Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ιωήλ Κωστάνταρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Ιωήλ Κωστάνταρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι το να αγνοείς πως είσαι ευτυχισμένος. Κυριακή ΙΔ' Λουκά. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

«Η μεγαλύτερη δυστυχία είναι το να αγνοείς πως είσαι ευτυχισμένος»
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής
ΙΔ' Λουκά (Εφεσ. Β' 4-10)

Ο Απόστολος Παύλος βρισκόταν δέσμιος κατά την πρώτη φυλάκισή του στη Ρώμη (62 ή 62 μ.Χ.), για την αγάπη και την δόξα του Χριστού και της Εκκλησίας Του.
Κατά την ευλογημένη του συνήθεια, αποστέλλει επιστολή στους πιστούς της Eκκλησίας της Εφέσου, όπου μεταξύ των άλλων τους αναπτύσσει την μεγάλη δογματική αλήθεια, ότι ενώ στο παρελθόν ήταν πνευματικώς νεκροί, εξ' αιτίας των αμαρτιών τους, τώρα έχουν ζωοποιηθεί από τον ίδιο τον Χριστό!
Το Αποστολικό λοιπόν ανάγνωσμα, κηρύσσει βαθύτατες αλήθειες και είναι ανάγκη να σταθούμε και να δούμε αυτή ακριβώς την ουσία του όλου θέματος. «Και όντας ημάς, νεκρούς τοις παραπτώμασι, συνεζωοποίησε τω Χριστώ» (Εφεσ. Β' 5).
Αλλά ποια είναι η νέκρωση για την οποία γίνεται λόγος; Δεν είναι, παρά ο θάνατος της ψυχής. Και όταν λέμε θάνατο της ψυχής, εννοούμε όχι βεβαίως ότι η ψυχή εκμηδενίζεται ποτέ, όπως κηρύσσουν οι πλανεμένοι αιρετικοί και άλλοι κακόδοξοι, αλλά εννοούμε τον χωρισμό της ψυχής από τον Θεό.

Για να γίνει αυτό αντιληπτό, ας μελετήσουμε την αρχή του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής, την «Γένεση». Ο λόγος του Θεού προς τους πρωτοπλάστους ήταν σαφέστατος: «Η δ' αν ημέρα φάγητε απ' αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. Β' 17). Την ίδια δηλ. ημέρα που θα φάτε από αυτό (τον καρπό του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού), εξ' άπαντος θα πεθάνετε.
Βεβαίως, μετά την παρακοή και την παράβαση της εντολής, δεν έπεσαν στη γη νεκροί. Έζησαν, όπως αναφέρει το ιερό κείμενο, χρόνια και μάλιστα πολλά. Έγιναν όμως θνητοί. Ενώ εάν παρέμεναν στην υπακοή του Θεού, θα γίνονταν αθάνατοι.
Έτσι ο σωματικός θάνατος τους επισκέφθηκε μετά από χρόνια. Ενώ όμως ο σωματικός θάνατος φάνηκε ν' αργεί λίγο, ο πνευματικός θάνατος «επήλθεν ευθύς». Και τούτο, διότι χωρίστηκαν διά της παρακοής, αυθημερόν από την πηγή της ζωής, τον Θεό.
Αυτό το ιερό κείμενο της γραφής, μας αναφέρει κατά τρόπο αντικειμενικό και συγκλονιστικό τις συνέπειες αυτής της φοβερής παρακοής.
Η δε εκδίωξις των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο, επήλθε ως επισφράγισις αυτού του τρομερού χωρισμού από τον Θεό. Δηλ. αυτού ακριβώς του ψυχικού θανάτου, διά τον οποίον κάνει λόγο το Αποστολικό μας κείμενο.
Τώρα, το τι ακολούθησε αυτού του ψυχικού θανάτου; Του χωρισμού δηλ. από την «πηγή της ζωής»; Μια διεισδυτική ματιά να ρίξει κανείς μέσα στην όλη ιστορία της ανθρωπότητας, αντιλαμβάνεται αμέσως το «δράμα» του ανθρώπου. Κι αν θελήσουμε να συνοψίσουμε όλες τις πικρίες, τις θλίψεις, τις δυσκολίες και τα δράματα του ανθρωπίνου γένους μέσα σε μια φράση, αναμφιβόλως θα λέγαμε «ο χωρισμός από τον Θεό»!
Ζούσαν, φυσικά, όπως ζούσαν την βιολογική ζωή. Αλλά τι ζωή μπορεί να είναι αυτή όταν ο άνθρωπος είναι δυστυχισμένος και ο βίος του καταντά αβίωτος;
Πόσο πραγματικά επίκαιρος είναι ο λόγος της αποκαλύψεως και πόσο παραστατικά το Πνεύμα το Άγιον, εκφράζει αυτή την πραγματικότητα για τον επίσκοπο της Εκκλησίας των Σάρδεων; «Όνομα έχεις ότι ζεις και νεκρός ει» (Αποκ. Γ' 1). Η ζωή σου, αν και επίσκοπος είναι μόνο βιολογική, όπως συμβαίνει και στα ζώα. Είναι επιφανειακή, δεν υφίσταται η ψυχική ζωή. Δεν υπάρχει ο αγώνας για την κάθαρση, για τον φωτισμό και την τελειότητα, την θέωση.
Δεν βιώνεις την αγάπη του Χριστού σε όλες της τις εκφάνσεις. Δεν σε αγγίζει η αγιότητα και η ζωή του Χριστού, αν και καθημερινώς συμμετέχεις του ποτηρίου της ζωής (ως άλλος Ιούδας).
Και φυσικά, αυτά τα λόγια με τα οποία ελέγχει τον «Σάρδεων», ισχύουν και για κάθε έναν και σε κάθε εποχή, που θεληματικά απομακρύνει και τελικώς, αλλοίμονο, αποκόπτει τον εαυτόν του από τον Χριστό και την Εκκλησία Του.
Νέκρωση λοιπόν ψυχική επικρατούσε, αλλά και επικρατεί στον μακράν του Θεού κόσμο. Ουσιαστικά, αυτή την κατάσταση την βίωναν και οι Εβραίοι, παρά το ότι, την εποχή εκείνη, ήταν οι μοναδικοί που λάτρευαν τον αληθινό Θεό. Και τούτο, διότι η ευσέβειά τους ήταν συνήθως η τυπική προσκόλληση στο γράμμα του Νόμου. Δεν γνώριζαν και αυτοί το Πνεύμα που «ζωοποιεί» (Β' Κορ. Γ' 6).
Αυτή λοιπόν τη νέκρωση, που αποτελεί τη χειρότερη μορφή θανάτου, την πνευματική, ήλθε ο Νικητής του θανάτου και συνέτριψε. Αυτή ακριβώς η Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού, σήμανε και τη δική μας νεκρανάσταση, την επικοινωνία δηλ. και πάλι με την «πηγή της Ζωής», και που στο τέλος, νομοτελειακώς, θα ακολουθήσει και η ανάσταση των σωμάτων.
Ενωθήκαμε πλέον και πάλι με τον Θεό. Γίναμε οικείοι Του. Τα ρεύματα της ζωής διαπερνούν και συγκλονίζουν την ύπαρξή μας και μας πληρώνουν με την ζωή του Χριστού. Τώρα πλέον ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα διά της πίστεως στον Χριστό, διά της ζωής των ιερών μυστηρίων και του καθημερινού του αγώνα, να Χριστοποιείται και έτσι να βρίσκεται στο δρόμο του «προορισμού» του, στην οδό της αγιότητας.
Τώρα, πλέον ο συνειδητός πιστός έχει καταστεί «καινή κτίσις» (Β' Κορ. Ε' 17), νέα δημιουργία.
Εκεί που άλλοτε υπήρχε ο ζόφος και η μολυσματική ατμόσφαιρα της ειδωλολατρείας και του μίσους, εκεί που έβοσκε ο απαίσιος φαρισαϊσμός, τώρα ευωδιάζουν τα άνθη της κατά Χριστόν αρετής και καταρτίζονται οι άγιοι της Εκκλησίας μας. Τώρα τα τέκνα της Εκκλησίας, διασαλπίζουν την αλήθεια του Ευαγγελίου και αναμέλπουν την Τριαδική δοξολογία στον Πατέρα, στον Υιόν και στο Πνεύμα το Άγιον.
Πώς αλήθεια να μη δοξολογεί ακαταπαύστως ο Ορθόδοξος Χριστιανός, όταν συνειδητοποιεί ότι ο Θεός Πατέρας «συνεζωοποίησε», ζωντάνεψε πνευματικώς και πάλι τον άνθρωπο, δια του αγαπητού Του Υιού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού; Είναι αυτό άραγε απλή υπόθεση; καθόλου απλή και ανθρώπινη. Όλα είναι της χάριτος. «Χάριτι εστέ σεσωσμένοι».
Και συνεχίζει ο Απόστολος μέσα σε θριαμβευτικό τόνο, όχι μόνο «συνεζωοποίησε», αλλά «και συνήγηρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ Ιησού» (Εφεσ. Β' 6).
Μας ανέστησε, μαζί με τον Χριστό και μας έβαλε να καθήσουμε μαζί του στα επουράνια. Και φυσικά η ανάσταση και ανύψωσή μας αυτή πραγματοποιείται δια της ενώσεώς μας με τον Ιησού Χριστό.
Όντως, όσοι ανοήτως αγάπησαν την αμαρτία, κυλιούνται στον βόρβορο. Ενώ οι αγιασμένες ψυχές ίπτανται στους ουράνιους ορίζοντες και εξυψώνονται υπέρ τον αισθητό κόσμο. Ο κόσμος, με όλα τα πλούτη του και τις απολαύσεις του είναι για τους αγίους και τους πραγματικά πιστούς, ένα μηδέν, εν συγκρίσει προς τον άλλο κόσμο, για τον οποίον και στον οποίο ήδη ζούν.
Οι άγιοι, δεν είναι μόνο απελεύθεροι Χριστού, αλλά είναι και συμπάρεδροί Του. Διά της βοηθείας της χάριτός Του ανυψώθηκαν από τον αισθητό κόσμο και συναναστρέφονται με τον ουράνιο.
Ζούν διά της Ορθοδόξου βιωτής, με τη σταθερή προσδοκία του κόσμου εκείνου και ποθούν το ταχύτερο να εισέλθουν σ' αυτόν. Αυτή είναι, αυτή πρέπει να είναι η λαχτάρα των τέκνων της Εκκλησίας μας. Να αισθάνονται όχι μόνο δούλοι του Κυρίου και στο έργο του, αλλά να έχουν ανυψωθεί για να συμβασιλεύσουν μαζί του.
Μπροστά λοιπόν σ' αυτή την πραγματικότητα, που οτιδήποτε άλλο στη ζωή μας ξεθωριάζει και χάνει την ουσία του, είναι δυνατόν να είμαστε δυστυχισμένοι;
Μπροστά σ' αυτή την αποκάλυψη του «συνεζωοποίησε», του «συνήγειρε» και «συνεκάθισεν», μπορεί ποτέ να σταθούν εμπόδια για τη Χριστοποίησή μας οι παγίδες του εχθρού και η κακία με το μίσος του κόσμου;
Φίλοι μου, είμαστε εν πολλοίς δυστυχισμένοι στην κοιλάδα αυτή του κλαυθμώνος που ζούμε, εάν βεβαίως πιστεύουμε, όχι αντικειμενικά, αλλά υπάρχει δυστυχία ακριβώς διότι αγνοούμε το ότι είμαστε ευτυχισμένοι. Το ότι δηλ. η σωτηρία, μας έχει χαριστεί, αρκεί εμείς οι ίδιοι να την ενεργοποιήσουμε.
Είθε να πραγματοποιήσουμε το γεγονός αυτό της προσωπικής μας σωτηρίας και ολονέν και περισσότερο να συνειδητοποιούμε και να βιώνουμε «την πολλήν αγάπην Αυτού ήν ηγάπησεν ημάς».

Αμήν

Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_9244.html

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

«Κυνηγοί του ελέους». Κυριακή ΙΓ' Λουκά. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

«Κυνηγοί του ελέους»
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής
ΙΓ΄ Λουκά. (Γαλ. ΣΤ΄ 11 - 18)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Πολλές φορές στην ουράνια ατμόσφαιρα της αγίας μας Εκκλησίας, γίνεται λόγος περί του «θείου ελέους». Αυτό το «έλεος» και την «ειρήνην του Θεού», εύχεται και ο θείος Απόστολος στο ανάγνωσμα που θα ακουστεί στην ευχαριστιακή σύναξη της Κυριακής.
Βεβαίως, έχει αναπτυχθεί θεοπνεύστως στο λόγο του Θεού, ότι με τη Σταυρική θυσία του Κυρίου, καταργήθηκαν όλα εκείνα για τα οποία εκαυχώντο οι Εβραίοι. Τώρα πλέον, ο ζωοποιός του Κυρίου Σταυρός, άνοιξε μια νέα εποχή. Την εποχή της χάριτος.
Από δω και πέρα, δεν παραμένουμε στους εξωτερικούς τύπους, αλλά ζούμε την ουσία της πίστεως, αυτό το πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού, μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας του.
Οι πιστοί πλέον δεν αγωνιούν για το γράμμα του Μωσαϊκού Νόμου, ούτε παραμένουν στις σκιές. Η καρδιά λαχταρά το δώρο του Θεού και ο ευλογημένος αγώνας γίνεται ακριβώς για την προσέλκυση αυτού του Θείου Ελέους, όπως ακριβώς εύχεται ο Απόστολος στο πλήρωμα των πιστών.
Είναι λοιπόν ευκαιρία να σκύψουμε και να δούμε έστω και για λίγο το θέμα αυτό του «ελέους» που αποτελεί και την ουσία της χριστιανικής μας ζωής.
Τι είναι λοιπόν το έλεος; Τι εννοούμε με τον όρο αυτό; Έλεος είναι η συμπάθεια και η ευσπλαχνία που δείχνει προς όλους εμάς ο Τριαδικός Θεός. Είναι η συμπαράσταση και η βοήθεια που χαρίζει ο Κύριος προς τους ανθρώπους. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε κάθε σχεδόν ακολουθία της Εκκλησίας μας, γίνεται λόγος γι' αυτό το έλεος που τόσο έχουμε ανάγκη.
Ο προφήτης και βασιλέας Δαυίδ, στον ΛΕ' (35ο) ψαλμό του, παρακαλεί το Θεό με όλο τον καρδιακό του πόθο, να εξακολουθήσει να εκχέει το έλεός Του και να το παρέχει αδιάκοπα σε όλους όσους έχουν την αληθινή γνώση. Και συνεχίζει μέσα σε βαθιά προσευχητική ατμόσφαιρα να δέεται: «προστάτευσε με τη δικαιοσύνη σου, όλους αυτούς που έχουν ευθεία καρδία. Όλους αυτούς που έχουν ξεκαθαρίσει τον εσωτερικό τους κόσμο από κάθε δολιότητα και κακία». «Παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε και την δικαιοσύνην σου τοις ευθέσι τη καρδία» (Ψαλμ. ΛΕ' 11).
Επειδή δε έχει τόση σπουδαιότητα για την πνευματική μας ζωή το θείον έλεος, γι' αυτό ακριβώς και τον στίχο αυτό τον ψάλλουμε σε κάθε «Δοξολογία».
Αλλά, υπάρχει άνθρωπος, έστω και αυτός που έχει χάσει την ψυχική του ισορροπία, ώστε να μη δέχεται συνεχώς τη συμπάθεια, την ευσπλαχνία και την άνωθεν βοήθεια;
Όλοι, όπως τονίσαμε οι άνθρωποι, κυρίως όμως οι πιστοί, τα συνειδητά μέλη της Εκκλησίας, όχι απλώς βλέπουμε, αλλά σε κάθε ώρα και στιγμή, ψηλαφούμε στη ζωή μας αυτό το έλεος του Κυρίου. Μα, και δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει διαφορετικά. Πώς, αλήθεια θα μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς αυτή τη συμπαράσταση και τη βοήθειά Του;
Και όπως δεν διανοείται κανένας λογικός άνθρωπος ν' αρνηθεί το φως, τον ήλιο, την ατμόσφαιρα, το ψωμί και το νερό επειδή μέχρι αυτή τη στιγμή τα απολαμβάνει, έτσι και πολύ περισσότερο, εδώ, στη ζωή του Πνεύματος, είναι φύσει αδύνατον ν' αρνηθεί ο πιστός τη συνέχιση και την ενίσχυση μάλιστα των δωρεών του ελέους.
Όχι μόνο λοιπόν επιμένουμε να ικετεύουμε για τα δώρα της αγάπης του Θεού, αλλά αυτός ο ίδιος ο Κύριος, γνωρίζοντας τις αδυναμίες που φέρουμε, ακαταπαύστως συνεχίζει να μας στηρίζει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας με τις δωρεές του θείου ελέους Του. Και θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι κάτω από αυτή την ευλογημένη επίδραση, λαμβάνουμε την απόφαση να κτυπήσουμε τα ελαττώματά μας και τα πάθη μας, τα βασανιστικά και τόσο κουραστικά, για να βιώσουμε την Ορθόδοξη ζωή μέσα στην ουράνια ατμόσφαιρα της Εκκλησίας μας.
Βεβαίως, η καθημερινή μας πείρα, μας επισημαίνει ότι ενώ πράγματι επιθυμούμε το αγαθό, ενώ θέλουμε με ειλικρίνεια το καλό και την αγιότητα, η ανθρώπινη όμως αδυναμία φέρει τα εμπόδια. Κατάσταση δηλ. για την οποία ο Απ. Παύλος γράφει τα εξής χαρακτηριστικά προς τα μέλη της Εκκλησίας της Ρώμης: «Ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ' ο ού θέλω κακόν, τούτο πράσσω». (Ρωμαίους Ζ' 19). Δεν πράττω δηλ. το αγαθό που η θέλησή μου ασπάζεται, αλλά το κακό που δεν θέλω, αυτό πράττω. Το δε «χρυσό στόμα της Εκκλησίας», ο ιερός Χρυσόστομος, θα τονίσει: «πολλάκις μετανοείν υποσχόμενος, τοσαυτάκις τοις αυτοίς περιέπεσα...». Πολλές φορές δηλ. υποσχέθηκα να μετανοήσω και να διορθώσω τη ζωή μου. Όμως, όσες φορές το αποφάσισα, τόσες φορές και περιέπεσα στα ίδια.
Μπροστά τώρα σ' αυτή την πραγματικότητα, αντιλαμβάνεται ο κάθε ένας ότι είναι αδύναμος και μάλιστα περισσότερο απ' όσο είχε φανταστεί. Έχει όμως κάτι που είναι πραγματικά και μοναδικά δικό του. Και αυτό έχει την αξία. Έχει την προαίρεσή του και την ελεύθερη θέλησή του, που όταν προστεθούν στις μικρές του δυνάμεις, τότε συγκινείται ο Θεός και «εξ' αγίου κατοικητηρίου του και από θρόνου δόξης της βασιλείας του», εκχέει πλούσια τα ελέη του για την σωτηρία του ανθρώπου.
Φυσικά, το έλεος του Θεού, απαιτεί και τον δικό μας αγώνα. Δεν γίνεται διαφορετικά. Χρειάζεται να δείξουμε «πνευματική λεβεντιά και φιλότιμο», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο σύγχρονος όσιος Γέροντας Παϊσιος.
Αλήθειες μεγάλες! Αλήθειες που ίσως πικραίνουν, αλλά και που αφυπνίζουν και συνάμα θεραπεύουν.
Βεβαίως, στον όμορφο και ηρωικό αυτό αγώνα της προσελκύσεως του ελέους, έχουμε άμεσο συμπαραστάτη και βοηθό πολύτιμο, Αυτή την Κυρία Θεοτόκο.
Πόσες και πόσες ψυχές, που ίσως μέσα στο πυρ των πειρασμών και στην αδιαφορία ή και την κακία των ανθρώπων, κόντεψαν να κλονιστούν, δεν έστρεψαν τα μάτια στην Πάναγνο Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και δέχτηκαν αμέσως «τον ποταμόν τον γλυκερόν του ελέους της, τον πλουσίαις δωρεαίς δροσίσαντα» την ταλαίπωρη ύπαρξη!
Και μαζί με την Κυρία των Αγγέλων πόσοι άγιοι, πόσοι «δικοί μας φίλοι» κατά την έκφραση συγχρόνου αγίου, ενώπιον του Θρόνου της χάριτος, παρακαλούν τον «Κύριον της δόξης», να «μη αποστρέψει το πρόσωπόν του», διότι ο εχθρός και μαζί του ο κόσμος αγρίεψαν και βάρυναν την καρδιά μας και θλιβόμαστε, πονούμε και δειλιάζουμε...
Αλλά, ένα είναι το βέβαιο. Ότι ο Θεός ουδέποτε θα παύσει να μας ελεεί, αρκεί να μη το βάλουμε ποτέ κάτω και πάντοτε να το επιζητούμε. Και το θέλει πολύ αυτό ο Κύριος. Επιθυμεί να τον παρακαλούμε. Όχι βεβαίως διότι το έχει ανάγκη, αλλά για να αισθανθούμε εμείς οι ίδιοι την μεγάλη αλήθεια «χωρίς εμού, ού δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάννου ΙΕ' 5), αλλά και για να χαιρόμαστε από τις ανέκφραστες και αμέτρητες δωρεές που απολαμβάνει η ύπαρξή μας την κάθε στιγμή.
Αδελφοί μου, ένας άγιος τονίζει: «εάν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει ότι και ο τελευταίος χτύπος της καρδιάς του είναι δώρο του θείου ελέους, τότε θα ειρηνεύσει από τις αγωνίες, που εν πολλοίς αφορούν πράγματα του πρόσκαιρου τούτου κόσμου, και νύχτα-μέρα, θα παρακαλεί ως άλλος Δαυίδ για τη σωτηρία του. Για τη μεγάλη αυτή υπόθεση, που δυστυχώς, τόσο μας ξεφεύγει μέσα από τα χέρια μας.
Είθε, να συνειδητοποιήσουμε τις μεγάλες αυτές αλήθειες, και από δω και πέρα η προσευχή και το τραγούδι της καρδιάς μας ας είναι : «το έλεός Σου (Κύριε) καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου, και το κατοικείν με εν οίκω Κυρίου εις μακρότητα ημερών» (Ψαλμ. ΚΓ' 6) δηλ. το έλεός σου (η καλοσύνη σου και η αγάπη σου), θα είναι μαζί μου όλες τις μέρες της ζωής μου, και στου Κυρίου τον οίκο θα κατοικήσω για πάντα.

Γένοιτο.

Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
   
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_3431.html

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Κραταιά ως θάνατος αγάπη. Κυριακή Θ' Λουκά. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Κραταιά ως θάνατος αγάπη
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής
Θ' Λουκά (Γαλ. Β' 16-20)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Όσο κανείς βιώνει τη ζωή του Χριστού, όσο ωριμάζει μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, τόσο και συνειδητοποιεί ότι ο Αποστολικός λόγος είναι μια μοναδική πραγματικότητα.
Κάποιες φορές, για όσους δέχονται επιφανειακά τις εξομολογήσεις του Αποστόλου των εθνών, τα λόγια του ίσως φαίνονται συναισθηματικά ή και ποιητικά.
Δεν είναι όμως καθόλου έτσι, εκτός κι αν με τον όρο «ποίηση», θεωρήσουμε ό,τι ουσιαστικότερο μπορεί να αποτυπώσει η καρδιά που φλέγεται από την αγάπη του Χριστού. Και έτσι, δεν μιλούμε πλέον για ποίηση και στοχασμό, αλλά βίωμα και εμπειρία της χάριτος.
Δεν είναι λοιπόν λόγοι κενοί τα όσα γράφει προς τους Γαλάτες.
Είχε πράγματι νεκρωθεί ως προς τον Ιουδαϊσμό, που ο «κύκλος» του έκλεισε οριστικά, και ζούσε για το Χριστό και την Εκκλησία του!
Η φράση που υπογράφει με το αίμα της καρδιάς του «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. Β΄20), συμπυκνώνει και αποτυπώνει, (όσο αυτό είναι δυνατόν κατά το ανθρώπινο), την λάβα του θείου έρωτα που έκαιγε μέσα στην ύπαρξή του, και ταυτοχρόνως, την ολοκληρωτική του παράδοση στα ματωμένα χέρια του Κυρίου Του.
Αλλά η συγκλονιστική αυτή ομολογία, μας κεντά την καρδιά, για να δούμε τι σημαίνει να ζει ο Χριστός μέσα μας και πώς είναι δυνατόν ο πιστός να φτάσει στην ευλογημένη αυτή κατάσταση.
Πώς όμως ν' αγγίζει κανείς το θέμα αυτό; Πώς αλήθεια θα ακουστεί ο Αποστολικός λόγος και η πατερική του ερμηνεία, μέσα στην πεζότητα και στο τέλμα που βιώνει η κοινωνία μας; Αλλά γι' αυτό ακριβώς πρέπει να κηρυχθεί η αλήθεια. Επιβάλλεται να κηρύσσεται και να φανερώνεται η πραγματικότητα. Είναι ανάγκη να γνωρίζουμε αυτή τη φλόγα της αγάπης του Χριστού που κατακαίει τα φρύγανα της αμαρτίας και τα αγκάθια της ψευτιάς. Και οπωσδήποτε, η αυθεντική αυτή ζωή θα κάνει τον άνθρωπο να αισθανθεί το ποιος είναι και για ποιον λόγο ζει και υπάρχει...
Το να ζει λοιπόν μέσα μας ο Χριστός, τούτο σημαίνει, να σκεπτόμαστε, να αγαπάμε, να ενεργούμε και να συμπεριφερόμαστε όπως και ο Χριστός. Ο νους μας, η καρδιά μας και η βούληση, να έχουν καθαρθεί ή να καθαίρονται διηνεκώς, και μέσω του ευλογημένου αγώνα της χάριτος, η όλη μας ύπαρξη, μέρα με τη μέρα να Χριστοποιείται!
Μήπως η αλήθεια αυτή ακούγεται ως κάτι το αόριστο και το αφηρημένο; Μήπως «βολεύει» το να είναι κάτι που αιωρείται και αδυνατεί κανείς να το βιώσει στη γη; Όχι δα. Δεν είμαστε άλλωστε οι πρώτοι που ξεκινούμε τη χριστιανική ζωή. Εκατομμύρια πιστοί, μέσα στους αιώνες βίωσαν αυτή την πραγματικότητα της εκκεντρήσεως στο εκκλησιαστικό σώμα και της μορφώσεως του Χριστού μέσα στην καρδιά. «Άχρις ου μορφωθεί Χριστός εν ημίν» (Γαλ. Δ΄19).
Και φυσικά, ο Αποστολικός λόγος, δεν είναι μόνο μια εσωτερική και ανέκφραστη εμπειρία που μένει κρυφή και μυστική, γεμίζοντας την όλη ύπαρξη. Είναι ζωή και βίωμα, από τις πλέον ευλογημένες εμπειρίες της χάριτος που επεκτείνεται έως και την τελευταία πτυχή της καθημερινότητας.
Να τονίσουμε τώρα ότι αυτό όταν συμβαίνει, δεν μπορεί να μένει κρυφό; Όποιος ζει αυτές τις καταστάσεις, γίνεται «Χριστού ευωδία» (Β΄Κορ. β΄15), και όλοι παντού τον αισθάνονται, όπως και αυτόν που φορά αρώματα.
Ο αείμνηστος Όσιος Γέροντας Παίσιος, μέσα από τη μοναδική και αφοπλιστική του έκφραση, μας μεταφέρει αυτή την κατάσταση στο βίο του Οσίου Αρσενίου του Καππαδόκου.
Εκεί, μεταξύ των άλλων, γράφει ο ένας άγιος, για τον άλλον: «Ο μεν πατήρ Αρσένιος, έκανε συνέχεια προσπάθεια να κρύβεται. Η δε χάρις του Θεού, που κατοικούσε μέσα του, συνέχεια τον πρόδιδε και από μακριά ακόμη». Και σε άλλο σημείο, αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά: «Η αρετή βλέπετε, δεν κρύβεται, όσο και να θέλει κανείς, όπως ο ήλιος δεν κρύβεται με το κόσκινο, διότι από τις τρυπούλες θα περάσουν οι ακτίνες»!
Επομένως, ο λόγος περί της «ζωής του Χριστού», και άρα ο καθημερινός αγώνας και το βίωμα της χάριτος, αναλόγως βεβαίως στο επίπεδο που βρίσκεται την κάθε φορά ο κάθε χριστιανός, δεν είναι «έπεα πτερόεντα». Τα όσα καταγράφονται στα Αποστολικά κείμενα και στις εμπειρίες των Αγίων, δεν είναι κάτι που φεύγει και χάνεται, έστω και με τέλεια λεκτική άποψη και με απλωμένα τα φτερά για τον τόπο της φαντασίας και του υποκειμενισμού. Είναι ζωή. Ζωή που διαρκεί όσο και η ζωή μας στον κόσμο αυτό και δια της κοιμήσεως, περνά και εκτείνεται στον απέραντο και ατελεύτητο κόσμο. Στην αγάπη και στη Βασιλεία του Θεού!
Ήδη τονίσαμε ότι ένα από τα βασικά σημεία της εν Χριστώ ζωής είναι ο νους. Το να έχουμε δηλ. αποκτήσει και καταρτίσει «νουν Χριστού» (Α' Κορ. Β' 16). Αλλά στην πράξη θα πρέπει να αποδεικνύεται αυτό με τη σταθερή και αταλάντευτη θέλησή μας. Με το να θέλουμε και να επιζητούμε πάντοτε το πανάγιο και σωστικό θέλημα του Θεού και ταυτοχρόνως να αποστρεφόμαστε με όλες τις δυνάμεις της ψυχής μας το πονηρό. Να έχουμε δηλ. πόθο για να έλθει και να βιωθεί «η Βασιλεία του Θεού». (Μάτθ. Στ' 10).
Και φυσικά, όπως γίνεται κατανοητό, αυτά που εντελώς συνοπτικά αναφέρονται, αποτελούν συμπύκνωση της Ορθόδοξης πνευματικότητας η οποία τονίζουμε και πάλι, δεν είναι μια απλή γνώση και μια υψηλή, έστω, κατά κόσμο θεωρία, αλλά ισόβιο εξαγιαστικό βίωμα.
Εκείνο όμως που χρειάζεται να προσέξουμε είναι ο χώρος της καρδιάς μας. Ο χώρος εντός του οποίου διεξάγεται ο μεγάλος αγώνας και, εννοείται, ότι με μισή καρδιά, ουδέποτε κανείς θα κατορθώσει να αγαπήσει τον Κύριον της Δόξης. Δίψυχος άνθρωπος, είναι εντελώς αδύνατον να αισθανθεί μέσα του τη γλυκιά φλόγα της εν Χριστώ αγάπης.
Ενδεχομένως να τηρεί κανείς όλους τους τύπους και να εφαρμόζει το σύνολο των «κανόνων». Ίσως, πράγματι να πιστεύει ότι είναι έτοιμος να δώσει, εάν χρειαστεί και τη ζωή του ακόμα. Όμως, εάν απουσιάζει το βίωμα της αγάπης του Ιησού, όλα καταντούν τύποι και η ζωή μεταβάλλεται σε ένα αδυσώπητο μαρτύριο που στεγνώνει κάθε ικμάδα, ταυτοχρόνως και προς τον Θεό αλλά και προς τον αδελφό.
Έτσι, στη συνέχεια, δεν απομένει, παρά να έλθει ό,τι πιο τραγικό θα μπορούσε να βρει τον άνθρωπο που «πιστεύει». Να μεταβάλλει μέσα του, την πηγή της αγάπης, που θα έπρεπε να πλημμυρίζει την ύπαρξη από την δρόσο της χάριτος, σε ένα σχολαστικό μαρτύριο τύπων, άνευ ουσίας.
Να καταντήσει τη ζωή του Χριστού και την εμπειρία των Αγίων, και γενικώς το χώρο της Εκκλησίας, σε «θρησκεία», που όταν το αντιληφθούν οι άλλοι και συνάμα διαπράξουν το ολέθριο λάθος, να ταυτίζουν τις ανθρώπινες αδυναμίες, και τις «θεολογικές αστοχίες», με τον Χριστό, να αποστρέφονται και να αρνούνται και τον παραμικρό λόγο περί Χριστιανισμού και Ορθοδοξίας.
Συχνά-πυκνά ακούμε να γίνεται λόγος για τον αποχριστιανισμό της Ευρώπης. Αν και κινδυνεύουμε να παρεξηγηθούμε, όμως θα τολμήσουμε να το υποστηρίξουμε: «Πότε η Ευρώπη ήταν πραγματικά Χριστιανική, ώστε να γίνεται στη συνέχεια λόγος για τον αποχριστιανισμό της;». Είναι Χριστιανισμός ο παπισμός και ο προτεσταντισμός; Χίλιες φορές να προτιμήσουμε τον «αποχριστιανισμό» από αυτού του είδους τη χριστιανική καρικατούρα.
Το θέμα όμως είναι ότι αυτή την αλήθεια δεν μπορούν ή μάλλον δεν θέλουν να την εννοήσουν και να την στοχαστούν οι δικοί μας (όλου του πολιτικού και κοινωνικού φάσματος). Αυτοί που αφελώς και ανοήτως ταυτίζουν την Ορθοδοξία με τον παπικό σχολαστικισμό και τον «μέγα ιεροεξεταστή του Ντοστογιέφσκι».
Αυτοί που ισοφαρίζουν τον ξεπερασμένο πλέον προτεσταντικό ευσεβισμό, με την πονεμένη Ρωμιοσύνη μας και που τώρα μόνιμο και καθημερινό τους μέλημα έχει καταντήσει η νομιμοποίηση του εμετικού σοδομισμού. Και μαζί μ' αυτούς, όσοι αθεράπευτα επιμένουν να μπερδεύουν τον αγώνα της λεβεντιάς με τη «φάρμα των ζώων».
Αλήθεια, τι πραγματικά συμβαίνει με τους ανθρώπους αυτούς; Όντως δεν γνωρίζουν την πραγματικότητα, ή ενεργούν ό,τι ενεργούν εν πλήρει συνειδήσει; Είναι κι αυτό ένα ζητούμενο, όχι τόσο για τους πιστούς, αλλά γι' αυτούς τους ίδιους, δεδομένου ότι οι μνήμες είναι ακόμα τόσο νωπές... Όμως, ας αφήσουμε τη Δύση στη μελαγχολική της «δύση» και ας στρέψουμε και πάλι στην «Ανατολή των ανατολών», που το φως της καταυγάζει τους καθημένους «εν χώρα και σκιά θανάτου», τους ζωοποιεί και τους χαριτώνει.
Πράγματι, όταν η καρδιά του πιστού γευθεί αυτό το δώρο της ζωής και της αγάπης (που ανθίζει μέσα σε πολύπλευρο και ακατάπαυστο αγώνα), τότε γίνεται έτοιμη για την κάθε θυσία. Αυτής της καταστάσεως, τίποτε απ' όσα υπάρχουν στη γή δεν της μοιάζει. Κι αν κανείς επιχειρήσει να την κατανοήσει με την «ψυχρή λογική», ομοιάζει με αυτόν που, κρατώντας το τηλεσκόπιο στα χέρια, ψάχνει να βρει τον παράδεισο.
Καμμία χαρά στον κόσμο πλέον, μετά το βίωμα της αγάπης του Θεού δεν μπορεί να γεμίσει την ύπαρξη. Κι όταν από δικό της φταίξιμο, νιώθει πως πίκρανε τον Ιησού, τίποτε το ανθρώπινο δεν είναι ικανό να την παρηγορήσει...
Αλλά και στις στιγμές που μοιάζουν «αιώνιες», τότε που αρχίζει το «κρυφτούλι», όταν δηλ. γίνεται η «συστολή της χάριτος» και τούτο για να γίνει κατανοητό το «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ΙΕ΄5), τότε πόση καρτερία στην προσευχή χρειάζεται και πόση υπομονή στη μετρημένη θλίψη... Τότε, από την παγωμένη λίμνη της «καθ' ημάς ανατολής», αντηχεί η «συμμαχική φωνή», «δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος». Και η καρδιά γεμάτη χαρμολύπη και με τους δικούς της κωδικούς στέλνει το σήμα προς τον ουρανό: «Κύριε, συ οίδας ότι φιλώ σε» (Ιωάν. ΚΑ΄15).
Όμως, ουδείς ανθρώπινος λόγος θα κατορθώσει να εξαντλήσει ποτέ τον λόγο περί της ζωής του Χριστού, όπως εκφράζεται διά του αποστολικού λόγου ως θείος έρως «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός».
Ας παύσει το λοιπόν κάθε τι το ανθρώπινο και ας κρατήσουμε ως βακτηρία για τον ανηφορικό αλλά και ευλογημένο δρόμο μας, τον θεόπνευστο λόγο που μας αποκαλύπτει πτυχές από αυτή τη μοναδική Του Χριστού αγάπη.
Την αγάπη, που όταν πυρπολήσει την καρδιά, όλη η κτίση «ξεθωριάζει», και την κάνει να μελωδεί νύκτα και ημέρα προς τον ουράνιο και αιώνιο Νυμφίο: «Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου, ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου. Είναι δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο και σκληρός ο πόθος σαν τον άδη. Οι σπίθες της είναι σπίθες της φωτιάς, φλόγα του Θεού. Νερά ποτάμια δεν μπορούν να σβήσουν την αγάπη. (Άσμα Ασμάτων Η' 6-7).

Αμήν

Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_5975.html

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ζήλος και διάκρισης. Κυριακή Η' Λουκά. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

 Ζήλος και διάκρισης
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής
Η' Λουκά (Γαλ. Α' 11 – 19)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Εάν υπήρχε ένας ο οποίος μπορούσε να καυχηθεί περισσότερο όλων για το ζήλο και την εφαρμογή των πατρικών του παραδόσεων, αυτός οπωσδήποτε ήταν ο Απόστολος Παύλος.
Μελετούσε και ζούσε όσο του ήταν δυνατόν την ιστορία της φυλής του, που ήταν κυρίως η αποκάλυψη του Θεού και η καθοδήγηση του λαού Του.
Φυσικά, γνώριζε στην εντέλεια τις παραδόσεις των ραββίνων και ερμηνευτών του νόμου, και όπως γνωρίζουμε, δεν ανεχόταν καμμία παρέκκλιση από αυτές.
Εννοείται δε ότι παρά την αγαθή του διάθεση και παρά την έως λεπτομερειών εβραϊκή και φαρισαϊκή γνώση των παραδόσεων, έχανε μέσα από τη συνείδησή του την ουσία αυτής της παραδόσεως. Της παραδόσεως η οποία δεν ήταν, παρά η προετοιμασία των ανθρώπων για την προσωπική συνάντηση και σύνδεση με τον Ιησού.
Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος, ο εξωτερικός δηλαδή τυπικισμός και οι «παραδόσεις των ανθρώπων που ακύρωναν την εντολή του Θεού» (Ματθ. ΙΕ΄6), που τελικώς τον οδήγησαν στο φοβερό κατάντημα, ώστε, στο πρόσωπο των Χριστιανών να εκδιώκει αυτόν τον ίδιο τον Κύριο Ιησού. «Σαούλ, Σαούλ, τί με καταδιώκεις»; (Πράξ. Απ. Θ΄4)
Το αποστολικό ανάγνωσμα που θα ακουστεί την Κυριακή στη Θεία Λειτουργία, είναι όντως συγκλονιστικό.
Εκεί ο Απόστολος που κοπίασε περισσότερο όλων, χάριν του Ευαγγελίου, μέσα σε πνεύμα βαθυτάτης ταπεινώσεως, αλλά και αποστολικής ομολογίας για τον Υιόν του Θεού, περιγράφει την ίδια του τη ζωή, προ και μετά Χριστόν.
Από τη μια διαφαίνεται ο άκριτος ζήλος της φαρισαϊκής νοοτροπίας, και από την άλλη η ευδοκία του Θεού για να ευαγγελίζεται Αυτόν τον Κύριο Ιησού εις πάντα τα έθνη.
Εάν τώρα θελήσουμε να βρούμε τι ήταν αυτό που πραγματικά διέθετε και από φανατικό διώκτη τον κατέστησε η Χάρις του Θεού, τον μεγαλύτερο των Αποστόλων, και τον ανέδειξε μία όντως παγκόσμια προσωπικότητα, θα διαπιστώσουμε πως δεν ήταν τίποτε άλλο επί της ουσίας, παρά το καλοπροαίρετον.
Η αγνή δηλ. διάθεση της καρδιάς του, για να υπηρετήσει την Αλήθεια με όλη του την ύπαρξη. Και επειδή η Αλήθεια δεν είναι κάτι το θεωρητικό και το νεφελώδες, επειδή η Αλήθεια είναι Πρόσωπο, γι' αυτό και τελικώς μετά «την οδόν προς την Δαμασκόν», εγκατέλειψε τον εκπληρωμένο και άρα τελειωμένο Ιουδαϊσμό, δέχθηκε τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό και ο καταπληκτικός του ζήλος διαφωτίστηκε και εξαγιάστηκε.
Τώρα πλέον, λουσμένος μέσα στο φως της Χάριτος, γνώρισε πραγματικά τη σημασία της Παλαιάς Διαθήκης. Κατανόησε δηλ. ότι η σκιά και το γράμμα του Νόμου, οδηγούσαν στην πραγματικότητα της Καινής Διαθήκης. Βίωσε πλέον τη μεγάλη Αλήθεια, ότι αυτός ο Άσαρκος Λόγος που αποκαλυπτόταν στους Δικαίους και τους Προφήτες, ήταν Αυτός που τώρα έλαβε την ανθρωπίνη φύση για να σώσει τον ξεπεσμένο άνθρωπο. Και από τη στιγμή εκείνη ο ξεκαθαρισμένος ζήλος και η πνευματική – αγιαστική ισορροπία που παραμένει αλλά και αναπτύσσεται στον έσω άνθρωπο, διοχετεύονται κατά μοναδικό τρόπο στην υπηρεσία του Ευαγγελίου της Αγάπης.
Εφεξής, ο Απόστολος γίνεται με τον εν Χριστώ και τον εν επιγνώσει ζήλο του, παράδειγμα προς όλους μας, αλλά και αφορμή για να πούμε κάποια πράγματα που έχουν σχέση με τις ιερές παραδόσεις της Εκκλησίας μας, και για τις οποίες έχουμε χρέος ως πιστοί να δείχνουμε ανάλογο ευλογημένο ζήλο.
Άλλωστε, ο θεόπνευστος λόγος «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις» (Β' Θεσ. Β' 15), θα πρέπει να είναι πάντοτε αφυπνιστικός αλλά και καθοδηγητικός.
Βεβαίως, το κεφάλαιο της Ιεράς Παραδόσεως, που παραμένει αναλλοίωτη και γενικώς των παραδόσεων που έχουν καιρικό χαρακτήρα, είναι τεράστιο και απαιτεί μεγάλη έκταση και ειδικές αναφορές, που μπορεί και πρέπει ο καθένας να μελετήσει στα ειδικά εγχειρίδια της Ορθοδόξου Δογματικής μας διδασκαλίας, αλλά και την εφαρμογή της παραπάνω διδασκαλίας στη ζωή των θεουμένων Αγίων μας.
Πολύ συνοπτικά όμως, επιβάλλεται να σημειώσουμε, ότι είναι απολύτως ανάγκη να γνωρίσουμε, να προσέξουμε και να τηρούμε την Ιερά Αποστολική Παράδοση, διότι από την τήρησή της, εξαρτάται η σωτηρία μας.
Όταν ο Άγιος Κυπριανός κηρύσσει ότι «εκτός Εκκλησίας ούκ έστι σωτηρία», αυτή ακριβώς την Αλήθεια επισημαίνει. Ότι δηλ. έξω από αυτά που διδάσκει και εφαρμόζει η Εκκλησία μας, έξω από την Αποστολική μας Παράδοση, είναι αδύνατον να σωθεί ο άνθρωπος.
Και αυτός είναι ο λόγος που ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, τονίζει προς κάθε κατεύθυνση ότι «εις τα της Πίστεως ούκ εγχωρεί συγκατάβασις»! Και φυσικά αυτό είναι κάτι που ουδείς σοβαρός πιστός (νουν έχων), θα απορρίψει και θα αρνηθεί.
Όπως όμως σε όλα τα θέματα υφίσταται ο κίνδυνος να ολισθήσει κανείς από την μέση και ευλογημένη οδό της Ορθοδοξίας και να οδηγηθεί στα άκρα, έτσι και στα της Ιεράς Παραδόσεως εγκυμονεί ο κίνδυνος. Πράγματι, παρατηρούνται φυγόκεντρες δυνάμεις, με αποτέλεσμα στο όνομα της Παραδόσεως να ακούγονται θεωρίες και να εφαρμόζεται τακτική που ταράσσει το Σώμα της Εκκλησίας.
Το ένα άκρο είναι αυτό που υποστηρίζει, αν όχι στη θεωρία πάντως στην πράξη, ότι η Ιερά Αποστολική Παράδοσις είναι κάτι το ρευστό και κάτι που κατά καιρούς μπορεί να αλλάζει. Αγνοούν ή προφασίζονται ορισμένοι ότι αγνοούν, πως με τον όρο «Ιερά Αποστολική Παράδοση» εννοούμε τα δόγματα και ταυτοχρόνως τον ορθό τρόπο εκκλησιαστικής ζωής. Πράγματα δηλ. που είναι εντελώς αδύνατον να αλλοιώνονται με το πέρασμα των καιρών, αφού ο «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. ΙΓ΄8)
Όσοι έχουν πέσει στο άκρο αυτό, εργάζονται συστηματικά και πολύ μεθοδικά, ορισμένες δε φορές και χωρίς ουδένα δισταγμό, με αποτέλεσμα, όχι μόνο να σκανδαλίζονται οι πραγματικά πιστοί, αλλά ήδη να έχει δημιουργηθεί «σχολή» που υποστηρίζει διαφορετική τακτική από αυτή των Πατέρων και μια αντιεκκλησιαστική ουσιαστικά ζωή που οδηγεί στην αποτυχία και τέλος σ' αυτόν τον αποχριστιανισμό.
Τα δε εξωτερικά προσχήματα (και οι νοούντες νοείτωσαν), δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το «χρύσωμα του χαπιού».
Το άλλο τώρα άκρο είναι η κατάσταση του άκριτου ζήλου, που ως «Ιερά Αποστολική Παράδοση», θεωρεί οτιδήποτε υπάρχει γενικώς στο χώρο της Εκκλησίας, και το οποίο βεβαίως είναι καιρικού χαρακτήρος.
Χρειάζεται άραγε να τονισθεί ότι η κατάσταση αυτή, κατά καιρούς έχει επιφέρει μεγάλη τη σύγχιση σε απλοϊκές ψυχές; Είναι άγνωστο το γεγονός των σχισμάτων, των διαιρέσεων και των φατριών; Αυτή η ίδια η πραγματικότητα που ζούμε αποδεικνύει αναντιρρήτως του λόγου το αληθές, και αρκετές φορές έχουμε κάνει λόγο για την πυορροούσα αυτή πληγή στο Σώμα της Εκκλησίας μας.
Το θέμα λοιπόν είναι, αφού γνωρίσουμε το ποια είναι αυτή η Ιερά Παράδοσις, πού υφίσταται και πώς βιώνεται, στη συνέχεια να σπουδάσουμε και τον ορθό τρόπο, τόσο της διασφαλίσεώς της, όσο και της αναδείξεώς της, πράγμα που έχει τόσο ανάγκη ο σημερινός κόσμος.
Φυσικά και δεν είναι εύκολη υπόθεση, αφού ως γνωστόν «το ορθοδοξείν εστί αεί σχοινοβατείν».
Πάντως, κάτω από τα άκρα τόσο του λεγόμενου φιλελευθερισμού και οικουμενισμού, όσο και του ζήλου του ου κατ' επίγνωσιν, που και τα δυο καταστρατηγούν την Ιερά Παράδοση, υφίσταται, πάντα κατά τον λόγο των Πατέρων, ο επάρατος εγωϊσμός. Είτε καλυπτόμενος, είτε φανερός. Και όλα αυτά στο όνομα δήθεν της αγάπης ή στον άκριτο ζήλο για τα πάτρια.
Επομένως, το ζήτημα της Ιεράς Παραδόσεως, δεν βασίζεται μόνο στο κεφάλαιο της Πίστεως, η οποία είναι εκ των ων ουκ άνευ, αλλά οικοδομείται και στην μεγάλη αρετή της διακρίσεως. Της μείζονος αυτής αρετής, η οποία κάνει τον πιστό να γνωρίζει το πού, το πώς, το πότε και το γιατί θα πρέπει να μιλήσει ή να φέρει αντιρρήσεις.
Η Αγία Γραφή, αλλά και τα έργα των Αγίων και δη των Πατέρων της Εκκλησίας μας, και μάλιστα ο βίος και η πολιτεία όσων κατείχαν υψηλές διοικητικές θέσεις και ήταν ασυμβίβαστοι, θα πρέπει να μας κάνουν πολύ προσεκτικούς στο θέμα του αγώνα. Του συνετού αγώνα, ακριβώς υπέρ των πατρίων παραδόσεων.
Αδελφοί μου. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός το οποίο τονίζει ο Απόστολος, ότι δηλ. «ανήλθον εις Ιεροσόλυμα ιστορήσαι Πέτρον» (Γαλ. Α' 18). Δηλ. ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να γνωρίσω από κοντά τον Πέτρο.
Εάν ένας Απόστολος Παύλος, που μιλούσε πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ίδιο τον Κύριο, αισθάνθηκε την ανάγκη να επικοινωνήσει με τον Απόστολο Πέτρο και να καταστήσει το όλο έργο του σύμφωνο και με την ευλογία όλων των άλλων Αποστόλων, άραγε πόσοι και ποία προσοχή θα πρέπει να δείχνουμε στα του Οίκου του Θεού, και μάλιστα όταν πρόκειται για αγώνες υπέρ της Παραδόσεως;
Ο σύνδεσμος της Πίστεως και της εν Χριστώ κοινωνίας με τους αδελφούς και τους Αγίους, αποτελεί τη λυδία λίθο, επάνω στην οποία οικοδομείται η ποιμαντική μέριμνα και η ποικίλη πνευματική διακονία.
Είθε η ταπείνωση και η διάκριση, μαζί βεβαίως και με τον ένθεο ζήλο, να συνοδεύουν πάντοτε τους αγώνες υπέρ της Εκκλησίας μας.

Αμήν

Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2766.html

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής
Ζ' Λουκά. (Β' Κορ. Θ' 6 – 11)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Υπάρχουν άνθρωποι που κλείνουν περισσότερο προς τη θεωρία και άλλοι που αρέσκονται στην πράξη. Οι λεγόμενοι θεωρητικοί και οι πρακτικοί.
Φυσικά και τα δύο χρειάζονται και είναι αδύνατο να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο.
Στη σημερινό όμως Αποστολικό μας Ανάγνωσμα, βλέπουμε πως το Πνεύμα το Άγιον, διά του Αποστόλου Παύλου, μας καθοδηγεί στο πώς, ενώ γνωρίζουμε την «θεωρία» της Πίστεως, ταυτοχρόνως θα συνδυάσουμε και την πράξη της Χριστιανικής μας ζωής.
Και ομολογουμένως, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος, από το να δείξουμε την έμπρακτη αγάπη, μέσω της ευλογημένης ελεημοσύνης.
Όχι μόνο ο λόγος του Θεού μας καθοδηγεί στην ουράνια αυτή αρετή, αλλά και δεν υπάρχει Πατέρας ή Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, που να μην κήρυξε ή να μην έγραψε γι' αυτή την θυγατέρα της αγάπης.

Να σταθούμε στον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο; Τόμοι ολόκληροι απαρτίζουν τις εμπνευσμένες του ομιλίες επάνω στο θέμα αυτό. Υπάρχουν μάλιστα θέματα που αναπτύσσει, τα οποία, ενώ είναι υψηλού θεωρητικού επιπέδου, «η σάλπιγγα της Εκκλησίας», στο τέλος καταλήγει με το αναγκαίο αυτής της αρετής.
Ο δε ουρανοφάντωρ Βασίλειος, έλεγε χαρακτηριστικά ότι η κάθε πράξη αγάπης αποτελεί «σπέρμα της αιωνίου χαράς». Η ελεημοσύνη όμως είναι «επουράνιος σπορά»!
Όταν δηλ. ενεργούμε στο πλαίσιο της ελεημοσύνης, είναι σα να σπείρουμε στον ουρανό για προσωπικό μας λογαριασμό. Και οπωσδήποτε, θα έλθει και ο ευλογημένος καιρός, οπότε θα φανούν οι πλούσιοι καρποί αυτής της πνευματικής σποράς. Θέλοντας και μη θα φτάσει η ώρα της συγκομιδής και των απολαύσεων του «κόπου της αγάπης» μας.
Όπως επίσης θα φανούν και τα αντίθετα. Δηλ. η έλλειψις των αρετών και η αιώνια πτωχεία, όταν αφήνουμε τις πρακτικές ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες.
Όσο κι αν ακούγεται παράδοξος ο λόγος, ο καρπός της ελεημοσύνης, στην μορφή που την αποκαλύπτει ο λόγος του Θεού, δηλ. με ρίζα την αγάπη, και κορμό την αφάνεια και το «κρυπτόν» από τους ανθρώπους, αποτελεί δικαιοσύνη. Όταν μάλιστα ο πιστός Χριστιανός συνδυάζει και το «περίσσευμα εις παν έργον αγαθόν», τότε «η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα».
Αποτελεί δε κοινή θέση ολόκληρης της Ορθόδοξης Πνευματικότητας ότι η εξάσκηση αυτής της αρετής, φέρει τη συμφιλίωση του ανθρώπου με τον Θεό. Και μόνο αυτό; Η αξία της ελεημοσύνης φαίνεται και στο ότι με αυτή «υποχρεώνεται» απέναντι του πιστού ο ίδιος ο Θεός!
Αποκαλυπτική και πάλι η Γραφή στο σημείο αυτό: «Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν» (Παροιμ. ΙΘ' 17). Γινόμαστε δηλ. δανειστές και πιστωτές του Κυρίου, εμείς οι αδύνατοι άνθρωποι διά της ελεημοσύνης; Ναι αδελφοί μου. Συγκλονιστικό. Ενώ ουσιαστικά δεν έχουμε τίποτα το δικό μας, όλα αναμφιβόλως είναι δώρα της αγάπης Του, διά της ελεημοσύνης, κάνουμε δάνειο σ' Αυτόν που προσέφερε τα πάντα και μας διατηρεί στην ύπαρξη. Και η παραμικρή προσφορά στους αδύναμους αδελφούς μας, φαινομενικώς γίνεται στους ανθρώπους. Ουσιαστικώς όμως, αυτός που λαμβάνει τη μικρή και ανθρώπινη αγάπη μας, είναι Αυτός ο Θεάνθρωπος!
Γιατί αυτό; Διότι όλους αυτούς τους πτωχούς και αδύνατους τους θεωρεί «αδελφούς Του» (Ματθ. ΚΕ' 40).
Και πάλι ο ιερός Χρυσόστομος, στην ΙΕ' ομιλία του στην προς Ρωμαίους Επιστολή, αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά: «Περιέρχομαι προσαιτών και ταις θύραις σου παριστάμενος προτείνω χείρα». Γυρίζω δηλ. εγώ ο ίδιος ο Ιησούς ως ζητιάνος και στέκομαι στην πόρτα σου και απλώνω το χέρι μου.
Αλλά η ευλογημένη τούτη αρετή, εκτός των άλλων, φανερώνει ότι αυτή θα είναι ο ρυθμιστής της θέσεώς μας στην αιωνιότητα. Οι «ευλογημένοι του Πατρός», οι πιστοί δηλαδή που θα «κληρονομήσουν την ητοιμασμένην βασιλείαν από καταβολής κόσμου» (Ματθ. ΚΕ' 34), θα είναι οι άνθρωποι της ελεημοσύνης. Αυτό δηλ. για το οποίο αγωνιζόμαστε, τούτο που αποτελεί το βαθύτατο και ασίγαστο πόθο μας, εξαρτάται και από τη συγκεκριμένη αρετή.
Αυτός δε είναι και ο λόγος για τον οποίον ο ίδιος ο Κύριος, στην επί του όρους ομιλία, μακαρίζει τους ανθρώπους που καλλιεργούν στην ψυχή τους, αυτή τη διάθεση. «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. Ε' 7). Θα ελεηθούν εν ημέρα Κρίσεως. Θα δεχθούν το ευμενές βλέμμα του Κριτού και Θεού, αφού βεβαίως ο καρπός της αρετής αυτής θα τους ενισχύει και θα τους προστατεύει και σ' αυτή την πρόσκαιρη ζωή.
Αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα ανακάλυψε και ο προφήτης και βασιλέας Δαυίδ, γι' αυτό και μέλπει: «Μακάριος ο συνιών επί πτωχών και πένητα. Εν ημέρα πονηρά, ρύσεται αυτόν ο Κύριος» (Ψαλμ. Μ' 1 – 4). Θα τον γλυτώσει δηλ. ο Θεός τον ελεήμονα από την κάθε δυσκολία και συμφορά.
Όμως, ο λόγος περί ελεημοσύνης δεν έχει τέλος, αδελφοί μου. Όσο μάλιστα εξετάζουμε το θέμα αυτό, τόσο και περισσότερες πτυχές του ανακαλύπτουμε. Γιατί άραγε; Μα, διότι της αγάπης «ουκ έσται τέλος».
Καλόν όμως είναι να περάσουμε στη συνέχεια και να δούμε ορισμένα βασικά που έχουν να κάνουν με τον τρόπο της ελεημοσύνης. Με την πρακτική της «πρακτικής πλευράς» της πίστεως, θα λέγαμε.
Μάλιστα, στη δική μας δύσκολη από κάθε άποψη εποχή, το θέμα αυτό αναδεικνύεται από επίκαιρο έως και τραγικό. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: «Ζητά ο Θεός ελεημοσύνη από έναν άνθρωπο ή μία οικογένεια που διαθέτει ελάχιστα ή δεν έχει τίποτε; Που βιώνει το δράμα της ανασφάλειας και της ανεργίας ή και της ασθένειας;».
Αλλά αυτός ακριβώς είναι και ο «ύφαλος» της «λογικής» που πρέπει να αποφευχθεί. Εάν δηλαδή βλέπουμε τα πράγματα και τοποθετούμε τις κινήσεις μας κάτω από την στενή αυτή και εν πολλοίς ψευδή οπτική γωνία, τότε, όχι μόνο η ελεημοσύνη καταντά παράλογη, αλλά ίσως και πράξεις ανομίας, διαφθοράς ή και ανηθικότητας, λόγω του «αναγκαίου», αποχαρακτηρίζονται και όλα πλέον «δουλεύουν» για την ύλη και για τη σάρκα.
Όμως, ευτυχώς που τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι, και στον τομέα που μελετούμε, στην αρετή δηλαδή της ελεημοσύνης. Αυτή η ίδια η καθημερινότητα και εδώ αποδεικνύει το θρίαμβο της πίστεως. Είναι μάλιστα πολύ χαρακτηριστικό και το γεγονός ότι οι περισσότεροι που προσφέρουν, είναι όχι πλούσιοι και «έχοντες και κατέχοντες» αλλά πτωχοί. Δίνουν όχι από το περίσσευμα, αλλά προσφέρουν από το υστέρημά τους. Και τούτο διότι ο πτωχός πράγματι γνωρίζει την ανάγκη του πτωχού αδελφού, αφού κατά το δη λεγόμενο «ο χορτάτος δεν νιώθει τον πεινασμένο».
Αυτό όμως που κυριαρχεί στις περιπτώσεις της προσφοράς, είναι πολύ παραπάνω από τη στενή λογική και το άδειασμα της τσέπης. Είναι η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον εν Χριστώ, και όχι μόνον, αδελφό.
Άλλωστε ο Κύριος στο Ευαγγέλιο, δεν προσδιορίζει το ποσόν, αλλά το ποιόν της ελεημοσύνης. (Εννοείται δε ότι για έναν που κατέχει πολλά, το ποιόν είναι ευθέως ανάλογο με το ποσόν).
Το δίλεπτο της χήρας και η εξήγηση που δίνει ο ίδιος ο Ιησούς, καλύπτουν το όλον θέμα και ανοίγουν ορίζοντες αφάνταστης πρακτικής της αγάπης, σε όσους έχουν τη διάθεση του εφαρμοσμένου Χριστιανισμού στον τομέα της ελεημοσύνης και της προσφοράς.
Και επιτέλους, αγάπη άνευ θυσίας, δεν είναι παρά ένας απλός συναισθηματισμός που μαραίνεται ως άνθος και διαλύεται στον παγωμένο άνεμο της «λογικής» και του «πώς θα ζήσω, άμα θα δώσω».
Αλλ' όχι, φίλοι μου. Καρδιά που είναι στενή και άρα εντελώς αδύνατον να προσφέρει ελεημοσύνη, φυσικά είναι και αδύνατον να βιώσει τις ευλογίες του ουρανού. Και άνθρωπος ο οποίος πιστεύει ότι θα συναντήσει τον Θεό, παραβλέποντας όμως τις ανάγκες των αδελφών του, εξυπακούεται ότι βρίσκεται μέσα στην αχλή της πλάνης, έστω κι αν φαίνεται ότι γνωρίζει τα της πίστεως και εφαρμόζει με ακρίβεια τις υπόλοιπες των εντολών.
Επομένως, αδελφοί μου, στο χέρι μας είναι να επιλέξουμε το τι θα προτιμήσουμε, ανεξαρτήτως των οικονομικών μας πόρων ή καταστάσεων.
Στενή καρδιά, «άχρηστη – άχριστη» και με γεμάτο πορτοφόλι, ή τον «σκορπισμό» της ύλης και ξέχειλη την καρδιά από την αγάπη των αδελφών και την χάρη του Θεού;

 Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_5266.html

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

«Στώμεν καλώς στις επιταγές του Αγίου Πνευματος». Κυριακής Δ' Λουκά. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος



«Στώμεν καλώς στις επιταγές του Αγίου Πνευματος»
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής Δ' Λουκά
Των Αγίων Πατέρων της Ζ' Οικ. Συνόδου. (Τίτου Γ' 8-15)

 Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Η Κυριακή αυτή είναι αφιερωμένη στην ιερά μνήμη των Αγίων Πατέρων της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου. Κάθε έτος η Κυριακή μεταξύ της 11ης και 17ης Οκτωβρίου, έχει ορισθεί να εορτάζουν οι μεγάλες αυτές μορφές της Εκκλησίας μας.
Βεβαίως, για την Ζ' Οικουμενική και το έργο της μεγάλης αυτής Συνόδου, έχουμε και άλλες φορές κάνει λόγο. Έχουμε τονίσει, ότι η δογματική διδασκαλία περί των Ιερών Εικόνων, ουσιαστικώς συνοψίζει την όλη διδασκαλία και την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας και αυτό αποτελεί μια αλήθεια η οποία βιώνεται από τους Αγίους της κάθε εποχής, οι οποίοι εκφράζουν αυθεντικώς τη συνείδηση και τη ζωή της Εκκλησίας μας.

Εμείς σήμερα θα σταθούμε στο Αποστολικό μας Ανάγνωσμα, το οποίο αποτελεί και το τελευταίο τμήμα της προς Τίτον ποιμαντικής επιστολής του Αποστόλου Παύλου.
Είναι μάλιστα πολύ συγκινητικό αυτό που γράφει στο τέλος, ο γέροντας πλέον Απόστολος, στον ποιμένα της Κρήτης, και τον καλεί να έρθει στην Νικόπολη.

Πράγματι δε, φαίνεται να συναντήθηκε εκεί ο Παύλος με τον Τίτο, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από την πληροφορία της Β' προς Τιμόθεον επιστολής, κεφ. Δ' στιχ. 10 κατά την οποία, όταν ο Απόστολος αντιμετώπιζε στη Ρώμη τον κίνδυνο του μαρτυρίου, ο Τίτος βρισκόταν στην Δαλματία.
Βλέπουμε λοιπόν ότι ακόμα και ο Απόστολος των εθνών, αισθάνεται την ανάγκη να έχει μαζί του και μάλιστα στις δύσκολες ώρες, μια ψυχή, έναν άνθρωπο δικό του που να μπορεί να τον εμπιστεύεται και να μετριάζει τον κόπο αλλά και τον πόνο του.

Μα και οι πατρικές του συμβουλές και συστάσεις, αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές για τον κάθε ποιμένα, σε κάθε τόπο και σε κάθε εποχή.

Γι' αυτό και θα σταθούμε σ' αυτό που του συνιστά: «Μωράς δε ζητήσεις και γενεαλογίας και έρεις και μάχας νομικάς, περιίστασο. Εισί γαρ ανωφελείς και μάταιοι» (Τίτου Γ΄9).

Να αποφεύγεις δηλ. τις ανόητες συζητήσεις για τις γενεαλογίες των ειδωλολατρικών θεών και τις διαμάχες για τα ζητήματα του ιουδαϊκού νόμου, οι οποίες είναι άχρηστες και ανωφελείς.

Συμβουλές σοφές και άγιες, που εάν είχαν προσεχθεί από τους πιστούς όσο θα έπρεπε, στο διάβα των αιώνων που ποντοπορεί η Ναύς της Εκκλησίας, πολλές ταλαιπωρίες και αρκετά λάθη θα είχαν αποφευχθεί. Πικρές εμπειρίες που ταλαιπώρησαν, τόσο πρόσωπα μεμονωμένα, όσο και μικρότερες ή μεγαλύτερες ομάδες πιστών, οι οποίοι ενδεχομένως να ξεκινούσαν με την καλή διάθεση, αλλά με έντονο το στοιχείο του προσωπικού υποκειμενισμού, του συναισθηματισμού και αρκετές φορές της πλάνης.

Όπως βεβαίως γίνεται κατανοητό, δεν αναφερόμαστε στο σημείο αυτό στις διαλογικές συζητήσεις που ανέπτυσσαν τόσο οι Απόστολοι, όσο και οι Άγιοι της Εκκλησίας μας και μάλιστα αυτοί οι Μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι που διακρίνονταν εκτός από το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, κατά πρώτον λόγον, και για την τέλεια γνώση της θύραθεν παιδείας.

Όχι, δεν πρόκειται για την ποικίλη ποιμαντική μέριμνα που εκ των πραγμάτων είναι υποχρεωμένοι να ασκούν οι ποιμένες μας, φροντίζοντας στο πλαίσιο αυτό των ιερών τους καθηκόντων, να γνωρίζουν και ν' αντιμετωπίζουν τις πλάνες, τις αιρέσεις και τις κακοδοξίες.

Αλλά η αποστολική αναφορά και νουθεσία, γίνεται για τις περιπτώσεις εκείνες που ο ανθρώπινος νους είναι «κλειδωμένος» στην πλάνη του διαβόλου. Για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αγαθή προαίρεση έχει ξεριζωθεί και για τα δύστυχα πρόσωπα που έχουν καταλήξει ενσυνειδήτως στο «ου με πείσεις καν με πείσεις».

Και ναι μεν, ο Απόστολος επισημαίνει στον μαθητή του τον Τίτο ν' αποφεύγει τις συζητήσεις περί της γενεαλογίας των ειδωλολατρικών θεών και τις διαμάχες περί των λεπτομερειών και ζητημάτων του Ιουδαϊκού νόμου.

Φωτίζει δηλαδή τις παγίδες και ξεσκεπάζει τα δύο άκρα στα οποία κινδυνεύει να πέσει και να εμπλακεί ο ποιμένας, στο ξεκίνημα της ζωής της στρατευομένης Εκκλησίας. Στη μια περίπτωση της ειδωλολατρείας και στην άλλη των Ιουδαίων-κυρίως Φαρισαίων- οι οποίοι τελικώς διέστρεψαν τον νόμο που δήθεν υπερασπίζονταν, με αποτέλεσμα ο ποιμένας της Εκκλησίας να χάνει τον πολύτιμο χρόνο του και να μην επαρκεί στο να εποικοδομεί το ποίμνιο που του έχει εμπιστευθεί ο ίδιος ο Κύριος, δια των Αποστόλων.

Και ελλοχεύει αυτός ο κίνδυνος, της πνευματικής ζημιάς και του άγονου αγώνα, εάν μέσα στη συνείδηση του κάθε ποιμένα, τον πρώτο λόγο δεν θα έχει η υπακοή, αλλά ο υποκειμενισμός και η πειρασμική σκέψη ότι αυτός, λόγω των γνώσεών του και της «αγάπης» του θα πετύχει αυτό που οι άλλοι δεν το κατόρθωσαν.

Βεβαίως, στην εποχή μας, ίσως δεν υφίστανται οι συγκεκριμένες περιπτώσεις που επισημαίνει ο Απόστολος Παύλος. Υφίσταται όμως η ουσία του θέματος, και η καλοστημένη παγίδα του πονηρού σε διάφορες περιπτώσεις, που φέρουν τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα.

Να αναφερθούμε σε σύγχρονα ζητήματα τα οποία, στο πλαίσιο της θεόπνευστης επισήμανσης, αποτελούν παγίδες για ποιμένες και ποιμενομένους; Να φέρουμε στην επιφάνεια καταστάσεις που αποδεικνύουν ίδιον θέλημα και ανατροπή της Πατερικής εν γένει παραδόσεως;

Μάλλον όλοι μας γνωρίζουμε και βιώνουμε τα προβλήματα, που ως μη όφειλε, ταλανίζουν την Εκκλησία μας, ξεκινώντας από το πολύ πονεμένο θέμα (μάλλον ανάθεμα) του οικουμενισμού και θρησκευτικού συγκρητισμού, έως και αυτό των μεταφράσεων-παραφράσεων των λειτουργικών μας κειμένων, για να σταθούμε μόνο σε αυτά.

Τι κρύπτεται κάτω από την επιφάνεια αλλά και τι άλλο οσονούπω θα κάνει προκλητική την εμφάνισή του, για μια δήθεν «εκκλησιαστική ανανέωση» και για μια «βοήθεια των νέων ανθρώπων»;

Τι καλύπτεται πίσω από συζητήσεις επί συζητήσεων στα οικουμενιστικά συνέδρια, όταν μάλιστα βλέπουμε να μη μπορούν ή να μη θέλουν να διατυπώσουν έστω μια διαμαρτυρία στον ανηλεή διωγμό των Χριστιανών της Συρίας, για να σταθούμε μόνο σ' αυτό;

Τι καμουφλάρεται πίσω από τις λεγόμενες μεταφράσεις που με «θεολογική-φιλολογική» ου μην αλλά και «ασκητική» εμβρίθεια, καταντούν «του κλώτσου και του μπάτσου»;

Τι αλήθεια «ποιμαντική και αγαπολογία» είναι αυτή που ειρωνεύεται την αγνότητα προ του γάμου και ισοπεδώνει το μυστήριο του γάμου στο κεντρικό του σημείο;

Είναι άραγε η κυριαρχία της ειδωλολατρικής μανίας ακόμα και μέσα στους «ποιμένες» ή μήπως ο φαρισαϊσμός, σε όλο του το ύπουλο μεγαλείο, κυριαρχεί στις συνειδήσεις ορισμένων ταγών;

Ίσως να είναι το ένα, ίσως και το άλλο ή και τα δύο μαζί. Και μάλιστα δίχως να το αισθάνονται όσοι έχουν προσβληθεί από τις ποικίλες φάσεις της πλάνης αλλά και της κακοδοξίας.

Εκείνο πάντως που μετά βεβαιότητος κυριαρχεί είναι ο άκρατος υποκειμενισμός που υφαίνει τον γυαλιστερό και μεγαλοπρεπή μανδύα του κρυφού ή φανερού εγωισμού.

Πιο απλά. Η νοοτροπία του, «άσε τι διδάσκει το Ευαγγέλιο, ξέχνα τι κηρύσσουν οι Άγιοι Πατέρες, φύγε από την πεπατημένη και τιμημένη ζωή του αγώνα και της αγιότητας, και αυτό που δεν κατόρθωσαν τόσοι άλλοι πριν από εμάς, θα το κατορθώσουμε τώρα εμείς. Εμείς θα μείνουμε στην Ιστορία. Επί των δικών μας ημερών και δια των δικών μας έργων, θα πραγματοποιηθούν αυτά που θέλουμε εμείς».

Τώρα, εάν ερωτήσει κανείς: «όλοι αυτοί είναι τόσο αφελείς και τα πιστεύουν αυτά ή συμβαίνει κάτι τι άλλο;». Όντως, είναι και αυτό ένα ερώτημα που περιμένει την απάντησή του. Ο «αφελής» προηγείται του «Εφιάλτη» ή ο «Εφιάλτης» παγιώνει τον «αφελή»;

Το μόνο βέβαιο πάντως είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις «ο κατοικών εν ουρανοίς εκγελάσεται αυτούς, και ο Κύριος εκμυκτηριεί αυτούς» (Ψαλμ. Β' 4).

Αλλά υπάρχει και ακόμα ένα άλλο στοιχείο το οποίο λειτουργεί οριστικά και αμετάκλητα. Πρόκειται για τους «πνευματικούς νόμους». Η υπακοή στις θεόπνευστες συστάσεις, φέρει την ευλογία. Αντιθέτως, η παρακοή ακόμα και στις «λεπτομέρειες» φέρει την καταστροφή.

Και εννοείται ότι στα επίπεδα αυτά, των Αποστολικών και Πατερικών επιταγών, δεν υπάρχουν μεγάλα θέματα τα οποία πρέπει να προσεχθούν και μικρότερα που μπορούν να καταλυθούν. Όλα είναι μεγάλα και υποχρεωτικά, όσον αφορά το δόγμα και τον ορθό τρόπο βιώσεως της Εκκλησιαστικής ζωής.

Όσοι δε ξεγελούν τον εαυτόν τους με το δήθεν επιχείρημα ότι με τις κινήσεις τους και την όλη τακτική τους θα παραμείνουν στην ιστορία, ας είναι βέβαιοι, ότι πράγματι θα το πετύχουν αυτό που ζητούν. Η ιστορία, θέλοντας και μη, καταγράφει ακατάλυτα τα πρόσωπα και τις πράξεις τους.

Τόσο τις θετικές, που προβάλλονται ως παράδειγμα, όσο και τις στιγματισμένες που αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγήν.

Και για του λόγου το αληθές, ας μη λησμονούμε ότι όχι μόνο «αρχιερείς» του τύπου «Άννα» και «Καϊάφα» έμειναν στην Ιστορία, αλλά καθημερινώς στο Σύμβολο της Πίστεως, αναφέρεται με αποτροπιασμό ως ιστορικό πρόσωπο ο «Πόντιος Πιλάτος».
Το λοιπόν, αδελφοί, «στώμεν καλώς».
Ας λαμβάνουμε εφ' εξής πολύ στα σοβαρά τις επιταγές του Αγίου Πνεύματος.


Αμήν

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_1839.html

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Ο Χριστός ζωοποιεί και εμπνέει τους πιστούς. Κυριακή Γ' Λουκά. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Ο Χριστός ζωοποιεί και εμπνέει τους πιστούς
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής
Γ' Λουκά. (Β' Κορινθίους δ' 6 – 15)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Υπάρχουν ορισμένες ψυχές που ίσως δεν έχουν συνειδητοποιήσει την Ορθόδοξη Χριστιανική πνευματικότητα στα βασικά της σημεία και νομίζουν ότι η ζωή θα περάσει δίχως νέφη και καταιγίδες.
Ότι ο βίος, αφού υπάρχει η πίστις, θα είναι ανέφελος και ότι όλα θα έρχονται όπως ακριβώς υπολογίζει ο άνθρωπος.
Όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική, χωρίς βεβαίως αυτό να έρχεται σε καμμία αντίθεση με την πίστη, όπως θα δούμε.
Και πρώτα απ' όλα ας στρέψουμε το βλέμμα μας σ' Αυτόν τον Αρχηγό της πίστεώς μας και Σωτήρα μας, στον Κύριο Ιησού Χριστό.
Όλη Του η ζωή, εάν τη μελετήσουμε σωστά, θα δούμε ότι ήταν ένας Σταυρός, που η αποκορύφωσή του πραγματοποιήθηκε επάνω στο Γολγοθά. «Αντί της προκειμένης αυτώ χαράς, υπέμεινε σταυρόν» (Εβρ. ΙΒ΄ 2) και θάνατο μαρτυρικό και επονείδιστο!

Αλλά και των Αγίων Αποστόλων η ζωή, μήπως ήταν ανέφελη και ακύμαντη; Είναι και αυτό ένα θαύμα, το πώς δηλ. άντεξαν οι Μαθητές, μέσα σε τέτοιο κλίμα πολεμικής και με τέτοιους και τόσο σκληρούς διωγμούς, έφτασαν στα πέρατα της Οικουμένης και ίδρυσαν τις κατά τόπους του Χριστού Εκκλησίες!
Πόσες περιπέτειες και ποικίλους πειρασμούς υπονοεί, συμπυκνώνει και μας αποκαλύπτει ο κήρυκας της Οικουμένης με την φράση του «Εν παντί θλιβόμενοι και απορούμενοι και διωκόμενοι και καταβαλλόμενοι, μάλιστα δε περιφέροντες πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου εν τω σώματι;» (Β΄ Κορ. Δ΄ 9-10).
Και φυσικά αυτή η αποστολική ζωή, συνεχίζεται και στην πορεία των αιώνων διά των Αγίων, μέσα στο σώμα της Εκκλησίας μας. Συνεχίζουν δηλ. οι άγιοι και οι αγωνιστές του Χριστού, μέσω των θλίψεων να βιώνουν τη χάρη του Θεού, αφού αποτελεί θεμελιώδη αλήθεια της πίστεως ότι «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ, Ζ΄14).
Βεβαίως στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να διευκρινίσουμε κάτι το βασικό. Ότι δηλ. και οι άνθρωποι του κόσμου, οι μακράν του Θεού άνθρωποι, αντιμετωπίζουν θλίψεις και δυσκολίες αφάνταστες. Αλλά είναι άλλου περιεχομένου και άλλου είδους από τις ταλαιπωρίες των πιστών.
Άλλο πράγμα είναι να ζεις συνειδητά μέσα στη ζοφερή κόλαση της αμαρτίας και ως αποτέλεσμα να έχεις πόνο και ταραχή και θλίψεις και απογοητεύσεις, και να δαπανάς την ψυχική και τη σωματική σου υγεία στο κακό, και εντελώς άλλο πράγμα να αισθάνεσαι μία θλίψη ή μία κούραση μέσα στο πλαίσιο του όμορφου και συνειδητού πάντοτε αγώνα της πνευματικής και αυθεντικής ζωής, όπως αυτή τη ζωή την διακηρύττει και την διασφαλίζει η Εκκλησία μας.
Δεν μπορούν λοιπόν να συγκριθούν τα δύο μεγέθη των θλίψεων. Η πίκρα της αμαρτίας και η ελαφρά θλίψη της χριστιανικής πραγματικότητας. Άλλωστε το τονίζει και ο ίδιος ο Κύριός μας: «Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστί» (Ματθ. ΙΑ΄ 30).
Πρέπει όμως να συνεχίσουμε στο κεφάλαιο των θλίψεων και να δούμε ότι τα «τέκνα του φωτός», θλίβονται για δύο βασικούς λόγους. Ο ένας είναι εσωτερικός και έχει να κάνει με αυτούς τους ίδιους. Ο δε έτερος είναι εξωτερικός και έχει να κάνει με τους άλλους. Ο μεν πρώτος αφορά τις αδυναμίες. Τις μεγάλες ή τις μικρές ή και αυτές τις ασήμαντες, αρκετές φορές, που βλέπει μπροστά του ο αγωνιζόμενος.
Ναι, ο πιστός μέσα από τον αγώνα, αποκτά ένα είδος σωστής και διακριτικής ευαισθησίας με αποτέλεσμα οι κεραίες της συνειδήσεώς του, να συλλαμβάνουν τα λάθη του και τα σφάλματά του, όταν οι άλλοι δεν μπορούν να διακρίνουν απολύτως τίποτε και όλα τα βλέπουν σωστά και τέλεια.
Δεν κάνουμε βεβαίως λόγο για όσους έχουν υπερευαίσθητη και περιδεή συνείδηση, διότι αυτό αποτελεί ένα μεγάλο αρνητικό στοιχείο της προσωπικότητας, με αποτέλεσμα αυτός ο οποίος βρίσκεται εγκλωβισμένος στην υπερευαισθησία του να βασανίζεται ο ίδιος, αλλά να βασανίζει και τους άλλους.
Κάνουμε λόγο για τις «τετραγωνικές» προσωπικότητες που αποφεύγουν τα άκρα, τόσο της αναισθησίας, όσο και της υπερευαισθησίας – μελαγχολίας, και με τη χάρη του Θεού, βλέπουν την ζωή τους στην αντικειμενική διάσταση και όπως πραγματικά είναι.
Οι εσωτερικές λοιπόν θλίψεις έχουν να κάνουν με τις αδυναμίες και φυσικά ουδέποτε τα λάθη οδηγούν στο μαρασμό και στη φρικτή απελπισία. Και αυτά μεν για την πρώτη περίπτωση των εσωτερικών θλίψεων.
Οι εξωτερικές τώρα θλίψεις και ταλαιπωρίες τις οποίες βιώνουν στην κάθε εποχή οι πιστοί, έχουν να κάνουν με την κακία, το μίσος και τους παντοίους διωγμούς που δέχονται οι αυθεντικοί πιστοί από τους αθέους και απίστους και γενικώς από τα τέκνα του εχθρού.
Γεμάτα τα Ιερά Συναξάρια από τους διωγμούς που υπέστησαν οι πιστοί και κυρίως οι Άγιοι. Και έρχεται η ίδια η ζωή και αυτή η καθημερινότητα να υπογραμμίσουν τον αληθή λόγο της Γραφής ότι: «πολλαί αι θλίψεις των δικαίων» (Ψαλμ. ΛΓ΄ 20).
Έτσι, πραγματοποιείται επακριβώς και στο σημείο αυτό ο λόγος του Κυρίου: «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε» (Ιωάννου ΛΓ΄33).
Αλλά, γιατί απορούμε αδελφοί; Επειδή στην αλήθεια αυτή έρχεται ο πειρασμός και προσπαθεί να μας βάλει στην καρδιά τα ανθρώπινα γιατί;
Μα, γίνεται να υπάρξει αθλητής χωρίς να αντιμετωπίσει δυσκολίες και εμπόδια; Υπάρχει σωστός στρατιώτης δίχως κόπους και ταλαιπωρίες; Παρουσιάστηκε ποτέ άγιος του Θεού άνθρωπος και τέκνο της Εκκλησίας μας, χωρίς στερήσεις και στενοχώριες και προσβολές του εχθρού και των ανθρώπων; Αλλά αν αφαιρεθούν αυτά πώς τότε κανείς να αγωνιστεί; Πώς θα δείξει ποιος είναι και ποια πραγματικά είναι η αξία του;
Το παράδοξο θα ήταν να συνέβαινε το αντίθετο, δηλ. χωρίς κόπους και θυσίες και από τα εύκολα να έδειχνε κανείς πως είναι αγωνιστής.
Έχει λοιπόν τις ποικίλες δυσκολίες του ο αγώνας και η Χριστιανική ζωή, είναι όμως ζωή ένδοξη και μακάρια. Και τούτο διότι, όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι, οι οποίοι βίωσαν όλα τα επίπεδα των θλίψεων και των πειρασμών, η ζωή της πίστεως υπόκειται μεν στη θλίψη, αλλά νικά τη θλίψη. Και ο σύντονος αγώνας νικά την αγωνία που τσακίζει τον άνθρωπο.
Πράγματι, το ανθρώπινο στοιχείο υπόκειται στην πτώση και την αμαρτία, αλλά ο πιστός χάριτι Θεού θριαμβεύει κατά της αμαρτίας. Υπόκειται στο μεγάλο εχθρό του θανάτου, αλλά τελικώς υπερνικά και αυτόν τον θάνατο.
Είναι δε πολύ χαρακτηριστικό το πώς αναφέρει και υπογραμμίζει αυτή την πραγματικότητα ο Απόστολος στο σημερινό μας Ανάγνωσμα: «Εν παντί θλιβόμενοι, αλλ' ού στενοχωρούμενοι, απορούμενοι αλλ΄ούκ εξαπορούμενοι, διωκόμενοι αλλ' ούκ εγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι αλλ' ούκ απολλύμενοι» (Β΄ Κορ. Δ΄ 8-9)
Στην ερώτηση τώρα, πώς γίνονται όλα αυτά και πώς ο αδύναμος άνθρωπος είναι δυνατόν να κατορθώσει αυτή την ένδοξη ζωή, η απάντηση κρύβεται σ' ένα όνομα. Στο υπερύμνητο όνομα «Κύριος Ιησούς Χριστός»!
Ο Χριστός είναι που ζωοποιεί και που εμπνέει τους πιστούς.
Αυτός είναι που μας αναγεννά και μας χαρίζει τη δύναμη ώστε να νικούμε τόσο τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές θλίψεις της ζωής μας, και στις οποίες αναφερθήκαμε.
Σ' Αυτόν πιστεύουμε «διό και λαλούμεν».
Γι' αυτό ζούμε και υπάρχουμε, γι' Αυτόν αγωνιζόμαστε και Αυτός είναι ο σκοπός της υπάρξεώς μας. Δια του τρόπου αυτού επέρχεται και ο αγιασμός που είναι και ο τελικός προορισμός μας. Και αναλόγως της καταστάσεως και του επιπέδου της κάθε ψυχής, πραγματοποιείται και η μετάδοση αυτού του σωτηρίου μηνύματος και προς τους άλλους ανθρώπους, που διψούν τον Χριστό και δυστυχώς τον στερούνται. Διότι είναι αλήθεια, ότι ο κόσμος γύρω μας Τον αναζητά, ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Και αυτό είναι κάτι το οποίο δε θα πρέπει να το λησμονούμε ποτέ και να μας απασχολεί σοβαρά...
Αδελφοί μου, ας μη σταματά το βλέμμα μας στις θλίψεις που αντιμετωπίζουμε και που ίσως στο μέλλον να γίνουν περισσότερες για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού.
Ας αποφασίσουμε να βιώσουμε τη ζωή την οποία αξίζει να ζούμε, δηλ. τη ζωή της χάριτος με τις «πολλές θλίψεις» και την ατέλειωτη χαρά του Χριστού, και τότε ας είμαστε βέβαιοι ότι εκπληρώνουμε το σκοπό της υπάρξεώς μας.

Αμήν.

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_9057.html

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Με θλίψεις και χαρές. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Με θλίψεις και χαρές
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής. Β' Λουκά
(Β' Κορινθίους Α' 21 – Β' 4)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Ο Μεγάλος πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αρκετές φορές που αναφέρεται στον Απόστολο Παύλο, γεμάτος ιερό δέος, κηρύσσει ότι η αποστολική του καρδιά ήταν ένα ηφαίστειο που φλεγόταν από την αγάπη του Θεού και τον πόθο για τον καταρτισμό των πνευματικών του τέκνων.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη αυτής της πραγματικότητας η οποία και φαίνεται στο κλείσιμο της Αποστολικής περικοπής που θα αναγνωσθεί την Κυριακή στη λατρευτική μας σύναξη.

«Εκ γαρ πολλής θλίψεως και συνοχής καρδίας έγραψα υμίν δια πολλών δακρύων, ουχ ίνα λυπήσθε, αλλά την αγάπην ίνα γνώτε, ήν έχω περισσότέρως προς υμάς» (Β' Κορ. Β' 4).

Μη νομίσετε δηλ. ότι για τους ελέγχους που σας έγραψα στην επιστολή μου εκείνη εγώ δεν δοκίμασα τίποτε. Διότι σας έγραψα από πολλή θλίψη και στενοχώρια της καρδιάς. Με δάκρυα πολλά, όχι για να λυπηθείτε, αλλά για να γνωρίσετε την αγάπη, την οποία υπερβολικά έχω προς εσάς.

Χρειάζεται άραγε, μετά το ξέσπασμα αυτό, μετά την πλήμμυρα των δακρύων και την έκφραση αυτής της πατρικής στοργής για τα εν Κυρίω τέκνα του, να προσθέσουμε κάτι άλλο;

Τούτο μόνο πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό. Τόσο για τους πνευματικούς, όσο και για τους κατά σάρκα πατέρες.

Μόνο όποιος έχει πρώτα θυσιασθεί για τα τέκνα του, μπορεί στη συνέχεια δικριτικά να τα ελέγχει και να τους κάνει λόγο «περί πολλών δακρύων». Και όπως έγραφε μια μεγάλη μορφή που είχε γευθεί, τόσο τον πόνο, όσο και την αγάπη: «μόνο αυτός που αγαπά έχει δικαίωμα να ¨πονέσει¨ αυτόν που αγαπά»!

Τους γράφει λοιπόν με πόνο και αγάπη. Άλλωστε, όπως τους τονίζει, γι' αυτό και τους είχε αποστείλει την προηγούμενη αυστηρή του επιστολή, για να διορθωθούν. «Και όταν θα έλθω, να μη βρεθώ στην ανάγκη να λυπηθώ από σας, από τους οποίους θα έπρεπε μόνο χαρά να δέχομαι. Και ασφαλώς, για να μη λυπηθείτε κι εσείς, διότι είμαι απολύτως βέβαιος, ότι η δική μου χαρά είναι χαρά όλων σας».

Ακριβώς δε επάνω στη βάση αυτή, η «χρυσή σάλπιγγα της» μας, ο ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύει: «Τι υπάρχει πιο φιλόστοργο από την ψυχή αυτή; Γιατί δείχνει ότι πόνεσε όχι λιγότερο από κείνους που αμάρτησαν, αλλά πολύ περισσότερο μάλιστα. Γιατί λέγει, όχι μόνο 'με θλίψη', αλλά, 'με μεγάλη'». «Με δάκρυα και συντριβή καρδίας»!

Αλλά αυτό που αποτυπώνει στις θεόπνευστες επιστολές του ο κήρυκας της οικουμένης, βλέπουμε να επιβεβαιώνεται και στη ζωή των αγίων, αλλά και γενικώς όλων των πιστών.

Είναι δε νόμος απαράβατος, ότι στη ζωή μας, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να γευθούμε και από τα δύο ποτήρια. Και αυτό της χαράς και ευτυχίας, αλλά και αυτό του πόνου και της πικρίας, και μάλιστα αρκετές φορές.

Είναι όντως, πολύ χαρακτηριστικό αυτό το οποίο αναφέρεται στο βίο του Αγίου Ανδρέου, του δια Χριστόν Σαλού. Αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Κύριος του έδωσε να γευθεί ποτήριο γεμάτο πικρία και αποστροφή, και στη συνέχεια, για να αντέξει και να συνεχίσει τον αγώνα, ποτήριο γεμάτο χαράς και ευτυχίας. Έτσι δια του τρόπου αυτού του έδωσε να καταλάβει το ποια θα ήταν η ζωή του. Μια ζωή με αβάσταχτους κατ' άνθρωπο πειρασμούς, θλίψεις, ταλαιπωρίες και ταπεινώσεις, και στη συνέχεια χαρά και ηδονή πνευματική ανέκφραστη.

Φυσικά ο κόσμος είναι άγευστος, τόσο του ενός, όσο και του άλλου. Οι θλίψεις και οι χαρές του κόσμου, έχουν υπερβολικά μικρή έκταση.

Και όχι μόνο οι άγιοι, οι φίλοι του Θεού που είναι οι μεγάλοι μας αδερφοί και προστάτες, αλλά και Αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, γεύθηκε το πικρό ποτήριο των θλίψεων και τέλος την οδύνη του Σταυρού. Και ολόκληρη η ζωή της Παναγίας μας, ως μητέρας του Θεανθρώπου, τι ήταν; Δικαίως αποκαλείται μεταξύ των άλλων η Θεοτόκος και «Βασίλισσα του πόνου»!

Μια ισόβια εναλλαγή χαράς και θλίψεως, πόνου και ευτυχίας ήταν η ζωή της Μητέρας του Κυρίου μας, την οποία στεφάνωσε στο τέλος η άληκτος μακαριότης της Βασιλείας του Θεού.

Πόση, αλήθεια, ωφέλεια και ευλογία θα λάβουμε στις καρδιές μας, εάν μελετήσουμε αυτές τις εναλλαγές της χαράς και των θλίψεων που φέρει στη ζωή της η Παρθενομήτωρ, όπως καταγράφονται στο λόγο του Θεού και όπως μας τα διασφαλίζει η Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας!

Ήταν δυνατόν να μη πονέσει, όταν άκουε τους εχθρούς του Υιού της να φωνάζουν ότι «εν τω ονόματι του Βεελζεβούλ» ενεργεί τα έργα τα πρωτάκουστα και θαυμαστά;

Και η οδύνη της έφθασε στο κατακόρυφο, όταν είδε στον Γολγοθά τον αγαπημένο της Υιό, καρφωμένο επί του Σταυρού. Τότε ήταν που αισθάνθηκε τον απέραντο πόνο του χωρισμού. Και, αλήθεια, υπάρχει κανένας που να αγνοεί, ότι οι θλίψεις των παιδιών είναι και θλίψεις μεγάλες των μητέρων;

Δεν είναι λοιπόν καθόλου υπερβολικό αυτό που ελέχθη, ότι ο Σταυρός του Χριστού, δεν στήθηκε μόνο στον Γολγοθά, αλλά και στην καρδιά της Παναγίας, την οποία διαπέρασε ο πόνος ως αληθινή ρομφαία.

Εάν λοιπόν, ο Κύριος και Θεός μας, εάν η Πανάχραντος Μητέρα Του, εάν οι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι, γεύθηκαν τον πόνο και τις περισσότερες φορές ήπιαν και την τελευταία ρανίδα του πικρού ποτηρίου, είναι δυνατόν να περιμένουμε εμείς ότι η ζωή μας θα κυλήσει μόνο μέσα σε χαρές και ανθρώπινη ευτυχία;

Τούτο φίλοι μου είναι εντελώς αδύνατον.

Και αν κάποιες ψυχές, ακόμα δεν έχουν αισθανθεί τι θα πει πόνος και δάκρυ, ας έχουν κατά νου τον ψαλμωδό, ο οποίος γεμάτος από την εμπειρία της εναλλαγής πόνου και χαράς – χαράς και πόνου, χαράσσει την φράση που καταρτίζει τους πιστούς: «Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην» (Ψαλμ. ΡΙΗ΄60).

Όμως, προσοχή, διότι όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα του κόσμου αυτού, έτσι και η θλίψις αρχίζει, μεγαλώνει, φθάνει στην οξύτητα και θα λέγαμε στο απροχώρητο, και έπειτα υποχωρεί και φεύγει.

Για τους πιστούς όμως, για τους οπαδούς του Χριστού και τα μέλη της Εκκλησίας, συμβαίνει και κάτι άλλο παράδοξο. Συμβαίνει κάτι το αξιοθαύμαστο, που αλλάζει την πορεία της επιγείου ζωής και διαμορφώνει νέες καταστάσεις της χάριτος. Η θλίψη μετατρέπεται σε χαρά, ευφροσύνη και αγαλλίαση. Και όπως διακηρύσσει και πάλι ο Απόστολος Παύλος: « αιώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ημίν» (Β΄ Κορ. Δ΄17). Αρκεί να την δέχονται οι πιστοί όπως θέλει ο Κύριος και όπως βίωναν τη θλίψη οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Δηλ. με υπομονή και εγκαρτέρηση, με ασάλευτη πίστη και ελπίδα στον Θεό και στο Πανάγιο θέλημά του.

Όσο δε για τους ποιμένες και διδασκάλους, τους πνευματικούς πατέρες, ας διδάσκονται και ας εστιάζουν την προσοχή τους στα «ποιμαντικά δάκρυα» του Αποστόλου.

Όχι μόνο δεν ντρέπεται να το γράφει και να το επισημαίνει, αλλά γνωρίζει ότι με τις φράσεις αυτές, τους μεταδίδει ό,τι πολυτιμότερο θα μπορούσε. Και αυτοί οι Κορίνθιοι, αλλά και όλοι οι πιστοί, συγκινούνται και συγκλονίζονται όταν γνωρίζουν ότι κάποιος πνευματικός πατέρας, σε κάποια γωνιά της γης, ποτίζει την «γην την αγαθήν» με τους «όμβρους» των δικών του δακρύων.

Αγαπητοί μου. Ήδη τονίσαμε ότι όλη μας η ζωή είναι συνυφασμένη, τόσο με τον πόνο, όσο και με τη χαρά. Το ένα τρέφει το άλλο και το ένα αναπαύει το έτερον, μέσα βεβαίως στο πλαίσιο της Ορθοδόξου πνευματικότητας.

Επομένως, τα δάκρυα και στην περίπτωση του πόνου αλλά και της πνευματικής εν Κυρίω χαράς, δεν είναι, παρά η βροχούλα, όπως σημειώνει και ο Νικήτας ο Στηθάτος, που πέφτει απαλά επάνω στο χορτάρι και τρέφει τα στάχυα των αρετών.

Είθε ο «υετός» των πνευματικών μας πατέρων και καθοδηγητών, αλλά και οι «δροσοσταλίδες» της δικής μας μετάνοιας, να επιφέρουν στις καρδιές μας τον «θείον αμητόν».

Αμήν

Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/09/blog-post_947.html

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Μόνο εντός της Εκκλησίας υφίσταται η οικοδομή του Θεού! Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Μόνο εντός της Εκκλησίας υφίσταται η Οικοδομή του Θεού!
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής
Θ' Ματθαίου(Α' Κορ. Γ΄ 9-17)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Η Εκκλησία της Κορίνθου αντιμετώπιζε τον μεγάλο πειρασμό των διαιρέσεων και των σχισμάτων.
Ο Απ. Παύλος ήδη τους εξήγησε και συνεχίζει στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα να τους αναπτύσσει την ευθύνη των κηρύκων του Ευαγγελίου αλλά και αυτών των ίδιων των πιστών, για το θεμελιώδες και πρωταρχικό θέμα της ενότητας. Της ενότητας του Εκκλησιαστικού Σώματος.
Λαμβάνει παράδειγμα από την οικοδομή των κτισμάτων και το μεταφέρει εμπνεόμενος από την χάρη του Θεού αριστοτεχνικά στην πνευματική οικοδομή των ίδιων των πιστών.
Ο λόγος του είναι συγκινητικός, ρεαλιστικός και τα επιχειρήματά του ακαταμάχητα.
Ας περάσουμε όμως στη συνέχεια να δούμε την θεόπνευστη διδασκαλία που ισχύει βεβαίως όχι μόνο για τους τότε Κορινθίους, αλλά για τους πιστούς όλων των αιώνων.
Ποια, αλήθεια, είναι η Οικοδομή του Θεού;
Είμαστε όλοι εμείς οι Χριστιανοί. Κληρικοί, μοναχοί, και λαϊκοί οι οποίοι αποτελούμε τα μέλη του Σώματος του Χριστού. Όλοι εμείς, χωριστά ο καθένας αλλά και όλοι μαζί σε μια κοινότητα, σε μια ευλογημένη οικογένεια, σε ένα Σώμα με κεφαλή τον Κύριό μας Ιησού Χριστό!
Αλλά η οικοδομή αυτή πρέπει να είναι στερεά και ασάλευτη.

Και βεβαίως είναι στερεά και ασάλευτη, αφού κεφαλή της έχει τον ίδιο τον Ιησού και ουδέποτε θα παύσει να υφίσταται. Αυτό άλλωστε το βλέπουμε έως τώρα να πραγματοποιείται και να επιβεβαιώνει τον λότο του Θεού ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ.ΙΣΤ΄ 18).
Όμως, χρειάζεται προσοχή και επιβάλλεται να μελετήσουμε το θέμα και κατά το ανθρώπινο, αφού η Εκκλησία μας είναι θεανθρώπινος οργανισμός.
Ο Απ. Παύλος μας τονίζει ότι η οικοδομή του όλου Σώματος πρέπει να θεμελιώνεται καλώς.
Πράγματι, όταν μια οικοδομή έχει μελετημένα και γερά τα θεμέλιά της, τότε δεν κινδυνεύει ούτε από θύελλες ή καταιγίδες, ούτε από τους φοβερούς σεισμούς και καταποντισμούς, ούτε από ο,τιδήποτε άλλο. Την προστατεύει το θεμέλιο. Είναι πέτρα ή γερό σαν πέτρα το θεμέλιο; Τότε κανένας κίνδυνος δεν υφίσταται. Αντιθέτως, απουσιάζει η σωστή μελέτη και λείπει η σταθερή βάση των θεμελίων; Τότε, με την πρώτη, την ελαφρά προσβολή θα πέσει και θα σωριαστεί σε ερείπια. Και αυτό που συμβαίνει στην οικοδομή όταν δεν θεμελιώνεται καλώς, το ίδιο και χειρότερα συμβαίνει και με την πνευματική και ηθική οικοδομή. Με τον ίδιο τον άνθρωπο.
Εάν ο πιστός μένει μόνο στα λόγια και στους πρώτους ενθουσιασμούς, χωρίς να προχωρά στον ουσιαστικό καταρτισμό της υπάρξεώς του, με τους πρώτους πειρασμούς θα καταντήσει σε πνευματικό ναυάγιο.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Απόστολος πρώτο τοποθετούσε το θεμέλιο και στη συνέχεια οικοδομούσε τους πιστούς εντός της Εκκλησίας.
Πρώτα δηλ. στερέωνε τις ψυχές στον Κύριο Ιησού, πρώτα τους εδίδασκε τις μεγάλες αποκαλυπτικές-δογματικές αλήθειες και κατόπιν πρόσθετε τις παραινέσεις και την ηθική διδασκαλία. «Κατά την χάριν του Θεού, την δοθείσαν μοι ως σοφός αρχιτέκτων θεμέλιον τέθηκα», τονίζει με ιερά καύχηση, αλλά και επισημαίνει στη συνέχεια, για να προφυλάξει τους πιστούς: «θεμέλιον άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός»!
Κανένας πλέον δεν μπορεί τώρα να θέσει άλλον θεμέλιον λίθον εκτός εκείνου, που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στη βάση της όλης οικοδομής.
Και ο θεμέλιος αυτός λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός!
Λόγος πραγματικά συγκλονιστικός, αφού με αυτόν προφυλάσσει ο μέγας Απόστολος, όχι μόνο το έργο του από αυτούς που τον φθονούσαν, τους ψευδαδέλφους, και που επιχειρούσαν να ανατρέψουν την όλη οικοδομή της τοπικής Εκκλησίας, αλλά και λόγος καθοδηγητικός για τους ποιμένες και τους κήρυκες της κάθε εποχής.
Στο να είναι δηλαδή πολύ προσεκτικοί στο τι και πώς οικοδομούν.
Μια σύντομη ματιά να ρίξει κανείς στην ιστορία θα διαπιστώσει την επικαιρότητα των Αποστολικών λόγων, αφού αρκετοί είναι εκείνοι που δεν έδωσαν την προσοχή που χρειάζεται στο συγκεκριμένο ζήτημα, με αποτέλεσμα, αντί να θέτουν τον Χριστό ως θεμέλιον λίθον, τοποθετούσαν τον εαυτό τους ή τον αρχηγό τους ή την ομάδα στην οποία ανήκαν.
Και το αποτέλεσμα; Μα, τραγικό. Διότι οι ψυχές που δήθεν οικοδομούσαν, στη συνέχεια ή έμεναν ισοβίως ανώριμες και δίχως ουσιαστικούς καρπούς του Πνεύματος (έμεναν σε πρόσωπα με αρρωστημένες προσκολλήσεις), ή το ακόμα χειρότερο και το πλέον για την Εκκλησία επικίνδυνο, όταν έρχονταν οι πειρασμοί, αρνούνταν την πίστη ή τους απορροφούσαν οι πλάνες και οι αιρέσεις.
Να ισχυριστούμε τώρα ότι αυτό το φαινόμενο έχει εξαφανιστεί και ότι ο κίνδυνος έχει παύσει να υφίσταται; Μόνο όσοι έχουν προσβληθεί από την φοβερή ασθένεια του «εκκλησιαστικού στρουθοκαμηλισμού» μπορούν να ισχυριστούν την άποψη αυτή.
Επικρατεί δυστυχώς και στην εποχή μας το φαινόμενο αυτό, και μάλιστα θα λέγαμε ότι, δίχως να φαίνεται, σήμερα ταλανίζει σε μεγαλύτερο βαθμό, αφού, δεν είναι πλέον κάποια μεμονωμένα πρόσωπα εδώ κι εκεί που παρασπονδούν, αλλά φαίνεται να έχει δημιουργηθεί «σχολή» που διαμορφώνει «αρχιτέκτονες» με «φυγόκεντρες» τάσεις, που «διασκεδάζουν» με το να θέτουν διαφορετικό θεμέλιο...
Ομιλούμε για τον οικουμενισμό, ο οποίος τόσο στην θεωρία, όσο και στην πράξη, ακυρώνει τον Αποστολικό λόγο, θέτοντας θεμέλιον λίθον, όχι τον Χριστό και το Σώμα Του, που ανυπερθέτως είναι η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία, αλλά την «Βαβυλώνα» και τον συρφετό του Π.Σ.Ε. (Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών), λες και υφίστανται πολλά σώματα στην μία κεφαλή.
Επομένως, φίλοι μου, εάν θέλουμε να λέμε την αλήθεια και να μην εξωραΐζουμε και ωραιοποιούμε τις καταστάσεις και μάλιστα αυτές που έχουν άμεση σχέση με τον Χριστό και την Εκκλησία, τα πράγματα φαίνεται να είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή που μπορούμε να φανταστούμε.
Και εννοείται, πως ούτε καν επιτρέπεται να γίνεται στο εκκλησιολογικό αυτό επίπεδο λόγος περί υλικών αξίας. Για ποια, αλήθεια, πολύτιμα πετράδια και για ποιο χρυσό δύναται να γίνεται λόγος στην οικουμενιστική οικοδομή, όταν στο σαπιοκάραβο συμπλέουν ως ισότιμοι και ισοστάσιοι αυτοί που κηρύσσουν ότι είναι απόγονοι ηρώων και αγίων, με τους διεστραμμένους και τους σοδομίτες που στηρίζουν τις ανωμαλίες τους δήθεν στην «αγάπη του θεού και των ανθρώπων»;
Όχι πολύτιμοι λίθοι, αλλά ούτε «ξύλα, χόρτος και καλάμη», υφίστανται.
Πίσσα του διαβόλου και κοπριά των παθών αποτελούν το οικοδομικό υλικό τόσο των ξεπεσμένων και πλανεμένων «ορθοδόξων», όσο και των χυδαίων και κακοδόξων αιρετικών.
Υλικό δηλ. που υποδαυλίζει και αυξάνει ολονέν και περισσότερο την αγανάκτηση των πιστών και των απλών αλλά φυσιολογικών ανθρώπων. Υλικό δηλ. που ετοιμάζει το πυρ το αιώνιο της δειλίας και της προδοσίας (Αποκ. ΚΒ΄8).
Ναι, αδελφοί μου. Δεν μπορεί να οικοδομήσει κανείς στο Σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, παρά επάνω στον μοναδικό θεμέλιον λίθον, τον Χριστό. Και στη συνέχεια, εάν θέλει προκοπή βίου και πίστεως, δεν μπορεί παρά να πάρει γενναίες αποφάσεις ακριβώς γι΄ αυτή την πίστη.
Η αλήθεια, οι σκληροί και οι επίμονοι και επίπονοι αγώνες, οικοδομούν, σώζουν και συγκρατούν.
Η Ορθόδοξη πνευματικότητα είναι αυτή που εξασφαλίζει την ποθητή ενότητα, την εν Χριστώ αρετή και την φωτεινή αγιότητα.
Όλα τ' άλλα, είναι ψεύδη και αποτελούν διαστροφές και φυσικά ούτε λόγος να γίνεται περί της αγνής του Χριστού αγάπης και περί πόνου για τη σωτηρία των ψυχών και όσων δεν έχουν ακόμα γνωρίσει την αλήθεια.
Όταν απουσιάζει η βάση της αληθείας, τότε τον λόγο τον έχουν οι διχοστασίες, οι πλάνες, οι αιρέσεις και οι ανομολόγητες επιθυμίες της σαρκός, οι οποίες φθείρουν τον ναό του Θεού. (Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι έχοντες προσβληθεί από τον ιόν του Οικουμενισμού έχουν από τη συνείδησή τους διαγράψει και τα κωλύματα... «και οι νοούντες, νοήτωσαν»).
Όμως, «Ει τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός» (Α΄Κορ. Γ΄17).
Όποιος δηλ. καταστρέφει τον ναό του Θεού με βίο άνομο και κακό και ταυτοχρόνως αμνηστεύει σε θεωρητικό επίπεδο τα έργα σαρκός, αυτός από μόνος του ετοιμάζει τη σκληρή του τιμωρία.
Και όποιος φθείρει την ενότητα των Χριστιανών και ταλαιπωρεί το Εκκλησιαστικό Σώμα με σχίσματα, αιρέσεις και φατρίες, και όποιος κατ' επέκτασιν κηρύσσει ότι υφίστανται πολλές Εκκλησίες, θα φθαρεί από αυτόν τον Θεό.
Αδελφοί μου, ας μελετήσουμε σωστά το Αποστολικό κείμενο και ας κάνουμε βίωμά μας τις θεόπνευστες επιταγές.
Οι προειδοποιήσεις της Γραφής, δεν αποτελούν απλά σχήματα λόγου.
Είθε να συνειδητοποιήσουμε με όλες τις συνέπειες, ότι πραγματικά ανήκουμε στον Ναό του Θεού.


Αμήν
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/08/blog-post_1657.html

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ο Απόστολος Παύλος παράδειγμα ορθού πατριωτισμού. Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

Ο Απόστολος Παύλος παράδειγμα ορθού πατριωτισμού
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής. E' Ματθαίου
(Ρωμ. Ι΄ 1-10)

Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία, ακόμα και από ανθρώπους που φαίνεται να διατηρούν σχέση με την Εκκλησία, για το εάν ο Χριστιανός μπορεί και πρέπει να είναι και πατριώτης.
Και υπάρχουν και νέοι κυρίως άνθρωποι, που έχουν πιστέψει ότι ο πατριωτισμός είναι κάτι που οδηγεί τον άνθρωπο σε «καλούπια» και που ακυρώνει την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού.
Βεβαίως το θέμα δεν αποτελεί άλυτο πρόβλημα, αφού η Εκκλησία μας κατευθύνει στην ορθή οδό και μας υποδεικνύει την λύση του θέματος διά του λόγου του Θεού.
Αυτό λοιπόν το θέμα του αγνού και πνευματικού πατριωτισμού, βλέπουμε να το αγγίζει κατά έναν πολύ συγκινητικό τρόπο ο Απόστολος Παύλος. Ο Απόστολος των Εθνών, όπως δικαίως χαρακτηρίστηκε και ο οποίος κάνει θέμα θερμής προσευχής το να σωθούν οι συμπατριώτες του.
Ας παρακολουθήσουμε όμως την αποστολική του σκέψη, και ας ακούσουμε στην συνέχεια τους χτύπους της θερμής του καρδιάς, ώστε να διδαχθούμε και ν' αποκρυσταλλώσουμε στη συνείδησή μας την ορθή και Χριστιανική αντίληψη περί του θέματος του πατριωτισμού.
«Αδελφοί, η μεν ευδοκία της εμής καρδίας και η δέησις η προς τον Θεόν υπέρ του Ισραήλ εστίν είς σωτηρίαν». Δηλ. Ολόκληρη η καρδιά μου, και η φλόγα της αγάπης μου στρέφεται προς τους συμπατριώτες μου τους Ισραηλίτες. Δεν παύω να τους σκέπτομαι. Μα δεν παύω να προσεύχομαι στον Θεό υπέρ αυτών, για να βρουν την ψυχική τους σωτηρία.
Και όταν τα γράφει αυτά ένας Απόστολος Παύλος που η καρδιά του και ολόκληρη η ύπαρξίς του ήταν ένα καμίνι που φλεγόταν από την αγάπη και την δόξα του Χριστού, κατανοεί κανείς πόσο θερμή προσευχή θα ανέπεμπε στον θρόνο της Χάριτος για την σωτηρία των συγγενών και των συμπατριωτών του. Αυτό λοιπόν είναι το ευλογημένο παράδειγμα όσον αφορα την αγάπη προς την Πατρίδα.
Στην βάση αυτή, στο να επιζητούμε δηλ. τον οργανικό σύνδεσμο των συμπατριωτών μας, των φίλων και συγγενών μας, με τον Χριστό και με την Εκκλησία Του, οικοδομείται, πρέπει να οικοδομείται ο ορθός και αγνός πατριωτισμός. Και το τονίζουμε αυτό το αποστολικό παράδειγμα, το οποίο φυσικά και αποτελεί τον οδοδείκτη στο θέμα αυτό, διότι όπως και σε τόσα άλλα θέματα, τα οποία έχουν να κάνουν με την πνευματική μας πορεία, έτσι και στο βασικό αυτό κεφάλαιο, έχουν δημιουργηθεί πολλά ρεύματα.
 Παρουσιάζονται φυγόκεντρες δυνάμεις, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η Χριστιανική βάση και στη συνέχεια ή να καταλήγουν κάποιοι σε διεθνιστικές κοσμοθεωρίες που ισοπεδώνουν τα πάντα, ή αντιθέτως να οικοδομούν έναν αρνητικό πατριωτισμό που επιμένει και την Χριστιανική ακόμα πίστη να την σύρει ως θεραπαινίδα σε ακραίες και αντιχριστιανικές παραμέτρους.
Φυσικά δεν θα αναπτύξουμε τώρα τις θεωρίες και τις ακραίες των περιπτώσεων περί πατριωτισμού, οι οποίες και κυκλοφορούν. Τούτο μόνο λέμε: ότι και στο σημείο αυτό τα άκρα συναντώνται και οδηγούν στην παραζάλη και στην καταστροφή.
Θα δούμε όμως, επιβάλλεται να δούμε στη συνέχεια ορισμένα χαρακτηριστικά του Χριστιανού πατριώτη, όπως αυτά έχουν επισημανθεί στην πορεία της Εκκλησίας και του Χριστιανικού μας Έθνους, και που αποτελούν αυθεντικά σημεία υγειούς πατριωτισμού ο οποίος εδράζεται στην Ορθόδοξη πνευματικότητα.
Πρώτα απ' όλα, φίλοι μου, αυτός που αγαπά την πατρίδα του, αγωνίζεται. Ναι, αγωνίζεται για το καλό της πατρίδας του. Για την πρόοδο, την ειρήνη, την ευημερία, για την σωτηρία του Έθνους και της Πατρίδας, των συμπατριωτών και φυσικά των ομοεθνών του, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει ότι από την άλλη θα αποστρέφεται ή και θα μισεί τους άλλους ανθρώπους οι οποίοι ανήκουν σε άλλα Έθνη.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Απόστολος που χαράσσει τα λόγια αυτά για τους ομοεθνείς του και που για την αγάπη την οποία τρέφει γι' αυτούς, συγκινεί κάθε καρδιά, όχι μόνο δεν αποστρέφεται τους άλλους λαούς, αλλά ονομάζεται και είναι ο Απόστολος των Εθνών.
Επίσης, όπως μελετούμε στην ιστορία του, μόλις μετανόησε και έγινε Χριστιανός και αναδείχθηκε Απόστολος του Χριστού, προς τους Ιουδαίους, τους συμπατριώτες και ομοεθνείς του στράφηκε. Γιατί; Μα, για να τους κάνει το μεγαλύτερο καλό. Να τους ελκύσει στην πίστη και την σωτηρία. Να τους κάνει συνειδητούς Χριστιανούς. Πράγματι, δεν υπάρχει για ένα Έθνος μεγαλύτερη ευεργεσία από αυτή. Από το να κηρυχθεί ο Χριστός και να επεκταθεί στο κάθε Έθνος η Εκκλησία Του.
Αυτό είναι το πρώτιστο και η μεγαλύτερη ευεργεσία για ένα λαό. Ακόμα και υποδουλωμένο σε άλλο λαό να είναι το Έθνος, διά της πίστεως θα ανθίσει η ελπίδα για την εθνική απελευθέρωση και αποκατάσταση. Το δε Ελληνικό μας Έθνος έχει πλείστα όσα παραδείγματα ιστορικά τα οποία επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές, με χαρακτηριστικό και κύριο εκφραστή αυτής της πραγματικότητας τον Ιερομάρτυρα και Εθναπόστολο Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό!
Αλλά, δεν μπορούν να βρίσκονται όλοι στα δυσθεώρητα αυτά ύψη της αγιότητας και του ακέραιου πατριωτισμού, όπως ο άγιος Κοσμάς μα και τόσοι άλλοι Ιερομάρτυρες και Εθνομάρτυρες.
Αν όμως ο πιστός, δεν βρίσκεται σ' αυτά τα ύψη της αγιότητας και του μαρτυρίου, μπορεί αλλά και επιβάλλεται να μη μένει απαθής στις ποικίλες ανάγκες της πατρίδας του. Υλικές είναι οι ανάγκες αυτές; Πνευματικές; Μεγάλες ή μικρές; Ό,τι κι αν είναι, τις κάνει δικές του και μάλιστα προσωπικές και αγωνίζεται με όλες του τις δυνάμεις για την εξυπηρέτηση των συμπατριωτών του, αλλά και όσων ξένων διαμένουν στα όρια της Πατρίδας και σέβονται τους νόμους του κράτους αλλά και τις παραδόσεις του Έθνους.
Επειδή όμως παρά τις ανθρώπινες προσπάθειες, εάν δεν ευδοκήσει ο Θεός, όλα παραμένουν στο επίπεδο των προσπαθειών, γι' αυτό και ο πιστός πατριώτης, προσεύχεται. Κάνει δηλ. ιδιαίτερο αίτημα προσευχής τις ανάγκες του Έθνους του και κυρίως προσεύχεται όταν τμήματα της χώρας του βρίσκονται κάτω από τον ξενικό ζυγό. Έτι πλέον η προσευχή και οι δεήσεις εντείνονται, όταν υπάρχουν σκλάβοι και αγνοούμενοι αδελφοί. Έτσι, ο προσευχόμενος πιστός έχει πάντοτε κατά νου τον συγκινητικό στίχο: «Μα πέρα στην σκλαβιά, στον ξενικό ζυγό, στενάζουν κι άλλα σου παιδιά και καρτερούν ελευθεριά, Ελλάδα μας γλυκειά»!
Άλλωστε και στο σημείο αυτό, ο πιστός πατριώτης δεν κάνει τίποτε άλλο παρά αυτό που κάθε φορά στη λατρεία μας, με δέος και κατάνυξη παρακαλούμε. «Υπέρ του ευσεβούς ημών Έθνους και του κατά ξηράν, θάλασσαν και αέρα φιλοχρίστου ημών στρατού, του Κυρίου δεηθώμεν»!
Έτσι, μέσα στο στρατόπεδο της προσευχής, τα αγνά και άδολα αιτήματα των πιστών ενώνονται και στο θέμα αυτό και ο Άγγελος του Θεού, ανεβάζει τις προσευχές ενώπιον του επουρανίου θυσιαστηρίου. (Αποκ. Ε΄ 8).
Και όντως, οι δέσμες και τα κύματα των προσευχών, επανειλημμένως έχουν πυρπολήσει τον ουρανό, και έχουν συντελεσθεί τόσα και τόσα θαύματα, που θησαυρίζουν τόμους ολόκληρους της Εκκλησιαστικής και Εθνικής μας ιστορίας. Αρκεί κανείς να μην είναι προκατειλημμένος και με συγκίνηση θα διαπιστώσει ότι η κραταιά προστασία του δικού μας Έθνους, δεν είναι τόσο οι ξένες συμμαχικές μεγάλες δυνάμεις (που στην πράξη αποδεικνύονται μικρές και ελάχιστες στο ήθος και στην ανθρωπιά), αλλά η ακαταμάχητη δύναμη της ατομικής και κυρίως της ομαδικής εν τη Εκκλησία, θερμής προσευχής!
Αλλ' εάν όπως ήδη τονίσαμε, κύριο χαρακτηριστικό του σωστού Χριστιανού πατριώτη είναι, τόσο ο αγώνας, όσο και η θερμή προσευχή για τις ανάγκες του Έθνους του, ένα άλλο υψηλό σημείο που αποβαίνει πλέον και ατράνταχτη απόδειξη αγάπης προς την πατρίδα, είναι η θυσία.
Και πάλι, ο Απόστολος των Εθνών γίνεται αποκαλυπτικός και μας καθοδηγεί στα ύψη της αγάπης προς την πατρίδα, που εκφράζεται δι' αυτής της θυσίας!
Ο λόγος του προκαλεί κατάπληξη, «εάν χρειάζεται», γράφει, «για να πιστέψουν οι συμπατριώτες μου και να σωθούν, να χωρισθώ εγώ από τον Χριστό και να ευρεθώ στην κόλαση, ας γίνει και αυτό»! «Ας χαθώ εγώ για να σωθούν εκείνοι. Ας γίνω ανάθεμα, ας καταδικαστώ εγώ αιωνίως, και ας χάσω την Βασιλεία του Θεού, προκειμένου να γίνει το μεγάλο τούτο καλό για το έθνος μου. Να μετανοήσει ο Ισραήλ, να πιστεύσει και να σωθεί»!
Αλλά, αυτή την αγάπη που εκφράζει ο Απόστολος και που φαίνεται απίστευτη, δεν τη βλέπουμε και στην περίπτωση των ενδόξων προγόνων μας;
Ήδη έγινε λόγος για τον μεγάλο προφήτη της Ρωμιοσύνης, τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, ως κύριο εκπρόσωπο αυτού του πνεύματος της θυσίας. (Και από το πρίσμα αυτό που βλέπουμε το θέμα μας, αξίζει να μελετήσουμε για ακόμα μία φορά τον βίο και την πολιτεία, αλλά και το ποιοι και γιατί κρύβονταν πίσω από το μαρτύριο του μεγάλου αυτού Αγίου της Εκκλησίας μας, που ουσιαστικά με τις ιεραποστολικές του περιοδείες, τις συγκλονιστικές διδαχές του και ακόμα τις αφυπνιστικές προφητείες του, ανέστησε το σκλαβωμένο Έθνος).
Δεν είναι όμως όπως γνωρίζουμε μόνο ο άγιος Κοσμάς. Είναι τόσοι και τόσοι ηρωικοί προπάτορές μας που θυσίασαν τα πάντα «υπερ πίστεως και πατρίδος» αγωνιζόμενοι.
Αλήθεια, που να πρωτοσταθεί κανείς; Σ' αυτούς που έδωσαν το αίμα τους ή σ' όσους, κατά το πλείστον άγνωστους, έδωσαν «καντάρια» τα δάκρυα, μέσα στις σπηλιές και στα ταπεινά φτωχομονάστηρα; Σ' όσους αγωνίστηκαν με το καρυοφίλι ή σ' αυτούς που γαλουχούσαν τις ψυχές των Ελληνοπαίδων με την πέννα και με το καλαμάρι; Πού αλήθεια να ρίξουμε τη ματιά μας και να μη πλημμυρίσουν τα μάτια μας από δάκρυα λυτρωτικά;
Σ' αυτούς που ξεσήκωσαν τους φιλέλληνες ή στους μεγάλους ευεργέτες που συγκλονίζεται κανείς όταν μελετά την ιστορία τους;
 Εκεί πάντως που αισθανόμαστε τις δονήσεις του πατριωτισμού να κατακλύζουν την ύπαρξή μας - αλλά και την αγανάκτηση για κάποια γύναια, που διαστρέφουν την Ιστορία μας - είναι, όταν η σκέψη μας τρέχει στα βράχια του Ζαλόγγου, της Αραπίτσας και της Αλαγονίας στην Καλαμάτα, θωρώντας τις ατρόμητες, ένδοξες και τίμιες Ρωμιές, που προτίμησαν την αυτοθυσία, από το να σέρνονται ως ελεεινά όντα μέσα στα χαρέμια των Τούρκων!
Ναι, αγαπητοί μου. Εδώ, στη θυσία φαίνεται η υψηλότατη κορυφή του πατρωτισμού. Στις θυσίες αλλά και σε κάθε είδους θυσία. Φυσικά με τα λόγια όλοι αγαπούμε την πατρίδα. Ως και αυτοί οι άθεοι ακόμα δηλώνουν με περισσή αφέλεια και απύθμενο θράσος ότι δήθεν αγαπούν την πατρίδα τους. (Ακόμα και όσες «κυρίες» βρίσκονται στα «κομματικά χαρέμια» και κατά ηλίθιο και αηδιαστικό τρόπο προσπαθούν να παραχαράξουν την Ιστορία των αγώνων και της αυτοθυσίας).
Εννοείται βεβαίως ότι, «πατριώτης και άθεος», αποτελεί σχήμα οξύμωρο, όπως πάλι «πατριωτισμός και μασσωνισμός», αποτελεί στάχτη στα μάτια των αφελών και φούμαρα στη συνείδηση των προδοτών.
Στα λόγια λοιπόν όλοι παρουσιάζονται ως πατριώτες. Στην πράξη όμως τι γίνεται; Νά το σπουδαίο ερώτημα που ανακύπτει ενώπιόν μας.
Υπάρχει θυσία; Ορισμένοι βέβαια όταν κάνουν λόγο περί θυσίας, εννοούν αυτή αλλά από την ανάποδη... Είναι δηλ. έτοιμοι να θυσιάσουν ακόμα και το δημόσιο οικονομικό συμφέρον για τον προσωπικό τους κορβανά και το ακόμα χειρότερο να θυσιάσουν τμήματα της χώρας για την δική τους φιλοδοξία και ισόβια κυριαρχία, όταν μάλιστα «τυχαίνει» τα τμήματα αυτά να «κείτονται μακρά», από το κέντρο και την διοίκηση...
Τι να γίνει όμως φίλοι μου; Έτσι είναι τα πράγματα δυστυχώς και στο πονεμένο κεφάλαιο του πατριωτισμού, όταν απουσιάζει από τη ζωή μας η αυθεντική Ορθόδοξη πνευματικότητα. Η ζωή της χάριτος που οδηγεί στις θυσίες. Από τη μικρότερη έως και τη μεγαλύτερη που μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος.
Και ας μη λησμονούμε ότι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, δεν έχουμε ανάγκη από ξένα πρόσωπα για να μας εμπνεύσουν τον πατριωτισμό. Πολύ περισσότερο δεν εστιάζουμε την προσοχή μας προς ξένα πρόσωπα τα οποία αιματοκύλισαν τον κόσμο αλλά και αυτή την πατρίδα μας (και οι νοούντες νοήτωσαν).
Εμπνεόμαστε από τον ζωντανό λόγο του Θεού και από τα φωτεινά και ακέραια παραδείγματα της Ρωμιοσύνης, που ως πολύτιμη παρακαταθήκη διαφυλάσσονται διηνεκώς στον χώρο της αγιότητας και του ευλογημένου πατριωτισμού.
Νομίζουμε πως δεν υπάρχει καλύτερο κείμενο με το οποίο και θα κλείσουμε, από τους στίχους του θεόπνευστου Ψαλμωδού, ο οποίος με έντονο πατριωτικό λυρισμό και πικρό θρήνο καταγράφει την νοσταλγία και τον πόνο για τον ξερριζωμό. Συνάμα αποτυπώνει την φωτεινή ελπίδα για την επιστροφή στα άγια και μαρτυρικά χώματα της γλυκιάς και όμορφης πατρίδας.
«Εάν επιλάθωμαί σου, Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου. Κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ, εάν μη προανατάξωμαι την Ιερουσαλήμ ως εν αρχή της ευφροσύνης μου». (Ψαλμ. Ρλστ' 5,6).


http://anavaseis.blogspot.gr/2013/07/blog-post_1113.html