Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Το Ορθοδοξείν εστί αεί σχοινοβατείν. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος



Το Ορθοδοξείν εστί αεί σχοινοβατείν
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής. Γ' Ματθαίου
( Τίτου Γ' 8-15)
Των Αγίων Πατέρων της Δ' Οικουμενικής Συνόδου

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Ανέκαθεν η Αγία μας Εκκλησία τιμούσε εορταστικώς και μέσα στο κυριακό Δείπνο τις Οικουμενικές Συνόδους, κηρύσσοντας τις δογματικές τους διδασκαλίες, αλλά και εφαρμόζοντας στην πράξη του Ιερούς Κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την τάξη αλλά και την απρόσκοπτη πορεία της «νοητής νηός», δηλ. της στρατευομένης μας Εκκλησίας.
Στο πλαίσιο αυτό του εορτασμού και της τιμής, επιβάλλεται έστω και συνοπτικώ τω τρόπω, να γνωρίζουμε την ιστορία της κάθε συνόδου και ποια ακριβώς διδασκαλία ερμήνευσε και αποκρυστάλλωσε για τη ζωή των πιστών. Διδασκαλία η οποία εννοείται πως ανέκαθεν υπήρχε και βιωνόταν από τους αγίους, οι οποίοι και αποτελούν τους φωτεινούς οδοδείκτες για την πορεία προς την Βασιλεία των ουρανών.
Σε αυτή λοιπόν τη βάση, την Κυριακή τιμούμε τους Αγίους Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Ας δούμε λοιπόν κάποια βασικά στοιχεία για την μεγάλη αυτή Οικουμενική Σύνοδο.
Συγκλήθηκε το έτος 451 μ.Χ. στην Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη.
Οπωσδήποτε υπήρξε μέγας σταθμός για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και μάλιστα για το κεντρικό θέμα της Χριστολογίας.
Η μεγάλη αυτή Σύνοδος των 630 θεοφόρων Πατέρων μας, αντιμετώπισε ένα από τα πλεόν δύσκολα θεολογικά θέματα, το οποίο για αρκετό καιρό εταλάνιζε την Εκκλησία αλλά και αυτήν την Αυτοκρατορία.
Το όλον θέμα αφορούσε τις 2 φύσεις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Θέμα όντως πολύπλευρο, που θα χρειαζόταν όχι σελίδες, αλλά τόμοι ολόκληροι για να το εξαντλήσουμε απ' όλες του τις πλευρές.
Τελικώς η Σύνοδος κατεδίκασε τις δύο φοβερές και αντιμαχόμενες αιρέσεις. Την αίρεση δηλ. του Νεστοριανισμού και την θανατηφόρο κακοδοξία του Μονοφυσιτισμού.
Στο Αποστολικό τώρα ανάγνωσμα που θα ακούσουμε την Κυριακή στην λατρεία μας, προς τιμήν ων Αγίων Πατέρων, ο Απόστολος Παύλος, μεταξύ των άλλων θεοπνεύστων διδασκαλιών του, τονίζει και μια φράση που φαίνεται να μη τις έχει δοθεί η δέουσα προσοχή που θα έπρεπε, με αποτελέσματα ολέθρια, όπως θα δούμε, κάποιες φορές.
Πρόκειται για την συμβουλή που απευθύνει στον πιστό του μαθητή, τον Τίτο, ο οποίος είναι ο ποιμένας της Κρήτης. Λέγει λοιπόν: «αιρετικόν άνθρωπον, μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού»(Τίτου Γ΄10).
Πρόκειται για μια συμβουλή με βαθύτατο περιεχόμενο στην οποία επιβάλλεται να εστιάσουμε και την προσοχή μας.
Οι αιρετικοί, ήσαν ανέκαθεν επικίνδυνοι. Γι' αυτό και ο Απόστολος, ώριμος πλέον στην ηλικία και έχοντας τόσες και τόσες εμπειρίες επάνω στα θέματα αυτά, αλλά και όντως θεόπνευστος, συνιστά στον Τίτο να είναι πολύ προσεκτικός απέναντι όσων αντιστρατεύονται την ορθή διδασκαλία. Όσων δηλαδή είναι αιρετικοί. Και αυτό, διότι και τότε οι άνθρωποι αυτοί δημιουργούσαν σκάνδαλα και διαιρέσεις στην Εκκλησία, αλλά και λόγω του ότι νόθευαν με δικές τους επινοήσεις και με αποκυήματα της φαντασία τους, την ορθή Αποστολική πίστη.
Γι' αυτό και ο Απόστολος καταγράφει και επισημαίνει. Τον αιρετικό, συμβούλευσέ τον και νουθέτησέ τον μία και δύο φορές, ώστε να εννοήσει την πλάνη του. Εάν σε ακούσει, και αρνηθεί τις κακοδοξίες του και επιστρέψει στους κόλπους της Εκκλησίας, έχει καλώς. Εάν αντιθέτως δεν σε ακούσει και επιμένει σ' αυτή την πλάνη του, τότε πρέπει να τον αποφύγεις και να τον αποκόψεις, ώστε με τον τρόπο αυτό να προφυλάξεις τους άλλους πιστούς.
Αυτή είναι η θεόπνευστη συμβουλή του Αποστόλου των εθνών, που ίσως σε ορισμένους φαίνεται υπερβολική και ίσως αποδεικνύει ακραία συμπεριφορά, λες και αυτοί που το υποστηρίζουν αυτό διαθέτουν περισσότερο φωτισμό και θερμότερη αγάπη από τον μεγάλο Απόστολο. Από τον άνθρωπο αυτόν που έλεγε ότι προτιμά ο ίδιος να γίνει ανάθεμα για να σωθούν οι συμπατριώτες του.
Εάν όμως θελήσουμε να εμβαθύνουμε στην ουσία της προτροπής, θα δούμε ότι πράγματι, οι αιρετικοί, κατα κανόνα, δεν μετανοούν. Και δεν μετανοούν διότι συσκοτίζεται ο νους τους από τον εωσφορικό εγωισμό, ο οποίος και λειτουργεί διασπαστικά για την όλη προσωπικότητα.
Αποτέλεσμα δε όλης αυτής της εσωτερικής διαρροής και διασπάσεως είναι, το να μη μπορούν να δουν και να αντιληφθούν, κατ' αρχάς την πλάνη τους, και στην συνέχεια να ζητήσουν την θεραπεία από την Εκκλησία, όπου στην περίπτωση αυτή λειτουργεί ως πνευματικό «κέντρο υγείας» και κατόπιν ως ασφαλές θεραπευτήριο, αποκαθιστώντας τελείως την πνευματική υγεία στην όλη ύπαρξη του ανθρώπου.
Για να φανεί καθαρά ότι έτσι έχουν τα πράγματα, δηλ. ότι ο εγωϊσμός δεν αφήνει περιθώρια επιστροφής και θεραπείας, η αποστολική γραφίδα φανερώνει ότι ο αιρετικός «εξέστραπται και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος». Έχει διαστραφεί δηλ. και αμαρτάνει και κατακρίνεται από την ίδια του τη συνείδηση.
Στηριζόμενοι τώρα οι Πατέρες και οι ποιμένες στην Αποστολική εντολή και στην πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, η οποία προϊόντος του χρόνου αυξάνει και επιβεβαιώνει την θεόπνευστη αυτή προτροπή, ανέκαθεν, διά του τρόπου αυτού αντιμετώπιζαν τους εκάστοτε αιρετικούς, που δυστυχώς δεν έλειψαν, ούτε και θα λείψουν ποτέ.
Αυτή ακριβώς η ποιμαντική τακτική, βλέπουμε να πραγματοποιείται και από τους Πατέρες των Οικουμενικών συνόδων, όσον αφορά την αντιμετώπιση των κακοδόξων αιρετικών, που λόγω του εωσφορικού τους εγωισμού, ετάρασσαν και διασπούσαν το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.
Στηλίτευαν τους αιρετικούς για την πλάνη τους, και αν δεν παραδέχονταν την ορθή διδασκαλία, τους απέκοπταν. Ερμήνευαν αυθεντικά την διδασκαλία του Χριστού, θέσπιζαν τα αποκαλυφθέντα εξ΄αρχής δόγματα πίστεως, ρύθμιζαν πρακτικά προβλήματα και ανάγκες και έτσι αποδεικνύονταν ως «οι ακαθαίρετοι πύργοι» της ορθοδοξίας!
Το ερώτημα όμως τώρα που προκύπτει είναι: «Καλά με τους αιρετικούς που επιτέλους με την επιμονή τους οι ίδιοι κατ' αρχάς αποκόπτουν τους εαυτούς τους από την Εκκλησία και καταντούν έρμαια των δαιμονικών αιρέσεων. Τι γίνεται όμως αν κάποιοι ποιμένες με την όλη τους τακτική και τις υπογραφές σε κείμενα κοινών δηλώσεων, αντιστρατεύονται τις αποφάσεις των αγίων Οικουμενικών Συνόδων; Ιδού το ερώτημα που απασχολεί κλήρο και λαό, τουλάχιστον αυτούς που γνωρίζουν και δεν βρίσκονται τυπικώς και από συνήθεια στην Εκκλησία.
Τι γίνεται πράγματι όταν οι καταδικασμένοι από την Δ' και όχι μόνον Οικουμενική Σύνοδο, αιρετικοί Μονοφυσίτες και κατόπιν οι καταδικασθέντες από την ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο, Μονοθελήτες και Μονοενεργήτες, δίχως ν΄απαρνηθούν τις πλάνες τους και συνεχίζοντας να θεωρούν οι ίδιοι ως «αγίους» τους κακοδόξους που καταδίκασαν επισήμως οι Άγιοι Πατέρες, τι γίνεται λοιπόν όταν άνευ μετανοίας και επιστροφής στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ορισμένοι Ορθόδοξοι Ποιμένες, θεωρούν αυτούς τους κακοδόξους και αιρετικούς ως Ορθοδόξους;
Τι γίνεται όταν αποχαρακτηρίζονται και ονομάζονται πλέον ως «Ανατολικοί Ορθόδοξοι» ή και γενικώς «Ορθόδοξοι»; Μήπως οσονούπω οι κύριοι αυτοί, δηλ. τα «τσιράκια» του Οικουμενισμού και τα παπαγαλάκια του Π.Σ.Ε. (Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών), θα χαρακτηρίσουν και τους Παπικούς ως «Δυτικούς Ορθοδόξους»; Τελικώς, η ένταξη στην Εκκλησία είναι θέμα γεωγραφικών προσδιορισμών; Ή το θέατρο του παραλόγου ανεβάζει ολοένα και περισσότερο νεόκοπες παραστάσεις; Διότι όλα αυτά όχι μόνο θεολογία δεν είναι, αλλά αποδεικνύουν ασχετοσύνη Εκκλησιαστικής Ιστορίας και Συμβολικής, παρά τους βαρύγδουπους τίτλους αυτών που συμμετέχουν στον θίασο.
Βεβαίως, θα ισχυριστεί κανείς τώρα ότι στον αστερισμό της «μεταπατερικής θεολογίας» και στο νεφέλωμα της «ορθοδόξως, παρακαλώ, σεξουαλικής απελευθερώσεως», μπορεί ο καθένας να λέει και να γράφει «παν ό,τι» του κατεβαίνει στον νού (αν βεβαίως υπάρχει), δίχως να δίνει ποθενά ουδεμία αναφορά.
 Άλλωστε, υπάρχει και «η ελευθερία του ήθους» (άλλο εάν δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το «ήθος της ελευθερίας»), και επίσης υφίσταται η «πλατιά αγκαλιά» της διοικούσης εκκλησίας, η οποία έχει χώρο για τον κάθε ελεύθερο «θεολόγο» και «δογματολόγο», δοθέντος ότι οι εποχές άλλαξαν και αυτό θα πρέπει να το κατανοήσουν καλώς και κάποιοι «αυστηροί πατέρες». Τόσο οι υπάρχοντες, όσο βεβαίως – βεβαίως και οι μεταστάντες στην θριαμβεύουσα, που μας άφησαν την αρνητική κληρονομία των θείων και ιερών Κανόνων.
Καιρός όμως να σοβαρευτούμε αγαπητοί, διότι παρακολουθώντας την λογική του θεολογικού παραλόγου, κινδυνεύουμε να χάσουμε τα μυαλά μας και φυσικά τον φόβο του Θεού. Ας σοβαρευτούμε λοιπόν και ας δούμε τις χαίνουσες και πυορροούσες πληγές στο σώμα της στρατευομένης μας Εκκλησίας.
Και για να μην ισχυριστεί κανείς ότι συκοφαντούμε, δεν έχει παρά να ρίξει μια ματιά στα κατάπτυστα κείμενα και στις αιρετικές ου μην αλλά και προδοτικές συμφωνίες που υπεγράφησαν το 1993 στο Μπάλαμεντ από Ορθοδόξους και αιρετικούς μονοφυσίτες κ.τ.λ.
Φυσικά, η μικρή έκταση των γραφομένων, δεν επιτρέπει περαιτέρω ανάλυση της νεόκοπης αυτής συμφωνίας.
Θα φρίξει όμως ο μελετητής όταν διαπιστώσει τους κοινούς λεγομένους όρους, αλλά και συγκλονιστεί αρνητικώς, και δεν θα πιστεύει στα μάτια του όταν στο τέλος του κειμένου θα δει το ποιοι είναι αυτοί που έθεσαν τις υπογραφές τους, προς καταισχύνη αιώνια, κάτω από το κείμενο αυτό, που το ολιγώτερο, θα μείνει στην ιστορία ως κείμενο επιπολαιότητας και Εκκλησιολογικής ασχετοσύνης.
Τι γίνεται λοιπόν σε αυτή ή και σε παρόμοιες περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται να υπερισχύει η πολιτική, η πλάνη, η κακοδοξία αλλά και ο ύπουλος πόλεμος των σκοτεινών δυνάμεων, έναντι της Εκκλησίας του Χριστού;
Στις περιπτώσεις αυτές αδελφοί μου, εφαρμόζουμε την ευλογημένη τακτική των αγίων μας.
Πρώτα απ' όλα, δεν επιτρέπουμε η σύγχυση και η πικρία να θολώσουν τον ηγεμόνα νου. Και τούτο, διότι εάν συμβεί αυτό, τότε μπορεί κανείς να καταντήσει ακόμα και σε σχίσμα - που ήδη υφίστανται πολλά - ή αλλοίμονο να νομίσει ότι αυτός και μόνο κρατά στις πλάτες του την Ορθοδοξία, με αποτέλεσμα να ηγηθεί στην συνέχεια ο ίδιος και νέου σχίσματος. Σε κατάσταση δηλ. φρικτή, για την οποία ο ιερός Χρυσόστομος διακηρύσσει ότι : «το σχίσμα ούτε ο αίμα του μαρτυρίου δύναται να το ξεπλύνει»!
Ο συνετός λοιπόν και αγωνιστής Χριστιανός, έχοντας εμπειρία από την πορεία και Ιστορία της Εκκλησίας μας, δεν θα πέσει από την Κιβωτό της Σωτηρίας στα «άγρια κύματα θαλάσσης»(Ιούδα 13), διότι θα καταποντιστεί στον πυθμένα του Άδου.
Δεν θα τα χάσει λοιπόν. Θα παραμείνει αγωνιζόμενος, θα αυξηθεί το ευλογημένο μέτωπο αντιστάσεως και διαφωτίσεως και φυσικά έχοντας υπ' όψην και άλλες περιπτώσεις συνόδων που δεν ορθοτόμησαν, ειρηνικώς πλέον θα απορρίψει με όλο το Σώμα της Εκκλησίας τις λανθασμένες – πλανεμένες προδοτικές αποφάσεις και δηλώσεις, αφού σε τελευταία ανάλυση, ό,τι δεν εδράζεται στην Αποστολική Παράδοση και στην Πατερική ερμηνεία, δεν έχει κανένα δεσμευτικό χαρακτήρα για τον Ορθόδοξο κλήρο, Μοναχισμό και τον λαό.
Αγαπητοί μου. Οι αποφάσεις και η τακτική των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων και συγκεκριμένα της Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής, εκτός των Όρων αληθείας δηλ. των δογμάτων που έχουν απόλυτο και δεσμευτικό χαρακτήρα, μας σηματοδοτούν και τον φωτεινό δρόμο της διακρίσεως. Την οδόν του «σχοινοβατείν». Κάτι δηλ. το οποίο εκτός από τον ζήλο και τις όποιες γνώσεις, απαιτεί και την ταπείνωση η οποία είναι η βάση της όλης Ορθοδόξου πνευματικότητας.(Εννοείται ότι απαραιτήτως πρέπει να υφίσταται και η ψυχική ισορροπία...). Διαφορετικά, κινδυνεύει κανείς να καταντήσει σ' αυτά ακριβώς που νομίζει ότι με την τακτική του καταδικάζει. Στην αίρεση εξ' αριστερών και στον μεγάλο πειρασμό του σχίσματος εκ δεξιών. Αποτέλεσμα δε όλων αυτών των άκρων, η αποκοπή από την Ορθοδοξία μας.

Είθε, πάντοτε να μας φυλάττει ο Κύριος.

Αμήν
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/07/blog-post_2167.html

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος ΣΤ'. Τελευταῖο

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος ΣΤ'. Τελευταῖο

5) Ἡ περί ἀποδοχῆς τῶν τεσσάρων μεταγενεστέρων τῆς ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀντίληψις τοῦ Μητροπολίτου Bishoy, ἑρμηνεύουσα τάς σχετικάς παραγράφους τῶν Κοινῶν Δηλώσεων, δέν ἐκφράζει τήν Ὀρθόδοξον συνοδολογίαν καί ἐκκλησιολογίαν. Θά ἀναφερθῶμεν λεπτομερέστερον εἰς ὅσα ὑπεστήριξε:

α) Ἐκφράζει κατ’ ἀρχήν τόν ἑξῆς προβληματισμόν: «Ὅταν ἀντιμετωπίζωμεν τό ζήτημα τῶν τεσσάρων τελευταίων συνόδων τῶν Ὀρθοδόξων, πῶς δυνάμεθα νά τό θεωρήσωμεν ἀπό κοινοῦ μακράν τῶν καταδικῶν τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν εἰς τούς πατέρας καί τάς συνόδους τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων;»30
Γνωρίζομεν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία δέν διαχωρίζει τήν διδασκαλίαν τῶν συνόδων ἀπό τάς καταδίκας, τάς ὁποίας ἐπέβαλον αὗται εἰς πρόσωπα μέ διδασκαλίαν ἀντίθετον πρός τήν ἰδικήν των. Μονομερής τυχόν ἀποδοχή τῆς διδασκαλίας μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου (βεβαιωμένης οὔσης ὡς τοιαύτης ὑπό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος) χωρίς τῶν σχετικῶν πρός τήν διδασκαλίαν αὐτήν καταδικῶν, πέραν τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ εὐθεῖαν ἄρνησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὡς ἀλαθήτου κριτηρίου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, δύναται εὐχερῶς νά ἀποδειχθῇ ὅτι ὀφείλεται εἰς δογματικήν πλάνην.
Θεωροῦμεν ὅτι ἡ μεθοδολογία πού ἐκφράζεται διά τοῦ ἀνωτέρω ἐρωτήματος τοῦ Μητροπολίτου δέν συνάδει πρός τήν κληρονομηθεῖσαν ὑπό ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Δογματικαί ἀποφάνσεις καί καταδίκαι προσώπων δι’ ἄρνησιν τῶν ἀποφάνσεων αὐτῶν ἦσαν παράλληλοι.

β) Σημειώνει πάλιν συναφῶς: «Δέν εἶναι ὁ ἀριθμός τῶν συνόδων, ὅστις δύναται νά φέρῃ ἑνότητα, ἀλλά ἑνότητα δύναται νά φέρῃ ἡ ὁμολογία τῆς αὐτῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ἡ ἀπόρριψις τῶν αὐτῶν διδασκάλων τῆς αἱρέσεως»31.
Ἀναμφιβόλως, ἡ ὁμολογία τῆς αὐτῆς πίστεως καί ἡ ἀπόρριψις τῶν αὐτῶν αἱρεσιαρχῶν δύναται νά φέρῃ τήν ἐκκλησιαστικήν ἑνότητα, ὅπως εὐστόχως παρατηρεῖ.
Ἀλλά τοῦτο ἀκριβῶς ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἀναγνώρισιν καί ὁμολογίαν ἁπασῶν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Θεωροῦμεν τήν συναρίθμησιν τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων (καί τῶν μετά ταύτας ἁγίων καί ἱερῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) ὅρον ἀπαράβατον διά τήν ἐπίτευξιν τῆς ποθουμένης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.

γ) Ἑρμηνεύων, τέλος, τήν ὀγδόην παράγραφον τῆς Β΄ Κοινῆς Δηλώσεως, παρατηρεῖ περί τῶν τελευταίων τεσσάρων συνόδων τῶν Ὀρθοδόξων: «ἐφ’ ὅσον αὗται ἑρμηνεύονται ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων ἀκολούθως πρός τάς θεολογικάς συμφωνίας [σ.σ. τάς Κοινάς Δηλώσεις], οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι ἀνταποκρίνονται θετικῶς εἰς τήν Ὀρθόδοξον ἑρμηνείαν. Ὅσον ἀφορᾶ π.χ. τήν σύνοδον τῆς Χαλκηδόνος, εἶναι δύσκολον διά τούς Ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους νά ἀποδεχθοῦν τήν σύνοδον ὡς αὕτη κατενοήθη εἰς τό παρελθόν.
Ἐν ὄψει ὅμως τῆς ἄρσεως τῶν καταδικῶν τῶν ἐπιβληθεισῶν εἰς πατέρας καί συνόδους τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων καί δεδομένων τῶν ἀποφάσεων καί τῶν θεολογικῶν ἐκφράσεων τῆς δευτέρας συνόδου τῆς Κων/πόλεως τοῦ 553 ... αἱ λοιπαί ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, ὡς ἡ καταδίκη τοῦ Εὐτυχοῦς καί τῆς αἱρετικῆς του διδασκαλίας, ὑπῆρξαν ἀπαραίτητοι διά τήν προάσπισιν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Τοῦτο αὐτό ἀπεφασίσθη καί ὑπό τῶν ἑπομένων [σ.σ. τῆς συνόδου τῆς Χαλκηδόνος] συνόδων τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων»32.
Κατ’ ἀρχήν, ὡς τουλάχιστον κατανοοῦμεν τήν ὀγδόην παράγραφον τῆς Β΄ Δηλώσεως, δέν προτείνεται ἑρμηνεία τῶν μεταγενεστέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῶν συνόδων ἐπί τῇ βάσει τῶν θεολογικῶν ἀπόψεων τῶν Κοινῶν Δηλώσεων. Ἡ ἐν λόγῳ παράγραφος ὁμιλεῖ διά συγκαταβατικήν ἐκ μέρους τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἀποδοχήν τῆς ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων ἑρμηνείας τῶν μεταγενεστέρων τῆς Δ΄ Συνόδων ὡς ἑρμηνείας αὐτῶν μόνων τῶν Ὀρθοδόξων, οὐχί δέ καί αὐτῶν τούτων τῶν Ἀντιχαλκηδονίων.
Πέραν τούτου, ἡ Ὀρθόδοξος ἑρμηνεία τῶν Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ καί Ζ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων δέν εὐνοεῖ τήν μερικήν ἀποδοχήν τῆς Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤτοι τήν καταδίκην μέν τοῦ Εὐτυχοῦς καί τῆς διδασκαλίας του, ἀμνήστευσιν δέ τοῦ Διοσκόρου Ἀλεξανδρείας καί τῶν ὀπαδῶν του. Ὁλόκληρος ἡ θεολογική διεργασία κατά τόν 6ον καί 7ον αἰῶνα, μέ κορυφαίας ἐκφράσεις της τήν Ε΄ καί τήν ΣΤ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον, σημαίνει τήν θεολογικήν τεκμηρίωσιν καί αὐτῆς ταύτης τῆς καταδίκης τῶν διδασκάλων καί τῶν συνόδων τῆς διοσκορείου καί σεβηριανῆς παρατάξεως ὡς αἱρετικῶν. Συνελθόντι εἰπεῖν, δέν ὑπάρχει Ὀρθόδοξος ἑρμηνεία τῶν μεταγενεστέρων τεσσάρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ ὁποία νά δικαιολογῇ τήν μερικήν ἀποδοχήν των.

6) Ὅσον ἀφορᾶ τόν χαρακτηρισμόν τῶν ἑκατέρωθεν διδασκάλων ὡς τοπικῶν ἁγίων ἐν περιπτώσει ἐννοεῖται ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως, οὕτως ὥστε νά μή ὑποχρεοῦνται οἱ πιστοί τῆς ἑτέρας πλευρᾶς νά τούς τιμοῦν, θεωροῦμεν ὅτι ἡ μεθόδευσις αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἀνοίκειος πρός τήν ἐμπειρίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γράφει ὁ Μητροπολίτης κ. Bishoy: «Ὅσον ἀφορᾶ τούς ἁγίους ἑκατέρας πλευρᾶς, αὐτοί θά θεωρῶνται ὡς τοπικοί ἅγιοι, ἀποδεκτοί ὑπό τῆς ἑαυτῶν (ἐκκλησιαστικῆς) οἰκογενείας»33.
Καθ’ ἡμᾶς ὅμως τούς Ὀρθοδόξους, οἱ ἅγιοι μιᾶς τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐνίοτε ἐντελῶς ἄγνωστοι εἰς τό πλήρωμα τῶν λοιπῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τιμῶνται ὡς ἅγιοι ὑφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας34.
 Εἶναι ἀδιανόητον νά ὑποστηρίζηται ὅτι ἐν τῇ ἐνδεχομένῃ ἀποκαταστάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος θά ὑπάρχουν ἅγιοι, τῶν ὁποίων ἡ τιμή θά εἶναι προαιρετική διά μέρος τι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.

* * *

Δι’ ὅσων ἀνωτέρω ἀνεπτύχθησαν, ὑπεδείξαμεν τήν ὑφισταμένην εἰσέτι διαφοράν εἰς τήν Χριστολογικήν Πίστιν μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, ἐπειδή ἐπιθυμοῦμεν μίαν ἀληθῆ ἕνωσιν. Ἐκφράζομεν τήν ἄποψιν ὅτι διά νά γίνῃ θεαρέστως ἡ εὐκταία ἐκκλησιαστική ἕνωσις καί νά ὑπάρξῃ ἀληθής καί μόνιμος ἑνότης Πίστεως, πρέπει ὑπό τῶν ἀντιχαλκηδονίων θεολόγων καί τῶν πιστῶν νά γίνῃ κατανοητόν ὅτι ἡ εὐσεβής διάθεσις πρός ἕνωσιν μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θά εὕρῃ τήν καταξίωσίν της ἐφ’ ὅσον Χάριτι Χριστοῦ ὁμολογηθοῦν ἄνευ ἑρμηνευτικῶν δηλώσεων αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ καί Ζ΄ ὡς ἅγιαι καί Οἰκουμενικαί, γίνουν ἀποδεκταί αἱ Χριστολογικαί διατυπώσεις τῶν
Οἰκουμενικῶν αὐτῶν Συνόδων καί ἀναθεματισθῆ ἡ ἀντίθετος πρός αὐτάς διδασκαλία τῶν ἀντιχαλκηδονίων διδασκάλων.

Ἀντιλαμβανόμεθα τήν δυσκολίαν. Θέλομεν νά πιστεύωμεν ὅτι δέν εἴμεθα ἀκρίτως ὑπερβολικοί, οὔτε ἀφρόνως σκληροί, ἀπαιτοῦντες τήν τοιαύτην ἀκρίβειαν περί τό δόγμα. Αὕτη εἶναι ἡ παράδοσις τῶν παλαιοτέρων Πατέρων καί τῶν πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὁ Μέγας Βασίλειος διά τήν ἐπιστροφήν τῶν Ὁμοιουσιανῶν ζητεῖ τήν ἐκ μέρους των ἀποδοχήν τῆς Πίστεως τῆς Νικαίας καί «τό μή δεῖν λέγεσθαι κτῖσμα τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, μηδέ κοινωνικούς αὐτῶν εἶναι τούς λέγοντας» (Ἐπιστολαί 128, 113, 114).
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐπίσης ἐζήτει παρά τῶν ἐπιστρεφόντων εἰς τήν κοινωνίαν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τήν ἀποβολήν τῶν ἡμιαρειανικῶν διατυπώσεων (Ἐπιστολή περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμήνῳ τῆς Ἰταλίας..., παράγρ. 40. 3-5 καί Τόμος πρός Ἀντιοχεῖς, PG 29, 797-800).
 Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐζήτησε ἀπό τόν Ἰωάννην Ἀντιοχείας, προκειμένου νά ἀποκατασταθῇ ἡ μεταξύ των ἑνότης, νά δεχθῇ τήν Γ΄ ἐν Ἐφέσῳ Σύνοδον ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς: τήν καταδίκην (ἀναθεματισμόν) τοῦ Νεστορίου, τήν χειροτονίαν τοῦ Μαξιμιανοῦ Κων/πόλεως (διαδόχου τοῦ Νεστορίου) καί τά ΙΒ΄ Κεφάλαια. Ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, προκειμένου νά δεχθῇ εἰς κοινωνίαν τόν Θεοδώρητον Κύρου, ἀπῄτησε ἀπό αὐτόν νά ἀναθεματίσῃ τόν Νεστόριον, ὡς ἀπόδειξιν ὅτι φρονεῖ ὀρθοδόξως.
Καί οἱ μεταγενέστεροι Ὀρθόδοξοι Πατέρες ἠκολούθησαν τήν ἰδίαν τακτικήν (ὅπως π.χ. ὁ Μέγας Φώτιος διά τήν ἐπιστροφήν μέρους τῶν Ἀρμενίων τόν 9ον αἰῶνα, βλ. Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή πρός τούς τῆς Ἀνατολῆς Θρόνους).
Πιστεύομεν ἐπίσης ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἀκριβείας περί τήν Πίστιν δέν σημαίνει ὅτι ἔχομεν λησμονήσει τήν εἰρηνευτικήν τακτικήν κορυφαίων Ἁγίων Πατέρων, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου φερ’ εἰπεῖν ἤ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
Τήν τοιαύτην τακτικήν ἤσκησαν οἱ Πατέρες, ὁσάκις ὅμως ἡ διαφορά δέν ἦτο περί τήν Πίστιν ἀλλά περί τήν χρησιμοποιουμένην ὁρολογίαν. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος εἰς τήν Σύνοδον τοῦ 362 ἦρε τάς παρεξηγήσεις περί τήν χρησιμοποιουμένην τριαδολογικήν ὁρολογίαν μεταξύ Ἀνατολικῶν καί Δυτικῶν, ἦτο ἀνυποχώρητος εἰς τήν ἀξίωσίν του νά ὁμολογῆται ἡ πίστις τῆς Νικαίας καί νά διαφυλαχθῇ ἡ ὁρισθεῖσα ὑπ’ αὐτῆς ὁρολογία τοῦ ὁμοουσίου.
Συμπερασματικῶς, λοιπόν, θεωροῦμεν ὅτι:

α) μεταξύ Ὀρθοδόξου καί ἀντιχαλκηδονίου Χριστολογίας ὑφίσταται οὐσιαστική δογματική διαφορά, τήν ὁποίαν οὐδείς δύναται να παραβλέψῃ ἤ συγκαλύψῃ χωρίς κίνδυνον ἐκτροπῆς ἀπό τήν Ὀρθοδοξίαν. Ἡ διαφορά αὕτη ἔγκειται εἰς τήν ὁμολογίαν ἤ μή τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων.

β) αἱ ἐλλιπεῖς καί διφορούμεναι ἐκφράσεις τῶν ὑπαρχουσῶν Κοινῶν Δηλώσεων δέν βοηθοῦν εἰς τήν ἐπίτευξιν μιᾶς ἀληθοῦς ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως. Ἀπαιτεῖται περισσοτέρα σαφήνεια, καί ἑπομένως κόπος, χρόνος καί θεολογική ἐμβάθυνσις. Περισσότερον δέ πάντων θερμή προσευχή πρός τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὅπως φωτίσῃ τάς διανοίας τῶν ἀντιχαλκηδονίων πιστῶν νά ἀποδεχθοῦν ὅτι ἀπομένουν καί ἄλλα βήματα πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, τά ὁποῖα καλοῦνται νά κάνουν πρός σωτηρίαν των καί δόξαν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.


 ____________________________________________________________________________

 30 «When we come to the issue of the four later councils of the Orthodox: How can we see it together, away from condemnations of the past against the fathers and councils of the Oriental Orthodox?» (Δαμασκός, 3/2/1998).

31 «It is not the number of Councils that can bring unity, but confessing thw same Orthodox faith and rejecting the same teachers of heresy that can bring unity» (Θεσσαλονίκη, 2 Ἰουνίου 2003, σελ. 4).

32 «...since they are interpreted by the Orthodox according to the theological agreed statements, the Oriental Orthodox responded positively to the Orthodox interpretation. Concerning for example the council of Chalcedon, it is difficult for the Oriental Orthodox to accept the council as it is stood in the past. But in view of removing all the condemnations against the fathers and councils of the Oriental Orthodox and by adding the decisions and theological expressions of the second council of Constantinople 553 A.D. ... other decisions of the council of Chalcedon such as the contemnation of Eutyches and his heretical teaching became necessary for the defense of Orthodox Faith. The same decision was made by the subsequent councils on the oriental Orthodox side» (Θεσσαλονίκη, 2 Ἰουνίου 2003, σελ. 3).

33 «Conserning Saints belonging to either side, they can be considered as local saints accepted by their own family» (Θεσσαλονίκη, 2-6-2003, σελ. 4).

34 Τοῦτο ἐμφαίνεται εἰς τούς ἐν χρήσει Συναξαριστάς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Βλ. καί Ἀνδρ. Ν. Παπαβασιλείου, Μητρῷον Ἁγιωνυμίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Λευκωσία 2004. 

Ἱερομόναχος Λουκᾶς Γρηγοριάτης

29 Ἰουνίου /11 Ἰουλίου 2004

Τέλος ΣΤ΄ Μέρους


Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
4η Δεκεμβρίου  2012

Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/bishoy_4.html

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος Δ'

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος Δ'

Εἶναι προφανής ἐν προκειμένῳ ἡ σύγχυσις καί ταύτισις τοῦ περιεχομένου τῶν ἐννοιῶν τῆς φύσεως καί τῆς ὑποστάσεως15. Διά τοῦτο (ὑπό μίαν χαρακτηριστικῶς ὑπονοουμένην, καθ’ ἡμᾶς αὐθαίρετον, διαφοροποίησιν ὑποστάσεως καί προσώπου) συμπεραίνεται ὅτι «οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκφράζουν τήν ἰδίαν πραγματικότητα, ὅταν ὁμιλοῦν διά μίαν σύνθετον φύσιν ἤ μίαν σύνθετον ὑπόστασιν».
Τό συμπέρασμα τοῦτο δέν ἀληθεύει. Εἶναι γνωστόν ὅτι καθ’ ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους αἱ φύσεις ἐν Χριστῷ δέν εἶναι ἐνούσιοι ὑποστάσεις, δηλαδή ἄτομα φύσεως καθώς ἀνορθοδόξως ὑπεστήριζεν ὁ Ἰωάννης Φιλόπονος16, ἀλλά ἐν ἀτόμῳ θεωρούμεναι φύσεις17 (ἐνυπόστατοι φύσεις).
 Ὁ Χριστός εἶναι μία σύνθετος ὑπόστασις (ἐνούσιος ὕπαρξις) καί ἐν αὐτῇ θεωροῦνται (ὑπάρχουν πραγματικῶς) δύο ἐνυπόστατοι φύσεις. Ὁ ὅρος ἐνυπόστατος φύσις ἐκφράζει ἐννοιολογικόν περιεχόμενον διάφορον ἐκείνου, τό ὁποῖον ἐκφράζουν οἱ ὅροι ἐξατομικευμένη ἤ προσωποποιημένη φύσις.
Ἡ ἐνυπόστατος φύσις εἶναι φύσις κατηγορουμένη πολλῶν ὑποστάσεων καί προσδιοριζομένη ὑπό τῶν οὐσιωδῶν αὐτῆς ἰδιοτήτων. Ἀντιθέτως ἡ ἐξατομικευμένη ἤ προσωποποιημένη φύσις σημαίνει ἐνούσιον ὑπόστασιν, διότι γράφει ὁ Μητροπολίτης Bishoy: «Ὁ ὅρος ὑπόστασις παρά τῷ ἁγίῳ Κυρίλλῳ σημαίνει πάντοτε τήν προσωποποιημένην φύσιν, τουτέστι τό πρόσωπον μετά τῆς ἀνηκούσης εἰς αὐτό φύσεως»18. Ὡς ἐνούσιοι ὑποστάσεις λοιπόν κατ’ αὐτόν, καί ὄχι ὡς ἐνυπόστατοι φύσεις, συμμετέχουν ἡ θεότης καί ἡ ἀνθρωπότης εἰς τήν σύνθετον ὑπόστασιν.
Τοῦτο καθίσταται ἐμφανέστερον καί ἐκ τοῦ κατωτέρω ἀποσπάσματός του: «Κατά τόν ἅγιον Σεβῆρον Ἀντιοχείας, μία ἀνθρωπίνη ὑπόστασις δύναται νά εἶναι μία ἐξατομικευμένη ἀνθρωπίνη φύσις καί ὄχι μία προσωποποιημένη φύσις.19 Διά τοῦτο εἶπεν ὅτι αἱ ὑποστάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων συνετέθη ὁ σεσαρκωμένος Λόγος, ‘διατηροῦνται ἀμειώτως καί ἀτρέπτως ἐν τῇ ἑνώσει.
 Ὅμως εἶναι ἀδύνατον νά ἀναγνωρισθῇ πρόσωπον δι’ ἑκάστην ἐξ αὐτῶν’. Ἐξήγησεν ὅτι τό πρόσωπον τῆς ὑποστάσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου μοιράζονται ἡ θεία ὑπόστασις καί ἡ ἀνθρωπίνη ὑπόστασις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ [σ.σ. ἡ ἔμφασις ἡμετέρα], διότι, καθώς εἶπεν, ‘αὗται δέν ἦλθον εἰς τήν ὕπαρξιν διῃρημένως ... Αὐτός εἶναι μία ὑπόστασις ἐκ δύο καί ἕν πρόσωπον ἀπό κοινοῦ καί μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη’». 20
Ἑπομένως, εἶναι καθοριστικῶς διάφορον τό νά κατανοῇ κάποιος Ὀρθοδόξως ἐν Χριστῷ δύο ἐνυποστάτους φύσεις, ἡνωμένας ἐν τῇ μιᾷ συνθέτῳ Ὑποστάσει τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου, ἀπό τοῦ νά πρεσβεύῃ σεβηριανῶς δύο ἐξατομικευμένας φύσεις (λέγε ὑποστάσεις) ἡνωμένας εἰς μίαν σύνθετον ὑπόστασιν, ἤ νά θεωρῇ ἐν Χριστῷ μίαν θεανθρωπίνην φύσιν ἀναλογοῦσαν [«προσωποποιημένην ἐν τῷ Λόγῳ καί ὄχι ἐν Τριαδικῇ σημασίᾳ»21] εἰς τήν μίαν Αὐτοῦ σύνθετον ὑπόστασιν.
Εἰς τήν πρώτην περίπτωσιν ὁ Χριστός ὀρθοδόξως ὁμολογεῖται ἀληθῶς Θεός καί ἄνθρωπος ὁ αὐτός, ἐπειδή εἶναι ὅλος Θεός μετά τῆς ἀνθρωπότητος διά τήν θεότητα καί ὅλος ἄνθρωπος ὁ αὐτός μετά τῆς θεότητος διά τήν ἀνθρωπότητα˙ καί τοῦτο χάρις εἰς τήν ἀντίδοσιν τῶν ἰδιωμάτων, ἡ ὁποία ὀρθοδόξως νοεῖται ἐν τῇ ὑποστάσει.
 Εἰς τήν δευτέραν περίπτωσιν ὁ Χριστός ψευδῶς ὀνομάζεται Θεός καί ἄνθρωπος˙ διότι πρῶτον, ἐάν τά ἐξ ὧν συνίσταται εἶναι ἐνούσιοι ὑποστάσεις, ἡ νεστοριανή διαίρεσις εἶναι πρόδηλος, ἡ ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων ἀδύνατος, καί ἐπαληθεύει ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅτι οἱ ἀπό Σεβήρου «μερικάς δογματίζουσιν οὐσίας» καί διά τοῦτο «τό τῆς οἰκονομίας συγχέουσι μυστήριον» (Περί αἱρέσεων, 83˙ βλ. καί Κατά Ἰακωβιτῶν, 9-11)˙ καί δεύτερον, ἐάν ἡ φύσις Του εἶναι ‘θεανθρωπίνη’ (ἡ ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων συντελεῖται μεταξύ τῶν φύσεων), οὔτε Θεός εἶναι ὁ Χριστός οὔτε ἄνθρωπος, καθόσον οὔτε ὁ Πατήρ οὔτε τό Πνεῦμα ἔχουν θεανθρωπίνην φύσιν οὔτε πάλιν ἡ Μήτηρ Του καί ἡμεῖς ἔχομεν φύσιν θεανθρωπίνην.
Ἐπιπλέον, δέν εἶναι οὔτε Θεός οὔτε ἄνθρωπος καί διά τόν λόγον ὅτι ἡ ‘θεανθρωπίνη φύσις’ ὡς ‘δεκτική’ τῶν ἀντιθέτων οὐσιωδῶν ἰδιοτήτων (κτιστόν καί ἄκτιστον, περιγραπτόν καί ἀπερίγραπτον κ.λπ.) εἶναι ὀντολογικῶς ἀνύπαρκτος καί διά τοῦτο ἡ ὁμολογία της συνιστᾶ ἀναίρεσιν τοῦ κατά Χριστόν Μυστηρίου (βλ. Διόσκορος καί Σεβῆρος..., ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 142-144).
Τό ὅτι δέ ὁ Μητροπολίτης Bishoy πρεσβεύει τοιαύτην ἐν Χριστῷ ‘θεανθρωπίνην φύσιν’ ἐμφαίνεται εἰς τό ἀκόλουθον ἀπόσπασμα: «ἡ μία σεσαρκωμένη φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου δέν εἶναι μία τρίτη φύσις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή ἡ φύσις εἶναι τό ἄθροισμα τῶν ἰδιοτήτων ἤ ποιοτήτων τῆς οὐσίας, καί, καθόσον αἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ ἡνώθησαν ἀφύρτως καί ἀτρέπτως, ἡ σεσαρκωμένη φύσις εἶναι τό ἄθροισμα τῶν ποιοτήτων τῆς τε θεότητος22 καί τῆς ἀνθρωπότητος»23.
Ἄνευ οὐδενός σχολίου ἐπί τοῦ τόσον χαρακτηριστικοῦ αὐτοῦ ἀποσπάσματος, συμπεραίνομεν ὅτι ἡ «μία σεσαρκωμένη φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου» κατ’ οὐδένα τρόπον δύναται νά εἶναι ἀληθῶς φύσις (οὐσία δηλονότι, κατά ἐννοιολογικήν ταύτισιν οὐσίας καί φύσεως).
Ὡς ὀρθῶς περιγράφεται ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Χριστολογίας, ἡ «μία σεσαρκωμένη φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου» εἶναι ὑπόστασις (πρόσωπον, κατά ἐννοιολογικήν δηλαδή ταύτισιν τῆς ὑποστάσεως πρός τό πρόσωπον καί ὄχι τῆς φύσεως πρός τήν ὑπόστασιν), ἱκανή νά διασώζῃ τά χαρακτηριστικά ὑποστατικά της γνωρίσματα, διά τῶν ὁποίων διαφέρει τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος καί τῆς Μητρός καί ἡμῶν, καθώς καί τάς οὐσιώδεις ἰδιότητας ἑκατέρας φύσεως, διά τῶν ὁποίων ἑνοῦται μετ’ αὐτῶν.
Ὅπως ἐπιγραμματικῶς γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Χριστός φέρει «τῆς θείας τοῦ Θεοῦ Λόγου υἱότητος τό χαρακτηριστικόν καί ἀφοριστικόν ἰδίωμα, καθ’ ὅ διακέκριται τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος, τά τε τῆς σαρκός χαρακτηριστικά καί ἀφοριστικά ἰδιώματα, καθ’ ἅ διαφέρει της τε μητρός καί τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, ... τά τῆς θείας φύσεως ἰδιώματα, καθ’ ἅ ἥνωται τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, καί τά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γνωρίσματα, καθ’ ἅ ἥνωται τῇ τε μητρί καί ἡμῖν»24.
β) Περί τῶν δύο θελημάτων καί ἐνεργειῶν.
Ἀναμφιβόλως, ἔχουν σημειωθῆ ὡρισμένα βήματα εἰς τήν κατεύθυνσιν τῆς ὁμολογίας δύο θελημάτων καί ἐνεργειῶν ὑπό τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, ἀλλά καί ἀπομένουν σοβαρά προβλήματα. Ὑποστηρίζεται εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Μόσχας ὅτι ἡ «Κοινή Δήλωσις ἔδωκε σαφεστάτην λύσιν τῆς διαμάχης περί τό θέλημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» διά τῆς συμφωνίας ὅτι αἱ φύσεις μεθ’ ὅλων αὐτῶν τῶν ἰδιοτήτων, περιλαμβανομένων τοῦ φυσικοῦ θελήματος καί τῆς φυσικῆς ἐνεργείας, ἡνώθησαν ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως.
Ὅμως, ὡς εὐστόχως ἔχει τονισθῆ ὑπό Ὀρθοδόξων θεολόγων, ἡ Κοινή Δήλωσις εἰς τό σημεῖον τοῦτο ἦτο ἀπό Ὀρθοδόξου ἐπόψεως ἐλλιπής, ἐφ’ ὅσον διελάμβανε ἁπλῶς περί τοῦ ὅτι ἡ ἄκτιστος θεία φύσις καί ἡ κτιστή ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν φυσικόν θέλημα καί φυσικήν ἐνέργειαν, ὄχι ὅμως καί περί τοῦ πῶς τελοῦν αἱ ἐνέργειαι καί τά θελήματα ἐν τῇ ἑνώσει τῶν φύσεων.
Διά τήν ὑπέρβασιν τῆς τοιαύτης ἐλλείψεως ἀναγκαίως προέβη ὁ Μητροπολίτης κ. Bishoy εἰς τάς ἑξῆς διευκρινίσεις: «τά δύο φυσικά θελήματα ἡνώθησαν ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως ἐν ἑνί προσώπῳ. Τά φυσικά θελήματα ἀμφοτέρων, τῆς τε θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος, συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει. Τό φυσικόν θέλημα ἐκφράζει τήν θελητικήν δύναμιν τῆς φύσεως»25.
Θά ἀνεμένετο διά τῶν ἐπεξηγήσεων τούτων, τοῦ ὁρισμοῦ δηλονότι τοῦ φυσικοῦ θελήματος ὡς θελητικῆς δυνάμεως τῆς φύσεως καί τῆς παραδοχῆς δύο φυσικῶν θελημάτων ἐν Χριστῷ, νά ὑπάρξῃ ὁριστική ὑπέρβασις τῆς διδασκαλίας τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας καί στοίχισις εἰς τήν Ὀρθόδοξον περί δύο θελημάτων διδασκαλίαν. Ἐν τούτοις πρέπει νά διευκρινήσωμεν ὅτι ὑπέρβασις τῆς σεβηριανῆς διδασκαλίας δέν διαπιστοῦται ἐκ τῶν τεσσάρων εἰσηγήσεων, καθόσον ὁμολογοῦνται μέν δύο φυσικαί θελήσεις, οὐχί ὅμως καί δύο φυσικά θελητά. Καί ἐξηγούμεθα.
Ἡ λέξις θέλημα εἶναι ὁμώνυμος˙ δύναται νά σημαίνῃ ἀφ’ ἑνός τήν θέλησιν (τήν φυσικήν θελητικήν δύναμιν) καί ἀφ’ ἑτέρου τό ἀποτέλεσμα τῆς θελήσεως (τό φυσικόν θελητόν). Βλ. Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περί τῶν δύο ἐν Χριστῷ θελημάτων, 21.
 Κατά τήν Ὀρθόδοξον Χριστολογίαν ὑπάρχουν ἐν Χριστῷ δύο φύσεις, ἀμφότεραι θελητικαί ὡς λογικαί φύσεις. Δύο ἑπομένως εἶναι αἱ φυσικαί θελήσεις, ἤτοι θελητικαί δυνάμεις, ἐπειδή αἱ δύο φύσεις διασώζουν ἐν τῇ ἑνώσει των τάς ἰδιότητάς των.
 Ὁ θέλων, ἤτοι ὁ σεσαρκωμένος Θεός Λόγος, εἶναι εἷς καθ’ ὑπόστασιν καί θέλει καθ’ ἑκατέραν τῶν φύσεων, διότι ὡς Θεός θέλει φυσικῶς τά θεῖα καί ὡς ἄνθρωπος ὁ αὐτός θέλει φυσικῶς τά ἀνθρώπινα. Ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχουν δύο φυσικά θελητά. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ὁμιλεῖ δι’ ἄλλο καί ἄλλο φυσικόν θελητόν, ἤτοι θέλημα26. Ἐκ τῶν δύο τούτων θελημάτων τό ἀνθρώπινον δέν εἶναι ὑπεναντίον ἀλλά ὑποτεταγμένον εἰς τό πανσθενουργόν θεῖον θέλημα.
Ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας, ἀντιθέτως, ἠρνεῖτο νά ἀποδώσῃ θελητικήν ἰδιότητα εἰς ἑκατέραν τῶν φύσεων καί ἑπομένως ὥριζε ἐν Χριστῷ ἕν σύνθετον θέλημα, ἀντιστοιχοῦν εἰς τήν κατ’ αὐτόν μίαν σύνθετον φύσιν ὑπόστασιν. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής παρατηρεῖ ὀρθῶς ὅτι ἕνωσις φύσεων εἰς μίαν σύνθετον ὑπόστασιν εἶναι δυνατή, ἕνωσις ὅμως θελημάτων εἰς ἕν σύνθετον θέλημα εἶναι ἀδύνατος, ἐπειδή «οὐδεμία τῶν ἐν ὑποκειμένῳ σύνθεσις»27. Ἡ ἕνωσις τῶν θελημάτων κατανοεῖται ὀρθοδόξως ὡς θέωσις τοῦ ἀνθρωπίνου θελήματος, λόγῳ τῆς περιχωρήσεως καί τῆς ἄκρας αὐτῶν συμφυΐας˙ ἡ δέ θέωσις ὁμολογουμένως δηλοῖ διά μιᾶς τό θεῶσαν καί τό θεωθέν, δύο δηλονότι θελήματα.
Κατόπιν τούτων, ἐξ ὅσων διαλαμβάνονται εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Μόσχας περί τοῦ ἑνός ἐν Χριστῷ προσωπικοῦ θελήματος, συμπεραίνομεν ὅτι δέν ὁμολογοῦνται δύο φυσικά θελητά. Γράφεται: «μέ τόν ὅρον προσωπικόν θέλημα ἐκφράζεται ἡ ἐπιλογή, τήν ὁποίαν κάνει τό πρόσωπον.
Ἐπειδή ὁ Ἰησοῦς Χριστός συνίσταται ἐξ ἑνός μόνον ἁπλοῦ ἐλευθέρου προσώπου. Διά τοῦτο Αὐτός πάντοτε εἶχε μίαν ἐπιλογήν, δηλαδή ἕν προσωπικόν θέλημα. Χάρις εἰς αὐτήν τήν ἐπιλογήν ἦτο ἕν μετά τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν θεότητά Του, ταυτοχρόνως δέ ἦτο ὑπήκοος τῷ Πατρί κατά τήν ἀνθρωπότητά Του»28.
Τό προσωπικόν θέλημα, εἰς τό ὁποῖον ἀναφέρεται ὁ Μητροπολίτης κ. Bishoy, εἶναι ὅ,τι τελικῶς ὁ Χριστός θέλει εἰς ἑκάστην περίστασιν, δηλαδή τό ἑκάστοτε θελητόν. Ὑποστηρίζει ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα προσωπικῆς ἐπιλογῆς, ἐπειδή ἐν Χριστῷ ὁ θέλων εἶναι τό πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Λόγου. Τοῦτο ὅμως σημαίνει ὅτι ὁ Λόγος ὡς πρόσωπον διαθέτει ἰδιότητά τινα, προαίρεσιν ἤ γνώμην λεγομένην. Ὅπερ ἐπί Χριστοῦ ἄτοπον, κατά τόν ἅγιον Μάξιμον τόν Ὁμολογητήν, διά τούς λόγους οἱ ὁποῖοι λεπτομερῶς καί βαθυστοχάστως ἀναπτύσσονται εἰς τήν Πρός Μαρῖνον ἐπιστολήν του. Ἐρανιζόμεθα ὡρισμένα στοιχεῖα:
Πρῶτον, κατά τήν Ὀρθόδοξον Χριστολογίαν δέν ὑπάρχει θελητόν ἐν Χριστῷ ὡς ἀποτέλεσμα σκέψεως, βουλεύσεως καί ἀποφάσεως, ἤτοι γνωμικόν ἤ προαιρετικόν θέλημα. Ἡ σκέψις καί ἡ μετ’ αὐτήν ἀπόφασις (ἐπιλογή, προαίρεσις, ἐκ τοῦ αἱρεῖσθαι τι πρό ἄλλου) σημαίνει ἄγνοιαν.
Ὁ Χριστός ὅμως δέν ἀγνοεῖ οὔτε ὡς Θεός οὔτε ὡς ἄνθρωπος. Καθό Θεός δέν βουλεύεται ὡς ἀγνοῶν, ἀλλά θέλει τά θεῖα αὐτεξουσίως καί παντοκρατορικῶς μετά τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος. Καθό ἄνθρωπος θέλει φυσικῶς τά ἀνθρώπινα, ἀλλά ὑποτάσσει αὐτεξουσίως τό ἀνθρώπινον θέλημα εἰς τό θεῖον αὐτοῦ θέλημα. Ἑπομένως τό θελητόν τοῦ Κυρίου, εἴτε εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς παντουργοῦ θείας αὐτοῦ θελήσεως εἴτε ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ θελήσεως (παραχωρούσης τῆς θείας φύσεως εἰς τήν ἀνθρωπίνην νά θέλῃ τά ἑαυτῆς πρός πίστωσιν τῆς ἀληθοῦς ἐνανθρωπήσεως), εἶναι πάντοτε φυσικόν καί κατ’ οὐδένα τρόπον προσωπικόν.
Δεύτερον, δέν εἶναι δυνατόν ὁ Χριστός νά θέλῃ κατόπιν ἐπιλογῆς, ἤτοι προαιρέσεως, διότι τοῦτο σημαίνει ὅτι θά ἠδύνατο νά θέλῃ ἄλλοτε τό κατά φύσιν καί ἄλλοτε τό παρά φύσιν. Δηλαδή, εἴτε νά εἶναι ἐγκρατής τῶν παθῶν καί ἐκ προκοπῆς ἀγαθός εἴτε νά πράττῃ τό κακόν, ἀμφότερα ἄτοπα.
Καί τρίτον, ὁ Χριστός δέν ἔχει προσωπικόν ὑποστατικόν θέλημα, διότι θά εἶναι ἑτερόβουλος τοῦ Πατρός ὡς ἑτεροϋπόστατος, ὅπερ ἐπίσης ἄτοπον˙ τό θελητόν τῶν τριῶν θείων Προσώπων εἶναι ἕν διά τήν ταυτότητα τῆς φύσεως.
Συνάγεται ἑπομένως ὅτι ὁ σεσαρκωμένος Θεός Λόγος θέλει φυσικῶς καθ’ ἑκατέραν τῶν φύσεων καί διά τοῦτο ὑπάρχουν δύο φυσικά θελητά (ἤτοι θελήματα), ἐκ τῶν ὁποίων τό ἀνθρώπινον δέν εἶναι ὑπεναντίον ἀλλά ὑποτεταγμένον εἰς τό πανσθενουργόν θεῖον θέλημα. Ἡ περί προσωπικοῦ θελήματος ἐν Χριστῷ θέσις τοῦ Μητροπολίτου Bishoy εἰσάγει τόν μονοθελητισμόν, τόν καταδικασθέντα ὑπό τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὅσον ἀφορᾶ δέ τάς ἐν Χριστῷ ἐνεργείας, ὁ αὐτός ἅγιος Μάξιμος παρατηρεῖ, ὡς γνωστόν, ὅτι τόσον ἡ ἔκφρασις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου «μίαν δι’ ἀμφοῖν ἐπιδεδειγμένος ἐνέργειαν» ὅσον καί ἡ ἀντίστοιχος τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου «καινήν τινα θεανδρικήν ἐνέργειαν» εἶναι ἐκφράσεις δηλωτικαί τῶν δύο φυσικῶν ἐνεργειῶν ἐν Χριστῷ καί οὐδόλως μιᾶς συνθέτου ἐνεργείας.
Ἡ καυστική τομή καί ἡ τμητική καῦσις τῆς πεπυρακτωμένης μαχαίρας εἶναι ὅροι περιγράφοντες σαφῶς δύο ἐνεργείας, τῆς τομῆς καί τῆς καύσεως29. Διευκρινίζομεν ἀκολούθως ὅτι αἱ φύσεις ἐν Χριστῷ δέν ἐνεργοῦν διῃρημένως (τό ὁποῖον σημαίνει νεστοριανισμόν), ἀλλά διά τήν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσίν των ἑκατέρα ἐνεργεῖ τά ἑαυτῆς μετά τῆς θατέρου κοινωνίας. Ἐκ τούτου φαίνεται ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι ψιλός ἄνθρωπος ἤ γυμνός Θεός, ἀλλά Θεός ἐν ταυτῷ καί ἄνθρωπος ὁ αὐτός. Θαυματουργεῖ ἡ θεότης διά τῆς ἁφῆς τῆς χειρός τοῦ Κυρίου, ἤ πάσχει ἡ ἁγία αὐτοῦ σάρξ ζωοποιοῦσα τόν ἄνθρωπον. Ἡ ἴασις καί ἡ ζωοποίησις εἶναι ἐνέργειαι τῆς θεότητος ἐκδηλούμεναι διά σαρκός. Τό πάθος εἶναι ἐνέργεια τῆς σαρκός, πλήν τεθεωμένης καί ζωοποιοῦ.
γ) Περί τοῦ ὅρου «τῇ θεωρίᾳ μόνῃ».
Λόγῳ τῆς διαφοροποιήσεως τῆς σεβηριανῆς Χριστολογίας ἀπό τήν Ὀρθόδοξον εἰς τήν περιγραφήν τοῦ ὅρου «δύο ἐν Χριστῷ φύσεις», προφανής καθίσταται καί ἡ διαφορά εἰς τήν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου «δύο φύσεις τῇ θεωρίᾳ μόνῃ». Τό σχῆμα καί τό σχόλιον, τά ὁποῖα παρατίθενται εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Μόσχας, σελ. 6, καί εἰς τό κείμενον τοῦ Echmiadzin Ἀρμενίας, σελ. 10, δέν διευκρινίζουν ἄν πρόκειται διά σεβηριανήν ἤ διά Ὀρθόδοξον ἑρμηνείαν τοῦ ἐπιμάχου τούτου ὅρου. Ἤτοι, ἄν ὁ νοῦς διά ψιλῆς (ψευδοῦς) ἐπινοίας ἀναπλάσσει δύο φανταστικάς ἰδιοσυστάτους φύσεις καί θεωρεῖ αὐτάς ὡς δύο, ἀνυπάρκτους εἰς τήν ‘πραγματικήν’ κατάστασιν τῆς μιᾶς συνθέτου φύσεως, ἤ ἄν δι’ ἀληθοῦς ἐπινοίας ἀνασκοπεῖ τάς ὑπαρκτάς χάρις εἰς τήν Ὑπόστασιν τοῦ Λόγου δύο ἐνυποστάτους φύσεις. Βλ. περί τοῦ θέματος τούτου ἐκτενῆ ἀναφοράν εἰς τό βιβλίον μας «Διόσκορος καί Σεβῆρος ...», Ἅγιον Ὄρος 2003, σ. 151-171.


______________________________________________________________________________

Ὑποσημειώσεις

15
Δέν ἀναφέρομεν ἐνταῦθα, ὡς μή ἐμπλεκομένην, τήν ἐπίσης σεβηριανήν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου φύσις ὡς ποιοτήτων φυσικῶν μόνον ἄνευ τῆς ὑποκειμένης οὐσίας, τῆς ὁποίας τυγχάνουν ποιότητες. Μία τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ ὅρου ἦτο ὡς γνωστόν χρήσιμος εἰς τόν Σεβῆρον κατά τήν διαμάχην του μετά τῶν ἀρνουμένων δύο φύσεις καί δύο ἰδιότητας ἐν Χριστῷ ἀντιχαλκηδονίων, τήν παράταξιν τῶν ὁποίων ἀντιπροσωπεύει ἡ ἐπιστολογραφία τοῦ Γραμματικοῦ Σεργίου.

16 Πρβλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περί αἱρέσεων, 83:
«Οὐκοῦν ὡς ἐπί τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καί φύσιν αὐτῆς καί ὑπόστασιν ὁμολογοῦμεν, οὕτω δήπου καί ἐπί τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ, ὥσπερ φύσιν, οὕτω καί τήν ἰδικήν ταύτην ὑπόστασιν ὁμολογεῖν ἀνάγκη, ἵνα μή ἀνυπόστατον, ὅπερ εἴρηκα, τήν φύσιν ἐκείνην λέγειν ἀναγκαζώμεθα˙ ἕν γάρ δηλονότι τῶν ὑπό τήν κοινήν φύσιν τελούντων ἀτόμων τό τοῦ σωτῆρος ὑπῆρχε ἀνθρώπινον ...
Εἰ γάρ ἐν ταῖς ὑποστάσεσι –ταυτόν δέ εἰπεῖν ἐν τοῖς ἀτόμοις- ἑκάστη φύσις λαμβάνει τήν ὕπαρξιν, ἀνάγκη πᾶσα δύο τῶν φύσεων οὐσῶν δύο τοὐλάχιστον καί τάς ὑποστάσεις εἶναι, ἐν αἷς τήν ὕπαρξιν αἱ φύσεις ἔλαβον˙ ἀδύνατον γάρ φύσιν ὑποστῆναι καθ’ ἑαυτήν μή ἐν ἀτόμῳ θεωρουμένην, ἄτομον δέ ταυτόν εἶναι καί ὑπόστασιν ἀρτίως δεδείχαμεν. Ὥστε, ὅσοι μέν μή μόνον τήν ὑπόστασιν μίαν, ἀλλά καί τήν φύσιν διά τήν ἕνωσιν γεγονέναι φασί, σύμφωνοι καί ἑαυτοῖς καί τῇ ἀληθείᾳ φαίνονται, ὅσοι δέ τήν μέν ὑπόστασιν μίαν, τάς δέ φύσεις δύο φασίν εἶναι, καί ἑαυτοῖς ἀσύμφωνοι καί τῇ ἀληθείᾳ πεφήνασιν».

17 Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 55 :
«Ὁ οὖν Θεός Λόγος σαρκωθείς οὔτε τήν ψιλῇ θεωρίᾳ κατανοουμένην φύσιν ἀνέλαβεν (οὐ γάρ σάρκωσις τοῦτο, ἀλλ’ ἀπάτη καί πλάσμα σαρκώσεως) οὔτε τήν ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένην (οὐ γάρ πάσας τάς ὑποστάσεις ἀνέλαβεν), ἀλλά τήν ἐν ἀτόμῳ τήν αὐτήν οὖσαν τῷ εἴδει (ἀπαρχήν γάρ ἀνέλαβε τοῦ ἡμετέρου φυράματος), οὐ καθ’ αὑτήν ὑποστᾶσαν καί ἄτομον χρηματίσασαν πρότερον καί οὕτως ὑπ’ αὐτοῦ προσληφθεῖσαν, ἀλλ’ ἐν τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει ὑπάρξασαν».

18 «The term hypostasis for Saint Cyril meant always the personalised nature, i.e. the person together with the nature he possesed» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 2).

19 Ἐπί τό ἁπλούστερον: Ἡ ἀνθρωπότης ἐν Χριστῷ εἶναι ὑπόστασις καί ὄχι πρόσωπον κατά τόν Σεβῆρον Ἀντιοχείας. Πρέπει νά διευκρινίσωμεν ὅτι, ὡς ἐκ τῶν συμφραζομένων καί ἐκ τῆς σχετικῆς σεβηριανῆς διδασκαλίας προκύπτει, ‘ἐξατομικευμένη φύσις’ σημαίνει ὑπόστασιν καί ‘προσωποποιημένη φύσις’ σημαίνει πρόσωπον, τά ὁποῖα εἰς τήν σεβηριανήν διδασκαλίαν διαφοροποιοῦνται καθοριστικῶς.

20 «For Saint Severus of Antioch a human hypostasis can be an individuated human nature and not a personalized nature. That is why he said that the hypostases of which the incarnate Logos has been composed ‘are perceived irreducibly and unchangeably in the union. But it is not possible to recognize a prosopon for each of them’. He explained that the prosopon of the hypostasis of God the Word is shared by both the divine and the human hypostases of our Lord Jesus Christ, because as he wrote, ‘they did not come into being dividedly ... For he is one hypostasis from both, and one prosopon conjointly, and one nature of God the Word incarnate’» (Echmiadzin, Armenia, 5-10 Νοεμ. 2002, σελ. 12).

21 Βλ. διεξοδικήν ἀνασκευήν μιᾶς τοιαύτης θεωρήσεως ὑπό τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολο-γητοῦ ἐν τῇ ΙΓ΄ ἐπιστολῇ αὐτοῦ Πρός Πέτρον ἰλλούστριον, PG 91, 516-533.

22 Κατά τήν Ὀρθόδοξον Τριαδολογίαν, «οὐ χρή λέγειν ἐπί Θεοῦ ποιότητα, ἵνα μή σύνθετον αὐτόν εἴπωμεν ἐξ οὐσίας καί ποιότητος» (Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκθεσις ἀκριβής..., 13).

23 «The one incarnate nature of God the Word is not a third nature of Jesus Christ because the nature is the sum of the properties or qualities of the substance (essence) and since the two natures of Christ were united without mingling or change, than the incarnate nature is the sum of the qualities of both His divinity and His humanity» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 7).

24 Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 51.

25 «The natural wills were united without confusion or separation in one person. The natural wills of both divinity and humanity continued to exist in the union. The natural will is an expression of the natural desire i.e. the desire of the nature» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 6).

26 Περί τῶν δύο ἐν Χριστῷ θελημάτων, 26. Βλ. τοῦ αὐτοῦ, Ἔκθεσις ἀκριβής..., 58, 59 καί 62.

27 Ἐγχειρίδια θεολογικά καί πολεμικά, PG 91, 76Α.

28 «The personal will is an expression of the decision i.e. the decision of the person. Since Jesus Christ is composed only of one simple free person (prosopon). This is why He always had one decision i.e. one personal will. In this decision He was one with the Father and the Holy Spirit according to His divinity, at the same time He was obedient to the Father according to His humanity» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 6).

29 Περί διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1056-1060.

 Τέλος Δ΄ Μέρους

Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
2 Δεκεμβρίου 2012

Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/bishoy.html

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος Γ'

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων

Μέρος Γ'
 
 3) Ὁπωσδήποτε ἐν προκειμένῳ οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι θά προβάλουν τήν ἔνστασιν, ὅτι δέν ὑφίσταται λόγος νά ἀποδεχθοῦν τάς κατά τῶν διδασκάλων των καταδίκας, ἐπειδή οὔτε ὁ Ἀλεξανδρείας Διόσκορος οὔτε ὁ Ἀντιοχείας Σεβῆρος ἀρνοῦνται δύο φύσεις καί κατ’ ἐπέκτασιν δύο ἐνεργείας καί θελήσεις ἐν Χριστῷ, ἀλλά ἀρνοῦνται δύο διῃρημένας φύσεις, αὐτονόμως καί κεχωρισμένως ἐνεργούσας, ἤτοι τόν νεστοριανισμόν.
Ὑπεστηρίχθη προσφάτως εἰς Θεσσαλονίκην διά δύο διδακτορικῶν διατριβῶν ὅτι ὁ Ἀλεξανδρείας Διόσκορος καί ὁ Ἀντιοχείας Σεβῆρος δέν ἠρνοῦντο τάς δύο φύσεις ἐν Χριστῷ. 
Δημοσιεύσαμεν τήν ἐπί τῆς ἀπόψεως αὐτῆς κριτικήν μας ὑπό τόν τίτλον «Διόσκορος καί Σεβῆρος, οἱ ἀντιχαλκηδόνιοι αἱρεσιάρχαι. Κριτική δύο διδακτορικῶν διατριβῶν» (ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2003), ἡ ὁποία μεταξύ ἄλλων διευκρινίζει ὑπό ποίαν ἔννοιαν οἱ ἀνωτέρω ἀντιχαλκηδόνιοι διδάσκαλοι ἠρνοῦντο δύο ἐν Χριστῷ φύσεις καί δύο φυσικάς ἐνεργείας.
Εἰς τήν ἰδίαν κριτικήν μας τονίζεται ὅτι εἶναι ἐσφαλμένος ὁ ἰσχυρισμός μελετητῶν τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας, ὅτι ἀκολουθεῖ πιστῶς τήν διδασκαλίαν τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Ἡ ἀδυναμία τῶν ἀντιχαλκηδονίων διδασκάλων νά δεχθοῦν τήν Δ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον ἀποδεικνύει, κατά τήν ἐν λόγῳ κριτικήν μας, τήν ἀδυναμίαν των νά κατανοήσουν τόν ἅγιον Κύριλλον.
Γίνεται ἀντιληπτόν ὅτι ἤδη ἐπικρίνομεν τό θεολογικόν περιεχόμενον τῶν Α΄ καί Β΄ Κοινῶν Δηλώσεων, ὅτι δηλαδή ἡ Ὀρθόδοξος καί ἡ ἀντιχαλκηδόνιος Χριστολογία ἀποτελοῦν αὐθεντικήν ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως. 
Δέν θά ἐπαναλάβωμεν τά ἐπιχειρήματα, τά ὁποῖα ἔχομεν διατυπώσει εἰς τήν ἐργασίαν μας «Συμβολή στόν ἐνδοορθόδοξο διάλογο γιά τήν “Ὀρθοδοξία” τῶν Ἀντιχαλκηδονίων» (βλ. Εἶναι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι Ὀρθόδοξοι; ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1995, σελ. 67-128), οὔτε ὅσα ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔχει γράψει εἰς τό βιβλίον της «Παρατηρήσεις περί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Ἀπάντησις εἰς κριτικήν τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἑλβετίας κ. Δαμασκηνοῦ», Ἅγιον Ὄρος 1996, οὔτε ὅσα Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχαι καί ἔγκριτοι θεολόγοι5 ἐδημοσίευσαν κατά τά τελευταῖα ἔτη.
Εἰς τό βιβλίον μας «Διόσκορος καί Σεβῆρος...», Ἅγιον Ὄρος 2003, ὑποστηρίζομεν ὅτι μέ τάς ἀνωτέρω ἀντιχαλκηδονίους διατυπώσεις ἐκφράζεται χριστολογικόν φρόνημα διάφορον ἐκείνου, τό ὁποῖον ἐκφράζεται μέ τάς διατυπώσεις τῶν Δ΄, Ε΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς καί τῶν Ὀρθοδόξων διδασκάλων Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Φωτίου Κων/πόλεως, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουν ὀρθῶς τήν Χριστολογικήν διδασκαλίαν τοῦ Συμβόλου Νικαίας-Κων/πόλεως καί τῆς ἐπί ἁγίου Κυρίλλου Συνόδου εἰς τήν Ἔφεσον.
Ἡ αἰτία τῆς διαφοροποιήσεως τῶν ἀντιχαλκηδονίων διδασκάλων ἀπό τήν κοινήν Χριστολογικήν Πίστιν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προφανῶς ἡ ἀδυναμία των νά ἀποδεσμευθοῦν ἀπό τό βεβαρυμένον παρελθόν των. 
Ὁ Διόσκορος δέν ἠδύνατο νά κατανοήσῃ καί ἀποδεχθῇ τάς Διαλλαγάς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἑπομένως καί τάς ἐκφράσεις «ἐν δύο φύσεσι» καί «δύο φύσεις» τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος.
Ὁ Σεβῆρος δέν ἠδύνατο νά ὑπερβῇ τήν ἀντιχαλκηδόνιον νοοτροπίαν, τήν ὁποίαν ἐκληρονόμησε ἀπό τούς διαδόχους τοῦ Διοσκόρου Τιμόθεον Αἴλουρον, Πέτρον τόν Ἴβηρα κ.λπ., καί διά τοῦτο ᾠκοδόμησε τό γνωστόν φιλοσοφικοθεολογικόν του σύστημα, προκειμένου νά δείξῃ τήν ταυτότητα τοῦ Χριστολογικοῦ του φρονήματος πρός ἐκεῖνο τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. 
Διά τούς μεταγενεστέρους ἀντιχαλκηδονίους διδασκάλους, ὅταν πλέον εἶχε διαμορφωθῆ χωριστή ἀντιχαλκηδόνιος κοινότης καί ἱεραρχία, ἡ προσήλωσις εἰς τόν κατ’ αὐτούς μάρτυρα τῆς πίστεως Διόσκορον Ἀλεξανδρείας καί εἰς τήν Χριστολογικήν σκέψιν τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας ἦτο πλέον πολύ πιό ἰσχυρή.
Ἡ ἐνδεχομένως εἰλικρινής ἀντινεστοριανή διάθεσις καί προοπτική των ὑπῆρξε μονόπλευρος, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀναπτυχθῇ ὅ,τι ἐπιγραμματικῶς δύναται νά ὀνομασθῇ διοσκόρειον-σεβηριανόν μονοφυσιτικόν φρόνημα.

4) Εἰς τό σημεῖον τοῦτο, προκειμένου νά βοηθήσωμεν εἰς τήν κατανόησιν τῶν ἀνωτέρω λεγομένων καί νά διασαφήσωμεν ὅτι αἱ Κοιναί Δηλώσεις τῶν ἐτῶν 1989 καί 1990 ἐσφαλμένως ταυτίζουν τήν Χριστολογικήν πίστιν τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, προβαίνομεν εἰς τάς κάτωθι ἐπισημάνσεις ἐπί τῶν τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου κ. Bishoy, διά τῶν ὁποίων ἑρμηνεύει καί βεβαιώνει τάς 
Κοινάς Δηλώσεις.
α) Περί τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων.
Εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Δαμασκοῦ λέγεται ὅτι «αἱ φύσεις, τουτέστιν ἡ θεότης καί ἡ ἀνθρωπότης, ἐξ ὧν συνίσταται ὁ σεσαρκωμένος Θεός Λόγος, συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει»6

Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη θά ἦτο βοηθητική πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς δογματικῆς συμφωνίας, ἐάν δέν ἦτο προφανές ἐκ τῶν συμφραζομένων ὅτι ὁ ὅρος «φύσεις» ἐνταῦθα δέν ἔχει ἀποφορτισθῆ ἀπό τό σεβηριανόν Χριστολογικόν περιεχόμενον, τό ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ τήν ὁμολογίαν μιᾶς συνθέτου φύσεως.
Γράφεται σχετικῶς: «... (οἱ ἀκολουθοῦντες τόν Πάπαν Διόσκορον) πάντοτε διεκήρυσσον ὅτι αἱ δύο φύσεις συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ἐν τῇ μιᾷ σεσαρκωμένῃ φύσει τοῦ Θεοῦ Λόγου. Οὐδεμία τῶν φύσεων ἐξ αἰτίας τῆς ἑνώσεως ἔπαυσε νά ὑπάρχῃ ... Οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι δέν πιστεύουν εἰς μίαν μοναδικήν φύσιν ἐν τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ, ἀλλά μᾶλλον εἰς μίαν ἡνωμένην θεανθρωπίνην φύσιν»7.
 Καί ἐπί τῇ βάσει ἀποσπάσματος τῆς β΄ πρός Σούκενσον ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, πρός ἐπιβεβαίωσιν τῶν Κοινῶν Δηλώσεων, ἐπισημαίνεται εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Μόσχας: «αἱ δύο φύσεις μεθ’ ὅλων τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει, ἡ ὁποία ἐσχημάτισε μίαν σεσαρκωμένην φύσιν ἤ μίαν σύνθετον ἡνωμένην φύσιν ἤ, ὡς ἐλέχθη εἰς τήν Κοινήν Δήλωσιν: ‘μίαν ἀχωρίστως καί ἀσυγχύτως ἡνωμένην πραγματικήν θεανθρωπίνην ὕπαρξιν’»8.
Ὁπωσδήποτε, εἶναι κατ’ ἀρχήν θετικόν τό βῆμα νά φρονοῦν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι σήμερον, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἀρχαίαν σεβηριανήν διδασκαλίαν, ὅτι αἱ φύσεις ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει μετά τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν.
Ὡς γνωστόν ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας ἐδέχετο νά ὁμολογήσῃ δύο φύσεις ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ ἠρνεῖτο μετά πεισμονῆς καί ἀναθεματισμῶν νά ἀποδώσῃ εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν ἰδιότητας καί ἐνεργείας. Παρά ταῦτα, ἐφ’ ὅσον ὁμολογοῦν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ὅτι αἱ δύο φύσεις ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει καί ταυτοχρόνως εἶναι ἡνωμέναι εἰς μίαν θεανθρωπίνην φύσιν, ὁ ὅρος φύσις δέν δύναται νά ἔχῃ ὀρθόδοξον ἔννοιαν. 
Τοῦτο συνάγεται ἐκ τῶν κάτωθι.
Ὁμολογοῦμεν ὀρθοδόξως τάς τρεῖς θείας Ὑποστάσεις, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί τήν μίαν καί κοινήν θείαν φύσιν τῶν τριῶν Ὑποστάσεων. Ἡ τριαδολογική αὕτη διάκρισις φύσεως καί ὑποστάσεως δέν καταργεῖται ἐν τῇ σαρκώσει τοῦ Ἑνός τῆς Τριάδος, κατά τόν Θεολόγον ἅγιον Γρηγόριον: «Φύσεις μέν γάρ δύο Θεός καί ἄνθρωπος, ἐπεί ψυχή καί σῶμα˙ υἱοί δέ οὐ δύο ... Καί εἰ δεῖ συντόμως εἰπεῖν, ἄλλο μέν καί ἄλλο τά ἐξ ὧν ὁ Σωτήρ ... Λέγω δέ ἄλλο καί ἄλλο, ἔμπαλιν ἤ ἐπί τῆς Τριάδος ἔχει.
Ἐκεῖ μέν γάρ ἄλλος καί ἄλλος, ἵνα μή τάς ὑποστάσεις συγχέωμεν˙ οὐκ ἄλλο δέ καί ἄλλο» (Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Ἐπιστολή α΄ πρός Κληδόνιον). Ὅπως δηλαδή εἰς τήν Τριαδολογίαν ὁμολογοῦμεν μίαν φύσιν καί τρεῖς ὑποστάσεις, ἔτσι καί εἰς τήν Χριστολογίαν ὁμολογοῦμεν δύο φύσεις καί μίαν ὑπόστασιν. 
Ἡ μία ὑπόστασις, εἰς τήν ὁποίαν ὑπάρχουν ἀτρέπτως καί ἀσυγχύτως αἱ δύο φύσεις, εἶναι ἡ Ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ ἁπλῆ οὖσα πρό τῆς Σαρκώσεως (ἤτοι ἔχουσα ἐνθεωρουμένην μόνην τήν ἀΐδιον θεότητα) καί γενομένη σύνθετος ἡ αὐτή μετά τήν Σάρκωσιν (ἤτοι ἔχουσα ἐνθεωρουμένην καί τήν πρόσφατον ἀνθρωπότητα, πλήν ἡνωμένην μετά τῆς θεότητος).
Κατά τά ἀνωτέρω εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νά ἐννοήσωμεν ὅτι ἡ σύνθετος πλέον ὑπόστασις τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου, ἤτοι αὐτός ὁ Χριστός, ὁ Εἷς τῆς Τριάδος, δύναται νά ὁρισθῇ ὡς φύσις. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὁρίσει ὡς φύσεις τά ἐξ ὧν ὁ Χριστός, ἤτοι τήν θεότητα καί τήν ἀνθρωπότητα, εἶναι ὀντολογικῶς, λογικῶς καί θεολογικῶς ἀδύνατον νά ὁρίσωμεν ὡς φύσιν τόν ἐξ αὐτῶν συντεθειμένον σαρκωθέντα Θεόν Λόγον. Ἄλλος ὁ ὁρισμός τῆς φύσεως καί ἕτερος τῆς ὑποστάσεως.

Ἐπειδή οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος ὠνόμασε τόν ἕνα Χριστόν Μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην, χρειάζεται ἰδιαιτέρα προσοχή εἰς τό σημεῖον τοῦτο. 
Ἀποβλέποντες εἰς τήν δήλωσιν τῆς ἐν Χριστῷ ὑποστατικῆς ταυτότητος, ὁμολογοῦμεν βεβαίως καί οἱ Ὀρθόδοξοι τόν Χριστόν Μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην μετά τοῦ ἱεροῦ Πατρός καί μετά τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι ἀπεδέχθησαν τήν Διά τοῦ μίαν φύσιν ἐννοοῦμεν ὀρθοδόξως μίαν ὑπόστασιν, καθόσον ἐκ τῶν κειμένων τοῦ ἁγίου Κυρίλλου οὐδόλως δικαιούμεθα νά ὁρίσωμεν τόν Χριστόν ὡς μίαν φύσιν.
 Ὁ ἅγιος ἔχει τονίσει μετ’ ἐμφάσεως ὅτι «τό Χριστός ὄνομα οὔτε ὅρου δύναμιν ἔχει οὔτε μήν τήν τινος οὐσίαν, ὅ τί ποτέ ἐστι, σημαίνει, καθάπερ ἀμέλει καί τό ἄνθρωπος ἤ ἵππος ἤ βοῦς»ὀρθόδοξον ἑρμηνείαν τῆς ἐκφράσεως ταύτης9 10˙ δέν ἐκφράζει δηλαδή τό ἐννοιολογικόν περιεχόμενον φύσεως. Διευκρινίζουν οἱ ἅγιοι ἡμῶν Πατέρες ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος εἰς τήν ἐν λόγῳ ἔκφρασιν κατεχρήσατο τοῦ ὅρου φύσις (ἐχρησιμοποίησε καταχρηστικῶς τήν λέξιν φύσις ἀντί τῆς λέξεως ὑπόστασις)11.
Ἐπεξηγοῦν ἐπίσης οἱ Πατέρες ὅτι εἶναι δυνατή ἡ κατάχρησις αὕτη, καθόσον ἡ ὑπόστασις ὡς μερικώτερον εἰς τήν λογικήν κλίμακα δέχεται τό ὄνομα καί τόν ὅρον τοῦ καθολικοῦ, κατά δογματικήν ὅμως ἀκρίβειαν λέγεται καί εἶναι ὑπόστασις, ἐπειδή δέν εἶναι ἁπλῶς φύσις ἀλλά φύσις μετά ἰδιωμάτων
Ἐπανερχόμενοι εἰς τήν «μίαν ἡνωμένην θεανθρωπίνην φύσιν» τῶν Κοινῶν Δηλώσεων, τήν ὁποίαν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἐπιπλέον ὀνομάζουν «μίαν σύνθετον ἡνωμένην φύσιν», ἐπισημαίνομεν ὅτι ταυτίζουν σεβηριανῶς τήν φύσιν καί τήν ὑπόστασιν ὡς ἐννοίας καί ὡς ‘πράγματα’, καθόσον τάς δύο φύσεις τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου καί αὐτόν τόν σεσαρκωμένον Θεόν Λόγον κατανοοῦν ἀδιακρίτως φύσεις καί ὑποστάσεις.
Διά νά γίνῃ τοῦτο κατανοητότερον, θά παραθέσωμεν καί θά σχολιάσωμεν τά ἀκόλουθα ἀποσπάσματα ἐκ τῶν εἰσηγήσεων τοῦ κ. Bishoy. 
Ἀφοῦ ὀρθῶς ἀποκλείεται ἡ κατανόησις τῶν ἐν Χριστῷ φύσεων ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένης φύσεως, ὅπερ θά ἐσήμαινε σάρκωσιν τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἀνάληψιν ὑπό τοῦ Θεοῦ Λόγου ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ὑποστάσεων13, συμπληρώνεται: «Ἡ ἕνωσις τῶν φύσεων τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου εἶναι ἕνωσις ἐξατομικευμένων φύσεων, ἤ ἀκριβέστερον ἕνωσις προσωποποιημένων φύσεων, αἱ ὁποῖαι σχηματίζουν μίαν σύνθετον ὑπόστασιν τοῦ Σεσαρκωμένου Λόγου.
Οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκφράζουν τήν ἰδίαν πραγματικότητα, ὅταν ὁμιλοῦν διά μίαν σύνθετον φύσιν ἤ μίαν σύνθετον ὑπόστασιν, καθόσον ἡ σύνθεσις ἐν τῇ ὑποστάσει τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου εἶναι σύνθεσις φύσεων καί ὄχι προσώπων. Οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι ἀναφέρονται εἰς προσωποποιημένην φύσιν, ἡ ὁποία δύναται ὀρθῶς νά ὀνομασθῇ ὑπόστασις, ἀλλ’ οὐδείς ἐξ ἄλλου δύναται νά ἀρνηθῇ ὅτι αὐτή ὀνομάζεται ἐπίσης φύσις, πλήν καθώς ἔγραψεν ὁ ἅγιος Κύριλλος ‘μία σεσαρκωμένη φύσις τοῦ Λόγου’, δηλαδή ὡς προσωποποιημένη ἐν τῷ Λόγῳ καί ὄχι ἐν Τριαδικῇ σημασίᾳ»14.
Ἀναφερόμενος ὁ κ. Bishoy εἰς τήν ἐν Χριστῷ θεότητα καί ἀνθρωπότητα ἀποδίδει εἰς αὐτάς ἔννοιαν ἐνουσίου ὑποστάσεως, καθώς χρησιμοποιεῖ τούς ὅρους ἐξατομικευμέναι φύσεις καί προσωποποιημέναι φύσεις. Ἐπίσης, ἀναφερόμενος εἰς τόν Χριστόν ὡς εἰς σύνθετον ὑπόστασιν καί Μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην, δέν ἀρνεῖται νά ἀποδώσῃ εἰς Αὐτόν (πέραν τῆς ἐννοίας τῆς ὑποστάσεως) καί ἔννοιαν φύσεως.
 
 ____________________________________________________________________________

Ὑποσημειώσεις

5 Ἐνδεικτικῶς, ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων Διόδωρος (1992), ὁ Σεβ. Γέρων Ἐφέσου Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης (1991), ὁ Σεβ. Κυρηνείας Παῦλος (1998), ἡ ἐπί τῶν Δογματικῶν συνοδική Ἐπιτροπή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (1994), οἱ καθηγηταί Ν. Μητσόπουλος (1994) καί π. Θεόδωρος Ζήσης (1994), ἡ Ἀδελφότης Θεολόγων “Ὁ Σωτήρ” (σειρά ἄρθρων πού ἐπανεξεδόθη-σαν τό 1995 σέ ἑνιαῖο τόμο), ὁ καθηγητής Ἀνδρ. Ν. Παπαβασιλείου καί οἱ θεολόγοι Στ. Μποζο-βίτης (1999) καί Jean-Claude Larchet (ἑλληνιστί 2003).

6 «The natures, i.e. the divinity and humanity, out of which the incarnate Word of God was composed, continued to exist in the union» (Δαμασκός, 3/2/1998, σ. 1). Τό ρῆμα συνεχίζουν (continued) ἐμπερικλείει ἀσαφῆ ἔννοιαν καί πρέπει νά διευκρινηθῇ ὅτι δέν δεχόμεθα αὐτό ἐνταῦθα ὡς θεολογικόν ὅρον˙ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ‘συνεχίζει’ νά ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἑνώσει, ὄχι ἐπειδή ὑπῆρχε καί πρό τῆς ἑνώσεώς της μετά τοῦ Λόγου -(ἡ θεότης τοῦ Λόγου ὑπῆρχεν ἀϊδίως)-, ἀλλά ἐπειδή ὁ τρόπος τῆς καθ’ ὑπόστασιν ἑνώσεώς της μετά τῆς θεότητος δέν συνεπάγεται ἀφανισμόν της ἤ σύγχυσιν μετά τῆς θεότητος.

7 «... (The followers of Pope Dioscorus) ... always confessed the continuity of existence of the two natures in the one incarnate nature of the Word of God. None of the natures ceased to exist because of the union ... The Oriental Orthodox do not believe in a single nature in Jesus Christ but rather a united divine-human nature» (Δαμασκός, 3/2/1998, σελ. 3).

8 «The two natures with all their properties continued to persist in the union which formed one incarnate nature or one composite united nature or as stated in the agreed statement: ‘an inseparably and uncomfusedly united real divine-human being» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 4-5).

9 Ὁσάκις εἰς τήν αὐτήν ἔκφρασιν θεωροῦμεν τά ἐξ ὧν ὁ Χριστός καί τόν τρόπον τῆς ἑνώσεως, ἡ λέξις φύσις κατανοεῖται κυριωνύμως φύσις καί ἀναφέρεται εἰς τήν κοινήν μετά τοῦ Πατρός θεότητα ἐνθεωρουμένην εἰς τήν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου (βλ. παρά τῷ ἁγίῳ Κυρίλλῳ, Ἐπιστολή β΄ πρός Σούκενσον, καί πρβλ. ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής..., 55).

10 Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, PG 75, 1369A. Βλ. καί ACO I, 5, 219.

11 Ἐφραίμιος Ἀντιοχείας, ἐν Βιβλιοθήκῃ Φωτίου, 229, 251-252 καί 259 (PG 103, 977-981 καί 1017-1020).

12 Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Κατά Ἰακωβιτῶν, 52. Πρβλ. τοῦ αὐτοῦ Περί πίστεως κατά Νεστοριανῶν, 13.

13 Μόσχα, Σεπτ. 2001. Πρβλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδ. ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 55.

14 «The union of natures of the incarnate Word of God are [sic, is] the union of individualized natures, or more precisely the union of personalized natures which are forming one composite hypostasis of the Incarnate Logos. The Oriental Orthodox and the Orthodox are expressing the same reality when they speak about one composite nature or one composite hypostasis, since the composition in the hypostasis in the incarnate Word of God is the composition of natures and not that of persons. The Oriental Orthodox are referring to the personalized nature which can correctly named the hypostasis, but on the other hand no body can deny that it is also named a nature, but as Saint Cyril wrote “the incarnate nature of the Logos” i.e as personalized in the Logos and not in its Trinitarian magnitude» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 5).


 Τέλος Γ΄ Μέρους

Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
29η Νοεμβρίου 2012

Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/bishoy_29.html

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Εἰσαγωγή, Πρόλογος, Μέρος Α'

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
Εισαγωγή
Δημοσιεύεται στις "Αναβάσεις" για πρώτη φορά η συνάντηση μεταξύ αντιπροσωπειών των Αγιορειτών Πατέρων, με επικεφαλής τον Γέροντα και Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, π.Γεώργιο Καψάνη, και των Κοπτών, Μονοφυσιτών, με επικεφαλής τον τότε γραμματέα της συνόδου της Κοπτικής Εκκλησίας Μητροπολίτη Bishoy.
Διερμηνέας σε αυτή την συνάντηση ήταν ο τότε προϊστάμενος της Κοπτικής Εκκλησίας των Αθηνών π.Αθανάσιος Χενείν.
Το θαυμαστό είναι πως μέσα από αυτή την συνάντηση (όπως ο ίδιος μας εξηγεί στον πρόλογο που ακολουθεί) ξεκίνησε η θαυμαστή μεταστροφή του π. Αθανασίου Χενείν στην Ορθόδοξη Εκκλησία.


Πρόλογος Πρωτοπρ. Αθανασίου Χενείν

“History Untold is Not History at All!!!Roland A.Wells in :History through the Eyes of Faith “,USA ,1982 .Η ιστορία που δεν μαθαίνεται, και ανακοινώνεται ρητώς, δεν είναι καθόλου ιστορία, κατά τον Αμερικάνο ιστορικό, πόσο μάλλον όταν πρόκειται δια την ιερά ιστορία της σωτηρίας και θεώσεως του ανθρωπίνου γένους.
Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι της ιεράς ιστορίας που εμφανίσθηκαν, είναι οι μεταρρυθμιστές της εποχής της αναγεννήσεως (της αθεΐας) από μία πλευρά, και οι αιρετικοί χριστιανοί μονοφυσίτες από τη άλλη μεριά.
 Oι πρώτοι έχουν νεστοριανή αντίληψη περί της ιστορίας, δηλαδή χωρίζουν την αγιαστική παρουσία του Θεού από την ιστορική πορεία των ανθρώπων.
Οι δεύτεροι αρνούνται την ανθρώπινη υπόσταση της ιστορίας και πιστεύουν σε μία θεοκρατία, μια κυριαρχία της δικτακτορικής θείας φύσεως στην ανθρώπινη (φύση) ιστορία.
Η ιστορία μετατρέπεται, με αυτόν τον τρόπο, από δοξολογία σε μοιρολατρία.
Για μας τους ορθοδόξους, η ιστορία είναι ο κατ’εξοχήν, χώρος όπου εμφανίζονται τα θαυμαστά έργα του Τριαδικού μας Θεού.
Όταν μαρτυρεί ό θεολόγος ό Ιωάννης καί λέγει : «1. Ὁ ἧν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· - 2 καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· - 3 ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ' ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 4 καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη » (Ιωάννου Α΄ κεφ. 1.στιχ. 1 -4.), λέγομεν όταν δίνει ό άγιος Ιωάννης ό θεολόγος αυτήν την μαρτυρία, δεν μιλά για μεταφυσικές αφηρημένες ιδέες και έννοιες, αλλά περιγράφει βίωμα ζωής, ζει την ιστορική στιγμή μέσα στο απέραντο βάθος της αιωνιότητας .
Τότε, και τότε μόνο, μπορούμε να μιλάμε, θεολογικώς, δια ιστορικές στιγμές, δια στιγμές που μεταμορφώνουν, συν τη Θεία Χάριτι, την ιστορία. Πρόκειται δια ορθόδοξες στιγμές, για ορθή δόξα (γνώμη) των ελευθέρων και ελευθερωμένων πολιτών στην πολιτεία του Θεού.

Τέτοιες στιγμές είδα με τα δικά μου μάτια, και άκουσα με τα δικά μου αυτιά όταν φρόντισε η θεία Ενσαρκωμένη χάρις να βρίσκομαι στην ιστορική συνάντηση που έγινε κατόπιν παράκλησης του Οικουμενικού μας Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, να δεχθεί ο γέροντας ιερομόναχος θεολόγος της Μονής Γρηγορίου, π. Γεώργιος Καψάνης, τον Κόπτη-Μονοφυσίτη Μητροπολίτη Bishoy.

Η συνάντηση έγινε την 1ην Ιουνίου 2003 σε ένα μετόχι κοντά στην Αθήνα, (ο γράφων υπήρξα μεταφραστής ). Η συνάντηση κράτησε πάνω από δυο ώρες.
Ο κόπτης μητροπολίτης είχε έρθει να ενημερώσει τον γέροντα και τους αγιορείτες πατέρες για την πορεία του λεγομένου θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών. Ο γέροντας έθεσε στον κόπτη μητροπολίτη καίρια ερωτήματα σχετικά με την θέση της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού στην οικονομία της σωτηρίας.
Ο μονοφυσίτης μητροπολίτης δεν μπόρεσε να καταλάβει ούτε να εξηγήσει ούτε να απαντήσει στα θεολογικά και χριστολογικά τεκμεριωμένα επιστημονικά ερωτήματα του γέροντα π.Γεωργίου. Η επιστολή που ακολουθεί είναι η απάντηση των αγιορειτών πατέρων στην έκθεση του κόπτη μητροπολίτη Bishoy.
Τότε και μέσα στην ιστορική συνάντηση αυτήν, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση της μεταστροφής μου στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Θυμούμαι όταν με κοίταξε ο γέροντας στα μάτια και με ρώτησε πως έμαθα τα ελληνικά, διότι έκανα τον διερμηνέα από τα ελληνικά στα αραβικά (είναι τραγικό να μαθαίνουμε ότι οι κόπτες δεν ξέρουν κοπτικά, διότι τα κοπτικά έχουν ελληνικούς χαρακτήρες και  αναρωτιέμαι μήπως, αυτοί οι αιρετικοί μισούν τους έλληνες και την γλώσσα τους !!! ). Τότε απάντησα στην ερώτηση του γέροντα ότι είμαι θεολόγος και ότι έχω τελειώσει τις σπουδές μου στην θεολογική σχολή Αθηνών το 1980 και συνέχισα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην Γαλλία στον τομέα της ελληνικής πατρολογίας .
Εύχομαι στον γέροντα π.Γεώργιο Καψάνη και σε όλους τους αγιορείτες πατέρες, τους στύλους της Ορθοδοξίας που κατοικούν στην φάτνη της θεολογίας, τα πολλά τα έτη στην υπεράσπιση της Ορθοδόξου πίστεως, που αποτελεί την μοναδική ιστορία της αγιότητας και την αγιότητα της ιστορίας. Τότε και τότε μόνον θα είναι η χαρά μας πεπληρωμένη. Αμήν γένοιτο.

Ο Πρωτοπρ. Αθανάσιος Χενείν
Μητρόπολις Πειραιώς
« πρώην προϊστάμενος της κοπτικής εκκλησίας των Αθηνών επί 15 χρόνια» .

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων (1) τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
Μέρος Α΄
Ἀνταποκρινόμενοι εἰς εὐγενῆ παράκλησιν τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης (τῆς Κοπτικῆς ἀντιχαλκηδονίου Ἐκκλησίας) κ. Bishoy, Συμπροέδρου τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, ἐμελετήσαμεν τάς τέσσαρας εἰσηγήσεις του περί τῶν Κοινῶν Δηλώσεων τοῦ ἐν λόγῳ Διαλόγου, ὑπό τό φῶς καί ὅσων προφορικῶς συνεζητήθησαν κατά τήν 1ην Ἰουνίου 2003 μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μας Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου (τῶν ὁποίων ὁ γράφων ὑπῆρξα ἀκροατής).
Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Μητροπολίτου, ἡ συζήτησις καί ἡ ἐπίδοσις τῶν τεσσάρων εἰσηγήσεων ἀπέβλεπε εἰς τήν καλλιτέραν δυνατήν ἐνημέρωσίν μας περί τῆς ἐπιτευχθείσης Χριστολογικῆς συμφωνίας (τῶν Κοινῶν Δηλώσεων 1989 καί 1990) μέ σκοπόν νά ἐπανεκτιμήσωμεν βάσει τῶν νέων στοιχείων καί τῶν ἐπεξηγήσεων τήν, ὡς γνωστόν, ἀρνητικήν τοποθέτησίν μας ἔναντι τῶν Κοινῶν αὐτῶν Δηλώσεων.

1 1) Interpretation of the Christological Official Agreements between the Orthodox Church and the Oriental Orthodox Churches, Damascus, 3rd Feb. 1998. 2) Interpretation of the First Agreed Statement on Christology of the Official Dialogue between the Orthodox Church and the Oriental Orthodox Churches, Moscow, Sept. 2001. 3) Towards an Agreed Statement on Christology, Holy Echimiadzin, Armenia, 5-10 November, 2002. 4) The perspectives of the Dialogue between Eastern and the Oriental Orthodox Churches, Thessaloniki, 2nd June 2003.

Τέλος Α΄ Μέρους

Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
23η Νοεμβρίου 2012
Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/bishoy.html

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος Β'

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων

Μέρος Β'

Πονοῦμεν διά τήν διαιώνισιν τοῦ μεγάλου ἀντιχαλκηδονίου σχίσματος, ἀλλά ταυτοχρόνως ἀγωνιοῦμεν διά τήν ὁμολογίαν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔχομεν τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας. Διά τόν λόγον αὐτόν ἐμελετήσαμεν τάς εἰσηγήσεις μετά πάσης δυνατῆς προσοχῆς καί ἐγράψαμεν μέ πνεῦμα ἀγάπης ἀλλά καί εἰλικρινείας.
Ἀπεστείλαμεν δέ τάς κατωτέρω σκέψεις μας εἰς τόν Μητροπολίτην κ. Bishoy, μέ σκοπόν:
α) νά τόν ἐνημερώσωμεν περί τοῦ ὅτι, ἐπανεκτιμήσαντες τήν Χριστολογικήν συμφωνίαν τῶν Κοινῶν Δηλώσεων (1989, 1990) βάσει τῶν νεωτέρων στοιχείων πού προσεκόμισε, θεωροῦμεν ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐπιφυλακτική ἕως ἀρνητική στάσις μας ἔναντι τῆς γενομένης συμφωνίας ἦτο καί εἶναι ἀναγκαία, προκειμένου νά ἀναζητηθῇ μία Χριστολογική συμφωνία ἑδρασμένη ἐπί τῆς ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου Χριστολογικῆς διδασκαλίας˙ καί
β) διά νά βοηθήσωμεν τούς Ἀντιχαλκηδονίους νά κατανοήσουν τί ἐπιπλέον πρέπει νά κάνουν, ὥστε νά ἐπανακάμψουν εἰς τήν Ὀρθόδοξον Χριστολογικήν Πίστιν.
Διά τῶν θέσεων αὐτῶν δέν προκαταλαμβάνομεν τήν συνοδικήν ἐν τέλει ἀπόφανσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δίδοντες μαρτυρίαν περί τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος πιστεύομεν ὅτι βοηθοῦμεν εἰς τήν διαμόρφωσιν μιᾶς δογματικῶς πληρεστέρας εἰκόνος περί τῆς Χριστολογίας τῶν Ἀντιχαλκηδονίων. Ὡς προϊόν τῆς μελέτης μας παραθέτομεν λοιπόν τά ἑξῆς:
1) Ἡ 9η παράγραφος τῆς Β΄ Κοινῆς Δηλώσεως (1990), ἡ ὁποία συνοψίζει τήν ἐπιτευχθεῖσαν συμφωνίαν Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, ἐκφράζει ἐκκλησιολογίαν ἀνοίκειον πρός τήν Ὀρθόδοξον. Τονίζουσα τήν ταυτόχρονον πιστότητα ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν εἰς τήν ἀποστολικήν πίστιν καί παράδοσιν, ἡ παράγραφος λέγει ἐπί λέξει:
«Ὑπό τό φῶς τῆς ἡμετέρας Κοινῆς Δηλώσεως ἐπί τῆς Χριστολογίας ὡς καί τῶν ἀνωτέρω κοινῶν θέσεων, κατενοήσαμεν τώρα σαφῶς ὅτι ἀμφότεραι αἱ οἰκογένειαι διετήρησαν πάντοτε πιστῶς τήν αὐτήν αὐθεντικήν Ὀρθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν καί τήν ἀδιάκοπον συνέχειαν τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως, καίτοι ἐχρησιμοποιήσαμεν χριστολογικούς ὅρους κατά διάφορον τρόπον. Ἡ κοινή αὕτη πίστις καί συνεχής πιστότης πρός τήν ἀποστολικήν παράδοσιν δέον ὅπως καταστῇ ἡ βάσις τῆς ἡμετέρας ἑνότητος καί κοινωνίας».

Συνεπεῖς πρός τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν, πιστεύομεν ὅτι μόνον ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξεν ἀκαινοτόμητον τήν ἀποστολικήν Πίστιν καί Παράδοσιν. Διά τοῦτο μόνη αὐτή ἀποτελεῖ τήν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου. Αἱ λοιπαί Χριστιανικαί Ἐκκλησίαι καί Ὁμολογίαι διά τάς καινοτομίας περί τήν Πίστιν ἔπαυσαν νά ἀποτελοῦν συνέχειαν τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Κατά τήν διαχρονικήν Πίστιν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οἱ ἀντιχαλκηδόνιοι διδάσκαλοι εὑρέθησαν ἐκτός Ἐκκλησίας. Εἶναι γνωσταί αἱ σχετικαί ἀποφάνσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ θεολογικαί πραγματεῖαι τῶν ἁγίων Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἡ Συνοδική ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, τό Συνοδικόν τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδο-ξίας, αἱ ἀναφοραί τῆς Ὀρθοδόξου Ὑμνολογίας κ.ἄ.

Δέν διανοούμεθα νά ἀνταποκριθῶμεν εἰς τό αἴτημα τῆς ἑνώσεως μέ τήν δογματικήν ‛εὐελιξίαν’ τῆς παπικῆς ἐγκυκλίου Ut Unum Sint (1995), κατά τήν ὁποίαν ὁ Πάπας τῆς Ρώμης δύναται νά διακηρύττῃ τήν αὐτήν πίστιν εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν τόσον μετά τῶν Κοπτῶν ὅσον καί μετά Νεστοριανῶν!2
Ἡ υἱοθέτησις μιᾶς τοιαύτης ἐκκλησιαστικῆς πολιτικῆς, συνήθους εἰς τήν σημερινήν ἐποχήν τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπονομεύει τήν συνείδησιν ἡμῶν ὅτι ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία διασώζεται ἀποκλειστικῶς εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.

Διερωτώμεθα σχετικῶς: πῶς θά διατηρηθῇ ἡ ἑνότης, δεδομένου ὅτι θά ὑπάρξουν θεολόγοι καί κληρικοί τῶν ἀντιχαλκηδονίων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι θά διαφωνήσουν μέ τήν ἐκκλησιολογίαν πού ἐκφράζει ἡ 9η παράγραφος τῆς Β΄ Κοινῆς Δηλώσεως;
Ἤδη ἔχομεν ἐγκύρως πληροφορηθῆ διά τήν ἄρνησιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Αἰθιοπίας νά ἀποδεχθῇ τήν πρότασιν δι’ ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων, τά ὁποῖα αἱ ἀντιχαλκηδόνιοι Σύνοδοι εἶχον ἐπιβάλει κατά τῶν ἡμετέρων ἁγίων καί διδασκάλων.

2) Ὑπό τήν προοπτικήν τῆς προηγουμένης παραγράφου ἐκθέτομεν τούς λόγους, διά τούς ὁποίους θεωροῦμεν ὅτι αἱ κοιναί Δηλώσεις συγκαλύπτουν τήν ὑφισταμένην δογματικήν διαφοράν καί ἑπομένως πιστεύομεν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη, ὡς ἤδη ἔχει προταθῆ ὑπό Ὀρθοδόξων θεολόγων3, ἡ ἐπαναξιολόγησις τῆς γενομένης Χριστολογικῆς συμφωνίας.
Κατ’ ἀρχήν, εἰς τήν συζήτησιν τῆς 1ης Ἰουνίου ὑπεστηρίχθη ὑπό τοῦ Μητροπολίτου ὅτι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἀποδέχονται τήν διδασκαλίαν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ καί Ζ΄, καθότι εἰς τήν Χριστολογίαν δέν διαφοροποιοῦνται ἀπό ἡμᾶς, ἀλλά διαφωνοῦν μόνον διά τάς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι κατεδίκασαν τούς ἀντιχαλκηδονίους διδασκάλους. Συγκεκριμένως ὑπεστηρίχθη ὅτι ἀποδέχονται τήν ὁμολογίαν δύο φύσεων ἐν Χριστῷ, ὡς ἡ Δ΄ Οἰκουμενική˙ τάς διευκρινήσεις τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς περί τῶν δύο φύσεων˙ τήν ὁμολογίαν δύο φυσικῶν ἐνεργειῶν καί θελημάτων ἐν Χριστῷ, ὡς ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική˙ καί τήν τιμητικήν προσκύνησιν τῶν ἁγίων Εἰκόνων, ὡς ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική.
Καθ’ ἡμᾶς, πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπάρχει ἄρρηκτος δογματική ἑνότης μεταξύ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὡς νά πρόκειται περί μιᾶς συνόδου, ἡ δογματική διδασκαλία μιᾶς Συνόδου καί ἡ καταδίκη τῶν προσώπων πού ἀρνοῦνται τήν συγκεκριμένην διδα-σκαλίαν δέν νοοῦνται κεχωρισμένως. Τοῦτο σημαίνει ὅτι, ἀποδεχό-μενοι τήν δογματικήν διδασκαλίαν τῶν ἀνωτέρω τεσσάρων Οἰκου-μενικῶν Συνόδων, ἀναγνωρίζομεν ὅτι καί οἱ ὑπ’ αὐτῶν καταδικασθέντες διδάσκαλοι καί αἱ καταδικασθεῖσαι σύνοδοι εἶχον ἐκπέσει τῆς Ὀρθοδοξίας καί διά τοῦτο κατεδικάσθησαν.
Ἐάν λοιπόν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἀποδέχονται μεθ’ ἡμῶν τήν διδασκαλίαν τῆς Δ΄, σημαίνει ὅτι καταδικάζουν τόν ἐπίσκοπον Ἀλεξανδρείας Διόσκορον, ἐπειδή ἠρνεῖτο τήν ὁμολογίαν δύο φύσεων ἐν Χριστῷ. Ἐφ’ ὅσον ἀποδέχονται τήν διδασκαλίαν τῆς ΣΤ΄, σημαίνει ὅτι καταδι-κάζουν τόν Σεβῆρον Ἀντιοχείας, ἐπειδή ἐκεῖνος ἠρνεῖτο νά ὁμολογήσῃ δύο ἐνεργείας καί δύο θελήματα ἐν Χριστῷ. Ἀλλά καί ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, τήν ὁποίαν λέγουν ὅτι ἀριδήλως ἀποδέχονται, ἐπειδή δέν ἔχει καταδικάσει ὀνομαστί τούς ἀντιχαλκηδονίους διδασκάλους, διά τῆς Ψήφου της καταδικάζει καί ἀναθεματίζει ὅσους παραδίδουν ἤ διδάσκουν ἤ γράφουν ἀντίθετα πρός τήν ὁμολογίαν της, ὁμολογίαν ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ὑπό τῆς αὐτῆς Συνόδου σύμφωνος πρός τήν θείαν Γραφήν, τήν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων Πατέρων καί τάς ἀποφάσεις τῶν προγενεστέρων τεσσάρων ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων (βλ. ἀκροτελεύτιον παράγραφον τῆς Ψήφου).

Ἐπίσης ἡ αὐτή Ε΄ Οἰκουμενική μαρτυρεῖ δι’ ἑαυτήν: «Ὁμολογοῦμεν ἀκόμη, ὅτι ὅλους τούς κατά διαφόρους ἐποχάς κα-ταδικασθέντας ἤ ἀναθεματισθέντας ὑπό τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ὡς ἄνω τεσσάρων Συνόδων, καί ἡμεῖς ἔχομεν καταδεδικα-σμένους καί ἀναθεματισμένους» καί πάλιν: «ὅσους δέν δέχονται αὐτάς, θεωροῦμεν ἀποξενωμένους ἀπό τήν Καθολικήν Ἐκκλησίαν» (Πρᾶξις Η΄, παράγρ. 7 καί 27)4. Τέλος, ἐφ’ ὅσον ἀποδέχονται τήν διδασκαλίαν τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, σημαίνει ὅτι δύνανται συμφώνως πρός τόν α΄ Κανόνα αὐτῆς νά καταδικάσουν τούς ὑπό τῶν προγενε-στέρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων κατακριθέντας.
Ἡ ἄποψις ὅτι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι δέν ἀποδέχονται τάς μετά τήν Γ΄ Οἰκουμενικάς Συνόδους, ἐπειδή αὗται ἔχουν ἐπιβάλει καταδίκας εἰς τούς ἁγίους καί διδασκάλους των καί ὄχι ἐπειδή ἔχουν αἱρετικήν διδασκαλίαν, ἀποτελεῖ σημαντικόν θετικόν βῆμα ἐκ μέρους των πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, δεδομένου ὅτι κατά τό παρελθόν πλεῖσται ὅσαι συνοδικαί ἀποφάσεις τῶν ἀντιχαλκηδονίων Ἐκκλησιῶν ἔχουν χαρακτηρίσει τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὡς νεστοριανήν.

Ἀπομένει ἐν τούτοις νά κάνουν τά ὁριστικά βήματα. Ἀπό δογματικῆς ἐπόψεως νά κατανοήσουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Χριστολογική διδασκαλία, ὄχι μόνον δέν εἶναι νεστοριανή, ἀλλά εἶναι ἡ μόνη ὀρθή καί πιστή εἰς τήν διδασκαλίαν τῶν προηγηθεισῶν τριῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Εἰς τήν προοπτικήν αὐτήν ἀναμένεται νά ὡριμάσῃ παρ’ αὐτοῖς καί ἡ βεβαιότης ὅτι αἱ καταδίκαι, τάς ὁποίας αἱ ἡμέτεραι Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἐπέβαλον κατά τῶν ἀντιχαλκηδονίων διδασκάλων, πρέπει νά γίνουν καί ὑπ’ αὐτῶν ἀποδεκταί.
____________________________________________________________________________

Ὑποσημειώσεις

2  Εἰς τό κεφάλαιον Σχέσεις μέ τίς Ἀρχαῖες Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς ἡ παπική ἐγκύκλιος διαλαμβάνει τά ἀκόλουθα περί τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος: «Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τό χριστολογικό θέμα, μπορέσαμε νά διακηρύξουμε μαζί μέ τούς Πατριάρχες ὁρισμένων ἀπό τίς Ἐκκλησίες αὐτές τήν κοινή μας πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀληθινό Θεό καί ἀληθινό ἄνθρωπο.
Ὁ ἀείμνηστος Πάπας Παῦλος Στ΄ ὑπέγραψε δηλώσεις σ’ αὐτό τό θέμα μέ τήν Αὐτοῦ Ἁγιότητα Σενούντα Γ΄, Πάπα καί Πατριάρχη τῆς Κοπτικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μέ τόν Συρο-Ορθόδοξο Πατριάρχη Ἀντιοχείας, τήν Αὐτοῦ Ἁγιότητα Ἰάκωβο Γ΄.
Ἐγώ ὁ ἴδιος μπόρεσα νά ἐπικυρώσω τή χριστολογική αὐτή συμφωνία καί νά ἐξαγάγω τίς συνέπειες ... Μέ τόν σεβάσμιο Πατριάρχη τῆς Αἰθιοπικῆς Ἐκκλησίας Ἀμπούνα Παῦλο, ὁ ὁποῖος μέ ἐπισκέφτηκε στή Ρώμη, στίς 11 Ἰουνίου 1993, ὑπογραμμίσαμε τή βαθειά κοινωνία πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν μας: “Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τήν πίστη πού παρελάβαμε ἀπό τούς Ἀποστόλους, τά αὐτά μυστήρια καί τό ἴδιο ἱερατικό λειτούργημα ριζωμένο στήν ἀποστολική διαδοχή [...]
Σήμερα, πράγματι, μποροῦμε νά διακηρύξουμε ὅτι ἔχουμε τήν ἴδια πίστη στόν Χριστό, ἐνῶ γιά μακρό χρόνο ἡ πίστη αὐτή ἦταν αἰτία διαίρεσης μεταξύ μας”.
Πρόσφατα ὁ Κύριος μοῦ ἔδωσε τή μεγάλη χαρά νά ὑπογράψω μία κοινή χριστολογική δήλωση μέ τόν ἀσσύριο Πατριάρχη τῆς Ἀνατολῆς, Ἁγιώτατο Μάρ Ντίκχα Δ΄, πού θέλησε γιά τό λόγο αὐτό νά μέ ἐπισκεφτεῖ στή Ρώμη, τό Νοέμβριο 1994. Ἔχοντας ὑπόψη τίς διαφοροποιημένες θεολογικές διατυπώσεις, μπορέσαμε νά ὁμολογήσουμε μαζί τήν ἀληθινή πίστη στόν Χριστό» (Ἔκδ. Βατικανοῦ, στήν ἑλληνική).

Ἀνδρ. Ν. Παπαβασιλείου, Ὁ θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, Λευκωσία 2000, σελ. 282 καί Jean-Claude Larchet, Τό Χριστολογικό πρόβλημα. Περί τῆς μελετωμένης ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν μή χαλκηδονίων ἐκκλησιῶν: ἐκκρεμοῦντα θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά προβλήματα, ἐν περιοδ. ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τόμ. 74, τεῦχ. 1ον (Ἀθῆναι 2003), σελ. 207-208.

4. Βλ. Μελετίου Μητροπ. Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενική Σύνοδος, Ἀθῆναι 1985.

_____________________
 Τέλος Β΄ Μέρους


Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
25η Νοεμβρίου 2012 
 
Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/bishoy_25.html

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Ἐμπειρικὴ δογματικὴ. Τρία κείμενα. Μέρος ΣΤ΄. Μεταφρασμένο και στά Ἀραβικά

Τό ἑλληνικό κείμενο προέρχεται ἀπό τόν Όρθόδοξο Τύπο ἀρ. φύλ. 1865 4 Φεβρουαρίου 2011 καί ἡ μετάφρασή του στά ἀραβικά ἔγινε ἀπό τόν π. Ἀθανάσιο Χενεῖν.


 3. Ἐμπειρικὴ δογματικὴ

Βέβαια κάποιος, ποὺ διαβάζει τέτοια κείμενα, ποὺ ἀναλύουν τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, μπορεῖ νὰ θεωρήση ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας φιλοσοφοῦσαν, ὅπως ἔκαναν καὶ οἱ θεολόγοι τῶν Μονοφυσιτῶν καὶ γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ παρακάμπτονται αὐτὲς οἱ φιλοσοφικὲς ἀναλύσεις, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε κοινωνία μεταξύ μας.
Ἡ ἄποψη αὐτὴ δὲν εὐσταθεῖ. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ὁριοθέτησαν τὸ ὀρθόδοξο δόγμα, καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση τὸ Χριστολογικό, δὲν τὸ ἔκαναν γιὰ νὰ ἀναπτύξουν τὴν φιλοσοφία. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ τῆς μαρτυρίας τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων εἶχαν καὶ δική τους ἀποκαλυπτικὴ πείρα.
Μὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία, κατὰ τὴν θεοπτία τῶν τριῶν Φώτων τῆς Ἁγίας Τριάδος, εἶχαν ἐμπειρία ὅτι τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐνηνθρώπησε καὶ ἑπομένως καὶ αὐτὴ ἡ τεθεωθεῖσα ἀνθρώπινη φύση στὸν Χριστὸ ἔγινε πηγὴ τῆς ἀκτίστου Χάριτος καὶ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἔβλεπαν τὸ ἕνα Φῶς, ποὺ ἦταν πηγὴ τῶν ἄλλων Τριῶν Φώτων καὶ ἦταν ἄσαρκο (Πατέρας), ἔβλεπαν ἕνα ἄλλο Φῶς, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὸ Πρῶτο, ἀλλὰ ἦταν σεσαρκωμένο (Χριστὸς) καὶ ἔβλεπαν ἕνα ἄλλο Φῶς, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὸ Πρῶτο, ἀλλὰ δὲν ἦταν σεσαρκωμένο (Ἅγιον Πνεῦμα).

 Ἔπειτα, ὅταν κοινωνοῦσαν τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν θεία Εὐχαριστία, εὑρισκόμενοι οἱ ἴδιοι σὲκατάσταση ἐμπειρίας, αἰσθάνονταν πνευματικά τό τεθεωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ διὰ τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦσε ἡ ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ἀντιλαμβάνονταν ὅτι δὲν ἦταν ἕνας κοινὸς ἄρτος, ἀφοῦ ἀλλοίωνε καὶ μεταμόρφωνε τὴν ὅλη ὕπαρξή τους.
 Τὸ ἴδιο αἰσθάνονταν, ὅταν πρόφεραν μὲ κατάνυξη τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὶς τρεῖς αὐτὲς περιπτώσεις (θεοπτία, θεία Κοινωνία, νοερὰ προσευχὴ) βίωναν ἐνυπόστατο ἄκτιστο φῶς καὶ ἐνυπόστατη θεία ἐνέργεια, γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶχαν προσωπικὴ πείρα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐνεργείας Του.
Αὐτὴν τὴν ἐμπειρία, ποὺ εἶχαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, τὴν ἐξέφρασαν μὲ τοὺς ὅρους, ποὺ χρησι-μοποιοῦσαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, γιὰ νὰ ἀνατρέψουν τὶς αἱρέσεις τῶν στοχαστῶν θεολόγων, ποὺ δὲν εἶχαν προσωπικὴ ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν αἱρετικῶν.

4. Τρία κείμενα

Τὰ θέματα αὐτά, ποὺ παρουσίασαμὲ συνοπτικὸ καὶ ἁπλὸ τρόπο εἶναι σοβαρὰ καὶ βεβαίως ἀπαιτεῖται μελέτη σὲ βάθος. Ὑπάρχουν τρία βασικὰκείμενα, τὰ ὁποῖα χρήζουν βαθυτέρας μελέτης ἀπὸ ὅ σους ἐνδιαφέρονται περισσότερο. Τὸ ἕνα εἶναι τὰ “δώδεκα κεφάλαια” τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ποὺ εὑρίσκονται στὴν Γ΄ ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Νεστόριο, τὸ δεύτερο εἶναι οἱ “διαλλαγές” τοῦ Ἰωάννου, ποὺ ἀνευρίσκονται στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἁγί ου Κυρίλλου πρὸς τὸν Ἰωάννη Ἀντιοχείας, καὶ τὸ τρίτο εἶναι ὁ “Τόμος” τοῦ Πάπα Ρώμης Λέοντος.
Ὑπάρχει μιὰ θεολογικὴ ἑνότητα μεταξὺ τῶν τριῶν αὐτῶν κειμένων, δηλαδὴ τὸ ἕνα δὲν ἀναιρεῖ τὰ ἄλλα, ἀφοῦ καὶ τὰ τρία αὐτὰ κείμενα ἐγράφησαν μὲ διαφορετικὴ ἀφορμή. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι καὶ τὰ τρία αὐτὰ κείμενα συνδέονται στενὰ μὲ τὸν ὅρο τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τοὺς ὅρους τῶν μετέπειτα Συνόδων ἤτοι τῆς Ε΄ καὶ τῆς ΣΤ΄ Οἰκ. Συνόδου. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῆ ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὅτι ἐπετεύχθη συμφωνία μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Ἀντιχαλκη-δονίων στὴν Χριστολογία, καὶ ὅτι ἡ διαφωνία ὑπάρχει μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώριση τῶν Οἰκ. Συνόδων. Κάτι τέτοιο εἶναι ἀντιφατικό.
Πῶς ἐπῆλθε συμφωνία στὸ Χριστολογικὸ δόγμα, ὅταν δὲν γίνονται ἀποδεκτὲς οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ποὺ τὸ καθόρισαν; Ἐπίσης, ὁ ὀρθότερος χαρακτηρισμὸς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν δὲν εἶναι ἁπλῶς Ἀντιχαλκηδόνιοι ἢ Προχαλκηδόνιοι, ἀλλὰ Μονοφυσίτες, ἀφοῦ δέχονται τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποτελέσθηκε “ἐκ δύο φύσεων”, ἀλλὰ δὲν παραδέχονται συγχρόνως καὶ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία ὅτι ὁ Χριστὸς ἐνεργεῖ καὶ “ἐν δύο φύσεσιν” “ἐν μιᾷ ὑποστάσει”».

Τὰ αὐτὰ συμπεράσματα καὶ ὑπὸ τοῦ π. Θεοδ. Ζήση

Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, Ὁμότιμος Καθηγητὴς
τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. διερεύνησε, ἂν οἱ Ἀρμένιοι εἶναι
Ὀρθόδοξοι μὲ βάσει τὰς θέσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου. Εἰς τὸ ἐμπεριστατωμένον ἄρθρον του κατέληγεν εἰς τὰ ἴδια συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγει ἡ ἀνάλυσις τοῦ Σεβ. Ναυπάκτου. Δημοσιεύομεν τὰ ἀκόλουθα ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ ἄρθρου τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση. Αὐτὰ ἔχουν ὡς ἀκολούθως:

Ὁ χωρισμός τους ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν

«Περιέργως ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰῶνος ἄρχισε νὰ προβάλλεται μία θέση ἄκρως ἀντίθετη πρὸς τὴν μακραίωνα αὐτή, συνοδικῶς κατοχυρωμένη καὶ διὰ πολλῶν καὶ μεγάλων Ἁγίων, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους καὶ ὁ Μέγας Φώτιος,
ἐπιβεβαιωμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ θέση καὶ ἡ ἄποψη κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἀρμένιοι κατ᾽ ἀρχήν, ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι Ἀντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίτες, Συροϊακωβίτες, Κόπτες καὶ Αἰθίοπες, μὲ τοὺς ὁποίους εἶναι ἑνωμένοι οἱ Ἀρμένιοι, δὲν εἶναι Μονοφυσίτες, οὔτε αἱρετικοὶ ἑπομένως, ἀλλὰ ἔχουν τὴν ἴδια μὲ μᾶς ὀρθόδοξη πίστη.
Ὁ χωρισμός τους, ἡ ἀπόσχισή τους ἀπὸ τὴν Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία δὲν ὀφείλεται σὲ θεολογικοὺς λόγους, σὲ διαφορές μας δηλαδὴ στὴν πίστη. Ὀφείλεται περισσότερο σὲ ἱστορικοὺς πολιτικοὺς λόγους καὶ ἐν μέρει στὴν διαφορετικὴ κατανόηση τῆς χριστολογικῆς ὁρολογίας. Φταίει δηλαδὴ ἡ ἔναντι τῶν λαῶν αὐτῶν δυσμενὴς πολιτικὴ τοῦ Βυζαντίου, ποὺ τοὺς ἀνάγκασε νὰ χωρισθοῦν ἀπὸ τὴν ἑνιαία ὀρθόδοξη αὐτοκρατορία καὶ ἡ ἀδυναμία τῶν θεολόγων καὶ τῶν δύο πλευρῶν νὰ ξεπεράσουν τὶς λέξεις καὶ τοὺς ὅρους, ποὺ τὰ κατανοοῦσαν διαφορετικά, καὶ νὰ μείνουν στὰ πράγματα, στὸ περιεχόμενο.

Τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον

Παρακολουθώντας κανεὶς αὐτὲς τὶς ἐκτιμήσεις εὔκολα διαπιστώνει ὅτι μὴ θεολογικοὶ λόγοι κυριαρχοῦσαν ὄχι τότε, ἀλλὰ τώρα. Τότε ἡ ἑνότητα στὴν πίστη, βασικὴ ἐκκλησιολογικὴ θέση καὶ ἀπαίτηση, εἶχε υἱοθετηθῆ ἀπὸ τὸ γνήσιο χριστιανικὸ κράτος, ποὺ εὐθυγραμμιζόταν ἀπόλυτα μὲ τὴν Ἐκκλησία, ὡς βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἑνότητα καὶ τοῦ κράτους.
Τώρα ποὺ ὁ κόσμος διασπάσθηκε σὲ πάμπολλες κρατικὲς ἑνότητες ἀπὸ πολιτικὴ ἄποψη, ποὺ τείνουν παρὰ ταῦτα σὲ πολιτικὴ ἑνότητα, ἡ μὴ θεολογικὴ καὶ ἀπαράδεκτη ἐκκλησιολογικὰ ἄποψη, ποὺ καλλιεργεῖται ἰδιαίτερα στὰ πλαίσια τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἐκτιμᾶ ὅτι πρέπει καὶ οἱ ἐκκλησίες, ἀκολουθώντας τὰ κράτη ἢ τὸν κόσμο θεολογικά, νὰ ἑνωθοῦν, ὄχι ἐξασφαλίζοντας προηγουμένως τὴν ἑνότητα στὴν πίστη καὶ στὴν ἀλήθεια (ἕνωσις ἐν τῇ ἀληθείᾳ), ἀλλὰ διατηρώντας τὶς διαφορές τους (ἕνωσις ἐν τῷ ψεύδει), ἀφοῦ κατὰ τὴν ἄποψη αὐτή, ποὺ ἐκφράσθηκε καὶ ἐκφράζεται μὲ τὴν γνωστὴ θεωρία τῶν κλάδων καὶ ἄλλες νεότερες θεωρίες, καμμία ἀπὸ τὶς ὑπάρχουσες ἐκκλησίες, οὔ τε ἡ Ὀρθόδοξη, δὲν δικαιοῦται νὰ διεκδικήσει τὴν ἀποκλειστικότητα στὴ διαδοχὴ τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τὴν συναποτελοῦν ὡς ἑνιαῖο δένδρο ὅλες οἱ διεσπασμένες ἐκκλησίες, ὡς κλάδοι αὐτοῦ τοῦ δένδρου.
Ὁ πιὸ ἁπλὸς βέβαια ἀγρότης, ποὺ δὲν ἔχει τὴν σοφία τῶν εἰσηγητῶν τῆς θεωρίας γνωρίζει πώς, ὅταν ἕνα κλαδὶ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὸν κορμὸ τοῦ δένδρου καὶ δὲν τρέφεται ἀπὸ τοὺς ἴδιουςἀκριβῶς χυμούς, ποὺ κυκλοφοροῦν στὸ δένδρο, ξηραίνεται. Ἄν, πρὶν ξεραθεῖ, φυτευθεῖ καὶ βλαστήσει, ἀποτελεῖ ἄλλο ξεχωριστὸ δένδρο, φύεται κοντὰ στὸ δένδρο τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν ἀνήκει σ᾽ αὐτή, “παραφύεται”, καὶ αὐτὸ συμβαίνει μὲ τὶς αἱρέσεις.
Ἡ αὐστηρὴ καὶ σοβαρὴ ἀντιμετώπιση τῶν διαφορῶν στὴν πίστη θεωρεῖται πλέον σήμερα μεσαιωνικὴ στάση καὶ συμπεριφορά, ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν νοοτροπία καὶ τὶς τάσεις τῆς ἐποχῆς μας, γνώρισμα ὀλίγων φανατικῶν καὶ ζηλω τῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἐπιμονή τους στὰ θέματα πίστεως ζημιώνουν πολὺ π.χ. τοὺς ἀδελφοὺς Κόπτες τῆς Αἰγύπτου, ποὺ τοὺς ἀφήνουν μόνους καὶ ἀπροστάτευτους στὴν πλημμυρίδα τῶν Ἰσλαμιστῶν τῆς Αἰγύπτου ἢ ἀδυνατίζουν μέσα στὸ Παγκ. Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν τὴν πλευ ρὰ τῶν Ὀρθοδόξων, ποὺ θὰ ἦταν πιὸ ἰσχυροί, ἀπέναντι τῶν πολυαρίθμων καὶ πανίσχυρων Προτεσταντῶν, ἂν προσετίθεντο στοὺς Ὀρθοδόξους οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίτες.

 3 –العقيدة ا لابائية الاختبارية
Εμπειρική Δογματική
ان من يقرأ هذه النصوص التى تحلل العقائد الارثوذكسية قد يخرج بالانطباع ان الارثوذكس يتفلسفون كما فعل اللاهوتيون المونوفيزيتيون ولهذ يجب ان نتخلص من هذه التفاسير الفلسفية لكى نصل الى الوحدة فى المسيح وفى الافخارستيا أى الا شفاء الانسانية .هذا الكلام لا اساس له من الصحة لان الاباء حينما صاغواالعقائد لم يكونوا يتفلسفون بل ساروا على درب الانبياء والرسل فى اختبار الحقائق الالهية ورؤيه المجد الالهى. هذا الاختبار هو الرؤية الالهية لاشعاعات انوار الثالوث القدوس وذاقوا خبرة ان الاقنوم الثانى من الثالوث قد تأنس وان هذه الطبيعة البشرية للمسيح بكل مكوناتها الانسانية(جسد ونفس وعقل ومشيئة وارادة )قد تألهت بالاتحاد باللاهوت وصارت ينبوع لافعال النعمة الالهية الغير المخلوقة وهنا يمكن لليشرية أن تأخذ ما للاهوت فى المسيح المتجسد.رأوا النور الواحد  المتجسد والذى هو ينبوع للانوار الاخرى والذى هو الاب الغير المتجسد ورأوا النور الثانى الذى هو المسيح المتجسد واختبروا النور الثالث الذى هو الروح القدس المنبثق من الأب.ظهرت ارثوذكسية الاباء فى الاختبار العملى فى الليتورجيات والتسابيح والتماجيد حيث يشتركون فى شركة جسد ودم المسيح ويشعرون بالروح بحضور جسد المسيح المتأله اى الطبيعة الانسانية فى شركتها مع الطبيعة الالهية ولما كانت الطبيعتا ن لهما كل الخواص الخاصة فى وحدة الاقنوم الواحد الكلمة فان ارثوذكسية الاباء قد أشركتهم فى سر التأله اى سر الافخارستيا حيث يأكل المؤمن بالحقيقة جسد المسيح ويشرب دمه ويكون الجميع معا الكنيسة الواحدة المقدسة الجامعة الرسولية. هنا يظهر الفارق مع المونوفيزيتيين الذين يعلمون بان الافخارستيا لا تمثل الحضور الحقيقى للمسيح فى الخبز والخمر وبرفضون عقيدة تأله الانسان ورئاسة كهنوت المسيح وهنا يتحول جسد المسيح الى مجرد خبز تحل عليه البركة والكهنوت الى سلطةوليس خدمة  والتوبة الى تقوية للأرادة (لان المسيح حسب المونوفيزيتيين ليس له ارادة انسانية)وليس التغيير والتجديد الشامل للطبيعة البشرية فى طبيعة المسيح المتحدة باللاهوت . عاش الاباء الارثوذكس الافخارستيا كقوة غيرت حياتهم وجددت لاهوتهم وصيرتهم شبيهين  بابن الله حتى ان ذهبى الفم قد قال اننا نخرج بعد الافخارستيا كالأسود . نفس القوة ذاقوها حينما صلوا باسم يسوع الصلاة الدائمةνοεράν προσευχήν التى تنير الذهن لانه ليس اسما عاديا بل هو الاسم الحسن الذى للكلمة كلمة الله .هذه الحالات الاختبارية الثلاثة اى رؤية الله  بالاستنارة والتأله والافخارستيا كجضور واقعى وحقيقى للمسيح وصلاة اسم يسوع الدائمة بانزال العقل فى القلب  جعلت الاباء يحيون فى شركة النور الغير المخلوق والفعل الالهى المتأنقم. لهذافان معرفتهم بسر الثالوث وبتأنس الابن ووحدة الطبيعة الانسانية مع الطبيعة الالهية انما كانت معرفية اختبارية وكيانية وليست عقلانية.لقد ذاقوا معرفة الثالوث فى اختبار افعاله الاتية نحونا فى طبيعة الابن الانسانية المتحدة باللاهوت وفى عمل الروح القدس المحيى وفى شركة المؤمنين مع الأسقف المستنير بمواهبهم الروحية واللاهوتية المتعددة فى الوحدة.لقد ساعدت هذه الاختبارات الاباء على ان يجدوا التعبيرات اللاهوتية والانسانية المناسبة فى عصرهم وعلى أن يعمدوا فى الروح اللغة اليونانية صعبة المرأس  لكى يفندوا اراء الهراطقة والذين لم يكونوا متمتعين بالاعلانات الالهية وهذا هو الفارق الجوهرى بين الاباء الارثوذكس والهراطقة.
4 -النصوص الثلاث
Τρία κείμενα
ان هذه الرؤية التى قدمناها بشكل مختصر لهى قضايا جادة ومصيرية وتحتاج الى دراسات متعمقة وتأمل واف ولهذ نقدم للذين يقررون التعمق فى دراسة هذه القضايا أهم النصوص التأسيسية للعقيدة الخرستولوجيا :
أولا: الفصول الاثنى عشر للقديس كيرلس الكبير والواردة فى رسالة كيرلس الثالثة الى نسطور والنص الثانى هو رسالة المصالحات بين  كيرلس الكبير الى يوحنا الانطاكى والنص الثالث هو نص طومس لاون بابا روما . توجد وحدة لاهوتية بين هذه النصوص الثلاثة لا يلغى احد هذه النصوص الاخر بل يكمله لان الثلاثة نصوص تمت كتابتها لاسباب مختلفة أثناء الازمة الخرستولوجية.ترتبط هذه النصوص الثلاثة بنصوص ايمان مجمع خلقيدونية بل وترتبط بنصوص المجامع اللاحقة الخامس والسادس . نفهم من هذه كله انه لا يمكن القول بان هناك اتفاقا قد تم بين الارثوذكسيين         والمونوفيزتيين  حول موضوع الخرستولوجيا وان الخلاف فقط  كما يدعون يدور حول قبول المجامع المسكونية . هذا الكلام متناقض فكيف يتم الاتفاق على العقيدة الخرستولوجية بينما لا يتم قبول المجامع المسكونية التى قررتها , لهذا نحن نرى ان التسمية الحقيقية لهؤلاء الناس هى المونوفيزيتيين وليس غير خلقيدونيين لانهم يقبلون نظريا ان المسيح يتكون من طبيعتين ولكنهم لا يقبلون عمليا وليتورجيا التعاليم الارثوذكسية بان المسيح يعمل فى الطبيعتين كأقنوم واحد .
ثانيا :أراء البروفسور الاب ثيؤدوروس زيزيس
انفصال المونوفيزيتيين عن الايمان الارثوذكسى
يطرح البروفسور زيزيس قضية ارثوذكسية الأرمن ويقارن عقائدهم بكتابات القديس فوتيوس البطريرك المسكونى ويصل الى نفس النتائج التى وصل اليها المطران ايروثيؤس . يقول الاب زيزيس ( ساد فى السنين الاخيرة من القرن الماضى رأيا غريبا  مضادا لأراء الأباء فى المجامع المسكونية وعند القديس فوتيوس .يقول هذا الرأى أن الأرمن ومعهم الكنائس التى  فى شركة معها مثل الاقباط والاحباش واليعاقبة هم ليسوا مونوفيزيتيين ولكنهم لديهم نفس الايمان معنا نحن الارثوكس .يذهب هذا الرأى ان الانفصال الذىقاموا به ضد الكنيسة الارثوذكسية لا يعود الى اسباب لاهوتية ولكن الى اسباب سياسية وايضا الى الاختلاف فى فهم التعبيرات الخرستولوجية, السبب كما يرون  هو موقف السياسة البيزنطة من هذه الشعوب وعدم قدرة اللاهوتيين من الجانبين على تعدى الخلاف فى التعبيرات الخرستولوجية للوصول الى جوهر القضية الخرستولوجية).
1 -مجلس الكنائس العالمى
ونظرية الفروع
حينما يتابع الباحث هذه الافكار يلاحظ ان قضية العوامل التاريخية والسياسية لم تكن فى الماضى بل فى  الحاضر لانه فى ايام المجمع فى ايام الامبراطورية المسيحية كانت الدولة تحافظ على الايمان الارثوذكسى لان وحدة الكنيسة كانت اساسا لوحدة الدولة ولم يكن الاميراطور يتدخل فى قرارات المجامع اللاهوتيةبل كان حاميا لها وضامنا لتنفيذها .نحن نعيش اليوم فى عالم مترامى الاطراف وغير موحد ولكن عالم اليوم يميل الى الوحدة فى السياسة والوحدة على مستوى المسيحيين ولهذا ظهر مجلس الكنائس العالمى   والذى يدعو الى وحدة المسيحيين ليس على أساس الحق والعقيدة بل على أساس نظرية الجذر الواحد والفروع المتعددة. ترى هذه النظرية انه ليس من حق اى كنيسة قائمة الأن ولا حتى الأرثوذكسية أن تتدعى بانها الكنيسة الواحدة المقدسة الجامعة الرسولية بل أن كل الكنائس هى فروع فى شجرة واحدة.ان الفلاح البسيط  يعرف أكثر  من اصحاب نظرية الفروع فهو  يعرف ان الفرع هومن أصل الشجرة وانه اذا سقط من الشجرة الأم ولم يتغذى على غذائها فانه ييبس ويقع وهذه هى الهرطقات.
يعتبر البعض ان التمسك بالاصول الايمانية والقواعد العقائدية اليوم هو ردة الى العصور الوسطى لان روح العصر لا تحتمل مثل هذه التوجهات فالافضل ان لا نترك االأرمن للأتراك والاخوة الاقباط ضحية لتعصب الاسلاميين والأحياش للفقر والتخلف وانه يمكن ان يكون المونوفيزيتيين  لنا سندا فى مجلس الكنائس ضد الاغلبية الغير الارثوذكس .
 Ἀναβάσεις
  11η Ὀκτωβρίου 2012

Γιά νά διαβάσετε ὅλα τά μέρη πατῆστε Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος - Μονοφυσίτες 
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/10/blog-post_5452.html