Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π.Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Είναι οι προγαμιαίες σχέσεις πορνεία; Γέροντος Επιφανίου Θεοδωρόπουλου

Είναι οι προγαμιαίες σχέσεις πορνεία; 
Μακαριστοῦ Ἀρχιμ. π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

Υπάρχουν πολλοί, ενίοτε και καθηγητές Θεολόγοι που διδάσκουν μια πολύ «βολική» και «έξυπνη» θεωρία: Ότι πορνεία είναι μόνο η σαρκική ικανοποίηση που γίνεται έξω από το γάμο με πόρνες και με χρήματα (δηλαδή με πληρωμή).
Ενώ όπου υπάρχει αγάπη, όπου υπάρχει ψυχική επαφή, εκεί δεν έχουμε πορνεία.
Συνεπώς, ένα ζευγάρι νέων που αγαπιούνται και η σαρκική σχέση του αποτελεί «ολοκλήρωση της αγάπης των», δεν είναι πορνεία και άρα δεν κάνουν αμαρτία.
Το Ευαγγέλιο μόνο την πορνεία και τη μοιχεία απαγορεύει. Δεν απαγορεύει την «ολοκλήρωση της αγάπης» ενός ζευγαριού.
Βέβαια η λέξη «πορνεία» στην κυριολεξία σημαίνει την ικανοποίηση των σαρκικών ορέξεων με χρήματα, αφού στην αρχαιότητα ασκούσαν το «επάγγελμα» αυτό γυναίκες αγορασμένες, δηλαδή δούλες.
Όμως εκτός από την κύρια σημασία της, η λέξη πορνεία, είχε ανέκαθεν και τη σημασία της σαρκικής σχέσεως δύο ετερόφυλων προσώπων, χωρίς να υπάρχει χρηματική δοσοληψία.
Μία είναι η νόμιμη συζυγία ανδρός και γυναικός, αυτή που γίνεται με την ευλογία του Μυστηρίου του γάμου. Κάθε πράξη που γίνεται έξω από το Μυστήριο του γάμου χαρακτηρίζεται ως πορνεία ή μοιχεία και καμία διάκριση δεν γίνεται αν συμβαίνει με αμοιβή ή εξ αγάπης.
Πουθενά στην Αγία Γραφή δεν δικαιώνονται οι προγαμιαίες σχέσεις εφ’ όσον γίνονται μεταξύ δύο προσώπων που αγαπιούνται. Και πουθενά στην Αγία Γραφή δεν θα βρούμε αμνήστευση των σχέσεων αυτών, επειδή απουσιάζει η πληρωμή και γίνεται επίκληση του ερωτικού αισθήματος.

Ας αναφέρουμε μερικά παραδείγματα:
1)Η περίπτωση της Σαμαρείτιδος. Είχε τελέσει πέντε νόμιμους γάμους (ο νόμος τότε το επέτρεπε) και τώρα συζεί με ξένον άνδρα, ασφαλώς γιατί «αγαπιούνται». Έχει όμως τη συνείδησή της βαρειά, γι’ αυτό και όταν ο Κύριος της λέει να πάει να φωνάξει τον (νόμιμο) άνδρα της, εκείνη του λέει «ουκ έχω άνδρα» για να κρύψει ότι συζεί παρανόμως με άνδρα που δεν είναι νόμιμος σύζυγός της. Και ο Κύριος την επιβεβαιώνει, λέγοντας της ότι είπε την αλήθεια, γιατί πέντε άνδρες νυμφέυθηκε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι νόμιμος σύζυγός της. Δηλαδή ο Κύριος αρνείται πως η σχέση αυτή είναι νόμιμη και αποδεκτή.

2)Ο Απόστολος Παύλος ήταν άγαμος. Γράφει λοιπόν για τους άγαμους άνδρες και τις χήρες γυναίκες, ότι θα προτιμούσε και αυτοί να παραμείνουν όπως και αυτός δηλαδή να μην παντρευθούν. Δεν αγνοεί όμως ότι η αγαμία είναι μεν ανώτερη, αλλά όχι και εύκολος δρόμος. Γι’ αυτό προσθέτει: «Αν δεν μπορούν, λόγω της ασθενείας της σάρκας να εγκρατεύονται, τότε καλόν είναι να παντρευθούν». Δεν τους είπε να βολευθούν με εξώγαμες σεξουαλικές σχέσεις, βρίσκοντας ο καθένας ή η καθεμιά ένα … ταίρι έξω από το γάμο.
Μοναδική διέξοδος ο γάμος. «Μονόδρομος». Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Ούτε διανοείται ο Παύλος την εύκολη «λύση» των εξ αγάπης σχέσεων γι’  αυτούς που δεν εγκρατεύονται. Αυτά λέει το Πνεύμα το Άγιον διά στόματος Παύλου!

3)Και ερχόμαστε στο χωρίο (Α΄ Κορ. Ζ΄ 27-28).
 «Δέδεσαι γυναικί; Μη ζήτει λύσιν. Λέλυσαι από γυναικός; Μη ζήτει γυναίκα. Εάν δε και γήμης ουχ ήμαρτες». Μια σχέση βλέπει ο Παύλος αναμάρτητη. Αυτή στο γάμο. Ούτε υπαινιγμός υπάρχει για σχέσεις «εξ αγάπης» έξω από το γάμο.

4)Επίσης ο θείος Παύλος γράφειστην (Α΄ Κορ. 5, 1) επιστολή του. «Όλως ακούεται εν υμίν πορνεία, και τοιάυτη πορνεία, ήτις ουδέ εν τοις έθνεσιν ονομάζεται, ώστε γυναίκα τινά του πατρός έχειν».
Ο άνθρωπος για τον οποίον ομιλεί ο Παύλος δεν εσκέπτετο πορνεία, απλώς συζούσε με τη μητριά του και προφανώς ο δεσμός του ήταν «εξ αγάπης». Δεν συζεί με χρήματα. Και όμως για τον Παύλο η αθέμιτος αυτή συζυγία ήταν πορνεία.

Οι επινοήσεις αυτές οδηγούν σε ΑΤΥΠΟΝ ΠΟΛΥΓΑΜΙΑΝ!
Γιατί είναι αυτονόητο ότι, όταν οι χριστιανές νέες διαφωνήσουν αργότερα με το πρόσωπο που αγαπούν σήμερα και με το οποίο «ολοκληρώνουν την αγάπη τους», δεν εμποδίζονται να το αντικαταστήσουν με άλλο. Κι αν και με εκείνο διαφωνήσουν και χωρισθούν, θα αναζητήσουν την «αγάπη» τρίτου, μετά τέταρτου, πέμπτου κ.ο.κ. μέχρις ότου «κάπου, κάποτε, με κάποιον» καταλήξουν σε γάμο. Το ίδιο θα πράττουν και οι χριστιανοί νέοι. Όλα αυτά είναι αναμάρτητα!!, γιατί γίνονται… «εξ αγάπης» και όχι με χρήματα; Ωραίος Χριστιανισμός! «Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος».
Αυτές είναι οι θέσεις του Χριστου και της Εκκλησίας Του. Ας μη μας πλανά ο Διάβολος. Ας μη απατούμε τον εαυτό μας. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί και ανάξιοι. «Τις καθαρός από ρύπου…»; Ας προσφέρουμε όμως την αμαρτωλότητά μαςμε ταπείνωση στο Θεό με τη μορφή της μετάνοιας. Μη καθησυχάζουμε και ναρκώνουμε τη συνείδηση μας λέγοντας ότι οι προγαμιαίες σχέσεις δεν είναι αμαρτία. Ότι είμαστε αδύνατοι, ναι. Ότι παρασυρθήκαμε, ναι. Όχι όμως ότι δεν είναι αμαρτία, δεν είναι πορνεία.
Αδελφοί, «στώμεν καλώς∙ στώμεν μετά φόβου»!! Είτε είμαστε Επίσκοποι, κληρικοί, πνευματικοί, θεολόγοι, λαϊκοί. Ο Χριστός δεν εμπαίζεται. Ο λόγος του Θεού είναι σαφής: «Εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί∙ έσονται γαρ οι άνθρωποι φίλαυτοι… ακρατείς… φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι» (Β’ Τιμ. 3, 1)

Απόσπασμα (σελ. 35-38) από το βιβλίο του π. Γεωργίου Καλπούζου «ΕΦΗΒΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΓΑΜΙΑΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ», Εκδ. ΦΩΤΟΔΟΤΕΣ
4 Δεκεμβρίου 2013
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/12/blog-post_1341.html

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Νηστεία και φιλοξενία. Νηστεία και συνεστιάσεις. Νηστεία και σκανδαλισμός. (Μέρος Γ'). Π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου

Νηστεία και φιλοξενία

Είχα εξομολογηθεί στον Γέροντα προ ετών, θυμάται ένα πνευματικοπαίδι του, ότι είχαμε φιλοξενήσει στο σπίτι κάποιον εξάδελφο, λίγο κοσμικό στο φρόνημα σε ημέρα νηστείας και γι’ αυτό δεν είχαμε νηστεύσει. Ο Γέροντας υπήρξε αυστηρός:
-Την μια ο εξάδελφος, την άλλη ο κουμπάρος, την τρίτη ο μπατζανάκης, μετά ο φίλος! Αν το πάτε έτσι, δεν πρόκειται να νηστεύετε.
Καλά κάνετε και φιλοξενείτε. Αυτό σας το συνιστώ. Ακόμη και σε μέρες νηστείας. Αλλά θα προσφέρετε νηστίσιμα φαγητά.
Περιποιημένα και νόστιμα αν θέλετε να τιμήσετε κάποιον, αλλά νηστίσιμα. «Σήμερα», θα του λέτε απλά, «είναι νηστεία, γι’ αυτό σου έχουμε νηστίσιμο φαγητό. Δεν θέλουμε να παραβούμε τις εντολές της Εκκλησίας».

Νηστεία και συνεστιάσεις



Πολλά από τα πνευματικοπαίδια του Γέροντα αντιμετώπιζαν προβλήματα με τη νηστεία, όταν ελάμβαναν μέρος σε συνεστιάσεις φιλικές ή επαγγελματικές (παλαιών συμμαθητών, γεύματα εργασίας, επιστημονικά συνέδρια κ.λπ.). Είναι παρατηρημένο ότι στις σύγχρονες αποχριστιανισμένες δυτικές κοινωνίες τέτοιες συνεστιάσεις ορίζονται κατά κανόνα τις Τετάρτες και ιδίως τις Παρασκευές, διότι η επομένη είναι η αργία του Σαββάτου και κλείνει η εργασιακή εβδομάδα (ο Γέροντας σ’ αυτό διέβλεπε λανθάνουσα διαβολική επίδραση.
«Χάθηκαν οι άλλες μέρες;», έλεγε). Προφανώς κανείς δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τις μεγάλες περιόδους της νηστείας, ούτε και προνοεί να παρατίθενται νηστίσιμα φαγητά. Ενδεχομένως κάποιες σαλάτες είναι η μόνη εναλλακτική λύση γι’ αυτούς που θέλουν να νηστέψουν. Η γραμμή του Γέροντα ήταν απόλυτη:
-Αν θέλετε να λάβετε μέρος σ’ αυτές τις συνεστιάσεις, έχετε ευλογία, αλλά θα νηστεύετε τρώγοντας ό,τι νηστίσιμο βρείτε. Αν δεν μπορείτε να κρατήσετε τη νηστεία, τότε να μη λαμβάνετε μέρος.

Νηστεία και σκανδαλισμός

Λένε μερικοί:
-Δεν νηστεύουμε όταν βρισκόμαστε σε μια συγκέντρωση για να μη στενοχωρήσουμε και σκανδαλίσουμε κάποιους με τη στάση μας. Θα μας σχολιάσουν. Ο ίδιος ο Χριστός δεν είπε να μη δείχνουμε ότι νηστεύουμε όπως οι υποκριτές Φαρισαίοι;
Ο Γέροντας απαντούσε σ’ αυτό ως εξής:
- Όταν νηστεύουμε, όπως κι όταν κάνουμε οποιαδήποτε καλή πράξη, πρέπει να ενεργούμε με ταπεινό φρόνημα, ως «αχρείοι δούλοι», υπακούοντας στις εντολές της Εκκλησίας. Και τούτο ανεξάρτητα αν μας βλέπουν ή δεν μας βλέπουν οι άνθρωποι. Όπως δεν πρέπει να επιζητούμε τον έπαινο των ανθρώπων, έτσι δεν πρέπει και να φοβόμαστε τον ψόγο και τα σχόλιά τους όταν κάνουμε το καθήκον μας προς τις εντολές του Θεού. Δεν είναι σωστό να εξαρτώμεθα στο θέμα αυτό από το εάν κάποιος στενοχωρηθεί ή «σκανδαλισθεί».
Αν εμείς κάνουμε το καθήκον μας, η ευθύνη του σκανδαλισμού βαρύνει τον σκανδαλιζόμενο, ο οποίος σε τελευταία ανάλυση είτε δεν αναγνωρίζει την αυθεντία του Χριστού και της Εκκλησίας Του πάνω στη ζωή μας είτε προσπαθεί να δικαιολογήσει τη δική του αδυναμία.
Σκεπτόμαστε αυτούς που θα «σκανδαλισθούν», όταν μας δουν να νηστεύουμε και δεν υπολογίζουμε αυτούς που θα μας δουν να μη νηστεύουμε, γνωρίζοντας ενδεχομένως τις αρχές και τα πιστεύω μας. Σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση η ευθύνη του σκανδαλισμού βαρύνει εξ ολοκλήρου εμάς, διότι εμείς είμαστε οι παραβάτες της εντολής.
Εξ άλλου αν αυτή τη συλλογιστική την επεκτείνουμε και στις άλλες εντολές της Εκκλησίας, καταργούμε όλο τον ηθικό νόμο του Θεού.
Θέλω π.χ. να πάω στην Εκκλησία. Πάντοτε σχεδόν θα συναντήσω ανθρώπους στο δρόμο. Σκέπτομαι: «Αν μπω μέσα και με δουν, αν είναι άθεοι και αντίχριστοι θα ενοχληθούν και θα εξοργισθούν.
Αν είναι ευσεβείς πιστοί, θα πουν: Τι καλός Χριστιανός! Πάει στην Εκκλησία! Και ο έπαινός τους θα μου αφαιρέσει την ωφέλεια του εκκλησιασμού. Ας μην πάω λοιπόν στην Εκκλησία. Θα εκκλησιασθώ όταν δεν θα με δει κανείς». Κι έτσι πάει περίπατο ο εκκλησιασμός! Που ακούσθηκαν αυτά; Ποιο Ευαγγέλιο λέει τέτοια πράγματα;


Αποσπάσματα από το βιβλίο «ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ από τη διδασκαλία του πατρός Επιφανίου» - Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνας (σελ. 130-132)

27 Νοεμβρίου 2013
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_6676.html 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Περί νηστείας. Π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου (Μέρος Α')

Περί νηστείας
Π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου (Μέρος Α')

Αναγκαίος ο θεσμός της νηστείας
Αυτοί που ενσυνείδητα παραθεωρούν το θέμα της νηστείας, χωρίς να έχουν λόγους υγείας, πολύ φοβάμαι ότι δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Νομοθέτες!
Διηγείτο κάποτε ο γέροντας: Ήρθε κάποιο πνευματικοπαίδι μου και μου έλεγε:
-Ξέρετε, πάτερ, εγώ δεν την παραδέχομαι τη νηστεία. Τι πάει να πει νηστεία;
Του απάντησα:
-Η νηστεία είναι θεσμός της Εκκλησίας. Νομοθετήθηκε στον Παράδεισο. Νήστευσαν οι Προφήτες, ο Μωυσής, ο ίδιος ο Κύριος, οι Απόστολοι, οι Πατέρες… Εάν εξακολουθείς να μη νηστεύεις και να έχεις αυτές τις αντιλήψεις, τότε ν’ αλλάξεις Γέροντα!
 Έτσι του είπα. Εάν όμως μου έλεγε: «Ξέρετε, πάτερ, δέχομαι τη νηστεία όπως την ορίζει η Εκκλησία, αλλά δεν μπορώ να νηστεύσω τόσο. Προσπαθώ όμως κάτι να καταφέρω», θα του έλεγα: «Σε δέχομαι, παιδάκι μου. Προσπάθησε όσο μπορείς να ανταποκριθείς σ’ αυτά που λέει η Εκκλησία μας». Αλλά να μου λέει: «Δεν παραδέχομαι τη νηστεία»! Ποιος είσαι εσύ; Τι είναι αυτά που λες; Ακούς εκεί!

Παρόμοια απάντησε σε κάποιον, ο οποίος του ανέφερε στην εξομολόγηση ότι κατέτασσε τις νηστείες στα μικροπράγματα και για το λόγο αυτό δεν τις τηρούσε, «φροντίζοντας να είναι εντάξει στα βασικά της πίστεώς μας»:
-Δεν μου λές, ήλθες εδώ ως μετανοών αμαρτωλός για να λάβεις άφεση, ή ως νομοθέτης; Αν ισχύει το πρώτο, δεν μπορείς να κατατάσσεις τη νηστεία στα δευτερεύοντα στοιχεία της χριστιανικής ζωής. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε δεν είσαι μαθητής του Χριστού και δεν μπορώ να σου διαβάσω συγχωρητική ευχή.


Σοβαρό αμάρτημα
Το Δεκαπενταύγουστο του ’67, θυμάται ένα ζευγάρι πνευματικών του τέκνων, φιλοξενηθήκαμε σε κάποιο συγγενικό σπίτι και δεν νηστεύσαμε, ακολουθώντας τη γραμμή του σπιτιού αυτού. Το θεωρήσαμε πολύ φυσικό και αυτοσυγχωρεθήκαμε. Πήγαμε μετά από λίγο καιρό για εξομολόγηση στον Γέροντα, αλλά δεν τον αναφέραμε τίποτε γι’ αυτό. Εξομολογηθήκαμε άλλα πράγματα. Μας διάβασε τη συγχωρητική ευχή και μετά πιάσαμε κουβέντα για διάφορα ενδιαφέροντα θέματα. Παρεμπιπτόντως στη ρύμη του λόγου αναφέραμε ότι δεν είχαμε νηστεύσει. Θα προτιμούσαμε να άνοιγε η γη να μας καταπιεί από τη ντροπή μας, όταν μας είπε αυστηρά:
-Νομίζετε ότι έχετε εξομολογηθεί τώρα, όταν ένα τόσο σοβαρό αμάρτημα το αποσιωπήσατε;


Αναθεώρηση των περί νηστείας διατάξεων
Στις μακροχρόνιες και επίμονες προσπάθειες διαφόρων εκκοσμικευμένων εκκλησιαστικών κύκλων για την αναθεώρηση και χαλάρωση των περί νηστείας διατάξεων της Εκκλησίας ο Γέροντας ήταν απολύτως αντίθετος.
Έλεγε:
Είναι τόση η αξία της νηστείας, ώστε κι αν ακόμη δεν είχε θεσπισθεί από την Εκκλησία, θα έπρεπε να την θεσπίσει τώρα, και όχι θεσμό καθιερωμένο από αιώνες, ο οποίος έχει αναδείξει τόσους Αγίους, να ζητάμε να τον καταργήσουμε ή να τον αλλοιώσουμε!


Νηστεία και πάθη
Οι κύκλοι αυτοί χρησιμοποιούν ακόμη και πατερικές απόψεις οι οποίες, κατ’ αυτούς, υποβαθμίζουν τη σημασία της νηστείας για την πνευματική ευδοκίμηση των πιστών, εν αντιθέσει προς ό,τι έχει επιβάλει η πράξη της Εκκλησίας. Έτσι π.χ. αναφέρουν τις Πατερικές απόψεις ότι η νηστεία είναι άχρηστη, όταν συνοδεύεται από φαρισαϊκή οίηση, από καταλαλιά, συκοφαντία, μισανθρωπία ή εκδικητικότητα, ή ακόμη και από λαιμαργία και αμετρία στο φαγητό, έστω και νηστίσιμο.
Κατά τον Γέροντα οι θέσεις αυτές των Πατέρων δεν μειώνουν καθόλου την αξία της νηστείας. Αντιθέτως την αναδεικνύουν, αφού την αντιπαρατάσσουν προς τόσο μεγάλες κακίες, όπως οι παραπάνω, οι οποίες επιστρατεύονται από τον διάβολο για να την αχρηστεύσουν.
Πουθενά οι Πατέρες δεν λένε ότι όσοι είναι απηλλαγμένοι από τις κακίες αυτές και όσοι κοσμούνται με τις αντίθετες αρετές, είναι ελεύθεροι να μη νηστεύουν. Αλλά και δεν λένε, ότι όποιος έχει αυτές τις κακίες, είναι περιττό να νηστεύει, μια και τότε είναι άχρηστη η νηστεία. Αντιθέτως η μη τήρηση στην περίπτωση αυτή της νηστείας υποβοηθεί στην παγίωση των παθών αυτών.


Αποσπάσματα από το βιβλίο «ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ από τη διδασκαλία του πατρός Επιφανίου» - Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνας (σελ. 122-127)

13 Νοεμβρίου 2013
  
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_4770.html

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Ἐπιμνημόσυνος λόγος Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφεὶμ εἰς τὸ Ἱερὸν Μνημόσυνον τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου

Ἐπιμνημόσυνος λόγος τοῦ σέβ. Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφεὶμ εἰς τὸ Ἱερὸν Μνημόσυνον τοῦ ἀειμνήστου Ἀρχιμ. π. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου εἰς τὴν Ι. Μονὴν Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος.

(Σάββατον 2-11-2013)

Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα τῆς Θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας κ.Ἐφραίμ,
Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,
Ἅγιε Καθηγούμενε,
Ἅγιοι Πατέρες καί Ἀδελφοί,
Ἀδελφοί Χριστιανοί,
Συναχθήκαμε μέ τήν Χάρι τοῦ Κυρίου μας εἰς τήν πανσέβαστη αὐτή Ἱερά Μονή τῆς Κεχαριτωμένης Θεοτόκου διά τήν κατ' ἔτος ἐπιτελούμενη λειτουργική σύναξι εἰς τιμήν καί μνήμην τοῦ ἀειμνήστου πολυσεβάστου ἁγίου Γέροντος τῆς Μοναστικῆς αὐτῆς Ἱερᾶς Ἀδελφότητος Ἀρχιμανδρίτου π.Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου καί τετιμημένου ἡμῶν Πατρός, Ἀδελφοῦ καί Συλλειτουργοῦ.
Μᾶς συνήθροισε ἐπί τό αὐτό Παύλειος Ἀποστολική ἐπιταγή τοῦ Θείου Πνεύματος˙ «Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τήν πίστιν»[1].  
Οἱ δύο αὐτοί λόγοι : ἀναθεώρησις τῆς ἁγίας μεθ' ἡμῶν ἀναστροφῆς του καί τῆς θεοφιλοῦς ἐκβάσεώς της, ἀφ' ἑνός, καί θεοδίδακτος μίμησις τῆς θερμουργοῦ πίστεώς του, ἀφ' ἑτέρου, ἀποτελοῦν τά πρωταρχικά καί θεάρεστα κίνητρα τῶν ἱερῶν αὐτῶν Συνάξεων. Ἄλλωστε, κοινή εἶναι ἐκκλησιαστική συνείδησις καί πεποίθησις περί τοῦ ὅτι μακαρίᾳ τῇ λήξει γενόμενος σεπτός Γέρων Ἐπιφάνιος, δαψιλῶς ἠλεημένος καί κεχαριτωμένος αὐτός Λειτουργός τοῦ Ὑψίστου, ἀναπαύεται μετά τῶν Ἁγίων καί δικαίων εἰς τά ἐπουράνια σκηνώματα τοῦ Θεοῦ.

Τόν ἱερό αὐτό σκοπό καί τήν ὠφελιμότητα τῶν ὡς ἄνω λειτουργικῶν Συνάξεων ἐξαίρει ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, λέγων τά ἀκόλουθα : «... εἰ τοὺς φυσικοὺς γονεῖς τοσαύτης παρ' ἡμῶν ἀπολαύειν εὐνοίας χρὴ, πολλῷ μᾶλλον τοὺς πνευματικοὺς, καὶ μάλιστα ὅταν τοὺς μὲν κατοιχομένους ἔπαινος μηδὲν ποιῇ λαμπροτέρους, τοὺς δὲ συνιόντας ἡμᾶς καὶ τοὺς λέγοντας καὶ τοὺς ἀκούοντας βελτίους ἐργάζηται. μὲν γὰρ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβὰς, οὐδὲν ἂν δέοιτο τῆς ἀνθρωπίνης εὐφημίας πρὸς μείζονα καὶ μακαριωτέραν λῆξιν ἀπελθών· ἡμεῖς δὲ οἱ τέως ἐνταῦθα στρεφόμενοι, καὶ πολλῆς πανταχόθεν παρακλήσεως χρῄζοντες, τῶν ἐγκωμίων δεόμεθα τῶν ἐκείνου, ἵνα εἰς τὸν αὐτὸν ζῆλον διαναστῶμεν. Διὰ τοῦτο καί τις σοφὸς παραινεῖ λέγων· Μνήμη δικαίου μετ' ἐγκωμίων· οὐχ ὡς τῶν ἀπελθόντων, ἀλλ' ὡς τῶν ἐγκωμιαζόντων ταύτῃ τὰ μέγιστα ὠφελουμένων»[2].

Μέ αὐτό τό πνεῦμα τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου καί μέ αὐτόν τόν γνώμονα θά προσπαθήσωμε νά προσεγγίσωμε στόν ὀλίγο χρόνο τοῦ Θείου Κηρύγματος τήν ἁγία βιοτή καί πολιτεία τοῦ ἀοιδίμου Γέροντος Ἐπιφανίου. Δέν θά ἦτο ὑπερβολή, οὔτε προπέτεια, ἅγιοι Πατέρες καί Ἀδελφοί, ἐάν προσηρμόζαμε εἰς τό σεπτόν πρόσωπόν του τούς ἐγκωμιαστικούς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου πρός τόν ἅγιον Πατριάρχην Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιον τόν Μέγαν, παραφράζοντες ὡς ἑξῆς : «Ἐπιφάνιον ἐπαινῶν ἀρετήν ἐπαινέσομαι. Ταὐτόν γάρ, ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν, καί ἀρετήν ἐπαινέσαι, ὅτι πᾶσαν ἐν ἑαυτῷ συλλαβών εἶχε τήν ἀρετήν, , τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν, ἔχει. Θεῷ γάρ ζῶσι πάντες οἱ κατά Θεόν ζήσαντες, κἄν ἐνθένδε ἀπαλλαγῶσιν»[3]. Καί περαιτέρω˙ «Ἦν ὑψηλός μέν τοῖς ἔργοις, ταπεινός δέ τῷ φρονήματι καί τήν μέν ἀρετήν ἀπρόσιτος, τήν ἐντυχίαν δέ καί λίαν εὐπρόσιτος, πρᾶος, ἀόργητος, συμπαθής, ἡδύς τόν λόγον, ἡδίων τόν τρόπον ... ἐπιτιμῆσαι γαληνός, ἐπαινέσαι παιδευτικός»[4].

Ὄντως π.Ἐπιφάνιος, ὅπως ὅλοι σας γνωρίζετε, ἦτο ἀπό παιδός ἐνάρετος καί φιλάρετος καί ὅτε ἠνδρώθη πνευματικῶς «πᾶσαν ἐν ἑαυτῷ συλλαβών εἶχε τήν ἀρετήν». Περιεκοσμεῖτο, κατά κοινήν ὁμολογίαν, ἀπό ὅλες τίς ἀρετές ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες πρέπει νά κοσμοῦν ἕνα Μοναχό καί Λειτουργό τοῦ Ὑψίστου˙ τήν ὑπακοή, τήν ἁγνότητα, τήν ἀκτημοσύνη, τήν ταπείνωσι, τήν ἀγάπη, τήν πίστι, τήν ἀσκητικότητα καί τήν ἀγωνιστικότητα, τήν διάκρισι καί τήν μεγαλοφυΐα, τήν ἐλπίδα καί τήν ἐμπιστοσύνη εἰς τόν Θεόν, τήν ὑπομονή καί τήν καρτερία, τήν προσήλωσί του εἰς τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι, τήν γνῶσι καί κατοχή τῆς θύραθεν καί τῆς ἄνωθεν σοφίας, Ἁγιογραφικῆς καί Πατερικῆς, τήν διαλεκτική δεινότητα καί τήν διεισδυτική του ἱκανότητα, τό μοναχικό του ἦθος καί τόν φιλακόλουθο βίο του.

Ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ στή συνέχεια νά ἐπικεντρώσω τήν προσοχή σας σέ δύο ἀπαστράπτουσες ἀρετές τοῦ ἱεροῦ καί πολυτίμου αὐτοῦ περιδεραίου τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν τοῦ θεοτιμήτου Γέροντος˙ α) τήν ἰδιάζουσα ἁγνή καί θεοφύτευτη πατρική ἀγάπη πρός τά πνευματικά του παιδιά καί τούς λοιπούς ἀδελφούς Χριστιανούς καί β) τήν ἀπόλυτη ἀφοσίωσι καί προσήλωσί του εἰς τά πιστεύματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Παραδόσεως καί τήν ἀνυποχώρητη καί ἀσυμβίβαστη στάσι του σέ περιπτώσεις παραβιάσεως παραχαράξεως αὐτῶν.
α) Ἡ πατρική του ἀγάπη ἦτο ζέουσα, ἀστείρευτη καί ὑποδειγματική. Κατά μίμησιν τοῦ Οὐρανίου Πατρός εἶχε σπλάγχνα ἐλέους, συμπαθείας καί φιλανθρωπίας. Ἐμπνεόμενος καί ἐμφορούμενος ὑπό τῆς θείας ἀγάπης ὡς πνευματικός πατήρ ἠγάπα εἰλικρινῶς καί ἀπό καρδίας, ἄνευ ὑπολογισμῶν καί ἀναστολῶν, «τά παιδία ἅ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεός».
Ἔλεγε χαρακτηριστικά : «Ἡ καρδιά μου, παιδιά μου, ἔχει μόνο εἰσόδους καί καμμιά ἔξοδο. Ἐάν κάποιος εἰσέλθη σέ αὐτή δέν πρόκειται νά ἐξέλθη, ὅσα προβλήματα καί νά μοῦ δημιουργήσῃ. Δέν θά ψυχρανθῆ ἡ ἀγάπη μου, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν συμπεριφορά αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπῶ τά παιδιά μου, ὅπως εἶναι, θά εὐχόμουν ὅμως νά μή μένουν μέ τά ἐλαττώματά τους, ἀλλά νά προοδεύουν πνευματικῶς»[5].

«Πάντοτε ἀγωνιζόμενος (ὑπέρ τῶν πνευματικῶν τέκνων του) ἐν ταῖς προσευχαῖς, ἵνα (στῶσι) τέλειοι καί πεπληρωμένοι ἐν παντί θελήματι Θεοῦ»[6]  ἐπαγρυπνοῦσε διά τήν πνευματικήν των καλλιέργειαν, πρόοδον καί ψυχικήν σωτηρίαν. Πλησίον του ὡς εἰς πατρικήν ἑστίαν εὕρισκον  ὄχι μόνον τήν πνευματικήν βρῶσιν, ἀλλά καί τήν ὑλικήν, μέσα σέ μιά οἰκογενειακή πνευματική ἀτμόσφαιρα. Μέ πατρική ἀγάπη καί στοργή ἀντιμετώπιζε ὁ Γέροντας ὅλα τά θέματα καί τά προβλήματα τῶν πνευματικῶν του τέκνων, ἀκόμη καί τίς ὅποιες οἰκονομικές τους δυσχέρειες. Μέ σοφία Θεοῦ, σύνεσι, διάκρισι καί ἐπιείκεια ἐπέλυε τά πνευματικά ζητήματα. Γνώστης καί ἑρμηνευτής τοῦ γράμματος καί τοῦ πνεύματος τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, τούς ὁποίους πάντοτε βαθύτατα ἐσέβετο καί ἐτίμα, διεχειρίζετο τήν οἰκονομία καί τήν ἐπιείκεια τῶν Ἱερῶν Κανόνων, χωρίς ὅμως νά τούς παραβαίνῃ ἤ νά τούς παραβλέπῃ, ὡς σοφός καί συνετός οἰακοστρόφος.

«Μεγάλη ὑπόθεσις τά ἄσπρα μαλλιά καί γένεια, ἐτόνιζε ὁ π.Ἐπιφάνιος. Ὅταν  ἤμουν νέος κυριαρχοῦσε μέσα μου ἡ αὐστηρότητα. Ἡ νοοτροπία τοῦ νέου, πού θέλει ὅλα τά πράγματα νά γίνωνται σωστά. Σάν πέρασαν ὅμως τά χρόνια πέρασα καί ΄γώ, συνέχιζε, στήν νοοτροπία τῆς ἐπιεικοῦς ἀντιμετωπίσεως τῶν προβλημάτων. Τώρα ἡ πεῖρα μέ δίδαξε πόσο εὔκολα ἡ ἀνθρώπινη καρδιά μπορεῖ νά ὑποστῆ ἧττες καί νά κάνη βαρειά παραπτώματα, διότι αὐτό δέν εἶναι δύσκολο ἤ ἀπίθανο. Ἀπό τήν αὐστηρότητα πέρασα στήν ἐπιείκεια, μέ ἀγάπη καί κατανόησι, χωρίς αὐτό νά εἶναι σέ βάρος τῆς πνευματικῆς διαπαιδαγωγήσεως τῶν ἐξομολογουμένων. Ἀντίθετα, μάλιστα, τό ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε πιό καλό καί ἡ χάρις τοῦ Κυρίου πιό πλούσια»[7].

Δέν εἶχα τήν εὐτυχία νά συμπεριλαμβάνωμαι εἰς τόν κύκλον τῶν πνευματικῶν του τέκνων, ὑπό τήν στενήν τοῦ ὅρου ἔννοιαν, διότι συνεδεόμην πνευματικῶς μέ ἄλλον ἰσάξιον πνευματικόν πατέρα τῆς συμπρωτευούσης. Ὅμως, κατά τήν διακονίαν μου ὡς Ἱεροκήρυκος Τροιζηνίας καί τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς, εὕρισκα ἀνοικτήν τήν πατρικήν του ἀγκάλην καί ἔδρεπον καί ἐγώ τούς εὐχύμους καρπούς τῆς πνευματικῆς του προσφορᾶς. Μέ συνεκίνει πάντοτε ἡ πηγαία καί ἁγνή πατρική καί συνάμα ἀδελφική του ἀγάπη πρός τόν νεόφυτον τότε τριακοντούτη Ἱεροκήρυκα. 
Μέ τήν εὐγένεια τῆς ἀρχοντικῆς καρδίας του ἀπέδιδε τιμήν εἰς τήν διακονίαν τοῦ νέου Ἱεροκήρυκος, ἐνώπιον τῆς Ἀδελφότητος τῆς Μονῆς, καί μέ ἐνεθάρρυνε εἰς τό ἔργον μου, παρ' ὅτι εἰς τήν ἡλικίαν, τήν Ἱερωσύνην, τάς θεολογικάς σπουδάς, ἀλλά καί εἰς τήν πνευματικήν αὔξησιν καί προκοπήν ἤμουν νεώτερος καί ὑπολειπόμενος ἐν συγκρίσει πρός τούς Θεολόγους Πατέρας καί Ἀδελφούς τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου. 
Ἔχουν ἐντυπωθῇ εἰς τήν ψυχήν μου τά πλήρη πατρικῆς ἀγάπης καί στοργῆς λόγια του : «Ὅσα δικαιώματα ἔχουμε ἐμεῖς στό Μοναστήρι, ἔχεις κι' ἐσύ. Θά ἀνεβαίνης στή Μονή ὅταν εὐκαιρῆς χωρίς νά ἐρωτᾶς, ἁπλῶς θά ἐνημερώνης ὅτι ἔρχεσαι γιά νά σέ περιμένουμε. Μήπως ἔχεις ἀνάγκη χρημάτων;». Καί σέ ἄλλη περίπτωσι μέ συνεκίνησε μέ τήν πρότασί του τό τραπέζι τῆς εἰς Πρεσβύτερον χειροτονίας μου νά γίνη στό Μοναστῆρι τῆς Κεχαριτωμένης.
Καί, ἐνθυμοῦμαι, ὅταν κάποτε, ἐν ἡμέρᾳ Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἰς μίαν ἐπικοινωνίαν, προέκυψε διχογνωμία μέ Ἀδελφόν τῆς Μονῆς, τήν ὁποίαν ἀντελήφθη ὁ ἀείμνηστος Γέρων, τοῦ συνέστησε νά προβῆ σέ ἄμεση συνεξήγησι καί καταλλαγή, λέγοντας˙ «ἐσύ, παιδί μου, ἄν λυπηθῆς ἔχεις τόν Γέροντά σου καί τήν Ἀδελφότητα˙ ἐκεῖνος, νέος κληρικός, πῶς θά ἀντιμετωπίση ἐκεῖ κάτω μόνος του τήν στενοχώρια;».

Ἀνέφερα αὐτά τά ἀφορῶντα εἰς τό πρόσωπόν μου διά νά καταδειχθῆ καί ἡ πρός τόν εὐρύτερο κύκλο γνήσια καί ὑποδειγματική ἀγάπη καί φροντίδα τοῦ ἁγίου Γέροντος. Καί τώρα νά προχωρήσω εἰς τό προεξαγγελθέν θέμα, εἰς τό ὁποῖο θά ἐπικεντρώσω ἐν συντομίᾳ τήν προσοχή σας.
β) Ἡ ἀπόλυτη ἀφοσίωσις καί προσήλωσίς του εἰς τά πιστεύματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Παραδόσεως καί ἡ ἀμετακίνητη στάσις του σέ περιπτώσεις παραβιάσεως ἤ παραχαράξεως αὐτῶν.
Ὁμολογουμένως, ὁ ἀείμνηστος Γέροντας ἦτο «ὁ ἄρτιος τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος πρός πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἐξηρτισμένος»[8]˙ «τέλειος καί ὁλόκληρος ἐν μηδενί λειπόμενος»[9]. Ἡ θεολογική του συγκρότησις ἀρίστη. Ἡ γνῶσις καί οἰκείωσίς του μέ τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας μας, τό Ἱερόν Πηδάλιον καί τό Κανονικόν Δίκαιον σπανία. Ἡ προσήλωσίς του εἰς τά Ἱερά τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας πιστεύματα, τήν Δογματικήν διδασκαλίαν τῆς Καθολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησίας καί τήν ἐν γένει Ὀρθόδοξον Παράδοσιν δεδομένη, ὑποδειγματική.

Ὅσον ἐπιεικής καί διακριτικός ἦτο σέ θέματα πνευματικῆς ζωῆς καί ἀγῶνος διά τήν κάθαρσιν καί τόν φωτισμόν καί ἐξαντλοῦσε ὑπέρ τοῦ ἀγωνιζομένου κάθε ὅριο ἐπιεικείας καί οἰκονομίας, χωρίς βεβαίως νά παραβαίνῃ τά Κανονικά θέσμια, τόσον ἀκριβής καί ἀνυποχώρητος ἦτο σέ θέματα Ὀρθοδόξου Πίστεως καί διδασκαλίας καί τηρήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Ἔλεγε χαρακτηριστικά : οἱ Ἱεροί Κανόνες, παραθεωρούμενοι καί παραβιαζόμενοι, ἐκδικοῦνται.
Ἦτο ἀπόλυτος σέ θέματα ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετά τῶν κανονικῶς ἀκοινωνήτων (ἑτεροδόξων, αἱρετικῶν, σχισματικῶν καί ἑτεροθρήσκων) καί μάλιστα ἐν ὥρᾳ προσευχῆς καί Θείας Λατρείας. Ἀπέκρουε κάθε ἑτεροδιδασκαλία[10], αἱρετική καί αἱρετίζουσα διδαχή καί πρόβαλλε πάντοτε τήν ὑγιαίνουσα διδασκαλία[11]. Σέ θέματα προσκρούοντα εἰς τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν καί διδαχήν, τήν Δογματικήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας μας (ὅρους πίστεως, δόγματα) καί τούς Ἱερούς Κανόνας της ἦτο αὐστηρός καί ἀμετακίνητος. «Οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς Πίστεως»[12] ἔλεγε, ὑπομιμνήσκων τήν Πατερικήν τοποθέτησιν.

Ἡ θεωρία τοῦ σεπτοῦ Γέροντος περί τῶν δύο ἄκρων (τοῦ ἀκρίτου, ἀκράτου καί ἀνεπιγνώστου ζηλωτισμοῦ ἀφ' ἑνός, καί τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀφ' ἑτέρου), -ἡ ὁποία, βεβαίως, δέν ἔχει καμμία σχέσι μέ τήν περί δυό ἄκρων σύγχρονη πολιτική θεωρία-, ἔθετε τούς κανονικούς φραγμούς, τά κανονικά ὅρια καί τήν κόκκινη γραμμή μεταξύ ἀληθείας καί ψεύδους, φωτός καί σκότους, ὀρθοδοξίας καί πλάνης, Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἑτεροδόξων ὁμολογιῶν, ἀληθοῦς πίστεως καί διαφόρων θρησκειῶν καί παραθρησκειῶν, ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογικῆς θεωρίας καί ἄλλων αἱρετικῶν θεωριῶν, στίς ὁποῖες ἐντάσσονται ἡ θεωρία τῶν κλάδων καί οἱ νεώτερες θεωρίες περί δύο πνευμόνων, περί ἀδελφῶν - ἑτεροδόξων ἐκκλησιῶν, περί τῆς Μιᾶς Ἁγίας, ἀλλ' ἐν ταὐτῷ καί διῃρημένης Ἐκκλησίας κ.ἄ.

Τέλος, ἐπειδή κινοῦμαι εἰς τά πλαίσια ἑνός λειτουργικοῦ Θείου Κηρύγματος καί ὄχι μιᾶς διαλέξεως θά μοῦ ἐπιτραπῆ νά κατακλείσω τόν λόγον μέ ἕνα πολύ σπουδαῖο θεολογικο - δογματικό καί  ἐκκλησιολογικό κείμενο, ἀπαύγασμα τῆς ἑδραίας καί ἀμεταθέτου Ὀρθοδόξου πίστεως τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος, γραφέν τό ἔτος 1965, μετά τήν συνάντησιν τοῦ τότε Πατριάρχου μετά τοῦ Πάπα εἰς τά Ἱεροσόλυμα τό 1964, εἰς αἰωνίαν μνήμην καί τιμήν αὐτοῦ, ἀλλά καί εἰς δήλωσιν καί φανέρωσιν τῆς μεγάλης διακρίσεως καί εὐαισθησίας αὐτοῦ εἰς τά λεπτεπίλεπτα θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Παραδόσεως ἡμῶν. Τό ἐμπνευσμένο αὐτό κείμενο θά ἐπικαιροποιηθῆ, πενήντα χρόνια μετά, ἐν ὄψει τῆς ἀτυχῶς μελετωμένης ἐπαναλήψεως τῆς συναντήσεως εἰς Ἱεροσόλυμα ὑπό τῶν σημερινῶν διαδόχων τους.

«Μυριάκις προτιμώτερον, Παναγιώτατε, νά ἐκριζωθῇ ὁ ἱστορικός τῆς Κων/λεως Θρόνος καί νά μεταφυτευθῇ εἴς τινα ἔρημον νησῖδα τοῦ Πελάγους, ἀκόμη δέ καί νά καταποντισθῇ εἰς τά βάθη τοῦ Βοσπόρου, ἤ νά ἐπιχειρηθῇ ἔστω καί ἡ ἐλαχίστη παρέκκλισις ἀπό τῆς χρυσῆς τῶν Πατέρων γραμμῆς, ὁμοφώνως βοώντων:΄Οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς Πίστεως. Αἱ ἑπτά λυχνίαι τῆς Ἀποκαλύψεως, διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἐσβέσθησαν πρό πολλοῦ. Ἑπτά Ἐκκλησίαι Ἀποστολικαί, Ἐκκλησίαι σχοῦσαι τήν ὑψίστην τιμήν νά λάβωσιν, εἰδικῶς αὗται, Γράμματα ἐξ Οὐρανοῦ μέσῳ τοῦ θεοπνεύστου τῆς Πάτμου Ὁραματιστοῦ, ἐξέλιπον ἐκ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς καί ἐκεῖ, ἔνθα ἄλλοτε ἐτελεῖτο ἡ φρικωδεστάτη Θυσία καί ὁ Τριαδικός ἀνεμέλπετο Ὕμνος, σήμερον ἴσως κρώζουσι νυκτικόρακες (ἤ ὀρχοῦνται ὀνοκένταυροι). Καί ὅμως ἡ Νύμφη τοῦ Κυρίου δέν ἀπέθανεν. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἐξηφανίσθη. 
Συνεχίζει, τετραυματισμένη καί καθημαγμένη ὡς ὁ Ἱδρυτής αὐτῆς, ἀλλ΄ ἀείζωος καί ἀκατάβλητος, τήν διά μέσου τῶν αἰώνων πορείαν αὐτῆς, φωτίζουσα, θάλπουσα, ζωογονοῦσα, σῴζουσα. Δέν θά ἀποθάνῃ λοιπόν αὐτή καί ἄν μετακινηθῇ ἤ καί ἀποθάνῃ ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος. Οὐδείς Ὀρθόδοξος εὔχεται τήν μετακίνησιν ἤ τόν θάνατον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Μή γένοιτο! Ἀλλά καί οὐδείς θά θυσιάσῃ χάριν αὐτοῦ ἰῶτα ἕν ἤ μίαν κεραίαν ἐκ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἀγωνίσασθε ὑπέρ αὐτοῦ πάσῃ δυνάμει. Ὄχι ἁπλῶς ἔχετε δικαίωμα, ἀλλ' ὀφείλετε νά στηρίξητε αὐτόν, τό κάθ΄ Ὑμᾶς. Θυσιάσατε χάριν αὐτοῦ ὁ,τιδήποτε: χρήματα, κτήματα, τιμάς, δόξας, πολύτιμα κειμήλια, Διακόνους, Πρεσβυτέρους, Ἐπισκόπους, ἀκόμη καί τόν Πατριάρχην Ἀθηναγόραν! Ἕν μόνον κρατήσατε, ἕν φυλάξατε, ἑνός φείσασθε, ἕν μή θυσιάσητε: τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν! 
Ὁ Οἰκουμενικός Θρόνος ἔχει ἀξίαν καί χρησιμότητα μόνον καί μόνον, ὅταν ἐκπέμπῃ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τό γλυκύ καί ἀνέσπερον τῆς Ὀρθοδοξίας Φῶς. Οἱ Φάροι εἶναι χρήσιμοι, ἐάν καί ἐφ' ὅσον φωτίζωσι τούς ναυτιλλομένους, ἵνα ἀποφεύγωσι τούς σκοπέλους. Ὅταν τό φῶς αὐτῶν σβεσθῇ, τότε δέν εἶναι μόνον ἄχρηστοι, ἀλλά καί ἐπιβλαβεῖς, διότι μεταβάλλονται καί αὐτοί εἰς σκοπέλους.

Παναγιώτατε, προὐχωρήσατε ἤδη πολύ. Οἱ πόδες Ὑμῶν ψαύουσι πλέον τά ῥεῖθρα τοῦ Ρουβίκωνος. Ἡ ὑπομονή χιλιάδων εὐσεβῶν ψυχῶν, Κληρικῶν καί λαϊκῶν, συνεχῶς ἐξαντλεῖται. Διά τήν ἀγάπην τοῦ Κυρίου, ὀπισθοχωρήσατε! Μή θέλετε νά δημιουργήσητε ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ σχίσματα καί διαιρέσεις. Πειρᾶσθε νά ἑνώσητε τά διεστῶτα καί τό μόνον ὅπερ θά κατορθώσητε, θά εἶναι νά διασπάσητε τά ἡνωμένα καί νά δημιουργήσητε ῥήγματα εἰς ἐδάφη ἕως σήμερον στερεά καί συμπαγῆ. Σύνετε καί συνέλθετε! Ἀλλά φεῦ! Διηνύσατε πολλήν ὁδόν. Ἤδη πρός ἑσπέραν ἐστί καί κέκλικεν ἡ ἡμέρα...΄. Πῶς θά ἴδητε τάς χαινούσας ἀβύσσους, ἀφ΄ὧν θά διέλθῃ μετ' ὀλίγον ἡ ἀτραπός ἥν ὁδεύετε; Εἴθε, εἴθε ὁ πάλαι ποτέ «στήσας τόν ἥλιον κατά Γαβαών καί τήν σελήνην κατά φάραγγα Αἰλών», νά δευτερώσῃ τό θαῦμα καί νά παρατείνῃ ἅπαξ ἔτι τό μῆκος τῆς ἡμέρας, νά ἐνισχύσῃ ἔτι πλέον τό φῶς αὐτῆς καί νά διανοίξῃ τούς ὀφθαλμούς Ὑμῶν, ἵνα ἴδητε, κατανοήσητε καί ἐπιστρέψητε. Ἀμήν»[13].

Κατόπιν τούτου νά κατακλείσω τόν παρόντα λόγον μέ ἕνα καίριο ἐρώτημα, τό ὁποῖον ἔθεσα καί εἰς τήν αἴθουσαν τῶν Συνεδριάσεων τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας, ὅταν ἀνεφέρθην εἰς τά σοβαρότατα κανονικά ὀλισθήματα στυλοβατῶν τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἐμνημόνευσα τοῦ περισπουδάστου καί μνημειώδους ἀντιοικουμενιστικοῦ αὐτοῦ κειμένου τοῦ π.Ἐπιφανίου, (ὁ ὁποῖος σημειωτέον τότε, ὅταν τό συνέτασσε, ἦγε τό 35ον ἔτος τῆς ἡλικίας του). Τί θά ἔλεγε καί τί θά ἔγραφε σήμερα ὁ χαρισματικός αὐτός Πνευματικός Πατήρ καί Ἐκκλησιαστικός Διδάσκαλος, ὅτε τά ῥεῖθρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μετεσχηματίσθησαν εἰς ποταμόν, ὁ ὁποῖος παραπέμπει εἰς τήν τεραστίαν χοάνην τῆς Παγκοσμιοποιήσεως καί τῆς Πανθρησκείας;

Καί νά καταλήξω μέ τήν ταπεινήν μου πεποίθησιν, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι ἐκφράζει τήν βεβαιότητα καί τό φρόνημα  τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ Πληρώματος, ὅτι ὁ ἀοίδιμος Γέρων π.Ἐπιφάνιος δι' ὅλα τά θεοδώρητα χαρίσματά του, ἀλλά πρωτίστως καί κυρίως διά τήν ἀκραιφνῆ Ὀρθόδοξον Πίστιν καί τό Πατερικόν φρόνημα, τήν ἀκλινῆ προσήλωσίν του εἰς τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας καί τήν Ὀρθόδοξον Θεολογίαν, Παράδοσιν καί Δογματικήν Διδασκαλίαν, ἀλλά καί διά τήν ἀγωνιστικότητα καί πνευματικήν του ἀκεραιότητα ἀνεδείχθη πιστός καί ἄξιος μιμητής καί ἀκόλουθος τῶν ὑπερμάχων τῆς Πίστεώς μας Ἀγωνιστῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἕνας σύγχρονος Ἐκκλησιαστικός Πατήρ.
Ἄς ἔχωμε τήν εὐλογίαν καί τάς ἁγίας του εὐχάς. Ἀμήν.-


[1] Ἑβρ. 13,7.
[2] Ἰωάν. Χρυσοστόμου, Λόγος ΣΤ' εἰς Φιλογόνιον, Α', Β' (μετάφρασις «...Ἄν εἰς τούς φυσικούς γονεῖς πρέπει νά δείχνουμε τόση ἀγάπη, πολύ περισσότερο πρέπει εἰς τούς πνευματικούς, καί μάλιστα ὅταν αὐτούς μέν πού ἔφυγαν ὁ ἔπαινος δέν τούς κάνη καθόλου λαμπροτέρους, ἐμᾶς δέ πού μελετᾶμε τόν βίο τους καί ὁμιλοῦμε καί ἀκούομε γι' αὐτούς, μᾶς κάνει καλυτέρους. Διότι ἐκεῖνος βέβαια, ἀφ' ὅτου ἀνέβη εἰς τόν οὐρανόν, δέν τόν χρειάζεται καθόλου τόν ἀνθρώπινο ἔπαινο, ἀφοῦ ἐπῆγε εἰς ἀνώτερη καί μακαριώτερη χώρα˙ ἐμᾶς ὅμως, πού ζοῦμε ἀκόμη ἐδῶ, καί ἔχουμε ἀνάγκη πολλῆς καλλιεργείας ἀπό πάσης πλευρᾶς, μᾶς χρειάζονται τά ἐγκώμια ἐκείνου, διά νά διεγερθῆ μέσα μας ὁ ἴδιος ζῆλος. Διά τοῦτο καί κάποιος σοφός συμβουλεύει καί λέγει˙ «Μνήμη δικαίου μετ' ἐγκωμίων» (Παροιμ.10,7). Διότι ὠφελοῦνται πάρα πολύ μέ τόν τρόπον αὐτόν ὄχι αὐτοί πού ἔφυγαν, ἀλλ' αὐτοί πού τούς ἐγκωμιάζουν». )
[3] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 35, 1081-1084.
[4] Αὐτόθι, σ.1089-1092.
[5] Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Ἀργύρη, Ἱεροκήρυκος, «Ὁ ποιήσας καί διδάξας», ἐκδ. «Ὑπακοή», σελ. 82.
[6] Κολ. 4,12.
[7] Ἀρχιμ. Ἱεροθέου Ἀργύρη, Ἱεροκήρυκος, «Ὁ ποιήσας καί διδάξας», ἐκδ. «Ὑπακοή», σελ. 92.
[8] Β' Τιμ. 3,17.
[9] Πρβλ. Ἰακ. 1,4.
[10] Α' Τιμ. 1,3 καί 6,3. Πρβλ. Β' Κορ. 6,14.
[11] Α' Τιμ.1,10, Β' Τιμ. 4,3, Τιτ.1-9 καί 2,1.
[12] Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα - Μελέται - Ἐπιστολαί, τ.Α', Ἀθῆναι 1981, σ.152.
[13] Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα - Μελέται - Ἐπιστολαί, τ.Α', Ἀθῆναι 1981, σσ.152-153.

Ενημέρωση από  Ι.Μητρόπολη Κυθήρων

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_8258.html