Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μονοφυσιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μονοφυσιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Μονοφυσίτης ή Ορθόδοξος; ... Διήγηση από το Λειμωνάριο

Μονοφυσίτης ή Ορθόδοξος;

Άγγελος Κυρίου ζητά από έναν απλοϊκό γέροντα, που είχε κοινωνία με τους Σεβηριανούς, να ξεκαθαρίση την πίστι του,
προτού πεθάνη.

Μας διηγήθηκε ο αββάς Γεώργιος ο πρεσβύτερος του κοινοβίου των Σχολαρίων ότι ησύχαζε στα Μονίδια ένας γέροντας πολύ φιλόπονος, ήταν όμως αφελής κατά την πίστη και μεταλάμβανε αδιάκριτα όπου έβρισκε.
Μια μέρα λοιπόν του φανερώθηκε άγγελος Θεού και του είπε; «Πες μου, γέροντα, αν πεθάνεις, πώς θέλεις να σε ενταφιάσουμε; Όπως οι Αιγύπτιοι μοναχοί ενταφιάζουν, ή όπως οι Ιεροσολυμίτες;»
Ο γέροντας τότε του αποκρίθηκε και του είπε: «Δεν ξέρω». Τότε του λέει ο άγγελος: «Σκέψου κι έρχομαι μετά τρεις βδομάδες και μου λες».
Πήγε τότε ο γέροντας σε κάποιον άλλο και του διηγήθηκε όσα άκουσε από τον άγγελο. Μόλις λοιπόν το άκουσε ο γέροντας, έμεινε εμβρόντητος από το άκουσμα. τον ατένισε για πολύ και του λέει, παρακινημένος από το Θεό: «Πού μεταλαμβάνεις τα άγια μυστήρια;»
Αυτός αποκρίνεται και του λέει: «Όπου βρω». Τότε του λέει ο γέροντας: «Μην κρίνεις πια σωστό να κοινωνήσεις έξω από την αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία, η οποία μνημονεύει τις τέσσερις άγιες συνόδους, της Νικαίας των 318 (Θεοφόρων Πατέρων), και της Κωνσταντινουπόλεως των 150 και της Εφέσου την πρώτη των 200 και της Χαλκηδόνος των 630.
Κι όταν έρθει ο άγγελος, πες του: «Όπως οι Ιεροσολυμίτες θέλω». Μετά τρεις βδομάδες λοιπόν ήρθε ο άγγελος και λέει στο γέροντα: «Τί έγινε, γέροντα; Σκέφτηκες;» Τότε ο γέροντας του λέει: «Όπως οι Ιεροσολυμίτες θέλω». Του λέει ο άγγελος: «Καλά, καλά». Κι ευθύς παράδωσε την ψυχή. Κι όλο αυτό έγινε, για να μη χάσει τους κόπους του ο γέροντας και καταδικαστεί μαζί με τους αιρετικούς.(1)

1. Ιωάννου Μόσχου, Λειμωνάριον σ. 195-196

impantokratoros.gr

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Ανοιχτή επιστολή προς τον Μακαριώτατο Πατριάρχη Αλεξάνδρειας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρο

Ανοιχτή επιστολή προς τον Μακαριώτατο Πατριάρχη Αλεξάνδρειας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρο
Μακαριώτατε Πάπα και Πατριάρχα Αλεξανδρείας Κύριε Θεόδωρε.
                              
     
Με βαθύτατη αγάπη και σεβασμό, θα ηθέλαμε να εκφράσουμε την στενοχώρια μας και πολλών κληρικών και λαικών για το γεγονός που έγινε στην ενθρόνιση του νέου πατριάρχου των Kοπτών Αντιχαλκηδονίων.
Βέβαια είναι πολύ ωραίο να συμπαθούμε και να αγαπούμε τους αδελφούς μας κόπτες. Ξέρω την θλίψη και το μαρτύριο που περνάνε αυτοί σε μια μουσουλμανική χώρα, και την αγάπη τους και ομολογία τους προς τον Χριστό. Όμως, δεν μπορούν να βγάλουν τα σύνορα που τοποθέτησε το Άγιο Πνεύμα στην τέταρτη Οικουμενική σύνοδο και στις υπόλοιπες Οικουμενικές συνόδους, επειδή αυτά δεν είναι ανθρώπινα όρια, αλλά είναι όρια που ο ίδιος ο Θεός τα  έβαλε μεταξύ Ορθοδόξων και ετεροδόξων.
Οι ανθρώπινες προσπάθειες για ένωση δεν μπορούν να έχουν αποτελέσματα εάν οι κόπτες δεν αναγνωρίσουν τήν τέταρτη Οικουμενική σύνοδο και τις υπόλοιπες συνόδους. Δυστυχώς, αυτοί είναι ακόμα εκτός της Εκκλησίας του Χριστού. Και εάν οι ηγέτες της Εκκλησίας μας αναγνωρίσανε τα μυστήρια των κοπτών, αυτό δεν σημαίνει ότι το Άγιο Πνεύμα τα αναγνώρισε.
Δεν μπορούμε ακόμη να παραβλεψουμε τα αναθέματα που πάλι το Άγιο Πνευμα  έδωσε για να ξέρουνε αυτοί ότι είναι έξω από την Ορθόδοξη Εκκλησία και εάν θέλουνε να επιστρέψουνε πρέπει να δεχτούνε την τέταρτη Οικουμενική σύνοδο και τις υπόλοιπες συνόδους.
 Εάν πούμε ότι οι πατέρες από την τέταρτη Οικουμενική σύνοδο έκαναν λάθος, σημαίνει ότι και όλη η Εκκλησία έχει στα  θεμέλιά της ένα λάθος που σημαίνει βλασφημία και αθεισμό. Το ίδιο Πνεύμα που ενέμπνευσε τους Ευαγγελιστές να γράψουν τα Ευαγγέλια ενέπνευσε και την τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο και όλες τις Οικουμενικές συνόδους.

Η κίνησή σας, αυτή να δώστε μία μήτρα και να πείτε “Άξιος”! σημαίνει ότι αναγνωρίζετε τόν πατριάρχη των κοπτών ως αληθινό πατριάρχη.  Με αυτό αμφισβητείται η ίδια η ταυτότητά σας ως μοναδικός Ορθόδοξος Πατριάρχης Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής. Αρνηθήκατε τον θεσμό που εκπροσωπείτε.Αυτό δεν είναι θέμα περηφάνειας, αλλά θέμα αλήθειας εν Αγίω Πνεύματι. Εξαρτάται από αυτό η σωτηρία χιλιάδων ψυχών χριστιανών ορθοδόξων. Μην τους αμφισβητείτε. Μπορούμε να αγαπάμε τους Κόπτες και όλους τους ετερόδοξους χωρίς να κάνουμε λατρευτικές και δογματικές κινήσεις που είναι εκτός της παράδοσης των Αγίων Πατέρων.

       Πατέρας Ματθαίος Βουλκανέσκου
      Μητρόπολη Βεροίας και Καμπανίας 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_1255.html

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Οι Άγιοι Σάββας και Θεοδόσιος κατά του Μονοφυσιτισμού

Οι Άγιοι Σάββας και Θεοδόσιος επικεφαλής όλων
των Ιεροσολυμιτών μοναχών και του λαού αναθεματίζουν τον Σεβήρο.

Με καλεί όμως ο καιρός να αναφέρω τα ιδιαίτερα κατορθώματα και τους αγώνες του θείου πρεσβύτου καθώς και τους γενικούς αγώνες του, που έκανε για την προάσπισι της πίστεως και της ορθοδοξίας μαζί με τους άλλους αγίους πατέρες της ερήμου.
Οι πατριάρχαι Φλαβιανός και Ηλίας πήγαν, καθώς αναφέρθηκε πιο πάνω, στη σύνοδο της Σιδόνος, που συναθροίσθηκε κατά της ορθής πίστεως. Με γράμματα κολακευτικά και ανάλογα προς τις δυσκολίες των καιρών, που έστειλαν στον Αυτοκράτορα, κατώρθωσαν να διαλύσουν την σύνοδο εκείνη.
Όσοι ήσαν με τον Σωτήριχο και τον Φιλόξενο γύρισαν στους θρόνους τους γεμάτοι αγανάκτησι για τον Φλαβιανό και τον Ηλία. Γι’ αυτό και εκίνησαν σε οργή εναντίον των δύο πατριαρχών τον Βασιλιά, που απατήθηκε από την προσποίησι και την πανουργία τους.
Και αφού έλαβαν την εξουσία που ήθελαν και αρκετό χρυσάφι, εμοίρασαν στο λαό της Αντιοχείας και αφού με ποικίλους τρόπους κατέθλιψαν τον Φλαβιανό και τον επίεσαν, τον εξανάγκασαν να αναθεματίση τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος.
Τελικά τον έδιωξαν από την επισκοπή του και τον καταδίκασαν σε εξορία. Τούτο όταν πληροφορήθηκε ο Βασιλιάς, εγέμισε χαρά και ανέβασε στον πατριαρχικό θρόνο Αντιοχείας τον έξαρχο των Ακεφάλων Σεβήρο.
Ο Σεβήρος, αφού άρπαξε έτσι την πατριαρχία, πολλά κακά προξένησε σ’ όσους δεν τον ανεγνώριζαν και δεν ενώνονταν μαζί του. Στον αρχιεπίσκοπο Ηλία έστειλε συνοδικό γράμμα, με τα φρονήματά του και σαν Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας. Ο Ηλίας δεν τα δέχθηκε, γι’ αυτό και προκάλεσε την οργή του Βασιλιά. Και πάλι ο Σεβήρος έστειλε τα ίδια γράμματα στα Ιεροσόλυμα τον μήνα Μάιο της έκτης Ινδικτιώνας με μερικούς κληρικούς και με δύναμι βασιλική.
Όταν πληροφορήθηκε αυτό ο άγιος πατέρας μας Σάββας, ανέβηκε στην αγία πόλι μαζί με άλλους ηγουμένους της ερήμου. Έδιωξαν από την αγία πόλι εκείνους που ήλθαν με τα συνοδικά γράμματα του Σεβήρου, και αφού εμάζεψαν το πλήθος των μοναχών απ’ όλα τα μέρη μπροστά στον άγιο τόπο Γολγοθά εφώναζαν και έλεγαν: Ανάθεμα στο Σεβήρο και σ’ όσους επικοινωνούν μαζί του!
 Παρόντες, που άκουγαν αυτά, ήσαν οι διοικητές και οι άρχοντες και οι στρατιώτες, που είχε στείλει ο Βασιλιάς.
Τα παραπάνω τα έκαναν όσοι ήσαν με τον άγιο Σάββα, γιατί ο Σεβήρος, κυριαρχημένος από φοβερή αλαζονεία και στηριζόμενος στη βασιλική εξουσία, αναθεμάτισε με μύρια αναθέματα τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος και προσπαθούσε να στερεώση την αίρεσι του Ευτυ­χή, που εκήρυττε ότι η φύσι του Κυρίου Ιησού Χριστού, του υιού του Θεού, μετά την σάρκωσι και γέννησί του από την αγία Παρθένο, ήταν μία και φθαρτή.
Και επειδή ήταν φίλος των ταραχών, πολλές καινοτομίες επέφερε καταστρεπτικές για τα δόγματα και τους θεσμούς της Εκκλησίας. Αποδεχόταν τη δεύτερη και ληστρική Σύνοδο της Εφέσου σαν όμοια με εκείνη που πρώτη φορά συναθροίσθηκε στην πόλι αυτή1 και  διακήρυττε ότι ο Διόσκουρος και ο άγιος Κύριλλος, ο μεγάλος και θεόφρων Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, ήσαν ίσοι και κοινοί διδάσκαλοι της Εκκλησίας, ενώ ο Διόσκουρος είχε δεχθή σαν ομόφρονά του του τον αιρεσιάρχη Ευτυχή και είχε καθαιρέσει και σκοτώσει τον ορθοδοξότατο πατριάρχη της Βασιλεύουσας Φλαβιανό.
Έτσι προχωρώντας όλο και περισσότερο στην ασέβεια ο Σεβήρος ακόνισε την γλώσσα του σε βλασφημία κατά του Θεού, και εχώριζε την μία και αδιαίρετη τριαδική θεότητα.
Γιατί λέγοντας και βεβαιώνοντας ότι η υπόστασι είναι φύσι και η φύσι υπόστασι και μη γνωρίζοντας καμμιά διαφορά σ’ αυτά τα ονόματα, τόλμησε να λέγη ότι η μία και ομοούσιος και προσκυνητή Τριάδα, είναι Τριάδα φύσεων και υποστάσεων και θεοτήτων, δηλαδή ότι είναι τρεις Θεοί.
Αυτόν τον ψυχοφθόρο και επικίνδυνο Σεβήρο, ανάγκαζε ο Βασιλιάς τον πατριάρχη Ηλία να τον δεχθή ομόφρονα και συλλειτουργό. Και επειδή ο Ηλίας δεν ήθελε καθόλου να κάνη αυτό, ο Βασιλιάς άναψε περισσότερο από θυμό και έστειλε στα Ιεροσόλυμα κάποιον Όλυμπο, καταγόμενο από την Καισαρεία και που ήταν διοικητής της Παλαιστίνης.
Του έδωσε να έχη μαζί του και την επιστολή που είχε γράψει ο Ηλίας από την Σιδόνα στον Βασιλιά, και με την οποία, για να διαλύση τη σύνοδο εκείνη, είχε οικονομικά2 αναφέρει ότι δεν συμφωνεί με τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, να διώξη με κάθε τρόπο τον Ηλία από την Αρχιεπισκοπή.
Ο Όλυμπος έφθασε με μεγάλη βασιλική στρατιωτική δύναμι και αφού εχρησιμοποίησε πολλούς τρόπους και τεχνάσματα και παρουσίασε και την παραπάνω επιστολή, έδιωξε τον Ηλία από την Αρχιεπισκοπή και τον περιόρισε στον Αϊλά.
 Στο θρόνο των Ιεροσολύμων ανέβασε τον Ιωάννη, τον γυιο του Μαρκιανού, που συγκατατέθηκε να δεχθή επικοινωνία με τον Σεβήρο και να αναθεματίση τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Τούτο έγινε την πρώτη Σεπτεμβρίου, στην αρχή της δεκάτης Ινδικτιώνας.
Όταν ο αγιασμένος Σάββας και οι άλλοι πατέρες της ερήμου έμαθαν αυτά, συνάχθηκαν  και διαμαρτυρήθηκαν στον Ιωάννη να μη δε­χθή σε επικοινωνία τον Σεβήρο, αλλά να προκινδυνεύσει και να αγωνισθή υπέρ της Συνόδου της Χαλκηδόνας και ότι στον αγώνα αυτόν θα είναι όλοι σύμμαχοί του. Έτσι ο Ιωάννης όσα υποσχέθηκε στον δούκα Όλυμπο ότι θα τηρήση, τα παρέβη, εμπιστευόμενος περισσότερο τους πατέρες.
Ο Βασιλιάς Αναστάσιος, όταν έμαθε ότι ο Ιωάννης παρέβη τις συμφωνίες, εξεμάνει και αφού έδιωξε τον Όλυμπο, έστειλε τον νέο διοικητή του δουκάτου της Παλαιστίνης, τον Αναστάσιο τον γυιο του Παμφίλου, να πιέση και να πείση τον Ιωάννη να δεχθή σε επικοινωνία εκκλησιαστική τον Σεβήρο και να ανα­θεματίση τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας. Εάν δεν πεισθή, τότε να τον διώξη από τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο.
Όταν έφθασε στα Ιεροσόλυμα ο Αναστάσιος, πήγε αιφνιδιαστικά και συνέλαβε και έκλεισε στη φυλακή τον Αρχιεπίσκοπο. Όλοι οι κάτοικοι της αγίας πόλεως χάρηκαν γι’ αυτό, γιατί είχε γίνει προδότης και είχε επιβουλευθή τον Αρχιεπίσκοπο Ηλία. Κάποιος ονομαζόμενος Ζαχαρίας, άρχοντας της πόλεως Καισαρείας, έφυγε κρυφά από τη φρουρά και πήγε νύκτα στον Ιωάννη και τον συμβούλεψε και του είπε.
Εάν θέλης να πράξης σωστά και να μη στερηθής και την επισκοπή σου, πρόσεξε να μη σε πείση κανείς και δεχθής σε επικοινωνία τον Σεβήρο, αλλά να φανής ότι συμφωνείς με τον δούκα και να του πης ότι εδώ τώρα θα κάνης αυτά που σου προτείνει και δεν θα αλλάξης γνώμη, αλλά για να μη λέη ο κόσμος ότι τα πράττω αυτά από ανάγκη και βία, θα φύγω από εδώ και μετά δυο ημέρες που θα είναι Κυριακή, θα πράξω πρόθυμα όσα με διατάξης. Αφού ο δούκας πίστεψε στα λόγια αυτά, τον αποκατέστησε στον θρόνο του τον επισκοπικό.
Ο Αρχιεπίσκοπος όταν απολύθηκε, κάλεσε τη νύκτα όλο το σύστημα των μοναχών στην αγία πόλι. Ήλθαν από παντού. Μερικοί που εμέτρησαν το πλήθος, ανάγγειλαν στον Πατριάρχη ότι ήσαν περίπου δέκα χιλιάδες μοναχοί. Επειδή καμμιά άλλη εκκλησία δεν χωρούσε όλο αυτό το πλήθος, φάνηκε καλό να συναχθούν όλοι στον ναό του αγίου Στεφάνου, που μπορούσε να χωρέση όλο αυτό το πλήθος.
Συγχρόνως ήθελαν να συναντήσουν και τον Υπάτιο, τον ανεψιό του Βασιλιά, που μόλις είχε απολυθή από την αιχμαλωσία του Βιταλιανού και είχε έλθει στα Ιεροσόλυμα για να εκπληρώση κάποιο του τάξιμο. Συναθροίσθηκαν όλοι οι μοναχοί και οι πολίτες στον σεβάσμιο ναό που είπαμε, και ήλθε και ο Αναστάσιος ο δούκας και ο Ζαχαρίας ο άρχοντας. Μαζί με το πλήθος βρισκόταν και ο Υπάτιος στο σεβάσμιο ναό του αγίου Στεφάνου.
Ανέβηκε ο Πατριάρχης στον άμβωνα έχοντας μαζί του τον Θεοδόσιο και τον Σάββα, τους κορυφαίους και αρχηγούς όλων των μοναχών. Όλος ο λαός εφώναζε επί πολλές ώρες και έλεγε: Αναθεμάτισε τους αιρετικούς και βεβαίωσέ μας για τη Σύνοδο επικυρώνοντας τις αποφάσεις της. Χωρίς κανένα δισταγμό και καμμιά αναβολή και με κοινή συμφωνία και οι τρεις αναθεμάτισαν τον Νεστόριο και τον Ευτυχή, τον Σεβήρο και τον Σωτήριχο επίσκοπο Καισαρείας και Καππαδοκίας και όλους εκείνους που δεν δέχονταν τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας.
Αφού διακήρυξαν αυτά και οι τρεις και κατέβηκαν από τον άμβωνα, γύρισε ο αββάς Θεοδόσιος κι εφώναξε στο λαό και είπε: Όποιος δεν δέχεται τις τέσσερις Συνόδους όπως τα τέσσερα Ευαγγέλια, να είναι αναθεματισμένος.
Έτσι έγιναν αυτά. Τότε ο δούκας φοβήθηκε το πλήθος κι έφυγε στην Καισάρεια. Ο Υπάτιος έπεισε τους πατέρες και τους βεβαίωσε με όρκους ότι ήλθε εδώ χωρίς να δεχθή σε κοινωνία τον Σεβήρο, αλλά έσπευσε να αξιωθή της δικής τους κοινωνίας.
Προσέφερε δε στο ναό της Αναστάσεως εκατό λίτρες χρυσάφι. Επίσης έδωκε και στον Γολγοθά και στον τίμιο Σταυρό. Στους αββάδες Θεοδόσιο και Σάββα έδωσε άλλες εκατό λίτρες χρυσού, για να το μοιράσουν στους μοναχούς που ζούσαν ασκητικά στη χώρα.
Ο Βασιλιάς Αναστάσιος έμαθε τα όσα συνέβησαν στα Ιεροσόλυμα. Γι’ αυτό ετοιμαζόταν να έλθη με στρατιωτική δύναμι και να εξορίση τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη και τους πατέρες μας Σάββα και Θεοδόσιο, που ανέβηκαν μαζί του στον άμβωνα.
Μόλις αυτό έγινε γνωστό στα Ιεροσόλυμα, οι αρχηγοί των μοναχών και αγωνισταί της ευσεβείας και της ορθοδοξίας πρόμαχοι και στρατηγοί Θεοδόσιος και Σάββας, συνάθροισαν όλο το πλήθος των μοναχών της ερήμου. Κι όλοι ήταν μιας γνώμης. Να γράψουν στον βασιλιά επιστολή διαμαρτυρίας που ονομά­σθηκε δέησι.
Στην επιστολή αυτή έγραφαν τα εξής:
«Στον θεοφιλέστατο και εκ Θεού ευσεβέστατο Βασιλέα, τον φιλόχριστο αύγουστο και αυτοκράτορα Φλάβιο Αναστάσιο, δέησι και ικεσία των αρχιμανδριτών Θεοδοσίου και Σάββα κι όλων των ηγουμένων κι όλων των μοναχών, που κατοικούν στην αγία πόλι του Θεού και την έρημο που είναι γύρω από αυτή και τον Ιορδάνη.
 Ο παμβασιλεύς των απάντων Θεός και δεσπότης Ιησούς Χριστός, ο μονογενής υιός του Θεού, εμπιστεύθηκε τα σκήπτρα της βασιλείας πάντων μετά από τον εαυτόν του στην δύναμι και την εξουσία της θεοφιλίας σου, για να χαρίζη το μεγάλο αγαθό της ειρήνης, με τη δική σου ευσέβεια, σ’ όλες γενικά τις αγιώτατες εκκλησίες του, ιδιαίτερα επιθυμώντας να υπάρχη και να διασφαλίζεται το δώρο αυτό στη μητέρα των εκκλησιών την Σιών, στην οποία φανερώθηκε και συντελέσθηκε το της ευσεβείας μυστήριο για τη σωτηρία όλου του κόσμου. Γιατί από αυτή άρχισε και διαδόθηκε στα πέρατα της γης με το θείο και ευαγγελικό κήρυγμα, το φως που ανέτειλε σ’ αυτήν.
Την αληθινή και αφαντασίαστη πίστι και ομολογία αυτού του τιμιωτάτου και υπερφυσικού μυστηρίου του Χριστού, που αποκαλύφθηκε άνωθεν, την παραλάβαμε από την αρχή διά των αγίων και μακαριστών Αποστόλων και με τη δύναμι του τιμίου και νικοποιού Σταυρού και της Αγίας Αναστάσεως και τη χάρι που αναβλύζει από όλους τους αγίους και προσκυνητούς τόπους, την διαφυλάξαμε χωρίς κανένα τραύμα, άτρωτη και απαραχάρακτη εν Χριστώ όλοι όσοι αξιωθήκαμε να κατοικούμε σ’ αυτή την αγία γη.
 Και με τη χάρι του Θεού θα την διαφυλάξωμε και στο μέλλον, χωρίς να μας τρομάζη τίποτε απ’ όσα οι εχθροί της πίστεως μηχανεύονται. Ακολουθούμε πιστά τις αποστολικές παραινέσεις που μας λέγουν να μη περιφερώμαστε σε κάθε άνεμο της διδασκαλίας, που προέρχεται από τη δολιότητα των ανθρώπων και τις πανουργίες εκείνων, που με τα ψυχοφθόρα και απατηλά σοφίσματά τους εξαπατούν τους ακάκους και απλοϊκούς και με τις κακοδοξίες τους συνταράσσουν και νοθεύουν το καθαρό και άδολο νάμα της πίστεως.
Μέσα σ’ αυτή την αγία και αμώμητη πίστι, με τη χάρι του Θεού, γεννήθηκε και η δική σου φιλόχριστη βασιλεία και τράφηκε και αυξήθηκε, από του Θεού τη δύναμι, και όλη σχεδόν η υφήλιος την δέχθηκε, καθώς πιστεύομε.
Γι’ αυτό απορούμε πώς συνέβη, ώστε στους καιρούς της θεοφιλούς βασιλείας σου, να ξεχυθή τόσο μεγάλη ταραχή και τόσο μεγάλος κλονισμός στην αγία του Θεού πόλι Ιερουσαλήμ και να επεκταθή σε τέτοιο βαθμό, ώστε η μητέρα όλων των εκκλησιών η Σιών και ο ναός της αγίας του Θεού και Σωτήρος μας Αναστάσεως, που είναι το καταφύγιο και ο τόπος όπου βρίσκουν προστασία οι αδικούμενοι όλου του κόσμου και ζητούν σωτηρία, να καταντήση δημόσια αγορά και τόπος ακάθαρτος.
 Και ο επίσκοπός της (Ηλίας), που είναι εις τύπον και τόπον Χριστού, μαζί με τους λειτουργούς του αγίου Θυσιαστηρίου και όσους έλαβαν το μοναχικό σχήμα για να είναι μάρτυρες της αγγελικής ζωής στα μάτια των εθνικών και των Ιουδαίων και των Σαμαρειτών, που ξεπήγασε από αυτή την αγία Σιών και την προσκυ­νητή Ανάστασι, διώχνονται βίαια κι οδηγούνται σε βέβηλους κι ακαθάρτους τόπους συρόμενοι ανάμεσα στους δρόμους της πόλεως και αναγκάζονται να κάνουν και μερικές υποχωρήσεις στην πίστι.
Από αυτά όλα κι εκείνοι που έρχονται εδώ για να εκπληρώσουν κάποιο τους τάμα και να προσευχηθούν και να οικοδομηθούν πνευματικά, γυρίζουν στις πατρίδες τους πολύ σκανδαλισμένοι.
Ίσως ισχυρισθή κανείς ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε βάρος της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ για να διαφυλαχθή ακέραιη και ακριβής η πίστι.
Τίθεται όμως το ερώτημα. Η Ιερουσαλήμ είναι το μάτι και το φως όλης της οικουμένης, που από αυτή δέχθηκε τον ευαγγελικό λόγο, σύμφωνα με το προφητικό εκείνο χωρίο που λέει ότι εκ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ3.
Οι κάτοικοί της ψηλαφούν την αλήθεια με τα ίδια τους τα χέρια, μπορεί να πη κανείς, βλέποντας συνεχώς τους αγίους και σεβάσμιους τόπους, όπου πραγματοποιήθηκε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του μεγάλου Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Πώς, λοιπόν, μετά από πεντακόσια και περισσότερα χρόνια από τότε που φανερώθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, θα μάθουμε την πίστι από άλλους εμείς οι Ιεροσολυμίτες;
Γι’ αυτό πρέπει να μάθης και να γνωρίσης πολύ καλά, ότι η διόρθωσι δήθεν που επιχειρείται τώρα στην πίστι του Χριστού, που μας παραδόθηκε ανόθευτη, δεν είναι του αληθινού Χριστού αλλά του αντιχρίστου, που προσπαθεί να διαταράξη την ένωσι και την ειρήνη των εκκλησιών του Θεού και να γεμίση τα πάντα με ταραχή και ακαταστασία.
Όλων αυτών των κακών αρχηγός και πρώτος εργάτης, από την αρχή μέχρι τώρα, είναι ο Ακέφαλος και Αποσχίτης Σεβήρος, που για καταστροφή της δικής του ψυχής και της κοινής πολιτείας των Χριστιανών, έγινε Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας, κατά παραχώρησι Θεού και για τις δικές μας αμαρτίες.
Αυτός αναθεμάτισε τους αγίους μας πατέρες, που μας παρέδωκαν την αποστολική πίστι, που καθο­ρίσθηκε δογματικά από τους πατέρες της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, που συγκεντρώθηκαν στη Νίκαια και με κάθε τρόπο την κατοχύρωσαν και με αυτή την πίστι φωτίζουν τους πάντες.
Την αναγνώρισι αυτού του Ακεφάλου και την εκκλησιαστική κοινωνία εμείς την αποφεύγουμε και την αρνούμαστε εξ ολοκλήρου.
 Παρακαλούμε και τη δική σου ευσέβεια να ελεήσης και λυπηθής την μητέρα όλων των εκκλησιών, τη Σιών, που υπερασπίζεται το αγαπημένο από το Θεό κράτος σου. Να την λυπηθής, γιατί με τόσο ταπεινωτικά μέσα εξευτελίζεται και πολιορκείται και να δώσης εντολή να εμποδισθή η φοβερή δοκιμασία που την απειλεί και που σαν βαρύτατος κι άγριος χειμώνας έρχεται εναντίον της.
Γνώριζε ακόμη, Βασιλιά, ότι εμείς όταν έχουμε να διαλέξουμε μεταξύ ζωής και θανάτου, για τα θέματα της πίστεως, μας είναι προτιμότερος ο θάνατος.
 Με κανένα τρόπο δεν δεχόμαστε να γίνουμε συμμέτοχοι ή να έχουμε επικοινωνία με τους εχθρούς της Εκκλησίας του Θεού και των ματαίων και καταραμένων δοξασιών τους.
Γιατί, με τη χάρι και τη βοήθεια του Θεού, κατέχουμε την αποστολική πίστι και σ’ αυτή μένουμε σταθεροί και εδραιωμένοι, και καυχώμαστε με την ελπίδα μας όλη στο Θεό ότι θα βρεθούμε και μέσα στη δόξα του. Όλοι μας, όσοι κατοικούμε στην άγια τούτη γη, έχουμε ένα φρόνημα και μία πίστι.
Τις άγιες τέσσερις οικουμενικές Συνόδους, που είναι ίσες στον αριθμό με τα τέσσερα Ευαγγέλια και γι’ αυτό έχουν ξέχωρα τιμηθή με την ίδια δόξα, μ’ ένα πνεύμα κι’ ένα φρόνημα, γεμάτοι χαρά τις δεχθήκαμε. Γιατί αυτές συγκροτήθηκαν με θεία έμπνευσι, σε διαφορετικούς καιρούς, για να αντιμετωπι­σθούν οι διάφορες πλάνες των αιρέσεων, που διαιρούν και κατακομματιάζουν την ενότητα της εκκλησίας.
Οι διαφορές που έχουν μεταξύ τους οι Σύνοδοι είναι μόνο στις λέξεις κι όχι στη δύναμι και στην αλήθεια, που είναι μία, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα άγια τέσσερα Ευαγγέλια.
Ψηλότερα απ’ όλες, που λάμπει με ιδιαίτερο φως, βρίσκεται η πρώτη, των τριακοσίων δέκα οκτώ αγίων πατέρων, που έγινε στη Νίκαια εναντίον του άθεου Αρείου. Ακολουθούν έπειτα οι άλλες τρεις Σύνοδοι. Των εκατόν πενήντα πατέρων που συγκροτήθηκε κατά του Πνευματομάχου Μακεδονίου.
Μετά η Σύνοδος της Εφέσου  κατά του επάρατου και ανθρωπολάτρη Νεστορίου.
Στην ίδια γραμμή ακολουθεί και η τετάρτη, που συγκροτήθηκε στη Χαλκηδόνα, για να επιβεβαιώση και κατοχυρώση τον ξεχωρισμό από την Εκκλησίαν και την καταδίκη του δυσσεβή Νεστορίου και να διώξη από τους κόλπους της και αναθεματίση τον ασεβή Ευτυχή.
Την μία και αποστολική αυτή πίστι που μας παραδόθηκε με τις τέσσερες αυτές οικουμενικές Συνόδους, δεχθήκαμε και μείς που κατοικούμε στην άγια αυτή γη, καθώς αναφέραμε και πιο πάνω.
Σ’ αυτή την πίστι είμαστε στηριγμένοι για πάντα. Και μ’ αυτούς που δεν πιστεύουν όπως εμείς και δεν πειθαρχούν στις αποφάσεις των Συνόδων αυτών, τίποτε δεν μπορεί να μας ενώση, έστω κι αν πρόκειται να συναντήσουμε μύριους θανάτους.
Για να πληροφορηθή καλλίτερα η δική σου εξουσία, στα πάρα πάνω προσθέτουμε τα εξής: Εμείς αναθεματίζουμε μαζί με κάθε αίρε­σι, που χωρίζει από τον Χριστό το Θεό μας, τον Νεστόριο και καθένα που έχει τα ίδια μ’ εκείνον φρονήματα.
Αυτοί πιστεύουν ότι ο ένας Κύριός μας Ιησούς Χριστός ο μονογενής υιός του Θεού, που σταυρώθηκε για μας, δεν είναι ένα, αλλά δύο πρόσωπα εξωτερικά ενωμένα και μιλάνε για δύο υιούς, ή χωρίζουν σε δύο διαφορετικά και εξωτερικά μέρη τις δύο φύσεις, που, καθώς εμείς πιστεύουμε, είναι ενωμένες με θεία ένωσι, που είναι αδύνατον να την εννοήσουμε, ασύγχυτα και αδιαίρετα. Αναθεματίζουμε ακόμα και κάθε άλλον που έχει τέτοιες ή όμοιες ιδέες, που φανερώνουν σύγχυσι του μυαλού τους.
Μαζί με τον Νεστόριο αναθεματίζουμε και τον Ευτυχή, που κηρύσσει ότι η ενανθρώπησι του Χριστού έγινε κατά φαντασίαν ή ότι εξετράπη η μία φύσι προς την άλλη της θεότητος και της ανθρωπότητος και επομένως υπάρχει μία φύσι, στο ένα και μοναδικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, που οι δύο αυτές φύσεις ενώθηκαν καθ’ υπόστασιν4 αδιαίρετα και ασύγχυτα.
Αυτή τη θεία ένωσι την ασύγχυτη και αδιαίρετη, ο Ευτυχής την αναθεμάτισε και την αρνήθηκε εντελώς. Μαζί μ’ αυτόν έχει κατά τον ίδιο τρόπο αναθεματισθή και ο Νεστόριος από τους αγίους Πατέρες, που αναφέραμε πιο πάνω.
Αυτή την έγγραφη πληροφορία και διαμαρτυρία ας την δεχθή με ευμένεια η γαληνότητά σου από την ταπεινότητα όλων μας.
Και ας δι­ατάξη να σταματήσουν τα κακά που κάθε μέρα επιχειρούνται και οι συνεχείς ακαταστασίες που προξενούνται στην αγία πόλι του Θεού και στον οσιώτατο αρχιεπίσκοπό μας Ιωάννη από τους εχθρούς της αληθείας, εν ονόματι δήθεν της δικής σου ευσέβειας.
Ας πεισθή δε η δική σου εξουσία και μεγαλειότητα, ενώπιον του Θεού και των αγίων αγγέλων το διακηρύσσουμε, ότι κατ’ ουδένα τρόπο ή λόγο θα δεχθούμε ένωσι με τους Αποσχίστες, που αναφέραμε πρωτίτερα, χωρίς νόμιμη και κανονική κρίσι, ούτε θα συγκατατεθούμε σε οποιαδήποτε καινοτομία, που θα επιχειρηθή να εισαχθή στην πίστι, ούτε πρόκειται να δε­χθούμε οποιοδήποτε πρόσωπο από τους Ακέφαλους, σ’ οποιοδήποτε καιρό και δια της βίας θα χειροτονηθή Αρχιεπίσκοπος.
Αν κάτι τέτοιο συμβή για τις αμαρτίες μας, πληροφορούμε την ευσέβειά σου ενώπιον της αγίας και ομοουσίου Τριάδος, ότι τα αίματα όλων μας θα χυθούν και οι άγιοι τόποι θα παραδοθούν στη φωτιά προτού συμβή κάτι τέτοιο στην αγία τούτη πόλι του Θεού.
Γιατί ποιο είναι το όφελος να έχουν την ψιλή ονομασία «άγιοι τόποι», ενώ με τέτοιον τρόπο εξουσιάζονται και ατιμάζονται; Η ειρήνη όμως του Θεού, που υπερέχει πάντα νου, θα φρου­ρήση την αγία του Εκκλησία και θα σταματήση τα σκάνδαλα που έρχονται κατ’ επάνω της, με τη βοήθεια της δικής σου εξουσίας, για τη δόξα τη δική του και για καύχησι της θεοφιλούς βασιλείας σου».
Την ίδια διαμαρτυρία την έστειλαν οι πατέρες μας και στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη, που διαδέχθηκε τον Τιμόθεο που εν τω μεταξύ είχε πεθάνει.
Αυτή τη διαμαρτυρία την έλαβε ο βασιλιάς Αναστάσιος. Επειδή όμως είχε πολλές ενοχλήσεις από τα βαρβαρικά στίφη του Βιταλια­νού, σκέφθηκε και αποφάσισε, για να ησυχάσουν τα πράγματα, να μη διώξη από τον θρόνο των Ιεροσολύμων τον Ιωάννη5.

_____________________________________________________________________________

 1.Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος του 431 μ.Χ.
 2.Για λόγους πρακτικούς και για να αποφύγη μεγαλύτερα δεινά χρησιμοποίησε αυτή τη φράσι, κατά οικονομία.
 3.Ησ. β’ 3
 4.Δύο φύσεις ενωμένες στο ένα πρόσωπο, την υπόστασι
 5.Κυρίλλου Σκυθοπολίτου, Βίος του οσίου Σάββα..., ένθ. αν., σ. 122-140

ΠΗΓΗ: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ – ΤΕΥΧΗ 12-13

impantokratoros.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_5400.html

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Πατριάρχης Αλεξανδρείας προς τον νέο Κόπτη Πατριάρχη: Ορθόδοξη Μήτρα και ..«Άξιος»! Απλή ευγένεια ή πνευματική προδοσία; Κωσταντίνος Μαυρομουστακάκης

Πατριάρχης Αλεξανδρείας προς τον νέο Κόπτη Πατριάρχη: Ορθόδοξη Μήτρα και ..«Άξιος»! Απλή ευγένεια ή πνευματική προδοσία; 

Κωσταντίνος Μαυρομουστακάκης  Θεολόγος

Εάν το μήνυμα του οικουμενικού μας  Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον νέο Κόπτη Πατριάρχη Θεόδωρο Β΄,  μπορεί να μας προβληματίζει ως προς την πιθανή αποδοχή των Μονοφυσιτών ως Εκκλησία με Αποστολική διαδοχή, τι θα λέγαμε για την υπερβολική πρωτοβουλία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεοδώρου Β΄, όταν ευρισκόμενος στην τελετή ενθρονίσεως του Μονοφυσίτη Πατριάρχη, κρατώντας μια Ορθόδοξη Μήτρα στα χέρια, φώναξε «Άξιος» τρεις φορές; 
Παλαιότερα ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας  κ.κ. Παρθένιος Γ΄ είχε πει στον Μονοφυσίτη Πατριάρχη κ.κ. Σενούτα Γ΄ τη φράση «είσαι ο πνευματικός μου»  και αντίστοιχα στους Κόπτες ότι «είμαστε μειονότητα και μας φιλοξενείτε» ξεχνώντας την μεγαλοπρεπή ιστορία του θρόνου της Αλεξάνδρειας.
Ο Κόπτης Πατριάρχης  κ.κ.  Σενούτα αρνήθηκε την θέωση, την ευχαριστία και άλλα πολλά ορθόδοξα δόγματα, που δεν είναι του παρόντος  να τα αναλύσουμε λεπτομερώς, όπως φαίνεται από τα γραπτά του.
Ήρθαμε λοιπόν τώρα και στο πιο τραγικό: Ο νυν Αλεξανδρείας να φωνάξει «Άξιος» στον νέο Κόπτη Μονοφυσίτη Πατριάρχη.  Πρόκειται γιά  ευγένεια ή για πνευματική προδοσία;  Σίγουρα αποτελεί  προσβολή στην Ορθόδοξη Παράδοση και στο αξίωμα του Επισκόπου.
 Μήπως ο κ.κ. Θεόδωρος  δέν διάβασε  ή δεν άκουσε τον Κόπτη επίσκοπο Μούσσα όταν ευχαρίστησε δημοσίως τους Μουσουλμάνους διότι απελευθέρωσαν  τους Κόπτες από το Βυζαντινό ζυγό; (!!!) 
Μήπως δεν ενημερώθηκε για τον ρόλο των Κοπτών στην τραγική πτώση της Αλεξανδρείας στα χέρια των Αράβων εισβολέων το 641μ.Χ;
Μήπως δεν άκουσε ο άγιος Αλεξανδρείας το περίφημο τρισάγιο των Μονοφυσιτών που είναι πέρα γιά πέρα αιρετικό; Πρόκειται για την Αίρεση του Θεοπασχιτισμού. Λέει το κοπτικό τρισάγιο (Άγιος ό Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος Αθάνατος ο σταυρωθείς  δι ημάς,  ελέησον ημάς)!
Γιατί αυτή η ανοχή των Αγίων Πατριαρχών Αλεξανδρείας στις αιρετικές πλάνες και δοξασίες;
Πιστεύω ότι ένας από τους λόγους της μη μεταστροφής των Κοπτών Μονοφυσιτών στην Ορθοδοξία είναι ο δισταγμός του κάθε Έλληνα Πατριάρχη να κάνει, ειρηνικά ασφαλώς, ιεραποστολικό έργο ώστε να γνωρίσουν και οι Κόπτες την Ορθοδοξία και τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Γιατί κανένας Πατριάρχης ως τώρα δεν ακολούθησε το παράδειγμα του διωκόμενου Επισκόπου αγίου Νεκταρίου, ο οποίος φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα έφερε τέσσερεις Κόπτες μοναχούς να σπουδάσουν την Ορθόδοξη Θεολογία στη Ριζάρειο σχολή στα τέλη του 19ου αιώνα;
Ένας  μάλιστα από τους μοναχούς αυτούς ήταν καί ο μετέπειτα Πατριάρχης  κ.κ. Γιουσάμπ, ο οποίος επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια είχε αποκτήσει, αν και Κόπτης, Ορθόδοξο φρόνημα!
Φορούσε τα ράσα και την μήτρα των Ορθοδόξων, κήρρυτε την Ορθοδοξία και ήταν υπέρ της επιστροφής των Κοπτών σε αυτήν
Όμως φανατικοί Κόπτες τον απήγαγαν και τον έκλεισαν σε ένα μοναστήρι Κοπτών. Τον έβγαλε από το μοναστήρι ο πρόεδρος της Αιγύπτου Γανμάλ Αδβέλ Ελ Νάσσερ. Κοιμήθηκε πικραμένος διότι απέτυχε το σχέδιο επιστροφής των Κοπτών στην ορθοδοξία.  Γιατί δεν  βαδίζουν στα βήματα του νύν αρχιεπισκόπου Σινά κ.κ.Δαμιανού που έφερε  το 1980 Κόπτες  φοιτητές από την Αίγυπτο για να σπουδάσουν στις θεολογικές σχολές τών Αθηνών και της Θεσσαλονίκης;  
 Γιατί το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, παράλληλα με το θεάρεστο ιεραποστολικό έργο που επιτελεί στην Αφρική, δεν επιδεικνύει ανάλογο ενδιαφέρον και για τους  διψώντες και πεινώντες  γιά την Ορθοδοξία Κόπτες; Είναι καιρός ο κάθε Πατριάρχης Αλεξανδρείας να υπακούσει στην εντολή του Κυρίου «ευαγγελίζεσθε πάντα τα έθνη».
 Ένα από αυτά τα έθνη που χρειάζονται Επανευαγγελισμό είναι και το έθνος των Κοπτών, των 15.000.000 ανθρώπων. Θα ήταν ευχής έργον ο άγιος  Αλεξανδρείας να εμπνεόταν  από την γεμάτη αγάπη ποιμαντική του Αγίου Νεκταρίου ο οποίος αν και πτωχός σε υλικά αγαθά διέθεσε από το υστέρημα του για τις ορθόδοξες θεολογικές σπουδές των κοπτών φοιτητών. 
Έργο, που με αγάπη Χριστού επιτέλεσε και ο αρχιεπίσκοπος  Σινά κ.κ. Δαμιανός. Ένας  μάλιστα από τους Κόπτες που βοήθησε, είναι και ο πρώην προϊστάμενος των Κοπτών στην Αθήνα, πατήρ  Αθανάσιος Χενεΐν ο οποίος με τη χάρη του Τριαδικού Θεού και την πατρική αγάπη και υποστήριξη του Μητροπολίτου Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ, έλαβε το χρίσμα και εισήλθε, Ορθόδοξος πλέον ιερέας, στην Εκκλησία του Χριστού.
Καιρός λοιπόν αφύπνισης για τους εκπροσώπους των Πατριαρχικών θρόνων. Ο Θεός θα ζητήσει λόγο για αυτές τις 15.000.000 ψυχές που χάνονται στην πλάνη.
Πρέπει να ενεργοποιηθεί επιτέλους το ιεραποστολικό έργο της μεγάλης, των Πατέρων, Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας και προς τους Κόπτες.    
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_2233.html

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος ΣΤ'. Τελευταῖο

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος ΣΤ'. Τελευταῖο

5) Ἡ περί ἀποδοχῆς τῶν τεσσάρων μεταγενεστέρων τῆς ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀντίληψις τοῦ Μητροπολίτου Bishoy, ἑρμηνεύουσα τάς σχετικάς παραγράφους τῶν Κοινῶν Δηλώσεων, δέν ἐκφράζει τήν Ὀρθόδοξον συνοδολογίαν καί ἐκκλησιολογίαν. Θά ἀναφερθῶμεν λεπτομερέστερον εἰς ὅσα ὑπεστήριξε:

α) Ἐκφράζει κατ’ ἀρχήν τόν ἑξῆς προβληματισμόν: «Ὅταν ἀντιμετωπίζωμεν τό ζήτημα τῶν τεσσάρων τελευταίων συνόδων τῶν Ὀρθοδόξων, πῶς δυνάμεθα νά τό θεωρήσωμεν ἀπό κοινοῦ μακράν τῶν καταδικῶν τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν εἰς τούς πατέρας καί τάς συνόδους τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων;»30
Γνωρίζομεν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία δέν διαχωρίζει τήν διδασκαλίαν τῶν συνόδων ἀπό τάς καταδίκας, τάς ὁποίας ἐπέβαλον αὗται εἰς πρόσωπα μέ διδασκαλίαν ἀντίθετον πρός τήν ἰδικήν των. Μονομερής τυχόν ἀποδοχή τῆς διδασκαλίας μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου (βεβαιωμένης οὔσης ὡς τοιαύτης ὑπό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος) χωρίς τῶν σχετικῶν πρός τήν διδασκαλίαν αὐτήν καταδικῶν, πέραν τοῦ ὅτι ἀποτελεῖ εὐθεῖαν ἄρνησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὡς ἀλαθήτου κριτηρίου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, δύναται εὐχερῶς νά ἀποδειχθῇ ὅτι ὀφείλεται εἰς δογματικήν πλάνην.
Θεωροῦμεν ὅτι ἡ μεθοδολογία πού ἐκφράζεται διά τοῦ ἀνωτέρω ἐρωτήματος τοῦ Μητροπολίτου δέν συνάδει πρός τήν κληρονομηθεῖσαν ὑπό ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Δογματικαί ἀποφάνσεις καί καταδίκαι προσώπων δι’ ἄρνησιν τῶν ἀποφάνσεων αὐτῶν ἦσαν παράλληλοι.

β) Σημειώνει πάλιν συναφῶς: «Δέν εἶναι ὁ ἀριθμός τῶν συνόδων, ὅστις δύναται νά φέρῃ ἑνότητα, ἀλλά ἑνότητα δύναται νά φέρῃ ἡ ὁμολογία τῆς αὐτῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ἡ ἀπόρριψις τῶν αὐτῶν διδασκάλων τῆς αἱρέσεως»31.
Ἀναμφιβόλως, ἡ ὁμολογία τῆς αὐτῆς πίστεως καί ἡ ἀπόρριψις τῶν αὐτῶν αἱρεσιαρχῶν δύναται νά φέρῃ τήν ἐκκλησιαστικήν ἑνότητα, ὅπως εὐστόχως παρατηρεῖ.
Ἀλλά τοῦτο ἀκριβῶς ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἀναγνώρισιν καί ὁμολογίαν ἁπασῶν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Θεωροῦμεν τήν συναρίθμησιν τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων (καί τῶν μετά ταύτας ἁγίων καί ἱερῶν Συνόδων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) ὅρον ἀπαράβατον διά τήν ἐπίτευξιν τῆς ποθουμένης ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος.

γ) Ἑρμηνεύων, τέλος, τήν ὀγδόην παράγραφον τῆς Β΄ Κοινῆς Δηλώσεως, παρατηρεῖ περί τῶν τελευταίων τεσσάρων συνόδων τῶν Ὀρθοδόξων: «ἐφ’ ὅσον αὗται ἑρμηνεύονται ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων ἀκολούθως πρός τάς θεολογικάς συμφωνίας [σ.σ. τάς Κοινάς Δηλώσεις], οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι ἀνταποκρίνονται θετικῶς εἰς τήν Ὀρθόδοξον ἑρμηνείαν. Ὅσον ἀφορᾶ π.χ. τήν σύνοδον τῆς Χαλκηδόνος, εἶναι δύσκολον διά τούς Ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους νά ἀποδεχθοῦν τήν σύνοδον ὡς αὕτη κατενοήθη εἰς τό παρελθόν.
Ἐν ὄψει ὅμως τῆς ἄρσεως τῶν καταδικῶν τῶν ἐπιβληθεισῶν εἰς πατέρας καί συνόδους τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων καί δεδομένων τῶν ἀποφάσεων καί τῶν θεολογικῶν ἐκφράσεων τῆς δευτέρας συνόδου τῆς Κων/πόλεως τοῦ 553 ... αἱ λοιπαί ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, ὡς ἡ καταδίκη τοῦ Εὐτυχοῦς καί τῆς αἱρετικῆς του διδασκαλίας, ὑπῆρξαν ἀπαραίτητοι διά τήν προάσπισιν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Τοῦτο αὐτό ἀπεφασίσθη καί ὑπό τῶν ἑπομένων [σ.σ. τῆς συνόδου τῆς Χαλκηδόνος] συνόδων τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων»32.
Κατ’ ἀρχήν, ὡς τουλάχιστον κατανοοῦμεν τήν ὀγδόην παράγραφον τῆς Β΄ Δηλώσεως, δέν προτείνεται ἑρμηνεία τῶν μεταγενεστέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῶν συνόδων ἐπί τῇ βάσει τῶν θεολογικῶν ἀπόψεων τῶν Κοινῶν Δηλώσεων. Ἡ ἐν λόγῳ παράγραφος ὁμιλεῖ διά συγκαταβατικήν ἐκ μέρους τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἀποδοχήν τῆς ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων ἑρμηνείας τῶν μεταγενεστέρων τῆς Δ΄ Συνόδων ὡς ἑρμηνείας αὐτῶν μόνων τῶν Ὀρθοδόξων, οὐχί δέ καί αὐτῶν τούτων τῶν Ἀντιχαλκηδονίων.
Πέραν τούτου, ἡ Ὀρθόδοξος ἑρμηνεία τῶν Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ καί Ζ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων δέν εὐνοεῖ τήν μερικήν ἀποδοχήν τῆς Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤτοι τήν καταδίκην μέν τοῦ Εὐτυχοῦς καί τῆς διδασκαλίας του, ἀμνήστευσιν δέ τοῦ Διοσκόρου Ἀλεξανδρείας καί τῶν ὀπαδῶν του. Ὁλόκληρος ἡ θεολογική διεργασία κατά τόν 6ον καί 7ον αἰῶνα, μέ κορυφαίας ἐκφράσεις της τήν Ε΄ καί τήν ΣΤ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον, σημαίνει τήν θεολογικήν τεκμηρίωσιν καί αὐτῆς ταύτης τῆς καταδίκης τῶν διδασκάλων καί τῶν συνόδων τῆς διοσκορείου καί σεβηριανῆς παρατάξεως ὡς αἱρετικῶν. Συνελθόντι εἰπεῖν, δέν ὑπάρχει Ὀρθόδοξος ἑρμηνεία τῶν μεταγενεστέρων τεσσάρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἡ ὁποία νά δικαιολογῇ τήν μερικήν ἀποδοχήν των.

6) Ὅσον ἀφορᾶ τόν χαρακτηρισμόν τῶν ἑκατέρωθεν διδασκάλων ὡς τοπικῶν ἁγίων ἐν περιπτώσει ἐννοεῖται ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως, οὕτως ὥστε νά μή ὑποχρεοῦνται οἱ πιστοί τῆς ἑτέρας πλευρᾶς νά τούς τιμοῦν, θεωροῦμεν ὅτι ἡ μεθόδευσις αὕτη εἶναι ἀπολύτως ἀνοίκειος πρός τήν ἐμπειρίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Γράφει ὁ Μητροπολίτης κ. Bishoy: «Ὅσον ἀφορᾶ τούς ἁγίους ἑκατέρας πλευρᾶς, αὐτοί θά θεωρῶνται ὡς τοπικοί ἅγιοι, ἀποδεκτοί ὑπό τῆς ἑαυτῶν (ἐκκλησιαστικῆς) οἰκογενείας»33.
Καθ’ ἡμᾶς ὅμως τούς Ὀρθοδόξους, οἱ ἅγιοι μιᾶς τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐνίοτε ἐντελῶς ἄγνωστοι εἰς τό πλήρωμα τῶν λοιπῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τιμῶνται ὡς ἅγιοι ὑφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας34.
 Εἶναι ἀδιανόητον νά ὑποστηρίζηται ὅτι ἐν τῇ ἐνδεχομένῃ ἀποκαταστάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος θά ὑπάρχουν ἅγιοι, τῶν ὁποίων ἡ τιμή θά εἶναι προαιρετική διά μέρος τι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.

* * *

Δι’ ὅσων ἀνωτέρω ἀνεπτύχθησαν, ὑπεδείξαμεν τήν ὑφισταμένην εἰσέτι διαφοράν εἰς τήν Χριστολογικήν Πίστιν μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, ἐπειδή ἐπιθυμοῦμεν μίαν ἀληθῆ ἕνωσιν. Ἐκφράζομεν τήν ἄποψιν ὅτι διά νά γίνῃ θεαρέστως ἡ εὐκταία ἐκκλησιαστική ἕνωσις καί νά ὑπάρξῃ ἀληθής καί μόνιμος ἑνότης Πίστεως, πρέπει ὑπό τῶν ἀντιχαλκηδονίων θεολόγων καί τῶν πιστῶν νά γίνῃ κατανοητόν ὅτι ἡ εὐσεβής διάθεσις πρός ἕνωσιν μετά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θά εὕρῃ τήν καταξίωσίν της ἐφ’ ὅσον Χάριτι Χριστοῦ ὁμολογηθοῦν ἄνευ ἑρμηνευτικῶν δηλώσεων αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ καί Ζ΄ ὡς ἅγιαι καί Οἰκουμενικαί, γίνουν ἀποδεκταί αἱ Χριστολογικαί διατυπώσεις τῶν
Οἰκουμενικῶν αὐτῶν Συνόδων καί ἀναθεματισθῆ ἡ ἀντίθετος πρός αὐτάς διδασκαλία τῶν ἀντιχαλκηδονίων διδασκάλων.

Ἀντιλαμβανόμεθα τήν δυσκολίαν. Θέλομεν νά πιστεύωμεν ὅτι δέν εἴμεθα ἀκρίτως ὑπερβολικοί, οὔτε ἀφρόνως σκληροί, ἀπαιτοῦντες τήν τοιαύτην ἀκρίβειαν περί τό δόγμα. Αὕτη εἶναι ἡ παράδοσις τῶν παλαιοτέρων Πατέρων καί τῶν πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὁ Μέγας Βασίλειος διά τήν ἐπιστροφήν τῶν Ὁμοιουσιανῶν ζητεῖ τήν ἐκ μέρους των ἀποδοχήν τῆς Πίστεως τῆς Νικαίας καί «τό μή δεῖν λέγεσθαι κτῖσμα τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, μηδέ κοινωνικούς αὐτῶν εἶναι τούς λέγοντας» (Ἐπιστολαί 128, 113, 114).
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐπίσης ἐζήτει παρά τῶν ἐπιστρεφόντων εἰς τήν κοινωνίαν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τήν ἀποβολήν τῶν ἡμιαρειανικῶν διατυπώσεων (Ἐπιστολή περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμήνῳ τῆς Ἰταλίας..., παράγρ. 40. 3-5 καί Τόμος πρός Ἀντιοχεῖς, PG 29, 797-800).
 Ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐζήτησε ἀπό τόν Ἰωάννην Ἀντιοχείας, προκειμένου νά ἀποκατασταθῇ ἡ μεταξύ των ἑνότης, νά δεχθῇ τήν Γ΄ ἐν Ἐφέσῳ Σύνοδον ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς: τήν καταδίκην (ἀναθεματισμόν) τοῦ Νεστορίου, τήν χειροτονίαν τοῦ Μαξιμιανοῦ Κων/πόλεως (διαδόχου τοῦ Νεστορίου) καί τά ΙΒ΄ Κεφάλαια. Ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, προκειμένου νά δεχθῇ εἰς κοινωνίαν τόν Θεοδώρητον Κύρου, ἀπῄτησε ἀπό αὐτόν νά ἀναθεματίσῃ τόν Νεστόριον, ὡς ἀπόδειξιν ὅτι φρονεῖ ὀρθοδόξως.
Καί οἱ μεταγενέστεροι Ὀρθόδοξοι Πατέρες ἠκολούθησαν τήν ἰδίαν τακτικήν (ὅπως π.χ. ὁ Μέγας Φώτιος διά τήν ἐπιστροφήν μέρους τῶν Ἀρμενίων τόν 9ον αἰῶνα, βλ. Ἐγκύκλιος Ἐπιστολή πρός τούς τῆς Ἀνατολῆς Θρόνους).
Πιστεύομεν ἐπίσης ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἀκριβείας περί τήν Πίστιν δέν σημαίνει ὅτι ἔχομεν λησμονήσει τήν εἰρηνευτικήν τακτικήν κορυφαίων Ἁγίων Πατέρων, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου φερ’ εἰπεῖν ἤ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
Τήν τοιαύτην τακτικήν ἤσκησαν οἱ Πατέρες, ὁσάκις ὅμως ἡ διαφορά δέν ἦτο περί τήν Πίστιν ἀλλά περί τήν χρησιμοποιουμένην ὁρολογίαν. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος εἰς τήν Σύνοδον τοῦ 362 ἦρε τάς παρεξηγήσεις περί τήν χρησιμοποιουμένην τριαδολογικήν ὁρολογίαν μεταξύ Ἀνατολικῶν καί Δυτικῶν, ἦτο ἀνυποχώρητος εἰς τήν ἀξίωσίν του νά ὁμολογῆται ἡ πίστις τῆς Νικαίας καί νά διαφυλαχθῇ ἡ ὁρισθεῖσα ὑπ’ αὐτῆς ὁρολογία τοῦ ὁμοουσίου.
Συμπερασματικῶς, λοιπόν, θεωροῦμεν ὅτι:

α) μεταξύ Ὀρθοδόξου καί ἀντιχαλκηδονίου Χριστολογίας ὑφίσταται οὐσιαστική δογματική διαφορά, τήν ὁποίαν οὐδείς δύναται να παραβλέψῃ ἤ συγκαλύψῃ χωρίς κίνδυνον ἐκτροπῆς ἀπό τήν Ὀρθοδοξίαν. Ἡ διαφορά αὕτη ἔγκειται εἰς τήν ὁμολογίαν ἤ μή τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων.

β) αἱ ἐλλιπεῖς καί διφορούμεναι ἐκφράσεις τῶν ὑπαρχουσῶν Κοινῶν Δηλώσεων δέν βοηθοῦν εἰς τήν ἐπίτευξιν μιᾶς ἀληθοῦς ἐκκλησιαστικῆς ἑνώσεως. Ἀπαιτεῖται περισσοτέρα σαφήνεια, καί ἑπομένως κόπος, χρόνος καί θεολογική ἐμβάθυνσις. Περισσότερον δέ πάντων θερμή προσευχή πρός τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὅπως φωτίσῃ τάς διανοίας τῶν ἀντιχαλκηδονίων πιστῶν νά ἀποδεχθοῦν ὅτι ἀπομένουν καί ἄλλα βήματα πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, τά ὁποῖα καλοῦνται νά κάνουν πρός σωτηρίαν των καί δόξαν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.


 ____________________________________________________________________________

 30 «When we come to the issue of the four later councils of the Orthodox: How can we see it together, away from condemnations of the past against the fathers and councils of the Oriental Orthodox?» (Δαμασκός, 3/2/1998).

31 «It is not the number of Councils that can bring unity, but confessing thw same Orthodox faith and rejecting the same teachers of heresy that can bring unity» (Θεσσαλονίκη, 2 Ἰουνίου 2003, σελ. 4).

32 «...since they are interpreted by the Orthodox according to the theological agreed statements, the Oriental Orthodox responded positively to the Orthodox interpretation. Concerning for example the council of Chalcedon, it is difficult for the Oriental Orthodox to accept the council as it is stood in the past. But in view of removing all the condemnations against the fathers and councils of the Oriental Orthodox and by adding the decisions and theological expressions of the second council of Constantinople 553 A.D. ... other decisions of the council of Chalcedon such as the contemnation of Eutyches and his heretical teaching became necessary for the defense of Orthodox Faith. The same decision was made by the subsequent councils on the oriental Orthodox side» (Θεσσαλονίκη, 2 Ἰουνίου 2003, σελ. 3).

33 «Conserning Saints belonging to either side, they can be considered as local saints accepted by their own family» (Θεσσαλονίκη, 2-6-2003, σελ. 4).

34 Τοῦτο ἐμφαίνεται εἰς τούς ἐν χρήσει Συναξαριστάς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Βλ. καί Ἀνδρ. Ν. Παπαβασιλείου, Μητρῷον Ἁγιωνυμίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Λευκωσία 2004. 

Ἱερομόναχος Λουκᾶς Γρηγοριάτης

29 Ἰουνίου /11 Ἰουλίου 2004

Τέλος ΣΤ΄ Μέρους


Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
4η Δεκεμβρίου  2012

Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/bishoy_4.html

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος Δ'

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος Δ'

Εἶναι προφανής ἐν προκειμένῳ ἡ σύγχυσις καί ταύτισις τοῦ περιεχομένου τῶν ἐννοιῶν τῆς φύσεως καί τῆς ὑποστάσεως15. Διά τοῦτο (ὑπό μίαν χαρακτηριστικῶς ὑπονοουμένην, καθ’ ἡμᾶς αὐθαίρετον, διαφοροποίησιν ὑποστάσεως καί προσώπου) συμπεραίνεται ὅτι «οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκφράζουν τήν ἰδίαν πραγματικότητα, ὅταν ὁμιλοῦν διά μίαν σύνθετον φύσιν ἤ μίαν σύνθετον ὑπόστασιν».
Τό συμπέρασμα τοῦτο δέν ἀληθεύει. Εἶναι γνωστόν ὅτι καθ’ ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους αἱ φύσεις ἐν Χριστῷ δέν εἶναι ἐνούσιοι ὑποστάσεις, δηλαδή ἄτομα φύσεως καθώς ἀνορθοδόξως ὑπεστήριζεν ὁ Ἰωάννης Φιλόπονος16, ἀλλά ἐν ἀτόμῳ θεωρούμεναι φύσεις17 (ἐνυπόστατοι φύσεις).
 Ὁ Χριστός εἶναι μία σύνθετος ὑπόστασις (ἐνούσιος ὕπαρξις) καί ἐν αὐτῇ θεωροῦνται (ὑπάρχουν πραγματικῶς) δύο ἐνυπόστατοι φύσεις. Ὁ ὅρος ἐνυπόστατος φύσις ἐκφράζει ἐννοιολογικόν περιεχόμενον διάφορον ἐκείνου, τό ὁποῖον ἐκφράζουν οἱ ὅροι ἐξατομικευμένη ἤ προσωποποιημένη φύσις.
Ἡ ἐνυπόστατος φύσις εἶναι φύσις κατηγορουμένη πολλῶν ὑποστάσεων καί προσδιοριζομένη ὑπό τῶν οὐσιωδῶν αὐτῆς ἰδιοτήτων. Ἀντιθέτως ἡ ἐξατομικευμένη ἤ προσωποποιημένη φύσις σημαίνει ἐνούσιον ὑπόστασιν, διότι γράφει ὁ Μητροπολίτης Bishoy: «Ὁ ὅρος ὑπόστασις παρά τῷ ἁγίῳ Κυρίλλῳ σημαίνει πάντοτε τήν προσωποποιημένην φύσιν, τουτέστι τό πρόσωπον μετά τῆς ἀνηκούσης εἰς αὐτό φύσεως»18. Ὡς ἐνούσιοι ὑποστάσεις λοιπόν κατ’ αὐτόν, καί ὄχι ὡς ἐνυπόστατοι φύσεις, συμμετέχουν ἡ θεότης καί ἡ ἀνθρωπότης εἰς τήν σύνθετον ὑπόστασιν.
Τοῦτο καθίσταται ἐμφανέστερον καί ἐκ τοῦ κατωτέρω ἀποσπάσματός του: «Κατά τόν ἅγιον Σεβῆρον Ἀντιοχείας, μία ἀνθρωπίνη ὑπόστασις δύναται νά εἶναι μία ἐξατομικευμένη ἀνθρωπίνη φύσις καί ὄχι μία προσωποποιημένη φύσις.19 Διά τοῦτο εἶπεν ὅτι αἱ ὑποστάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων συνετέθη ὁ σεσαρκωμένος Λόγος, ‘διατηροῦνται ἀμειώτως καί ἀτρέπτως ἐν τῇ ἑνώσει.
 Ὅμως εἶναι ἀδύνατον νά ἀναγνωρισθῇ πρόσωπον δι’ ἑκάστην ἐξ αὐτῶν’. Ἐξήγησεν ὅτι τό πρόσωπον τῆς ὑποστάσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου μοιράζονται ἡ θεία ὑπόστασις καί ἡ ἀνθρωπίνη ὑπόστασις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ [σ.σ. ἡ ἔμφασις ἡμετέρα], διότι, καθώς εἶπεν, ‘αὗται δέν ἦλθον εἰς τήν ὕπαρξιν διῃρημένως ... Αὐτός εἶναι μία ὑπόστασις ἐκ δύο καί ἕν πρόσωπον ἀπό κοινοῦ καί μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη’». 20
Ἑπομένως, εἶναι καθοριστικῶς διάφορον τό νά κατανοῇ κάποιος Ὀρθοδόξως ἐν Χριστῷ δύο ἐνυποστάτους φύσεις, ἡνωμένας ἐν τῇ μιᾷ συνθέτῳ Ὑποστάσει τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου, ἀπό τοῦ νά πρεσβεύῃ σεβηριανῶς δύο ἐξατομικευμένας φύσεις (λέγε ὑποστάσεις) ἡνωμένας εἰς μίαν σύνθετον ὑπόστασιν, ἤ νά θεωρῇ ἐν Χριστῷ μίαν θεανθρωπίνην φύσιν ἀναλογοῦσαν [«προσωποποιημένην ἐν τῷ Λόγῳ καί ὄχι ἐν Τριαδικῇ σημασίᾳ»21] εἰς τήν μίαν Αὐτοῦ σύνθετον ὑπόστασιν.
Εἰς τήν πρώτην περίπτωσιν ὁ Χριστός ὀρθοδόξως ὁμολογεῖται ἀληθῶς Θεός καί ἄνθρωπος ὁ αὐτός, ἐπειδή εἶναι ὅλος Θεός μετά τῆς ἀνθρωπότητος διά τήν θεότητα καί ὅλος ἄνθρωπος ὁ αὐτός μετά τῆς θεότητος διά τήν ἀνθρωπότητα˙ καί τοῦτο χάρις εἰς τήν ἀντίδοσιν τῶν ἰδιωμάτων, ἡ ὁποία ὀρθοδόξως νοεῖται ἐν τῇ ὑποστάσει.
 Εἰς τήν δευτέραν περίπτωσιν ὁ Χριστός ψευδῶς ὀνομάζεται Θεός καί ἄνθρωπος˙ διότι πρῶτον, ἐάν τά ἐξ ὧν συνίσταται εἶναι ἐνούσιοι ὑποστάσεις, ἡ νεστοριανή διαίρεσις εἶναι πρόδηλος, ἡ ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων ἀδύνατος, καί ἐπαληθεύει ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅτι οἱ ἀπό Σεβήρου «μερικάς δογματίζουσιν οὐσίας» καί διά τοῦτο «τό τῆς οἰκονομίας συγχέουσι μυστήριον» (Περί αἱρέσεων, 83˙ βλ. καί Κατά Ἰακωβιτῶν, 9-11)˙ καί δεύτερον, ἐάν ἡ φύσις Του εἶναι ‘θεανθρωπίνη’ (ἡ ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων συντελεῖται μεταξύ τῶν φύσεων), οὔτε Θεός εἶναι ὁ Χριστός οὔτε ἄνθρωπος, καθόσον οὔτε ὁ Πατήρ οὔτε τό Πνεῦμα ἔχουν θεανθρωπίνην φύσιν οὔτε πάλιν ἡ Μήτηρ Του καί ἡμεῖς ἔχομεν φύσιν θεανθρωπίνην.
Ἐπιπλέον, δέν εἶναι οὔτε Θεός οὔτε ἄνθρωπος καί διά τόν λόγον ὅτι ἡ ‘θεανθρωπίνη φύσις’ ὡς ‘δεκτική’ τῶν ἀντιθέτων οὐσιωδῶν ἰδιοτήτων (κτιστόν καί ἄκτιστον, περιγραπτόν καί ἀπερίγραπτον κ.λπ.) εἶναι ὀντολογικῶς ἀνύπαρκτος καί διά τοῦτο ἡ ὁμολογία της συνιστᾶ ἀναίρεσιν τοῦ κατά Χριστόν Μυστηρίου (βλ. Διόσκορος καί Σεβῆρος..., ἔνθ’ ἀνωτ. σελ. 142-144).
Τό ὅτι δέ ὁ Μητροπολίτης Bishoy πρεσβεύει τοιαύτην ἐν Χριστῷ ‘θεανθρωπίνην φύσιν’ ἐμφαίνεται εἰς τό ἀκόλουθον ἀπόσπασμα: «ἡ μία σεσαρκωμένη φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου δέν εἶναι μία τρίτη φύσις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή ἡ φύσις εἶναι τό ἄθροισμα τῶν ἰδιοτήτων ἤ ποιοτήτων τῆς οὐσίας, καί, καθόσον αἱ δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ ἡνώθησαν ἀφύρτως καί ἀτρέπτως, ἡ σεσαρκωμένη φύσις εἶναι τό ἄθροισμα τῶν ποιοτήτων τῆς τε θεότητος22 καί τῆς ἀνθρωπότητος»23.
Ἄνευ οὐδενός σχολίου ἐπί τοῦ τόσον χαρακτηριστικοῦ αὐτοῦ ἀποσπάσματος, συμπεραίνομεν ὅτι ἡ «μία σεσαρκωμένη φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου» κατ’ οὐδένα τρόπον δύναται νά εἶναι ἀληθῶς φύσις (οὐσία δηλονότι, κατά ἐννοιολογικήν ταύτισιν οὐσίας καί φύσεως).
Ὡς ὀρθῶς περιγράφεται ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Χριστολογίας, ἡ «μία σεσαρκωμένη φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου» εἶναι ὑπόστασις (πρόσωπον, κατά ἐννοιολογικήν δηλαδή ταύτισιν τῆς ὑποστάσεως πρός τό πρόσωπον καί ὄχι τῆς φύσεως πρός τήν ὑπόστασιν), ἱκανή νά διασώζῃ τά χαρακτηριστικά ὑποστατικά της γνωρίσματα, διά τῶν ὁποίων διαφέρει τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος καί τῆς Μητρός καί ἡμῶν, καθώς καί τάς οὐσιώδεις ἰδιότητας ἑκατέρας φύσεως, διά τῶν ὁποίων ἑνοῦται μετ’ αὐτῶν.
Ὅπως ἐπιγραμματικῶς γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ Χριστός φέρει «τῆς θείας τοῦ Θεοῦ Λόγου υἱότητος τό χαρακτηριστικόν καί ἀφοριστικόν ἰδίωμα, καθ’ ὅ διακέκριται τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος, τά τε τῆς σαρκός χαρακτηριστικά καί ἀφοριστικά ἰδιώματα, καθ’ ἅ διαφέρει της τε μητρός καί τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, ... τά τῆς θείας φύσεως ἰδιώματα, καθ’ ἅ ἥνωται τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, καί τά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γνωρίσματα, καθ’ ἅ ἥνωται τῇ τε μητρί καί ἡμῖν»24.
β) Περί τῶν δύο θελημάτων καί ἐνεργειῶν.
Ἀναμφιβόλως, ἔχουν σημειωθῆ ὡρισμένα βήματα εἰς τήν κατεύθυνσιν τῆς ὁμολογίας δύο θελημάτων καί ἐνεργειῶν ὑπό τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, ἀλλά καί ἀπομένουν σοβαρά προβλήματα. Ὑποστηρίζεται εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Μόσχας ὅτι ἡ «Κοινή Δήλωσις ἔδωκε σαφεστάτην λύσιν τῆς διαμάχης περί τό θέλημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» διά τῆς συμφωνίας ὅτι αἱ φύσεις μεθ’ ὅλων αὐτῶν τῶν ἰδιοτήτων, περιλαμβανομένων τοῦ φυσικοῦ θελήματος καί τῆς φυσικῆς ἐνεργείας, ἡνώθησαν ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως.
Ὅμως, ὡς εὐστόχως ἔχει τονισθῆ ὑπό Ὀρθοδόξων θεολόγων, ἡ Κοινή Δήλωσις εἰς τό σημεῖον τοῦτο ἦτο ἀπό Ὀρθοδόξου ἐπόψεως ἐλλιπής, ἐφ’ ὅσον διελάμβανε ἁπλῶς περί τοῦ ὅτι ἡ ἄκτιστος θεία φύσις καί ἡ κτιστή ἀνθρωπίνη φύσις ἔχουν φυσικόν θέλημα καί φυσικήν ἐνέργειαν, ὄχι ὅμως καί περί τοῦ πῶς τελοῦν αἱ ἐνέργειαι καί τά θελήματα ἐν τῇ ἑνώσει τῶν φύσεων.
Διά τήν ὑπέρβασιν τῆς τοιαύτης ἐλλείψεως ἀναγκαίως προέβη ὁ Μητροπολίτης κ. Bishoy εἰς τάς ἑξῆς διευκρινίσεις: «τά δύο φυσικά θελήματα ἡνώθησαν ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως ἐν ἑνί προσώπῳ. Τά φυσικά θελήματα ἀμφοτέρων, τῆς τε θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος, συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει. Τό φυσικόν θέλημα ἐκφράζει τήν θελητικήν δύναμιν τῆς φύσεως»25.
Θά ἀνεμένετο διά τῶν ἐπεξηγήσεων τούτων, τοῦ ὁρισμοῦ δηλονότι τοῦ φυσικοῦ θελήματος ὡς θελητικῆς δυνάμεως τῆς φύσεως καί τῆς παραδοχῆς δύο φυσικῶν θελημάτων ἐν Χριστῷ, νά ὑπάρξῃ ὁριστική ὑπέρβασις τῆς διδασκαλίας τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας καί στοίχισις εἰς τήν Ὀρθόδοξον περί δύο θελημάτων διδασκαλίαν. Ἐν τούτοις πρέπει νά διευκρινήσωμεν ὅτι ὑπέρβασις τῆς σεβηριανῆς διδασκαλίας δέν διαπιστοῦται ἐκ τῶν τεσσάρων εἰσηγήσεων, καθόσον ὁμολογοῦνται μέν δύο φυσικαί θελήσεις, οὐχί ὅμως καί δύο φυσικά θελητά. Καί ἐξηγούμεθα.
Ἡ λέξις θέλημα εἶναι ὁμώνυμος˙ δύναται νά σημαίνῃ ἀφ’ ἑνός τήν θέλησιν (τήν φυσικήν θελητικήν δύναμιν) καί ἀφ’ ἑτέρου τό ἀποτέλεσμα τῆς θελήσεως (τό φυσικόν θελητόν). Βλ. Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περί τῶν δύο ἐν Χριστῷ θελημάτων, 21.
 Κατά τήν Ὀρθόδοξον Χριστολογίαν ὑπάρχουν ἐν Χριστῷ δύο φύσεις, ἀμφότεραι θελητικαί ὡς λογικαί φύσεις. Δύο ἑπομένως εἶναι αἱ φυσικαί θελήσεις, ἤτοι θελητικαί δυνάμεις, ἐπειδή αἱ δύο φύσεις διασώζουν ἐν τῇ ἑνώσει των τάς ἰδιότητάς των.
 Ὁ θέλων, ἤτοι ὁ σεσαρκωμένος Θεός Λόγος, εἶναι εἷς καθ’ ὑπόστασιν καί θέλει καθ’ ἑκατέραν τῶν φύσεων, διότι ὡς Θεός θέλει φυσικῶς τά θεῖα καί ὡς ἄνθρωπος ὁ αὐτός θέλει φυσικῶς τά ἀνθρώπινα. Ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχουν δύο φυσικά θελητά. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ὁμιλεῖ δι’ ἄλλο καί ἄλλο φυσικόν θελητόν, ἤτοι θέλημα26. Ἐκ τῶν δύο τούτων θελημάτων τό ἀνθρώπινον δέν εἶναι ὑπεναντίον ἀλλά ὑποτεταγμένον εἰς τό πανσθενουργόν θεῖον θέλημα.
Ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας, ἀντιθέτως, ἠρνεῖτο νά ἀποδώσῃ θελητικήν ἰδιότητα εἰς ἑκατέραν τῶν φύσεων καί ἑπομένως ὥριζε ἐν Χριστῷ ἕν σύνθετον θέλημα, ἀντιστοιχοῦν εἰς τήν κατ’ αὐτόν μίαν σύνθετον φύσιν ὑπόστασιν. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής παρατηρεῖ ὀρθῶς ὅτι ἕνωσις φύσεων εἰς μίαν σύνθετον ὑπόστασιν εἶναι δυνατή, ἕνωσις ὅμως θελημάτων εἰς ἕν σύνθετον θέλημα εἶναι ἀδύνατος, ἐπειδή «οὐδεμία τῶν ἐν ὑποκειμένῳ σύνθεσις»27. Ἡ ἕνωσις τῶν θελημάτων κατανοεῖται ὀρθοδόξως ὡς θέωσις τοῦ ἀνθρωπίνου θελήματος, λόγῳ τῆς περιχωρήσεως καί τῆς ἄκρας αὐτῶν συμφυΐας˙ ἡ δέ θέωσις ὁμολογουμένως δηλοῖ διά μιᾶς τό θεῶσαν καί τό θεωθέν, δύο δηλονότι θελήματα.
Κατόπιν τούτων, ἐξ ὅσων διαλαμβάνονται εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Μόσχας περί τοῦ ἑνός ἐν Χριστῷ προσωπικοῦ θελήματος, συμπεραίνομεν ὅτι δέν ὁμολογοῦνται δύο φυσικά θελητά. Γράφεται: «μέ τόν ὅρον προσωπικόν θέλημα ἐκφράζεται ἡ ἐπιλογή, τήν ὁποίαν κάνει τό πρόσωπον.
Ἐπειδή ὁ Ἰησοῦς Χριστός συνίσταται ἐξ ἑνός μόνον ἁπλοῦ ἐλευθέρου προσώπου. Διά τοῦτο Αὐτός πάντοτε εἶχε μίαν ἐπιλογήν, δηλαδή ἕν προσωπικόν θέλημα. Χάρις εἰς αὐτήν τήν ἐπιλογήν ἦτο ἕν μετά τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν θεότητά Του, ταυτοχρόνως δέ ἦτο ὑπήκοος τῷ Πατρί κατά τήν ἀνθρωπότητά Του»28.
Τό προσωπικόν θέλημα, εἰς τό ὁποῖον ἀναφέρεται ὁ Μητροπολίτης κ. Bishoy, εἶναι ὅ,τι τελικῶς ὁ Χριστός θέλει εἰς ἑκάστην περίστασιν, δηλαδή τό ἑκάστοτε θελητόν. Ὑποστηρίζει ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα προσωπικῆς ἐπιλογῆς, ἐπειδή ἐν Χριστῷ ὁ θέλων εἶναι τό πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Λόγου. Τοῦτο ὅμως σημαίνει ὅτι ὁ Λόγος ὡς πρόσωπον διαθέτει ἰδιότητά τινα, προαίρεσιν ἤ γνώμην λεγομένην. Ὅπερ ἐπί Χριστοῦ ἄτοπον, κατά τόν ἅγιον Μάξιμον τόν Ὁμολογητήν, διά τούς λόγους οἱ ὁποῖοι λεπτομερῶς καί βαθυστοχάστως ἀναπτύσσονται εἰς τήν Πρός Μαρῖνον ἐπιστολήν του. Ἐρανιζόμεθα ὡρισμένα στοιχεῖα:
Πρῶτον, κατά τήν Ὀρθόδοξον Χριστολογίαν δέν ὑπάρχει θελητόν ἐν Χριστῷ ὡς ἀποτέλεσμα σκέψεως, βουλεύσεως καί ἀποφάσεως, ἤτοι γνωμικόν ἤ προαιρετικόν θέλημα. Ἡ σκέψις καί ἡ μετ’ αὐτήν ἀπόφασις (ἐπιλογή, προαίρεσις, ἐκ τοῦ αἱρεῖσθαι τι πρό ἄλλου) σημαίνει ἄγνοιαν.
Ὁ Χριστός ὅμως δέν ἀγνοεῖ οὔτε ὡς Θεός οὔτε ὡς ἄνθρωπος. Καθό Θεός δέν βουλεύεται ὡς ἀγνοῶν, ἀλλά θέλει τά θεῖα αὐτεξουσίως καί παντοκρατορικῶς μετά τοῦ Πατρός καί τοῦ Πνεύματος. Καθό ἄνθρωπος θέλει φυσικῶς τά ἀνθρώπινα, ἀλλά ὑποτάσσει αὐτεξουσίως τό ἀνθρώπινον θέλημα εἰς τό θεῖον αὐτοῦ θέλημα. Ἑπομένως τό θελητόν τοῦ Κυρίου, εἴτε εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς παντουργοῦ θείας αὐτοῦ θελήσεως εἴτε ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ θελήσεως (παραχωρούσης τῆς θείας φύσεως εἰς τήν ἀνθρωπίνην νά θέλῃ τά ἑαυτῆς πρός πίστωσιν τῆς ἀληθοῦς ἐνανθρωπήσεως), εἶναι πάντοτε φυσικόν καί κατ’ οὐδένα τρόπον προσωπικόν.
Δεύτερον, δέν εἶναι δυνατόν ὁ Χριστός νά θέλῃ κατόπιν ἐπιλογῆς, ἤτοι προαιρέσεως, διότι τοῦτο σημαίνει ὅτι θά ἠδύνατο νά θέλῃ ἄλλοτε τό κατά φύσιν καί ἄλλοτε τό παρά φύσιν. Δηλαδή, εἴτε νά εἶναι ἐγκρατής τῶν παθῶν καί ἐκ προκοπῆς ἀγαθός εἴτε νά πράττῃ τό κακόν, ἀμφότερα ἄτοπα.
Καί τρίτον, ὁ Χριστός δέν ἔχει προσωπικόν ὑποστατικόν θέλημα, διότι θά εἶναι ἑτερόβουλος τοῦ Πατρός ὡς ἑτεροϋπόστατος, ὅπερ ἐπίσης ἄτοπον˙ τό θελητόν τῶν τριῶν θείων Προσώπων εἶναι ἕν διά τήν ταυτότητα τῆς φύσεως.
Συνάγεται ἑπομένως ὅτι ὁ σεσαρκωμένος Θεός Λόγος θέλει φυσικῶς καθ’ ἑκατέραν τῶν φύσεων καί διά τοῦτο ὑπάρχουν δύο φυσικά θελητά (ἤτοι θελήματα), ἐκ τῶν ὁποίων τό ἀνθρώπινον δέν εἶναι ὑπεναντίον ἀλλά ὑποτεταγμένον εἰς τό πανσθενουργόν θεῖον θέλημα. Ἡ περί προσωπικοῦ θελήματος ἐν Χριστῷ θέσις τοῦ Μητροπολίτου Bishoy εἰσάγει τόν μονοθελητισμόν, τόν καταδικασθέντα ὑπό τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὅσον ἀφορᾶ δέ τάς ἐν Χριστῷ ἐνεργείας, ὁ αὐτός ἅγιος Μάξιμος παρατηρεῖ, ὡς γνωστόν, ὅτι τόσον ἡ ἔκφρασις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου «μίαν δι’ ἀμφοῖν ἐπιδεδειγμένος ἐνέργειαν» ὅσον καί ἡ ἀντίστοιχος τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου «καινήν τινα θεανδρικήν ἐνέργειαν» εἶναι ἐκφράσεις δηλωτικαί τῶν δύο φυσικῶν ἐνεργειῶν ἐν Χριστῷ καί οὐδόλως μιᾶς συνθέτου ἐνεργείας.
Ἡ καυστική τομή καί ἡ τμητική καῦσις τῆς πεπυρακτωμένης μαχαίρας εἶναι ὅροι περιγράφοντες σαφῶς δύο ἐνεργείας, τῆς τομῆς καί τῆς καύσεως29. Διευκρινίζομεν ἀκολούθως ὅτι αἱ φύσεις ἐν Χριστῷ δέν ἐνεργοῦν διῃρημένως (τό ὁποῖον σημαίνει νεστοριανισμόν), ἀλλά διά τήν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσίν των ἑκατέρα ἐνεργεῖ τά ἑαυτῆς μετά τῆς θατέρου κοινωνίας. Ἐκ τούτου φαίνεται ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι ψιλός ἄνθρωπος ἤ γυμνός Θεός, ἀλλά Θεός ἐν ταυτῷ καί ἄνθρωπος ὁ αὐτός. Θαυματουργεῖ ἡ θεότης διά τῆς ἁφῆς τῆς χειρός τοῦ Κυρίου, ἤ πάσχει ἡ ἁγία αὐτοῦ σάρξ ζωοποιοῦσα τόν ἄνθρωπον. Ἡ ἴασις καί ἡ ζωοποίησις εἶναι ἐνέργειαι τῆς θεότητος ἐκδηλούμεναι διά σαρκός. Τό πάθος εἶναι ἐνέργεια τῆς σαρκός, πλήν τεθεωμένης καί ζωοποιοῦ.
γ) Περί τοῦ ὅρου «τῇ θεωρίᾳ μόνῃ».
Λόγῳ τῆς διαφοροποιήσεως τῆς σεβηριανῆς Χριστολογίας ἀπό τήν Ὀρθόδοξον εἰς τήν περιγραφήν τοῦ ὅρου «δύο ἐν Χριστῷ φύσεις», προφανής καθίσταται καί ἡ διαφορά εἰς τήν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου «δύο φύσεις τῇ θεωρίᾳ μόνῃ». Τό σχῆμα καί τό σχόλιον, τά ὁποῖα παρατίθενται εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Μόσχας, σελ. 6, καί εἰς τό κείμενον τοῦ Echmiadzin Ἀρμενίας, σελ. 10, δέν διευκρινίζουν ἄν πρόκειται διά σεβηριανήν ἤ διά Ὀρθόδοξον ἑρμηνείαν τοῦ ἐπιμάχου τούτου ὅρου. Ἤτοι, ἄν ὁ νοῦς διά ψιλῆς (ψευδοῦς) ἐπινοίας ἀναπλάσσει δύο φανταστικάς ἰδιοσυστάτους φύσεις καί θεωρεῖ αὐτάς ὡς δύο, ἀνυπάρκτους εἰς τήν ‘πραγματικήν’ κατάστασιν τῆς μιᾶς συνθέτου φύσεως, ἤ ἄν δι’ ἀληθοῦς ἐπινοίας ἀνασκοπεῖ τάς ὑπαρκτάς χάρις εἰς τήν Ὑπόστασιν τοῦ Λόγου δύο ἐνυποστάτους φύσεις. Βλ. περί τοῦ θέματος τούτου ἐκτενῆ ἀναφοράν εἰς τό βιβλίον μας «Διόσκορος καί Σεβῆρος ...», Ἅγιον Ὄρος 2003, σ. 151-171.


______________________________________________________________________________

Ὑποσημειώσεις

15
Δέν ἀναφέρομεν ἐνταῦθα, ὡς μή ἐμπλεκομένην, τήν ἐπίσης σεβηριανήν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου φύσις ὡς ποιοτήτων φυσικῶν μόνον ἄνευ τῆς ὑποκειμένης οὐσίας, τῆς ὁποίας τυγχάνουν ποιότητες. Μία τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ ὅρου ἦτο ὡς γνωστόν χρήσιμος εἰς τόν Σεβῆρον κατά τήν διαμάχην του μετά τῶν ἀρνουμένων δύο φύσεις καί δύο ἰδιότητας ἐν Χριστῷ ἀντιχαλκηδονίων, τήν παράταξιν τῶν ὁποίων ἀντιπροσωπεύει ἡ ἐπιστολογραφία τοῦ Γραμματικοῦ Σεργίου.

16 Πρβλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περί αἱρέσεων, 83:
«Οὐκοῦν ὡς ἐπί τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καί φύσιν αὐτῆς καί ὑπόστασιν ὁμολογοῦμεν, οὕτω δήπου καί ἐπί τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ, ὥσπερ φύσιν, οὕτω καί τήν ἰδικήν ταύτην ὑπόστασιν ὁμολογεῖν ἀνάγκη, ἵνα μή ἀνυπόστατον, ὅπερ εἴρηκα, τήν φύσιν ἐκείνην λέγειν ἀναγκαζώμεθα˙ ἕν γάρ δηλονότι τῶν ὑπό τήν κοινήν φύσιν τελούντων ἀτόμων τό τοῦ σωτῆρος ὑπῆρχε ἀνθρώπινον ...
Εἰ γάρ ἐν ταῖς ὑποστάσεσι –ταυτόν δέ εἰπεῖν ἐν τοῖς ἀτόμοις- ἑκάστη φύσις λαμβάνει τήν ὕπαρξιν, ἀνάγκη πᾶσα δύο τῶν φύσεων οὐσῶν δύο τοὐλάχιστον καί τάς ὑποστάσεις εἶναι, ἐν αἷς τήν ὕπαρξιν αἱ φύσεις ἔλαβον˙ ἀδύνατον γάρ φύσιν ὑποστῆναι καθ’ ἑαυτήν μή ἐν ἀτόμῳ θεωρουμένην, ἄτομον δέ ταυτόν εἶναι καί ὑπόστασιν ἀρτίως δεδείχαμεν. Ὥστε, ὅσοι μέν μή μόνον τήν ὑπόστασιν μίαν, ἀλλά καί τήν φύσιν διά τήν ἕνωσιν γεγονέναι φασί, σύμφωνοι καί ἑαυτοῖς καί τῇ ἀληθείᾳ φαίνονται, ὅσοι δέ τήν μέν ὑπόστασιν μίαν, τάς δέ φύσεις δύο φασίν εἶναι, καί ἑαυτοῖς ἀσύμφωνοι καί τῇ ἀληθείᾳ πεφήνασιν».

17 Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 55 :
«Ὁ οὖν Θεός Λόγος σαρκωθείς οὔτε τήν ψιλῇ θεωρίᾳ κατανοουμένην φύσιν ἀνέλαβεν (οὐ γάρ σάρκωσις τοῦτο, ἀλλ’ ἀπάτη καί πλάσμα σαρκώσεως) οὔτε τήν ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένην (οὐ γάρ πάσας τάς ὑποστάσεις ἀνέλαβεν), ἀλλά τήν ἐν ἀτόμῳ τήν αὐτήν οὖσαν τῷ εἴδει (ἀπαρχήν γάρ ἀνέλαβε τοῦ ἡμετέρου φυράματος), οὐ καθ’ αὑτήν ὑποστᾶσαν καί ἄτομον χρηματίσασαν πρότερον καί οὕτως ὑπ’ αὐτοῦ προσληφθεῖσαν, ἀλλ’ ἐν τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει ὑπάρξασαν».

18 «The term hypostasis for Saint Cyril meant always the personalised nature, i.e. the person together with the nature he possesed» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 2).

19 Ἐπί τό ἁπλούστερον: Ἡ ἀνθρωπότης ἐν Χριστῷ εἶναι ὑπόστασις καί ὄχι πρόσωπον κατά τόν Σεβῆρον Ἀντιοχείας. Πρέπει νά διευκρινίσωμεν ὅτι, ὡς ἐκ τῶν συμφραζομένων καί ἐκ τῆς σχετικῆς σεβηριανῆς διδασκαλίας προκύπτει, ‘ἐξατομικευμένη φύσις’ σημαίνει ὑπόστασιν καί ‘προσωποποιημένη φύσις’ σημαίνει πρόσωπον, τά ὁποῖα εἰς τήν σεβηριανήν διδασκαλίαν διαφοροποιοῦνται καθοριστικῶς.

20 «For Saint Severus of Antioch a human hypostasis can be an individuated human nature and not a personalized nature. That is why he said that the hypostases of which the incarnate Logos has been composed ‘are perceived irreducibly and unchangeably in the union. But it is not possible to recognize a prosopon for each of them’. He explained that the prosopon of the hypostasis of God the Word is shared by both the divine and the human hypostases of our Lord Jesus Christ, because as he wrote, ‘they did not come into being dividedly ... For he is one hypostasis from both, and one prosopon conjointly, and one nature of God the Word incarnate’» (Echmiadzin, Armenia, 5-10 Νοεμ. 2002, σελ. 12).

21 Βλ. διεξοδικήν ἀνασκευήν μιᾶς τοιαύτης θεωρήσεως ὑπό τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολο-γητοῦ ἐν τῇ ΙΓ΄ ἐπιστολῇ αὐτοῦ Πρός Πέτρον ἰλλούστριον, PG 91, 516-533.

22 Κατά τήν Ὀρθόδοξον Τριαδολογίαν, «οὐ χρή λέγειν ἐπί Θεοῦ ποιότητα, ἵνα μή σύνθετον αὐτόν εἴπωμεν ἐξ οὐσίας καί ποιότητος» (Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκθεσις ἀκριβής..., 13).

23 «The one incarnate nature of God the Word is not a third nature of Jesus Christ because the nature is the sum of the properties or qualities of the substance (essence) and since the two natures of Christ were united without mingling or change, than the incarnate nature is the sum of the qualities of both His divinity and His humanity» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 7).

24 Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκθεσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 51.

25 «The natural wills were united without confusion or separation in one person. The natural wills of both divinity and humanity continued to exist in the union. The natural will is an expression of the natural desire i.e. the desire of the nature» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 6).

26 Περί τῶν δύο ἐν Χριστῷ θελημάτων, 26. Βλ. τοῦ αὐτοῦ, Ἔκθεσις ἀκριβής..., 58, 59 καί 62.

27 Ἐγχειρίδια θεολογικά καί πολεμικά, PG 91, 76Α.

28 «The personal will is an expression of the decision i.e. the decision of the person. Since Jesus Christ is composed only of one simple free person (prosopon). This is why He always had one decision i.e. one personal will. In this decision He was one with the Father and the Holy Spirit according to His divinity, at the same time He was obedient to the Father according to His humanity» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 6).

29 Περί διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1056-1060.

 Τέλος Δ΄ Μέρους

Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
2 Δεκεμβρίου 2012

Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/bishoy.html

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μέρος Γ'

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων

Μέρος Γ'
 
 3) Ὁπωσδήποτε ἐν προκειμένῳ οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι θά προβάλουν τήν ἔνστασιν, ὅτι δέν ὑφίσταται λόγος νά ἀποδεχθοῦν τάς κατά τῶν διδασκάλων των καταδίκας, ἐπειδή οὔτε ὁ Ἀλεξανδρείας Διόσκορος οὔτε ὁ Ἀντιοχείας Σεβῆρος ἀρνοῦνται δύο φύσεις καί κατ’ ἐπέκτασιν δύο ἐνεργείας καί θελήσεις ἐν Χριστῷ, ἀλλά ἀρνοῦνται δύο διῃρημένας φύσεις, αὐτονόμως καί κεχωρισμένως ἐνεργούσας, ἤτοι τόν νεστοριανισμόν.
Ὑπεστηρίχθη προσφάτως εἰς Θεσσαλονίκην διά δύο διδακτορικῶν διατριβῶν ὅτι ὁ Ἀλεξανδρείας Διόσκορος καί ὁ Ἀντιοχείας Σεβῆρος δέν ἠρνοῦντο τάς δύο φύσεις ἐν Χριστῷ. 
Δημοσιεύσαμεν τήν ἐπί τῆς ἀπόψεως αὐτῆς κριτικήν μας ὑπό τόν τίτλον «Διόσκορος καί Σεβῆρος, οἱ ἀντιχαλκηδόνιοι αἱρεσιάρχαι. Κριτική δύο διδακτορικῶν διατριβῶν» (ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2003), ἡ ὁποία μεταξύ ἄλλων διευκρινίζει ὑπό ποίαν ἔννοιαν οἱ ἀνωτέρω ἀντιχαλκηδόνιοι διδάσκαλοι ἠρνοῦντο δύο ἐν Χριστῷ φύσεις καί δύο φυσικάς ἐνεργείας.
Εἰς τήν ἰδίαν κριτικήν μας τονίζεται ὅτι εἶναι ἐσφαλμένος ὁ ἰσχυρισμός μελετητῶν τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας, ὅτι ἀκολουθεῖ πιστῶς τήν διδασκαλίαν τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Ἡ ἀδυναμία τῶν ἀντιχαλκηδονίων διδασκάλων νά δεχθοῦν τήν Δ΄ Οἰκουμενικήν Σύνοδον ἀποδεικνύει, κατά τήν ἐν λόγῳ κριτικήν μας, τήν ἀδυναμίαν των νά κατανοήσουν τόν ἅγιον Κύριλλον.
Γίνεται ἀντιληπτόν ὅτι ἤδη ἐπικρίνομεν τό θεολογικόν περιεχόμενον τῶν Α΄ καί Β΄ Κοινῶν Δηλώσεων, ὅτι δηλαδή ἡ Ὀρθόδοξος καί ἡ ἀντιχαλκηδόνιος Χριστολογία ἀποτελοῦν αὐθεντικήν ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως. 
Δέν θά ἐπαναλάβωμεν τά ἐπιχειρήματα, τά ὁποῖα ἔχομεν διατυπώσει εἰς τήν ἐργασίαν μας «Συμβολή στόν ἐνδοορθόδοξο διάλογο γιά τήν “Ὀρθοδοξία” τῶν Ἀντιχαλκηδονίων» (βλ. Εἶναι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι Ὀρθόδοξοι; ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1995, σελ. 67-128), οὔτε ὅσα ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔχει γράψει εἰς τό βιβλίον της «Παρατηρήσεις περί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Ἀπάντησις εἰς κριτικήν τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἑλβετίας κ. Δαμασκηνοῦ», Ἅγιον Ὄρος 1996, οὔτε ὅσα Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχαι καί ἔγκριτοι θεολόγοι5 ἐδημοσίευσαν κατά τά τελευταῖα ἔτη.
Εἰς τό βιβλίον μας «Διόσκορος καί Σεβῆρος...», Ἅγιον Ὄρος 2003, ὑποστηρίζομεν ὅτι μέ τάς ἀνωτέρω ἀντιχαλκηδονίους διατυπώσεις ἐκφράζεται χριστολογικόν φρόνημα διάφορον ἐκείνου, τό ὁποῖον ἐκφράζεται μέ τάς διατυπώσεις τῶν Δ΄, Ε΄ καί ΣΤ΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καθώς καί τῶν Ὀρθοδόξων διδασκάλων Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Φωτίου Κων/πόλεως, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουν ὀρθῶς τήν Χριστολογικήν διδασκαλίαν τοῦ Συμβόλου Νικαίας-Κων/πόλεως καί τῆς ἐπί ἁγίου Κυρίλλου Συνόδου εἰς τήν Ἔφεσον.
Ἡ αἰτία τῆς διαφοροποιήσεως τῶν ἀντιχαλκηδονίων διδασκάλων ἀπό τήν κοινήν Χριστολογικήν Πίστιν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προφανῶς ἡ ἀδυναμία των νά ἀποδεσμευθοῦν ἀπό τό βεβαρυμένον παρελθόν των. 
Ὁ Διόσκορος δέν ἠδύνατο νά κατανοήσῃ καί ἀποδεχθῇ τάς Διαλλαγάς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἑπομένως καί τάς ἐκφράσεις «ἐν δύο φύσεσι» καί «δύο φύσεις» τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος.
Ὁ Σεβῆρος δέν ἠδύνατο νά ὑπερβῇ τήν ἀντιχαλκηδόνιον νοοτροπίαν, τήν ὁποίαν ἐκληρονόμησε ἀπό τούς διαδόχους τοῦ Διοσκόρου Τιμόθεον Αἴλουρον, Πέτρον τόν Ἴβηρα κ.λπ., καί διά τοῦτο ᾠκοδόμησε τό γνωστόν φιλοσοφικοθεολογικόν του σύστημα, προκειμένου νά δείξῃ τήν ταυτότητα τοῦ Χριστολογικοῦ του φρονήματος πρός ἐκεῖνο τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. 
Διά τούς μεταγενεστέρους ἀντιχαλκηδονίους διδασκάλους, ὅταν πλέον εἶχε διαμορφωθῆ χωριστή ἀντιχαλκηδόνιος κοινότης καί ἱεραρχία, ἡ προσήλωσις εἰς τόν κατ’ αὐτούς μάρτυρα τῆς πίστεως Διόσκορον Ἀλεξανδρείας καί εἰς τήν Χριστολογικήν σκέψιν τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας ἦτο πλέον πολύ πιό ἰσχυρή.
Ἡ ἐνδεχομένως εἰλικρινής ἀντινεστοριανή διάθεσις καί προοπτική των ὑπῆρξε μονόπλευρος, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀναπτυχθῇ ὅ,τι ἐπιγραμματικῶς δύναται νά ὀνομασθῇ διοσκόρειον-σεβηριανόν μονοφυσιτικόν φρόνημα.

4) Εἰς τό σημεῖον τοῦτο, προκειμένου νά βοηθήσωμεν εἰς τήν κατανόησιν τῶν ἀνωτέρω λεγομένων καί νά διασαφήσωμεν ὅτι αἱ Κοιναί Δηλώσεις τῶν ἐτῶν 1989 καί 1990 ἐσφαλμένως ταυτίζουν τήν Χριστολογικήν πίστιν τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, προβαίνομεν εἰς τάς κάτωθι ἐπισημάνσεις ἐπί τῶν τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου κ. Bishoy, διά τῶν ὁποίων ἑρμηνεύει καί βεβαιώνει τάς 
Κοινάς Δηλώσεις.
α) Περί τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων.
Εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Δαμασκοῦ λέγεται ὅτι «αἱ φύσεις, τουτέστιν ἡ θεότης καί ἡ ἀνθρωπότης, ἐξ ὧν συνίσταται ὁ σεσαρκωμένος Θεός Λόγος, συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει»6

Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη θά ἦτο βοηθητική πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς δογματικῆς συμφωνίας, ἐάν δέν ἦτο προφανές ἐκ τῶν συμφραζομένων ὅτι ὁ ὅρος «φύσεις» ἐνταῦθα δέν ἔχει ἀποφορτισθῆ ἀπό τό σεβηριανόν Χριστολογικόν περιεχόμενον, τό ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ τήν ὁμολογίαν μιᾶς συνθέτου φύσεως.
Γράφεται σχετικῶς: «... (οἱ ἀκολουθοῦντες τόν Πάπαν Διόσκορον) πάντοτε διεκήρυσσον ὅτι αἱ δύο φύσεις συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ἐν τῇ μιᾷ σεσαρκωμένῃ φύσει τοῦ Θεοῦ Λόγου. Οὐδεμία τῶν φύσεων ἐξ αἰτίας τῆς ἑνώσεως ἔπαυσε νά ὑπάρχῃ ... Οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι δέν πιστεύουν εἰς μίαν μοναδικήν φύσιν ἐν τῷ Ἰησοῦ Χριστῷ, ἀλλά μᾶλλον εἰς μίαν ἡνωμένην θεανθρωπίνην φύσιν»7.
 Καί ἐπί τῇ βάσει ἀποσπάσματος τῆς β΄ πρός Σούκενσον ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, πρός ἐπιβεβαίωσιν τῶν Κοινῶν Δηλώσεων, ἐπισημαίνεται εἰς τήν εἰσήγησιν τῆς Μόσχας: «αἱ δύο φύσεις μεθ’ ὅλων τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν συνεχίζουν νά ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει, ἡ ὁποία ἐσχημάτισε μίαν σεσαρκωμένην φύσιν ἤ μίαν σύνθετον ἡνωμένην φύσιν ἤ, ὡς ἐλέχθη εἰς τήν Κοινήν Δήλωσιν: ‘μίαν ἀχωρίστως καί ἀσυγχύτως ἡνωμένην πραγματικήν θεανθρωπίνην ὕπαρξιν’»8.
Ὁπωσδήποτε, εἶναι κατ’ ἀρχήν θετικόν τό βῆμα νά φρονοῦν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι σήμερον, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἀρχαίαν σεβηριανήν διδασκαλίαν, ὅτι αἱ φύσεις ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει μετά τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν.
Ὡς γνωστόν ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας ἐδέχετο νά ὁμολογήσῃ δύο φύσεις ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ ἠρνεῖτο μετά πεισμονῆς καί ἀναθεματισμῶν νά ἀποδώσῃ εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν ἰδιότητας καί ἐνεργείας. Παρά ταῦτα, ἐφ’ ὅσον ὁμολογοῦν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ὅτι αἱ δύο φύσεις ὑπάρχουν ἐν τῇ ἑνώσει καί ταυτοχρόνως εἶναι ἡνωμέναι εἰς μίαν θεανθρωπίνην φύσιν, ὁ ὅρος φύσις δέν δύναται νά ἔχῃ ὀρθόδοξον ἔννοιαν. 
Τοῦτο συνάγεται ἐκ τῶν κάτωθι.
Ὁμολογοῦμεν ὀρθοδόξως τάς τρεῖς θείας Ὑποστάσεις, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί τήν μίαν καί κοινήν θείαν φύσιν τῶν τριῶν Ὑποστάσεων. Ἡ τριαδολογική αὕτη διάκρισις φύσεως καί ὑποστάσεως δέν καταργεῖται ἐν τῇ σαρκώσει τοῦ Ἑνός τῆς Τριάδος, κατά τόν Θεολόγον ἅγιον Γρηγόριον: «Φύσεις μέν γάρ δύο Θεός καί ἄνθρωπος, ἐπεί ψυχή καί σῶμα˙ υἱοί δέ οὐ δύο ... Καί εἰ δεῖ συντόμως εἰπεῖν, ἄλλο μέν καί ἄλλο τά ἐξ ὧν ὁ Σωτήρ ... Λέγω δέ ἄλλο καί ἄλλο, ἔμπαλιν ἤ ἐπί τῆς Τριάδος ἔχει.
Ἐκεῖ μέν γάρ ἄλλος καί ἄλλος, ἵνα μή τάς ὑποστάσεις συγχέωμεν˙ οὐκ ἄλλο δέ καί ἄλλο» (Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Ἐπιστολή α΄ πρός Κληδόνιον). Ὅπως δηλαδή εἰς τήν Τριαδολογίαν ὁμολογοῦμεν μίαν φύσιν καί τρεῖς ὑποστάσεις, ἔτσι καί εἰς τήν Χριστολογίαν ὁμολογοῦμεν δύο φύσεις καί μίαν ὑπόστασιν. 
Ἡ μία ὑπόστασις, εἰς τήν ὁποίαν ὑπάρχουν ἀτρέπτως καί ἀσυγχύτως αἱ δύο φύσεις, εἶναι ἡ Ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ ἁπλῆ οὖσα πρό τῆς Σαρκώσεως (ἤτοι ἔχουσα ἐνθεωρουμένην μόνην τήν ἀΐδιον θεότητα) καί γενομένη σύνθετος ἡ αὐτή μετά τήν Σάρκωσιν (ἤτοι ἔχουσα ἐνθεωρουμένην καί τήν πρόσφατον ἀνθρωπότητα, πλήν ἡνωμένην μετά τῆς θεότητος).
Κατά τά ἀνωτέρω εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νά ἐννοήσωμεν ὅτι ἡ σύνθετος πλέον ὑπόστασις τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου, ἤτοι αὐτός ὁ Χριστός, ὁ Εἷς τῆς Τριάδος, δύναται νά ὁρισθῇ ὡς φύσις. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὁρίσει ὡς φύσεις τά ἐξ ὧν ὁ Χριστός, ἤτοι τήν θεότητα καί τήν ἀνθρωπότητα, εἶναι ὀντολογικῶς, λογικῶς καί θεολογικῶς ἀδύνατον νά ὁρίσωμεν ὡς φύσιν τόν ἐξ αὐτῶν συντεθειμένον σαρκωθέντα Θεόν Λόγον. Ἄλλος ὁ ὁρισμός τῆς φύσεως καί ἕτερος τῆς ὑποστάσεως.

Ἐπειδή οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος ὠνόμασε τόν ἕνα Χριστόν Μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην, χρειάζεται ἰδιαιτέρα προσοχή εἰς τό σημεῖον τοῦτο. 
Ἀποβλέποντες εἰς τήν δήλωσιν τῆς ἐν Χριστῷ ὑποστατικῆς ταυτότητος, ὁμολογοῦμεν βεβαίως καί οἱ Ὀρθόδοξοι τόν Χριστόν Μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην μετά τοῦ ἱεροῦ Πατρός καί μετά τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, αἱ ὁποῖαι ἀπεδέχθησαν τήν Διά τοῦ μίαν φύσιν ἐννοοῦμεν ὀρθοδόξως μίαν ὑπόστασιν, καθόσον ἐκ τῶν κειμένων τοῦ ἁγίου Κυρίλλου οὐδόλως δικαιούμεθα νά ὁρίσωμεν τόν Χριστόν ὡς μίαν φύσιν.
 Ὁ ἅγιος ἔχει τονίσει μετ’ ἐμφάσεως ὅτι «τό Χριστός ὄνομα οὔτε ὅρου δύναμιν ἔχει οὔτε μήν τήν τινος οὐσίαν, ὅ τί ποτέ ἐστι, σημαίνει, καθάπερ ἀμέλει καί τό ἄνθρωπος ἤ ἵππος ἤ βοῦς»ὀρθόδοξον ἑρμηνείαν τῆς ἐκφράσεως ταύτης9 10˙ δέν ἐκφράζει δηλαδή τό ἐννοιολογικόν περιεχόμενον φύσεως. Διευκρινίζουν οἱ ἅγιοι ἡμῶν Πατέρες ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος εἰς τήν ἐν λόγῳ ἔκφρασιν κατεχρήσατο τοῦ ὅρου φύσις (ἐχρησιμοποίησε καταχρηστικῶς τήν λέξιν φύσις ἀντί τῆς λέξεως ὑπόστασις)11.
Ἐπεξηγοῦν ἐπίσης οἱ Πατέρες ὅτι εἶναι δυνατή ἡ κατάχρησις αὕτη, καθόσον ἡ ὑπόστασις ὡς μερικώτερον εἰς τήν λογικήν κλίμακα δέχεται τό ὄνομα καί τόν ὅρον τοῦ καθολικοῦ, κατά δογματικήν ὅμως ἀκρίβειαν λέγεται καί εἶναι ὑπόστασις, ἐπειδή δέν εἶναι ἁπλῶς φύσις ἀλλά φύσις μετά ἰδιωμάτων
Ἐπανερχόμενοι εἰς τήν «μίαν ἡνωμένην θεανθρωπίνην φύσιν» τῶν Κοινῶν Δηλώσεων, τήν ὁποίαν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἐπιπλέον ὀνομάζουν «μίαν σύνθετον ἡνωμένην φύσιν», ἐπισημαίνομεν ὅτι ταυτίζουν σεβηριανῶς τήν φύσιν καί τήν ὑπόστασιν ὡς ἐννοίας καί ὡς ‘πράγματα’, καθόσον τάς δύο φύσεις τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου καί αὐτόν τόν σεσαρκωμένον Θεόν Λόγον κατανοοῦν ἀδιακρίτως φύσεις καί ὑποστάσεις.
Διά νά γίνῃ τοῦτο κατανοητότερον, θά παραθέσωμεν καί θά σχολιάσωμεν τά ἀκόλουθα ἀποσπάσματα ἐκ τῶν εἰσηγήσεων τοῦ κ. Bishoy. 
Ἀφοῦ ὀρθῶς ἀποκλείεται ἡ κατανόησις τῶν ἐν Χριστῷ φύσεων ὑπό τήν ἔννοιαν τῆς ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένης φύσεως, ὅπερ θά ἐσήμαινε σάρκωσιν τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἀνάληψιν ὑπό τοῦ Θεοῦ Λόγου ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων ὑποστάσεων13, συμπληρώνεται: «Ἡ ἕνωσις τῶν φύσεων τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου εἶναι ἕνωσις ἐξατομικευμένων φύσεων, ἤ ἀκριβέστερον ἕνωσις προσωποποιημένων φύσεων, αἱ ὁποῖαι σχηματίζουν μίαν σύνθετον ὑπόστασιν τοῦ Σεσαρκωμένου Λόγου.
Οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκφράζουν τήν ἰδίαν πραγματικότητα, ὅταν ὁμιλοῦν διά μίαν σύνθετον φύσιν ἤ μίαν σύνθετον ὑπόστασιν, καθόσον ἡ σύνθεσις ἐν τῇ ὑποστάσει τοῦ σεσαρκωμένου Θεοῦ Λόγου εἶναι σύνθεσις φύσεων καί ὄχι προσώπων. Οἱ Ἀνατολικοί Ὀρθόδοξοι ἀναφέρονται εἰς προσωποποιημένην φύσιν, ἡ ὁποία δύναται ὀρθῶς νά ὀνομασθῇ ὑπόστασις, ἀλλ’ οὐδείς ἐξ ἄλλου δύναται νά ἀρνηθῇ ὅτι αὐτή ὀνομάζεται ἐπίσης φύσις, πλήν καθώς ἔγραψεν ὁ ἅγιος Κύριλλος ‘μία σεσαρκωμένη φύσις τοῦ Λόγου’, δηλαδή ὡς προσωποποιημένη ἐν τῷ Λόγῳ καί ὄχι ἐν Τριαδικῇ σημασίᾳ»14.
Ἀναφερόμενος ὁ κ. Bishoy εἰς τήν ἐν Χριστῷ θεότητα καί ἀνθρωπότητα ἀποδίδει εἰς αὐτάς ἔννοιαν ἐνουσίου ὑποστάσεως, καθώς χρησιμοποιεῖ τούς ὅρους ἐξατομικευμέναι φύσεις καί προσωποποιημέναι φύσεις. Ἐπίσης, ἀναφερόμενος εἰς τόν Χριστόν ὡς εἰς σύνθετον ὑπόστασιν καί Μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην, δέν ἀρνεῖται νά ἀποδώσῃ εἰς Αὐτόν (πέραν τῆς ἐννοίας τῆς ὑποστάσεως) καί ἔννοιαν φύσεως.
 
 ____________________________________________________________________________

Ὑποσημειώσεις

5 Ἐνδεικτικῶς, ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων Διόδωρος (1992), ὁ Σεβ. Γέρων Ἐφέσου Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης (1991), ὁ Σεβ. Κυρηνείας Παῦλος (1998), ἡ ἐπί τῶν Δογματικῶν συνοδική Ἐπιτροπή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (1994), οἱ καθηγηταί Ν. Μητσόπουλος (1994) καί π. Θεόδωρος Ζήσης (1994), ἡ Ἀδελφότης Θεολόγων “Ὁ Σωτήρ” (σειρά ἄρθρων πού ἐπανεξεδόθη-σαν τό 1995 σέ ἑνιαῖο τόμο), ὁ καθηγητής Ἀνδρ. Ν. Παπαβασιλείου καί οἱ θεολόγοι Στ. Μποζο-βίτης (1999) καί Jean-Claude Larchet (ἑλληνιστί 2003).

6 «The natures, i.e. the divinity and humanity, out of which the incarnate Word of God was composed, continued to exist in the union» (Δαμασκός, 3/2/1998, σ. 1). Τό ρῆμα συνεχίζουν (continued) ἐμπερικλείει ἀσαφῆ ἔννοιαν καί πρέπει νά διευκρινηθῇ ὅτι δέν δεχόμεθα αὐτό ἐνταῦθα ὡς θεολογικόν ὅρον˙ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ‘συνεχίζει’ νά ὑπάρχῃ ἐν τῇ ἑνώσει, ὄχι ἐπειδή ὑπῆρχε καί πρό τῆς ἑνώσεώς της μετά τοῦ Λόγου -(ἡ θεότης τοῦ Λόγου ὑπῆρχεν ἀϊδίως)-, ἀλλά ἐπειδή ὁ τρόπος τῆς καθ’ ὑπόστασιν ἑνώσεώς της μετά τῆς θεότητος δέν συνεπάγεται ἀφανισμόν της ἤ σύγχυσιν μετά τῆς θεότητος.

7 «... (The followers of Pope Dioscorus) ... always confessed the continuity of existence of the two natures in the one incarnate nature of the Word of God. None of the natures ceased to exist because of the union ... The Oriental Orthodox do not believe in a single nature in Jesus Christ but rather a united divine-human nature» (Δαμασκός, 3/2/1998, σελ. 3).

8 «The two natures with all their properties continued to persist in the union which formed one incarnate nature or one composite united nature or as stated in the agreed statement: ‘an inseparably and uncomfusedly united real divine-human being» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 4-5).

9 Ὁσάκις εἰς τήν αὐτήν ἔκφρασιν θεωροῦμεν τά ἐξ ὧν ὁ Χριστός καί τόν τρόπον τῆς ἑνώσεως, ἡ λέξις φύσις κατανοεῖται κυριωνύμως φύσις καί ἀναφέρεται εἰς τήν κοινήν μετά τοῦ Πατρός θεότητα ἐνθεωρουμένην εἰς τήν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου (βλ. παρά τῷ ἁγίῳ Κυρίλλῳ, Ἐπιστολή β΄ πρός Σούκενσον, καί πρβλ. ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής..., 55).

10 Ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, PG 75, 1369A. Βλ. καί ACO I, 5, 219.

11 Ἐφραίμιος Ἀντιοχείας, ἐν Βιβλιοθήκῃ Φωτίου, 229, 251-252 καί 259 (PG 103, 977-981 καί 1017-1020).

12 Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Κατά Ἰακωβιτῶν, 52. Πρβλ. τοῦ αὐτοῦ Περί πίστεως κατά Νεστοριανῶν, 13.

13 Μόσχα, Σεπτ. 2001. Πρβλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδ. ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 55.

14 «The union of natures of the incarnate Word of God are [sic, is] the union of individualized natures, or more precisely the union of personalized natures which are forming one composite hypostasis of the Incarnate Logos. The Oriental Orthodox and the Orthodox are expressing the same reality when they speak about one composite nature or one composite hypostasis, since the composition in the hypostasis in the incarnate Word of God is the composition of natures and not that of persons. The Oriental Orthodox are referring to the personalized nature which can correctly named the hypostasis, but on the other hand no body can deny that it is also named a nature, but as Saint Cyril wrote “the incarnate nature of the Logos” i.e as personalized in the Logos and not in its Trinitarian magnitude» (Μόσχα, Σεπτ. 2001, σελ. 5).


 Τέλος Γ΄ Μέρους

Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
29η Νοεμβρίου 2012

Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/bishoy_29.html

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Εἰσαγωγή, Πρόλογος, Μέρος Α'

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
Εισαγωγή
Δημοσιεύεται στις "Αναβάσεις" για πρώτη φορά η συνάντηση μεταξύ αντιπροσωπειών των Αγιορειτών Πατέρων, με επικεφαλής τον Γέροντα και Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, π.Γεώργιο Καψάνη, και των Κοπτών, Μονοφυσιτών, με επικεφαλής τον τότε γραμματέα της συνόδου της Κοπτικής Εκκλησίας Μητροπολίτη Bishoy.
Διερμηνέας σε αυτή την συνάντηση ήταν ο τότε προϊστάμενος της Κοπτικής Εκκλησίας των Αθηνών π.Αθανάσιος Χενείν.
Το θαυμαστό είναι πως μέσα από αυτή την συνάντηση (όπως ο ίδιος μας εξηγεί στον πρόλογο που ακολουθεί) ξεκίνησε η θαυμαστή μεταστροφή του π. Αθανασίου Χενείν στην Ορθόδοξη Εκκλησία.


Πρόλογος Πρωτοπρ. Αθανασίου Χενείν

“History Untold is Not History at All!!!Roland A.Wells in :History through the Eyes of Faith “,USA ,1982 .Η ιστορία που δεν μαθαίνεται, και ανακοινώνεται ρητώς, δεν είναι καθόλου ιστορία, κατά τον Αμερικάνο ιστορικό, πόσο μάλλον όταν πρόκειται δια την ιερά ιστορία της σωτηρίας και θεώσεως του ανθρωπίνου γένους.
Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι της ιεράς ιστορίας που εμφανίσθηκαν, είναι οι μεταρρυθμιστές της εποχής της αναγεννήσεως (της αθεΐας) από μία πλευρά, και οι αιρετικοί χριστιανοί μονοφυσίτες από τη άλλη μεριά.
 Oι πρώτοι έχουν νεστοριανή αντίληψη περί της ιστορίας, δηλαδή χωρίζουν την αγιαστική παρουσία του Θεού από την ιστορική πορεία των ανθρώπων.
Οι δεύτεροι αρνούνται την ανθρώπινη υπόσταση της ιστορίας και πιστεύουν σε μία θεοκρατία, μια κυριαρχία της δικτακτορικής θείας φύσεως στην ανθρώπινη (φύση) ιστορία.
Η ιστορία μετατρέπεται, με αυτόν τον τρόπο, από δοξολογία σε μοιρολατρία.
Για μας τους ορθοδόξους, η ιστορία είναι ο κατ’εξοχήν, χώρος όπου εμφανίζονται τα θαυμαστά έργα του Τριαδικού μας Θεού.
Όταν μαρτυρεί ό θεολόγος ό Ιωάννης καί λέγει : «1. Ὁ ἧν ἀπ’ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· - 2 καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· - 3 ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ' ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 4 καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη » (Ιωάννου Α΄ κεφ. 1.στιχ. 1 -4.), λέγομεν όταν δίνει ό άγιος Ιωάννης ό θεολόγος αυτήν την μαρτυρία, δεν μιλά για μεταφυσικές αφηρημένες ιδέες και έννοιες, αλλά περιγράφει βίωμα ζωής, ζει την ιστορική στιγμή μέσα στο απέραντο βάθος της αιωνιότητας .
Τότε, και τότε μόνο, μπορούμε να μιλάμε, θεολογικώς, δια ιστορικές στιγμές, δια στιγμές που μεταμορφώνουν, συν τη Θεία Χάριτι, την ιστορία. Πρόκειται δια ορθόδοξες στιγμές, για ορθή δόξα (γνώμη) των ελευθέρων και ελευθερωμένων πολιτών στην πολιτεία του Θεού.

Τέτοιες στιγμές είδα με τα δικά μου μάτια, και άκουσα με τα δικά μου αυτιά όταν φρόντισε η θεία Ενσαρκωμένη χάρις να βρίσκομαι στην ιστορική συνάντηση που έγινε κατόπιν παράκλησης του Οικουμενικού μας Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, να δεχθεί ο γέροντας ιερομόναχος θεολόγος της Μονής Γρηγορίου, π. Γεώργιος Καψάνης, τον Κόπτη-Μονοφυσίτη Μητροπολίτη Bishoy.

Η συνάντηση έγινε την 1ην Ιουνίου 2003 σε ένα μετόχι κοντά στην Αθήνα, (ο γράφων υπήρξα μεταφραστής ). Η συνάντηση κράτησε πάνω από δυο ώρες.
Ο κόπτης μητροπολίτης είχε έρθει να ενημερώσει τον γέροντα και τους αγιορείτες πατέρες για την πορεία του λεγομένου θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών. Ο γέροντας έθεσε στον κόπτη μητροπολίτη καίρια ερωτήματα σχετικά με την θέση της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού στην οικονομία της σωτηρίας.
Ο μονοφυσίτης μητροπολίτης δεν μπόρεσε να καταλάβει ούτε να εξηγήσει ούτε να απαντήσει στα θεολογικά και χριστολογικά τεκμεριωμένα επιστημονικά ερωτήματα του γέροντα π.Γεωργίου. Η επιστολή που ακολουθεί είναι η απάντηση των αγιορειτών πατέρων στην έκθεση του κόπτη μητροπολίτη Bishoy.
Τότε και μέσα στην ιστορική συνάντηση αυτήν, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση της μεταστροφής μου στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Θυμούμαι όταν με κοίταξε ο γέροντας στα μάτια και με ρώτησε πως έμαθα τα ελληνικά, διότι έκανα τον διερμηνέα από τα ελληνικά στα αραβικά (είναι τραγικό να μαθαίνουμε ότι οι κόπτες δεν ξέρουν κοπτικά, διότι τα κοπτικά έχουν ελληνικούς χαρακτήρες και  αναρωτιέμαι μήπως, αυτοί οι αιρετικοί μισούν τους έλληνες και την γλώσσα τους !!! ). Τότε απάντησα στην ερώτηση του γέροντα ότι είμαι θεολόγος και ότι έχω τελειώσει τις σπουδές μου στην θεολογική σχολή Αθηνών το 1980 και συνέχισα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην Γαλλία στον τομέα της ελληνικής πατρολογίας .
Εύχομαι στον γέροντα π.Γεώργιο Καψάνη και σε όλους τους αγιορείτες πατέρες, τους στύλους της Ορθοδοξίας που κατοικούν στην φάτνη της θεολογίας, τα πολλά τα έτη στην υπεράσπιση της Ορθοδόξου πίστεως, που αποτελεί την μοναδική ιστορία της αγιότητας και την αγιότητα της ιστορίας. Τότε και τότε μόνον θα είναι η χαρά μας πεπληρωμένη. Αμήν γένοιτο.

Ο Πρωτοπρ. Αθανάσιος Χενείν
Μητρόπολις Πειραιώς
« πρώην προϊστάμενος της κοπτικής εκκλησίας των Αθηνών επί 15 χρόνια» .

Θεολογικαί παρατηρήσεις ἐπί τεσσάρων εἰσηγήσεων (1) τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης κ. Bishoy περί τῶν κοινῶν δηλώσεων τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
Μέρος Α΄
Ἀνταποκρινόμενοι εἰς εὐγενῆ παράκλησιν τοῦ Μητροπολίτου Δαμιέττης (τῆς Κοπτικῆς ἀντιχαλκηδονίου Ἐκκλησίας) κ. Bishoy, Συμπροέδρου τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων, ἐμελετήσαμεν τάς τέσσαρας εἰσηγήσεις του περί τῶν Κοινῶν Δηλώσεων τοῦ ἐν λόγῳ Διαλόγου, ὑπό τό φῶς καί ὅσων προφορικῶς συνεζητήθησαν κατά τήν 1ην Ἰουνίου 2003 μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς μας Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου (τῶν ὁποίων ὁ γράφων ὑπῆρξα ἀκροατής).
Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Μητροπολίτου, ἡ συζήτησις καί ἡ ἐπίδοσις τῶν τεσσάρων εἰσηγήσεων ἀπέβλεπε εἰς τήν καλλιτέραν δυνατήν ἐνημέρωσίν μας περί τῆς ἐπιτευχθείσης Χριστολογικῆς συμφωνίας (τῶν Κοινῶν Δηλώσεων 1989 καί 1990) μέ σκοπόν νά ἐπανεκτιμήσωμεν βάσει τῶν νέων στοιχείων καί τῶν ἐπεξηγήσεων τήν, ὡς γνωστόν, ἀρνητικήν τοποθέτησίν μας ἔναντι τῶν Κοινῶν αὐτῶν Δηλώσεων.

1 1) Interpretation of the Christological Official Agreements between the Orthodox Church and the Oriental Orthodox Churches, Damascus, 3rd Feb. 1998. 2) Interpretation of the First Agreed Statement on Christology of the Official Dialogue between the Orthodox Church and the Oriental Orthodox Churches, Moscow, Sept. 2001. 3) Towards an Agreed Statement on Christology, Holy Echimiadzin, Armenia, 5-10 November, 2002. 4) The perspectives of the Dialogue between Eastern and the Oriental Orthodox Churches, Thessaloniki, 2nd June 2003.

Τέλος Α΄ Μέρους

Ἐπιμέλεια κειμένου -πηγή στο διαδίκτυο
Ἀναβάσεις 
23η Νοεμβρίου 2012
Γιά νά διαβάσετε τά ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/bishoy.html