν ρωτήσουν, ―Τί σημαίνει «Παιδιόθεν»; νὰ τοὺς ἀ ναλύσουμε· ―«Παιδιόθεν» θὰ πῇ προστασία τῆς νέας γενεᾶς. Ζητοῦμε πρῶτον νὰ γίνεται ἔλεγχος καὶ ν᾿ ἀπαγορεύωνται ὅλα τὰ ἄ θλια θεάματα· εἶνε ντροπή μας νὰ παρουσιάζωνται ἐδῶ τέτοια «σκουπίδια».
Δεύτερον, μιὰ νύχτα ἡ ἀστυνομία νὰ μαζέψῃ καὶ νὰ περιορίσῃ ὅλα τὰ διεφθαρμένα γύναια ποὺ μὲ τὴ δρᾶσι τους ἐκμαυλίζουν κάθε ἄνθρωπο. Τρίτον…, τέταρτον…, πέμπτον…, ἕκτον… Γονεῖς, τὸ κάνετε αὐτό; ὤ χαρά! τότε θὰ κοι μᾶστε ἥσυχοι.
Ἐὰν ληφθοῦν ῥιζικὰ μέτρα, τότε μέσα σὲ λίγα χρόνια –ἐλᾶτε νὰ σᾶς ὑπο- γράψω συμβόλαιο– ἡ πατρίδα μας θὰ γίνῃ ἡ πιὸ εὐτυχισμένη χώρα. Διαφορετικά, τὸ «Παιδιόθεν» θά ᾿νε ἔλεγχος καὶ κατάρα γιὰ μᾶς.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Η βεβαία ελπίδα της Χάριτος και οι «φρούδες ελπίδες της διπλωματίας». Κυριακή Δ΄των Νηστειών. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Η βεβαία ελπίδα της Χάριτος και οι «φρούδες ελπίδες της διπλωματίας»
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής της Δ΄ Νηστειών
(Εβρ. ΣΤ΄ 13-20)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Με τη Χάρη του Θεού, διανύουμε το άλλο μισό της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ήδη αντλήσαμε δυνάμεις από την προσκύνηση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού και τώρα γεμάτοι ελπίδα ατενίζουμε προς τα Πανάχραντα Πάθη και την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Και η ελπίδα, η ευλογία αυτή του Θεού, μας είναι τόσο αναγκαία και απαραίτητη στην πνευματική μας πορεία. Γι΄αυτό και το Αποστολικό ανάγνωσμα, μας τονίζει αυτήν ακριβώς την αρετή. Την ελπίδα! Ότι δηλ. θα εισέλθουμε στην Βασιλεία του Θεού. Καλύτερα θα λέγαμε ότι η αγάπη του Θεού θα μας βάλει στην Βασιλεία του.
Πόσο πράγματι συγκινητικά αναφέρεται ο Απόστολος στην περίπτωση του Αβραάμ!
Στο περιστατικό δηλ. εκείνο που ο Θεός ορκίστηκε, προκειμένου να βεβαιώσει τον μεγάλο Πατριάρχη της Παλαιάς Διαθήκης, ότι θα χαρίσει στον ίδιο και στους απογόνους του την «γην της επαγγελίας». Τον τόπο δηλ. εκείνο που του υποσχέθηκε. Την Παλαιστίνη.
Και όντως, ο όρκος αυτός, και οι υποσχέσεις του Θεού, έδωσαν θάρρος στον Αβραάμ, και παρά το ότι τα έτη περνούσαν και έφθανε στα βαθιά γηρατειά του, εντούτοις, δεν έχασε την πίστη του. Δεν κλονίστηκε, αλλά έδειξε υπομονή και έτσι «επέτυχε της επαγγελίας». Είδε δηλ. να εκπληρώνεται η Θεϊκή υπόσχεση δια του Ισαάκ, μέσω του οποίου προήλθε στη συνέχεια ο Εβραϊκός λαός.
Βεβαίως, όλοι κατανοούμε ότι η υπόσχεση του Θεού, ήταν μια προτύπωση που στην ουσία της αναφέρεται όχι σε κάτι το πρόσκαιρο και γήϊνο, (όπως δυστυχώς πιστεύουν σήμερα οι Εβραίοι), αλλά υπονοούσε και αναφερόταν στην «γην της επαγγελίας», δηλ. στον Παράδεισο και πρωτίστως στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Στον Ουράνιο εκείνο τόπο, στην Θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία των Αγίων, που υπόσχεται ο Θεός να χαρίσει στους «κληρονόμους της επαγγελίας». Στους πραγματικά πιστούς που θα υπάρχουν σε κάθε εποχή έως το τέλος των αιώνων.
Αυτή ακριβώς η υπόσχεση και ο όρκος του Θεού, οπωσδήποτε μας γεμίζει ελπίδα. Ελπίδα ότι όπως ο Ιησούς που προς χάριν μας εισήλθε πρώτος ως μεσίτης και αληθινός Αρχιερεύς στα αληθινά «Άγια των Αγίων», έτσι κι εμείς, ένεκα της θυσίας Του, της Πίστεώς μας και της Ελπίδος μας, τελικώς θα εισέλθουμε στην μεγάλη Σκηνή του Ουρανού. Στην Βασιλεία των Ουρανών.
Χωρίς κανένα δισταγμό αδελφοί μου, ομολογούμε ότι δεν θα υπήρχε καταλληλότερο Βιβλικό κείμενο, για να τονίσει την Ελπίδα μας και να δυναμώσει την συνείδησή μας, όχι μόνο κατά την ευλογημένη αυτή περίοδο που διανύουμε, αλλά για πάντα. Για πάντα, αφού, χωρίς Ελπίδα ο πιστός είναι φύσει αδύνατον να σημειώσει πρόοδο στην πνευματική του ζωή.
Γι΄αυτό καλόν είναι να σταθούμε για λίγο στο σημείο αυτό και να δούμε σε ποιο έδαφος καλλιεργείται η Ελπίδα, που μας είναι τόσο απαραίτητη.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που όταν κάνουν λόγο για την αρετή αυτή, δείχνουν να πιστεύουν ότι η Ελπίδα είναι κάτι το ανεξάρτητο από την εν γένει Ορθόδοξη πνευματικότητα, και ότι μπορεί να ανθίσει από το τίποτε και να βλαστήσει από το μηδέν.
Όμως, όπως βλέπουμε τα πράγματα δεν είναι καθόλου μα καθόλου έτσι.
Όπως κάθε αρετή χρειάζεται το ιδιαίτερο κλίμα για να αυξηθεί, και το κάθε χάρισμα το κατάλληλο έδαφος για να καλλιεργηθεί και να αποδώσει καρπούς, έτσι ακριβώς ή μάλλον περισσότερο τώρα, στην περίπτωση της Ελπίδας, χρειάζεται ο άνθρωπος να έχει οικοδομηθεί στην εν Χριστώ Πίστη.
Χρειάζεται με άλλα λόγια, να υφίσταται το σταθερό έδαφος και να υπάρχουν τα θεμέλια της ορθής Πίστεως, ούτως ώστε επάνω στην ακράδαντη αυτή βάση ν΄αρχίσει να οικοδομείται αυτό που ο λόγος του Θεού ονομάζει Ελπίδα.
Θα αναγκασθούμε και πάλι να αναφερθούμε σε παραδείγματα από την καθημερινότητα, ώστε να γίνει κατανοητό το όλον θέμα μας. Είναι δυνατόν ένα μαθητής που δεν ανοίγει βιβλίο και θεωρεί το σχολείο και τον καθημερινό του καταρτισμό ως πάρεργο; Είναι δυνατόν να έχει ελπίδα για επιτυχία στις εισαγωγικές πανεπιστημιακές του εξετάσεις;
Και πάλι. Είναι δυνατόν έναν ασθενής που ενώ γνωρίζει από τον θεράποντα ιατρό του, ποια είναι η σωστή θεραπεία, είναι δυνατόν όταν παρακούει την επιστήμη και κάνει το δικό του, δηλ.υπακούει στα πάθη που τον αρρωσταίνουν, να έχει ελπίδα θεραπείας και σωματικής σωτηρίας;
Και για να έρθουμε απ΄ευθείας τώρα στην ουσία του θέματός μας. Είναι δυνατόν οιοσδήποτε «πιστός» να παραβαίνει συνειδητά τον αμετάθετο και αιώνιο νόμο του Θεού, να ζει δηλ. μέσα στην δυσωδία της ποικίλης αμαρτίας, και να έχει βεβαία την Ελπίδα ότι τελικώς θα σωθεί;
Όπως λοιπόν στις περιπτώσεις, τόσο του κακού μαθητή και του επιπόλαιου ασθενή, είναι απολύτως αδύνατη η επιτυχία και η θεραπεία, και οι ελπίδες τους είναι κενές, έτσι και πολύ περισσότερο τώρα στην περίπτωση του «πιστού», είναι φύσει αδύνατον η σωτηρία. Έτσι λοιπόν οι ελπίδες αποδεικνύονται φρούδες και καθαρώς διαβολικές.
Ας μην εκπλησσόμαστε αδελφοί μου από τον όρο που χαράξαμε «διαβολικές ελπίδες». Ναι. Είναι δυστυχώς μια πραγματικότητα. Διότι, όπως ο εχθρός πλαστογραφεί και διαστρέφει όλες τις αρετές, έτσι ακριβώς και στην περίπτωση της Βασιλικής αυτής αρετής, της Ελπίδας, διαστρέφει την βάση αλλά και το περιεχόμενό της. Αποτέλεσμα; Ο πλανεμένος άνθρωπος, τελικώς να χάνεται, ακριβώς μέσω αυτής της ψεύτικης ελπίδας, αφού όπως βλέπουμε η κατάσταση αυτή τον εμποδίζει να αφυπνιστεί ώστε να ξεκινήσει τον συνειδητό του αγώνα. Τον ηρωϊκό πράγματι αγώνα, κατ΄αρχάς προς μετάνοιαν και στη συνέχεια προς καλλιέργεια των Ευαγγελικών αρετών.
Να προσθέσουμε τώρα ότι υπάρχουν και άνθρωποι της Εκκλησίας (ποιμένες, πνευματικοί, αρχιερείς κ.τ.λ) που ενώ είναι οι καθ΄ύλην αρμόδιοι στο να αφυπνίζουν και μέσω της μετανοίας να καλλιεργούν στις ψυχές την ανορθωτική Ελπίδα σωτηρίας, αυτοί, άθελά τους βεβαίως, πραγματοποιούν το αντίθετο; Θωπεύουν δηλ. τις αμαρτωλές συνειδήσεις, και δίνουν στους ανθρώπους την αίσθηση ότι όλα βαίνουν καλώς. Και το αποτέλεσμα; Αντί προόδου και πνευματικής αφυπνίσεως, μέσω μάλιστα του ιερού μυστηρίου της εξομολογήσεως, κάποιες φορές, να βγαίνουν τα αγκάθια και τα τριβόλια της κακής επλίδας, που τελικώς οδηγούν στην απώλεια.
Δεν θα είμαστε εκτός πραγματικότητας, εάν επιμέναμε σ΄αυτό που ακροθιγώς ήδη αναφέραμε. Και φυσικά αναφερόμαστε στην αμνήστευση ακόμα και σαρκικών αμαρτημάτων και άλλων ατοπημάτων για να μην πούμε και εγκλημάτων, τόσο εκτός, όσο αλλοίμονο και εντός του γάμου.
Φυσικά, άλλο η ευλογημένη οικονομία και άλλο πράγμα η «ανοικονόμητη οικονομία»...
Ποια, αλήθεια, ελπίδα σωτηρίας μπορεί ν΄ανθίσει στις καρδιές του ποιμνίου, όταν απουσιάζει από την Εκκλησιαστική ζωή ο αφυπνιστικός λόγος και το «προφητικό» κήρυγμα, το οποίο από τη φύση του οδηγεί στην γνησία ελπίδα;
Πώς να τονωθούν΄ οι ψυχές και να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη του πνευματικού αγώνα, όταν οι άμβωνες, εν πολλοίς έχουν καταντήσει διακοσμητικά και μόνο στοιχεία των Ναών; Για να μην υποστηρίξουμε ότι αρκετές φορές εκεί που ακούγεται λόγος, είναι ένας λόγος που μπορεί χωρίς κανένα πρόβλημα ν΄ακουστεί και σ΄οποιοδήποτε άλλο μέρος, ακόμα και σε συνάξεις αθέων, άνευ ουδενός προβλήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα «οικολογικά κηρύγματα» με όλα τα συμπαρομαρτούντα και τις λεγόμενες «οικολογικές προσευχές» μπροστά στους πάγους και στις γαλάζιες γυάλινες σφαίρες. (Κύριε ελέησον και δόξα τη μακροθυμία σου Κύριε δόξα σοι).
Και γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί αυτή η περιφρόνησις του ζωντανού κηρύγματος; Διότι τείνει, δυστυχώς να κυριαρχήσει η σατανική άποψη που τεχνιέντως ρίχνουν όσοι ανήκουν στο λόμπυ των αντιχριστιανικών δυνάμεων, ότι δήθεν το κήρυγμα δεν χρειάζεται, όπως δυστυχώς πέρασε και στις «θεολογικές σχολές» ότι δεν χρειάζεται η απολογητική. Το αποτέλεσμα τώρα ήταν να καταργηθεί το δυναμικό αυτό μάθημα. (Πρωταρχικώς, το να καταργηθεί δηλ. η απολογητική και γενικώτερα το ζωντανό κήρυγμα, ήταν εισήγηση της εγκλωβισμένης, επί Κομμουνισμού, Εκκλησίας της Ρωσίας, σε διορθόδοξα συνέδρια, για τους γνωστούς προπαγανδιστικούς λόγους...). Δεν χρειάζεται, εισηγούνται κάποιοι το κήρυγμα, και τούτο διότι, άκουσον-άκουσον, ο κόσμος είναι κουρασμένος από τα λόγια! (Βεβαίως, η σατανική αυτή αλλά και βλακώδης άποψη, ακούγεται μόνο για το κήρυγμα, και για τίποτε άλλο. Για όλα τ΄άλλα είδη των λόγων, ο κόσμος βλέπετε δεν έχει κουραστεί και είναι πρόθυμος εις ακρόασιν, όπως π.χ. συμβαίνει με τον πολιτικό λόγο...).
Φυσικά, όλα αυτά εκφράζονται είτε, ως ήδη τονίσαμε, από ανθρώπους που δουλεύουν στο σύστημα, είτε από ανθρώπους της Εκκλησίας, με παγωμένες όμως καρδιές προς την αγάπη του Ιησού, αλλά και από ημιμαθείς και άσχετους ποιμένες, αφού επιτέλους το κήρυγμα χρειάζεται πόνο, μόχθο και έντονη προσευχή.
Όχι αγαπητοί μου, δεν έχει κουραστεί ο κόσμος από τον λόγο του Κυρίου. Ας μη διαστρέφουμε την φυσική τάξη των πραγμάτων, όπως την έθεσε σε λειτουργία ο ίδιος ο Θεός. Εκείνο που έχουν βαρεθεί οι άνθρωποι πράγματι και δεν εννοούμε να το συνειδητοποιήσουμε, είναι τα διάφορα φολκλόρ και οι κενοί περιεχομένου λόγοι, που αντί ελέγχου του κακού και αντί πνευματικής οικοδομής, αρχίζουν οι εκνευριστικοί λιβανωτοί, σε πρόσωπα και καταστάσεις...
Και ας μη λησμονούμε ποτέ πως όταν οι άθεοι θέλουν να στραγγαλίσουν την ελπίδα στους λαούς, το πρώτο που καταργούν είναι το κήρυγμα. Το ευλογημένο και ακέραιο κήρυγμα, τόσο το προφορικό όσο και αυτό το γραπτό.
Ας περάσουμε όμως τώρα να δούμε κάτι που ελέγχεται απολύτως και που κυρίως τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στην επικαιρότητα, και που έχει άμεση σχέση με την Ελπίδα.
Προ ολίγου μόλις καιρού, έγινε η ενθρόνισις του νέου πάπα. Το ποιος είναι ο μετονομασθής εις Φραγκίσκον, όχι μόνο θα το δείξει η ιστορία, αλλά γι΄αυτούς που θέλουν να έχουν ανοιχτούς τους οφθαλμούς, ήδη γνωρίζουν ότι ο «αγιώτατος αλάθητος», πλην των άλλων ήταν και ο υπεύθυνος για την ουνία. Δηλ. ό,τι χειρότερο και υπουλότερο για την Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία.
Φυσικά ο παπισμός κατά τους Αγίους, και για όσους διαθέτουν τον «κοινόν νουν» στα Θεολογικά και οπωσδήποτε για όσους πιστεύουν και δεν παίζουν κακόγουστο θέατρο, είναι αίρεση. Μάλλον σύνολο αιρέσεων.
Και τίθεται τώρα το ερώτημα. Οι δικοί μας Ορθόδοξοι ταγοί, για ποίο λόγο είπαν ψέματα και αναφέρθησαν στα ευχητήρια τηλεγραφήματά τους ωσάν να εύχονταν σε Ορθόδοξο Πατριάρχη; Δε νομίζουμε να έγραφαν διαφορετικά εάν απευθύνονταν στην ενθρόνιση ενός Ορθοδόξου ποιμένος.
Γιατί λοιπόν όλ΄αυτά; Και στη συνέχεια.
Καλά, δεν ντρέπονται το Ορθόδοξο ποίμνιο, ενώπιον του οποίου ψεύδονται ασύστολα. Για ποιο λόγο δίνουν σ΄όλους τους παπικούς, ψευδή βεβαίωση ότι δήθεν ανήκουν στην Εκκλησία και κατ΄επέκταση ότι άρα και δεν χρειάζεται μετάνοια και επιστροφή στην αλήθεια; Γιατί, και πάλι ερωτούμε, σπέρνουν αίολες ελπίδες στους ανθρώπους, και τελικώς τους οδηγούν στην καταστροφή; Γιατί αυτή η διπλωματία (η πόρνη της Αποκαλύψεως) στα θέματα της εκκλησιολογίας και τελικώς και αυτής της σωτηρίας; Γιατί κάποιοι ποιμένες παίρνουν στον λαιμό τους τόσες και τόσες ψυχές και ταυτοχρόνως σκανδαλίζουν το Ορθόδοξο ποίμνιο, το οποίο επιτέλους (εκεί βεβαίως που υπάρχει συνείδηση Χριστιανική), γνωρίζει ότι όλα αυτά αποτελούν προδοσία της Αποστολική αλήθειας και του Πατερικού τρόπου εκφράσεως και κυρίως βιωτής;
Και καλά, δεν υπάρχει η ανδρεία (κακώς κάκιστα), να στείλουν ξεκάθαρα τα μηνύματα στον πάπα περί επιστροφής του στην Εκκλησία. Θα μπορούσαν όμως έστω διά της σιωπής να τηρήσουν τα «προσχήματα» και τελικώς να μην εξευτελιστούν, πράγμα που τώρα έγινε...
Ήταν δηλ. ανάγκη, Ορθόδοξος Επίσκοπος και μάλιστα υπεροχικό, όπως θεωρείται πρόσωπο, στα εκκλησιαστικά τεκταινόμενα, να κάμψει τον αυχένα του και να βάλει μετάνοια στον «ποντίφικα», στον άνθρωπο δηλ. που μέχρι χθες ήταν επισήμως, και φυσικά απ΄ εδώ και πέρα είναι έτι πλέον ο υπεύθυνος της Ουνίας;
Τόσο δύσκολο λοιπόν είναι να υπολογίζει κανείς αφ' ενός στο σκανδαλισμό των συνειδήσεων, αφ' ετέρου δε στον δικό του ξεπεσμό;
Και ναι μεν, υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι υπολογίζουν στις επίγειες και ανθρώπινες δυνάμεις. Καυχώνται δε ότι στηρίζονται σε «δεξιούς ή αριστερούς ή αμφοτεροδέξιους βραχίονες», αφού στην εποχή μας καλλιεργούνται βλέπετε επισήμως και σε όλα τα επίπεδα οι αμφιβολίες και οι αμφισβητήσεις περί της ορθότητος των Αγίων. Προωθούνται δε οι «εκκλησιαστικές αμφικτιονίες» με ό,τι αυτό συνεπάγεται και γενικώς ειπείν τον πρώτο λόγο σε κομβικά σημεία, φαίνεται να τον έχουν τα «αμφί».
Αρνούνται, δυστυχώς γι΄αυτούς, την Παράδοση και την Ευλογία των Αγίων Πατέρων, και δείχνουν να καταντούν υπενάντιοι του ίδιου του Θεού με την όλη τακτική τους. Αποτέλεσμα; Να γίνονται καταγέλαστοι από τους εχθρούς της Ορθοδοξίας και ταυτοχρόνως να προξενούν πόνο στις καρδιές των πιστών. Ας μη λησμονούν όμως οι κύριοι αυτοί τον λόγο του Πνεύματος: «η δεξιά σου Κύριε δεδόξασθαι εν ισχύι, η δεξιά σου Κύριε έθραυσεν εχθρούς και τω πλήθει της δόξης σου συνέτριψας τους υπεναντίους» (Εξόδου ΙΕ΄6-7).
Και πάλι λοιπόν πέφτει ως ουράνιος μετεωρίτης το ερώτημα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό της λεγομένης «εκκλησιαστικής διπλωματίας» (όντως, δεν πρόκειται να υπάρξει περισσότερο αδόκιμος όρος από αυτόν, για να μην πούμε περισσότερος απαίσιος), υπάρχει ελπίδα σωτηρίας; Οικοδομείται στη συνείδηση των «δεσποτοδιπλωματών» η ελπίδα της σωτηρίας; Πιστεύουν πως θα αντιμετωπίσουν κατά πρόσωπο Αυτόν που δίδαξε το «έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου;» (Ματθ.Ε΄37).
Είναι απορίας άξιον το πώς σκέπτονται κάποιοι άνθρωποι, που λόγω θέσεως, εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση των πραγμάτων θα ανέμενε κανείς απ΄αυτούς. Είναι σαν να υποστηρίζει ένας ιατρός ότι το aids κάνει καλό στην υγεία. Δεν γνωρίζουμε πώς σκέπτονται (μάλλον γνωρίζουμε πολύ καλά...), αλλά θα πρέπει να ομολογηθεί άνευ περιστροφών και ψευτοδιπλωματικών λόγων, ότι η τακτική αυτή, μόνο την αλήθεια δεν μπορεί να διακονήσει. Και αλήθεια είναι ο Χριστός.
Οι εντελώς απαράδεκτοι αυτοί τρόποι και οι κενοί αληθείας λόγοι άνευ αντιρρήσεως ακυρώνουν την Ορθοδοξία και Ορθοπραξία και ο φτηνός πολιτικαντισμός της «εκκλησιαστικής διπλωματίας» στραγγαλίζει την βεβαία ελπίδα της σωτηρίας των ψυχών.

Αγαπητοί μου, οπωσδήποτε υπάρχει η «άγκυρα της ψυχής, ασφαλής και βεβαία». Άγκυρα από την οποία εάν πιαστεί η ψυχή μας, με ασφάλεια και βεβαιότητα θα παραμείνει ακλόνητη από τα κύματα και τους φοβερούς κραδασμούς της πλάνης και των αιρέσεων. Από την λαίλαπα του κοσμικού κακού και του ακόμα φρικτότερου κακού που είναι το ψεύδος, καλυμμένο με θεολογικό μανδύα. Όμως, η άγκυρα αυτή της γνησίας και αυθεντικής Ελπίδας για σωτηρία, είναι η Ορθόδοξος Πίστη μας, όπως ακριβώς μας την παρέδωσαν οι Άγιοι Απόστολοι και όπως επακριβώς ερμηνεύεται από τις Οικουμενικές Συνόδους. Εννοείται δε ότι η Πίστη αυτή βιώνεται από τους Αγίους μας, των οποίων τα Άγια λείψανα προσκυνούμε και μας χαριτώνουν!

Αδελφοί μου, το θέμα της Ελπίδας γενικώτερα, αλλά και ειδικώτερα όπως το είδαμε σε αναφορά με την Πίστη, την μετάνοια, αλλά και την εκκλησιολογική ορθότητα των λόγων και των αποφάσεων, δεν είναι καθόλου απλό. Είναι το σημαντικότερο θέμα που θα πρέπει να μας απασχολεί, εάν όντως θέλουμε να ελπίζουμε ότι τελικώς θα δούμε Θεού πρόσωπον.

Άρα η ελπίδα μας θα πρέπει να είναι συνυφασμένη τόσο με τον αγώνα, όσο και με την σταθερή Πίστη και την ομολογία. Την ομολογία ότι, όπως στην Παλαιά Διαθήκη, στα ξένα θυσιαστήρια, απ΄αυτά του λαού του Θεού, δεν αναπαυόταν ο Άσαρκος Υιός και Λόγος του Θεού, έτσι και τώρα στον χώρο της Χάριτος και της Εκκλησίας, ας μην πιστέψουμε και ας μην ομολογήσουμε ποτέ, ότι στα ξένα προς τα Ορθόδοξα θυσιαστήρια, είναι δυνατόν να υφίσταται ιερωσύνη, αγιότητα, μυστήρια και άρα ελπίδα σωτηρίας.
Όσοι φρονούν διαφορετικά, βρίσκονται σε παχυλή πλάνη, έστω κι αν κατέχουν τα ύπατα εκκλησιαστικά αξιώματα.
Ευχή και προσευχή μας να μετανοήσουμε και να παραμείνουμε εδραίοι και αμετακίνητοι επί των επάλξεων της Ορθοδόξου Ομολογίας και Ελπίδος μας.

Αμήν.
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_2046.html

Κυριακή Δ Νηστειῶν. Ἀρχιμανδρίτου Μάρκου Μανώλη

Κυριακή Δ Νηστειῶν (Μάρκ. 9, 17-31)

Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Κ. Μανώλη

Τὸ θαῦμα, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται λόγος εἰς τὴν περικοπὴν τῆς Δ' Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, τοποθετεῖται ἀμέσως μετὰ τὴν κάθοδον τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοῦ ὄρους Θαβώρ, ὅπου μετεμορφώθη ἐνώπιον τῶν τριῶν μαθητῶν του.
Μὲ ἀπαστράπτον ἀκόμη τὸ πρόσωπον κατέρχεται ὁ Ἰησοῦς πρὸς τὸν ὄχλον, ὁ ὁποῖος ἐκθαμβεῖται βλέπων αὐτόν. Ἡ σκηνὴ μᾶς φέρει εἰς τὸν νοῦν μίαν ἀντίστοιχον ἐκ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κατ᾽ αὐτὴν ὁ Μωυσῆς κατέρχεται ἐκ τοῦ Σινᾶ μὲ «δεδοξασμένην τὴν ὄψιν τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ» (Ἔξ. 34, 38).
Ὁ πατὴρ τοῦ δαιμονιζομένου παιδίουφαίνεται ὅτι ἦτο πολὺ ἀσθενὴς εἰς τὴν πίστιν. Αὐτὸ τὸ φανερώνει ἡ Ἁγ. Γραφὴ διὰ πολλῶν. Ὅταν εἶπε ὁ Χριστὸς «τῷ πιστεύοντι πάντα δυνατὰ» (Μᾶρκ. Θ´ 23). Ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ εἶπε ὁ πατήρ «Βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ». (Αὐτ. 22) καὶ πάλιν «Εἰ δύνασαι».
Καὶ ἐὰν ἡ ἀπιστία του ἔγινε αἰτία νὰ μὴ βγῆ ὁ δαίμων, διατὶ κατηγορεῖ τοὺς μαθητάς; Μὲ αὐτὸ ἤθελε νὰ διδάξη ὁ Κύριος ὅτι καὶ χωρὶς τὴν πίστιν τῶν ἰδικῶν του, εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπεύσουν τὸν ἀσθενῆ. Ὅπως ἔφθανε πολλάκις ἡ πίστις τοῦ προσάγοντος, διὰ νὰ θεραπευθῆ ὁ ἀσθενής.
Καὶ τὰ δύο μαρτυροῦνται εἰς τὴν Ἁγ. Γραφήν, λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἐδῶ οἱ μαθηταὶ ἠσθένησαν ἀλλὰ ὄχι ὅλοι. Οἱ στῦλοι (Πέτρος - Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης) δὲν παρευρίσκοντο.

 * * * 

«Προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου καὶ οὐκ ἴσχυσαν αὐτὸν θεραπεῦσαι». Κατηγορεῖ ὁ πατὴρ τοὺς μαθητάς τοῦ Κυρίου. Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ἀπαλλάσσει τοὺς μαθητάς τῆς κατηγορίας καὶ ρίπτει τὴν μεγαλυτέραν εὐθύνην εἰς ἐκεῖνον. «ὦ γενεὰ ἄπιστος, λέγει, καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν».
Δὲν τὸν ἐλέγχει κατὰ πρόσωπον, ἀλλὰ γενικῶς ὅλους τούς Ἰουδαίους. Δὲν σταματᾶ ὅμως μέχρις ἐδῶ. Ἀλλὰ τί λέγει. «Φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε». Καὶ ἐρωτᾶ πόσον χρόνον εἶναι ἀσθενής, ἀπολογούμενος ὑπὲρ τῶν μαθητῶν του καὶ ἐκεῖνον βοηθῶν νὰ πιστεύση ὅτι θὰ γίνη καλὰ τὸ παιδί του.
Καὶ «ἀφίησιν αὐτὸν σπαράττεσθαι» ὄχι πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλὰ διὰ τὸν πατέρα. Ὅταν δὲ ἐκεῖνος εἶπε «ἐκ παιδὸς» (Μᾶρκ. θ' 21) καὶ ὅτι «εἰ δύνασαι, βοήθει μοι» λέγει διορθώνοντας αὐτὸν «τῷ πιστεύοντι πάντα δυνατὰ» καὶ «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι».
Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἀπήλλαξε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ δαιμόνιον. Οἱ μαθηταὶ «τότε προσελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾽ ἰδίαν. Ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;» Φαίνεται ὅτι οἱ μαθηταὶ κατελήφθησαν ἀπὸ ἀγωνίαν καὶ ἐφοβήθησαν μήπως ἔχασαν τὴν χάριν κατὰ τῶν δαιμόνων.
Διότι εἶχον λάβει τὴν ἐξουσίαν κατὰ δαιμόνων ἀκαθάρτων. Καὶ ὁ Κύριος τούς εἶπε «τοῦτο τὸ γένος (= τῶν δαιμόνων) ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσ ευχῇ καὶ νηστείᾳ».
Ἀλλὰ ἐάν, διὰ νὰ βγῆ ὁ δαίμων, χρειάζεται πίστις, διατὶ καὶ τὴν νηστείαν ζητεῖ ὁ Κύριος; Διότι, λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος, μαζὶ μὲ τὴν πίστιν καὶ ἡ νηστεία, δὲν δίδει ὀλίγην δύναμιν εἰς τὸν πιστόν. «Καὶ γὰρ φιλοσοφίαν πολλὴν ἐντίθησιν, καὶ ἄγγελον ἐξ ἀνθρώπου κατασκευάζει καὶ ταῖς ἀσωμάτοις δυνάμεσι πυκτεύει».
Καὶ πάλιν ὄχι μόνον ἡ νηστεία. Ἀλλὰ χρειάζεται καὶ προσευχή. Καὶ μάλιστα πρώτη ἡ προσευχή. Ἂς δοῦμε τώρα μαζὶ μὲ τὸν Ἱ. Χρυσόστομον πόσα ἀγαθὰ γίνονται ἀπὸ τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν. Ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται καθὼς πρέπει καὶ νηστεύει, δὲν χρειάζεται πολλά.
Αὐτὸς ποὺ δὲν χρειάζεται πολλά, δὲν θὰ γίνη φιλοχρήματος. Ὁ μὴ φιλοχρήματος, εἶναι πρόθυμος καὶ διὰ ἐλεημοσύνην. Ὁ νηστεύων εἶναι ἀνάλαφρος καὶ φτερωτὸς καὶ προσεύχεται, μετὰ νήψεως, καὶ τὰς κακάς ἐπιθυμίας σβήνει καὶ ἐξιλεώνει τὸν Θεὸν καὶ τὴν ψυχήν, ποὺ ὑπερηφανεύεται, ταπεινώνει. Διά τοῦτο καὶ οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ Πατέρες καὶ οἱ μάρτυρες καὶ οἱ ὅσιοι καὶ οἱ δίκαιοι καὶ πάντες οἱ ἅγιοι πάντοτε σχεδὸν ἐνήστευαν.
Ὁ προσευχόμενος μὲ νηστείαν, ἔχει διπλάς φτερούγας καὶ εἶναι ἐλαφρότερος καὶ αὐτῶν τῶν ἀνέμων. Δὲν χασμουριέται, δὲν τεντώνεται, δὲν ἀποκοιμιέται προσευχόμενος (πρᾶγμα ποὺ παθαίνουν πολλοί), ἀλλὰ εἶναι ὁρμητικώτερος τῆς φωτιᾶς καὶ ἀνώτερος τῆς γῆς, ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος καὶ ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος.
 Διά τοῦτο αὐτὸς κατ᾽ ἐξοχὴν εἶναι ἐχθρὸς τῶν δαιμόνων. «Οὐδὲν ἀνθρώπου, γνησίως εὐχομένου δυνατώτερον» λέγει ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος. Διότι ἐὰν ἡ γυνὴ τὸν ὠμὸν ἄρχοντα, ποὺ οὔτε Θεὸν ἐφοβεῖτο οὔτε ἄνθρωπον ἐντρέπετο, κατώρθωσε νὰ τὸν λυγίση, πολὺ περισσότερον δύναται νὰ ἐπιτύχη ἀπὸ τὸν Θεὸν ὁ συνεχῶς προσευχόμενος καὶ κρατεῖ τῆς κοιλίας του καὶ ἐκδιώκει τὴν τρυφήν. Ἀντιθέτως, ἡ τροφὴ καὶ ἡ μέθη εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ μήτηρ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν κακῶν.
«Χοίρους ἐξ ἀνθρώπων ποιεῖ, καὶ χοίρων χείρους.» (Χοῖρος, βόρβορος, τρυφηλαὶ μίξεις, ἀθέσμου καὶ παρανόμου ἔρωτος). Ὁ τοιοῦτος οὐδὲν δαιμονιῶντος διαφέρει». Ἀλλὰ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν ἑορτάζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καὶ ἕνα μεγάλον ὅσιον καὶ ἀσκητήν, ποὺ ἐτήρησε πι στῶς αὐτοὺς τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, τὸν ἐν ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Ἰωάννην συγγραφέα τῆς Κλίμακος.
Ὅπως δὲ ἀναφέρει ἐν συντομίᾳ τὸ Τριώδιον ὁ ὅσιος Ἰωάννης ἐγεννήθη εἰς τὴν Παλαιστίνην περὶ τό 523, εἰς ἡλικίαν δὲ 16 ἐτῶν, ἐπειδὴ ἦτο φρόνιμος καὶ πολὺ φιλόθεος, παρέδωκε τὴν ζωὴν του εἰς τὸν Θεόν, καὶ ἔγινε εἰς αὐτὸν θυσία ἱερωτάτη, ἀφοῦ ἀνῆλθε ὡς ἀναχωρητὴς εἰς τὸ Ὄρος Σινᾶ.
Κατόπιν μετὰ 19 χρόνους, ἔρχεται εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἡσυχίας. Διέμεινε ἐκεῖ 40 χρόνια, θερμαινόμενος εἰς τὴν καρδίαν ἀπὸ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπην. Ἔτρωγε ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶναι ἐπιτρεπτὰ εἰς τὴν μοναχικὴν ζωήν, ἀλλὰ πάντοτε ὀλίγον, ἐκοιμᾶτο ὀλίγον καὶ προσηύχετο ἀκαταπαύστως, μὲ δάκρυα πάντοτε εἰς τοὺς ὀφθαλμούς.
Μὲ αὐτάς τὰς ἀρετάς ἔζησε θεαρέστως καὶ συνέγραψε τοὺς λόγους περὶ ἀρετῆς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ καθεὶς περιλαμβάνει μίαν ἀρετὴν καὶ προχωρῶν ἀπὸ τὰς πρακτικάς εἰς τὰς θεωρητικάς, ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπον, ὡς διὰ βαθμίδων τινων, εἰς οὐράνιον ὕψος. Ἐκοιμήθη τῷ 603, ἐτῶν ὀγδοήκοντα. Ἡ μνήμη αὐτοῦ τελεῖται τὴν 30 Μαρτίου. Ἑορτάζεται δὲ καὶ τὴν προσεχῆ Κυριακή, ἴσως διότι ἀπ᾽ ἀρχῆς τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἄρχεται συνήθως ἀναγινωσκομένη ἡ Κλῖμαξ τῶν λόγων αὐτοῦ.
Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» καὶ ἡ μνήμη τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος μᾶς δίδουν, φρονοῦμεν, τὴν εὐκαιρίαν νὰ ποῦμε δύο λόγια καὶ γιὰ τὸν Ὀρθόδοξον Μοναχισμόν.
Θὰ ἀκολουθήσωμεν ἕνα βοήθημα ἑνὸς εὐσεβοῦς συγχρόνου θεολόγου. Ὁ κληρικὸς αὐτὸς κατάγεται ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅπου ἔγινε ὁ πρόσφατος μεγάλος σεισμός, ἀπὸ τὴν Ρουμανίαν, καὶ ἀγαπᾶ πολὺ τὴν ταπεινὴν προσπάθειαν τῆς Ἑνώσεώς μας.
Γνωρίζει τὰ Ἑλληνικά, μελετᾶ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, ἔχει ζήσει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔχει μεταφράσει τὴν Φιλοκαλίαν εἰς τὰ Ρουμανικά. Ὅταν ἦλθε πρὸ 5 ἐτῶν εἰς τὴν Ἀθήνα εἶπε εἰς μίαν διάλεξίν του πρὸς μοναχοὺς καὶ φιλομονάχους μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἕνας φιλόσοφος κάποιας χώρας ἔγραψε στὸν γιό του, ποὺ ἔγινε μοναχός.
«Γιατί, παιδί μου, ἐμίσησες τὸν κόσμο μὲ τὴν γλυκύτητά του κι ἐδιάλεξες μία ζωὴ θλίψεως;» Ὁ φιλόσοφος εἶχε δίκιο. Ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐπιφάνεια. Ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ ξεγελασθῆ ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ καὶ παροδικὴ μόνο χαρὰ καὶ γλυκύτητα, ποὺ προσφέρει ὁ κόσμος.
Δὲν διέκρινε ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν φαινομενικὴ γλυκύτητα καὶ χαρὰ ἔρχεται ἡ δουλεία, ἡ θλῖψις, τὸ κενὸ καὶ ἡ ἔλλειψις νοήματος. Δὲν τοῦ ἦτο γνωστὸ ὅτι ὀφείλομε νὰ σταυρώσωμε αὐτὲς τὶς ἐπιφανειακὲς καὶ παροδικὲς χαρὲς καὶ γλυκύτητες, γιὰ νὰ βροῦμε μία πιὸ βαθειὰ χαρά. Τὴν χαρὰ τῆς συναντήσεως καὶ τῆς διαρκοῦς συνυπάρξεως μετὰ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.
Αὐτὴ ἡ συνάντησις δίδει στὸν κόσμο μία βαθύτερη ὀμορφιά, μία ἀληθινὴ αἴσθησι, ποὺ προξενεῖ στὸν μοναχὸ μία ἁγνὴ καὶ δυνατὴ χαρά. Ἡ χαρὰ αὐτῆς τῆς συναντήσεως καὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τοῦ Θεοῦ ἔχει γιὰ τὸν μοναχό, καὶ ἀκριβέστερα γιὰ τὴν μοναχή, τὸν χαρακτῆρα τῆς χαρᾶς μιᾶς νύμφης. Ἀλλὰ εἶναι πολὺ πιὸ βαθειὰ καὶ πολὺ πιὸ ἁγνὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς κοσμικῆς νύμφης. Καὶ γιὰ μία εὐτυχισμένη νύμφη τὸ πᾶν λάμπει ἀπὸ ὀμορφιά.

 * * * 

Γι᾽ αὐτὸ ὁ μοναχὸς δὲν μισεῖ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν βλέπει μέσα σὲ μία προοπτικὴ μεταμορφωμένης ὀμορφιᾶς μέσα στὴν αἰωνιότητα. Καὶ δι᾽ αὐτῆς δίδει στὸν κόσμο μίαν ἀξίαν ἄφθαρτη καὶ ἀπείρως βαθειὰ καὶ ἔτσι τὸν ἀποκαλύπει στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.
Ὁ κόσμος εἶναι θλιβερὸς καὶ ἀκάθαρτος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν γνωρίζει παρὰ τὴν γήϊνη μορφὴ τῆς ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι θλιμμένοι, κυρίως σήμερα, ἔστω κι ἂν ζητοῦν νὰ διασκεδάζουν τὸν περισσότερον καιρὸ σ᾽ ἕνα ἐπίπεδο χαμηλό.
Εἶναι σὰν τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ γελοῦν γιὰ ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα κι ἔπειτα διερωτῶνται: γιατί γελάσαμε; Γιατί πέσαμε τόσο χαμηλὰ γελῶντας γιὰ τὸ τίποτε; Γελάσαμε σὰν τοὺς τρελλοὺς χωρὶς αἰτία ἢ γιὰ νὰ λησμονήσωμε τὰ ἀγκάθια τῶν φροντίδων ποὺ ὑπάρχουν, γιὰ νὰ λησμονήσωμε τὴν πραγματικότητα. …
Ὅταν γνωρίζω ὅτι, ἐργαζόμενος γιὰ νὰ κάνω τὸ καλό, ἀπαρνούμενος δι᾽ ἑνὸς σταυροῦ τὶς ἐγωϊστικὲς καὶ παροδικὲς εὐχαριστήσεις μου, θὰ συναντήσω τὸ καλὸ αὐτὸ στὴν αἰωνιότητα, εἶμαι χαρούμενος. Καὶ ὁ μοναχὸς βεβαιώνει ὅτι πρέπει νά κάνη μέσα στὸν κόσμο τὸ καλὸ γιὰ τὴν αἰώνια ἀξία, ποὺ ἔχει καὶ δι᾽ αὐτοῦ δίδει τὴ ζωὴ μέσα στὸν κόσμο.
Καὶ δίνει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὸν ἐρεθισμὸ νὰ περάσουν τὸ κενό, τὴν ἔλλειψι νοήματος ἑνὸς ἐπιφανειακοῦ κόσμου, βοηθώντας τους νὰ δώσουν στὸν κόσμο αὐτὸν μιὰ ἀληθινὴ ἀξία. Ἀλλὰ γιὰ αὐτὸ πρέπει νὰ σταυρώσωμε τὸν κόσμο καὶ τὸν ἑαυτό μας. «Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ κερδίση τὴν ψυχὴ του πρέπει νὰ τὴν θυσιάση γιὰ μένα καὶ τὸ Εὐαγγέλιό μου» εἶπε ὁ Κύριός μας.
Ὁ μοναχὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ πραγματοποιεῖ τοῦτο. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἅπαξ βρῆκε ἕνα θησαυρὸ κρυμμένο σὲ κάποιο χωράφι, πωλεῖ ὅλα τὰ ἀγαθά του, γιὰ νὰ ἀγοράση τὸ χωράφι μὲ τὸν θησαυρό. Αὐτὸς ὁ θησαυρός, ἀνεκτίμητα πολύτιμος εἶναι ὁ Θεός, καὶ τὸ χωράφι εἶναι ἡ μοναχικὴ ζωή, ποὺ ἐπιφανειακὰ δὲν δίδει τὴν ἐντύ- πωσι ὅτι ἔχει μία μεγάλη ἀξία, ἀλλὰ ἡ ὁποία κρύβει τὸν αἰώνιο θησαυρό.
Ἰδοὺ ὁ σταυρὸς καὶ ἰδοὺ ἡ χαρά, ποὺ ἔρχεται μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Καλύτερα μπορεῖ νὰ πῆ κανεὶς ὅτι ἡ χαρὰ εἶναι κρυμμένη μέσα στὸ Σταυρό. Στὴν ἐπιφάνεια εἶναι ἕνας Σταυρὸς καὶ στὸ βάθος μία μεγάλη χαρά.

* * * 

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος χαρακτηρίζει τὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν, ποὺ εἶναι ταπεινὴ καὶ χωρὶς καμιὰ ἐξωτερικὴ αἴγλη ταυτόχρονα σκυθρωπὴ καὶ λάμπουσα. Σκυθρωπὴ στὴν ἐπιφάνεια, λάμπουσα στὸ βάθος. Σκυθρωπὴ στὸ νὰ μὴ χαίρεται, νὰ μὴ ἀπολαμβάνη τὶς παροδικὲς κι ἐπιφανειακὲς χαρές. Λάμπουσα, γιατί γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχει καὶ τότε τὴ χαρά, ὅταν δὲν πέφτη χαμηλά, ἀλλὰ ζῆ στὰ ὕψη κοντὰ στὸ Θεό.
Εἶναι κάτι σπουδαῖο αὐτὴ ἡ χαρὰ μέσα στὴν ἀπάρνησι τῶν ἐπιφανειακῶν ἀπολαύσεων, γιατί πολὺ δύσκολα ἀρνούμεθα αὐτὲς τὶς εὐχαριστήσεις. Αὐτὴ ἡ ἀπάρνησι συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ μία χαρὰ πολὺ πιὸ μεγάλη.
Ἕνας μοναχὸς ἔδωσε ἀμέσως τὸ ὡραῖο ἔνδυμα, ποὺ τοῦ ἐχάρισαν, σ᾽ ἕνα φτωχὸ ποὺ συνάντησε μετὰ ἀπὸ ὀλίγο. Τὸν ρώτησαν: Ποῦ εἶναι, ἀδελφέ, τὸ ἔνδυμα πού σοῦ ἔδωσαν; Ὤ! εἶναι πλέον εἰς τὸν Παράδεισον καὶ μὲ περιμένει, ἀπάντησε.
Ἰδοὺ ὁ ἐξωτερικὸς σταυρὸς καὶ ἡ ἐσωτερικὴ χαρά. Ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ παράδειγμα βλέπομε ὅτι ὁ μοναχὸς δὲν μισεῖ τοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς ἀγαπᾶ ἐν Θεῷ. Καὶ γι᾽ αὐτὸ τοὺς δίνει μεγαλύτερη ἀξία. Ἔτσι οἱ μοναχοὶ βλέπουν τὰ πράγματα ἐν Θεῷ καὶ ἀποκαλύπτουν τὶς βαθύτερες αἰτίες τῆς ὑπάρξεώς τους.
Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος εἶπε: Στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου πρέπει νὰ βλέπωμε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ «Πάντας τοὺς πιστοὺς ὡς ἕνα βλέπειν ὀφείλομεν καὶ ἐφ᾽ ἑνὶ ἑκάστῳ αὐτῶν εἶναι λογίζεσθαι τὸν Χριστόν· καὶ οὕτω τῇ πρὸς αὐτὸν ἀγάπῃ διάκεισθαι, ὡς ἑτοίμους εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ τιθέναι τὰς ἰδίας ψυχάς».
Κάνοντας αὐτὸ ταπεινώνομαι ἐνώπιόν του. Ἔτσι δὲν θὰ ταπεινώσω τὸν ἄλλον. Δὲν θὰ ζητήσω τὴ χαμηλὴ καὶ κατώτερη εὐχαρίστησι, ποὺ τὸν ταπεινώνει. Δὲν θὰ φερθῶ μὲ ἐγωϊσμὸ καὶ μὲ ὑπερηφάνεια ἐνώπιόν του καὶ δὲν θὰ τὸν κάμω ἀντικείμενον ἱκανοποιήσεως τῶν διεστραμμένων καὶ τῶν ἐγωϊστικῶν μου προθέσεων καὶ ἐπιθυμιῶν.
Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπον θὰ κερδίσω καὶ ἐκεῖνον γιὰ τὸν Χριστόν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ μοναχοὶ ἐπιστρέφουν στὸν Θεὸν ὅλα τὰ πράγματα καὶ τὰ πρόσωπα ἐξωραϊσμένα. Ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ μοναχοῦ ἔχουν μεταστραφῆ ἀπὸ τὴν κατεύθυνση τοῦ ἐγωιστικοῦ συμφέροντος πρὸς τὴν κατεύθυνσι τῆς ἐργασίας διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ κατὰ συνέπειαν διὰ τὸν Θεόν. Ἢ μᾶλλον διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

 * * * 

Ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ θεωροῦμεν τὸν κόσμον σὰν ἕνα μεγάλο δῶρον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ τὸ δῶρον προσφέρεται ἀπὸ κάποιον γιὰ νὰ κερδίση τὴν ἀγάπην, γιὰ νὰ πραγματοποιήση ἕνα διάλογο ἀγάπης, μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἐκείνου στὸν ὁποῖον τὸ προσφέρει.
Ὅταν ὅμως ἐκεῖνος προσκολλᾶται ἐξ ὁλοκλήρου στὸ δῶρον καὶ ξεχνᾶ τὸν δωρητήν, τότε δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν ἀγάπην του καὶ ὁ διάλογος τῆς ἀγάπης μεταξύ τους δὲν πραγματοποιεῖται. Ὀφείλομε νὰ λησμονήσωμε καὶ νὰ ὑπερπηδήσωμε μὲ κάθε τρόπον τὸ δῶρον, γιὰ νὰ ἰδοῦμε τὸν Θεόν, τὸν Δωρητήν.
Ὀφείλομε νὰ μεταχειριζώμεθα, τὰ δῶρα σὰν νὰ μὴ ὑπῆρχαν, γιὰ νὰ συναντήσωμε τὸν Δωρητήν. Ὁ Σταυρὸς εἶναι τοποθετημένος στὸ δῶρον, γιὰ νὰ βλέπωμε τὸν δωρητήν. Ὁ Σταυρὸς κάνει τὸν κόσμον καὶ μᾶς τοὺς ἴδιους διαφανεῖς, γιὰ νὰ βλέπωμε τὸν Θεόν.
Διά τοῦ Σταυροῦ οἱ μοναχοὶ ἔρχονται σὲ ἄμεση ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεόν, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη χαρὰ νὰ ἐπικοινωνήσης μετὰ τοῦ Θεοῦ ὡς προσώπου, παρὰ μὲ ὅλα τὰ πράγματα. Χαίρομαι γιὰ τὸ δῶρο, πού μοῦ προσφέρει ἕνας φίλος.
Ἀλλὰ ὅταν ἔλθη ὁ φίλος λησμονῶ τὸ δῶρον. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀπείρως περισσότερον ἀνεκτίμητος ἀπὸ τὰ δῶρα. Μέσα στὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν ἔρχεται ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος, γιατί ἐκεῖνοι ξεχνοῦν τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ δοῦν ἐν συνεχείᾳ τὸν Θεόν. (Ἰώβ κλπ).

* * * 

Ἡ σταύρωσις τῆς κλίσεως πρὸς τὶς ἀπολαύσεις εἶναι ἐπίσης ἕνα μέσον, γιὰ νὰ ἀποφευχθοῦν οἱ ἄλλοι σταυροί, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἀπελπι- σία. Οἱ σταυροὶ ἐκείνων, ποὺ χάνοντας τὸν κόσμο χωρὶς τὴν θέλησί τους πιστεύουν ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον τίποτε παρὰ μόνον τὸ μηδέν.
Ἕνας πατέρας τῆς ἐκκλησίας λέγει: Γνωρίζω τρεῖς σταυρούς: Ἕνα σταυρὸ πού σώζει. Εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα σταυρὸ διὰ τοῦ ὁποίου σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ καλοῦ ληστοῦ, τοῦ ἐκ δεξιῶν τοῦ Χριστοῦ σταυρωθέντος.
Γνωρίζω κι ἕνα τρίτο σταυρό, ποὺ σὲ κάνει νὰ χάνεσαι γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Χριστοῦ σταυρωθέντος ληστοῦ. Οἱ τύποι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν δύο ληστῶν, ἀντι- προσωπεύουν ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα.
 Ἡ ζωὴ τῆς προσευχῆς τῶν μοναχῶν δείχνει ὅτι εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Θεόν. Ἡ λησμοσύνη τοῦ κόσμου δὲν σημαίνει ἀδιαφορίαν γιὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Οἱ μοναχοί, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ αὐστηροὶ ἐρημῖται, προσεύχονται γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς παρηγοροῦν περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους.


  Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1971, 12 Απριλίου 2013
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_2266.html