Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ιωσήφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέρων Ιωσήφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Η ακρίβεια της συνειδήσεως και οι θείες επαγγελίες. Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού

Η ακρίβεια της συνειδήσεως και οι θείες επαγγελίες
(Ομιλία Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού στη συμπλήρωση 30 χρόνων από την κοίμηση του Οσιωτάτου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού)

«Αινέσωμεν δη άνδρας ενδόξους, και τους πατέρας ημών τη γενέσει».

Έχουμε ακούσει ότι μερικοί ευσεβείς άνθρωποι είχαν την έμπνευση από τον Θεό να εγκαταλείψουν την κοσμική ματαιότητα και να αγαπήσουν τον Θεό και να πετύχουν τις θείες επαγγελίες, που είναι ο αγιασμός, όχι «τω καιρώ εκείνω», αλλά αυτήν τη στιγμή γίνονται «πιστότεροι οι οφθαλμοί των ωτίων».
Μπροστά μας, αυτήν την ώρα, βρίσκεται η ρίζα της πνευματικής μας υποστάσεως, ο πνευματικός μας πατέρας, του οποίου εμείς οι δυστυχείς είμαστε μάρτυρες. Και τα μάτια μας είδαν, και τα χέρια μας ψηλάφησαν και τα αυτιά μας άκουσαν και είμαστε πεπλησμένοι, γεμάτοι από την παρουσία του. Και μπροστά μας τώρα βρίσκονται τα ιερά του λείψανα τριάντα έτη ακριβώς από την κοίμησή του.
Αυτό δεν είναι μία μεγάλη ενίσχυση για μας; Διότι, δεν θα δανειστούμε από τη γενική ιστορία μαρτυρίες των προγενεστέρων αγίων ανθρώπων. Έχουμε μπροστά μας τη ρίζα μας. Αυτόν τον οποίον είδαμε και ακούσαμε και ζήσαμε μαζί του. Άνθρωπος και αυτός σαν και μας. Αγάπησε εξ ολοκλήρου τον Θεό και επεδίωξε μέσα στις ανθρώπινες δυνάμεις του να εφαρμόσει το θείο θέλημα. Και έτσι πέτυχε τις επαγγελίες.

Και ιδού! Είστε μάρτυρες όλοι. Και σεις οι ίδιοι, που είστε φύτρα από τη ρίζα του. Διότι με τη δική του ευλογία και Χάρη γίνονται όλα αυτά που βλέπετε. Έχω πει και άλλες φορές και το ξέρετε τόσο καλά πόσοι αριθμητικά βρισκόμαστε απ’ αυτήν τη ρίζα.
Αυτό για μας είναι πολύ συγκλονιστικό και μέσα μας φιλοτιμούμενοι λέμε. Γιατί και μείς να υστερούμε; Καθ’ ην στιγμή έχομε ζωντανά παραδείγματα, ότι σήμερον, όχι «τω καιρώ εκείνω» άνθρωποι σαν και μας πέτυχαν απόλυτα. Άρα δεν υπάρχει και για μας κανένα κώλυμα, ώστε να μη πετύχουμε.
 Διότι μαζί με τη Θεία Χάρη και τις υπόλοιπες ανθρώπινες επιδόσεις, που υπάρχουν στη φύση μας, έχομε ιδιαίτερα και τη δική τους πρεσβεία, διότι «δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι».
Δεν έφυγαν από μας παρά μόνο φαινομενικά. Μετατέθηκαν στη θριαμβεύουσα Εκκλησία και εκεί ευρισκόμενοι πλέον με πλήρη την πατρική τους Χάρη ένα σκοπό έχουν. Όχι να παλεύουν με τα πάθη και τους δαίμονες, όπως στη ζωή αυτή, αλλά νύκτα και ημέρα να πρεσβεύουν για τη δική μας σωτηρία.
Δεν είναι ανθρώπινο το έργο αυτό το οποίο έκανε αυτός ο ταπεινός Γέροντας στη γη. Ένας ευτελής άνθρωπος, αγράμματος από την ύπαιθρο ξεκίνησε φτωχό παιδί, χωρίς να έχει καμμία εξωτερική μόρφωση και ικανότητα, χωρίς καμμία ανθρώπινη συμπαράσταση. Έχοντας μόνο τον πόθο προς τον Θεό εφήλκυσε τη Θεία Χάρη, όπως υπόσχεται ο Κύριός μας, και πέτυχε απόλυτα αυτό το οποίο βλέπετε.
Μήπως δεν υπήρξαν και άλλοι μέσα στον Άθωνα; Δεν υπήρξαν και άλλοι μέσα στην Εκκλησία μας, οι οποίοι αγάπησαν τον Θεό;
Οι καρποί όμως αυτοί, τους όποιους αυτήν την ώρα ψηλαφούμε είναι η ατράντακτη και αψευδέστατη μαρτυρία του πληρώματος της επιτυχίας. Και όντας και μείς απόγονοι και φύτρα αυτής της ρίζας καυχόμαστε. Διότι κατά το ιερό λόγιο «μακάριος ος έχει εν Σιών σπέρμα και οικείους εν Ιερουσαλήμ».
Αλλά εμείς δεν έχομε μόνο οικείους. Εχομε την πνευματική ρίζα. Αυτήν που μας υποσχόταν όταν ήταν μαζί μας ότι δεν θα επιτρέψει κανένας από μας να παραστρατήσει Και τώρα που είναι στον ουρανό με την παρρησία του, ως φίλος πλέον Θεού, μη έχοντας τη βαρύτητα της σάρκας και της εδώ αγωνιστικότητας, νύκτα και ημέρα πρεσβεύει για μας, εάν όντως και μείς ανταποκρινόμαστε. Πολλές φορές μου έλεγε:
 Κοίταξε! Θα σου στείλω ευλογία. Να την πάρεις. Να μην επιστρέψει κενή.
Προσέξτε να έχετε και σεις μέσα σας αυτόν τον πόθο της φιλοθεΐας, της ακρίβειας της συνειδήσεως, που έχει η δική μας ιδιότητα, ως μοναχών, ως φιλόθεων ανθρώπων. Και αν αυτό κρατούμε τότε οι ευλογίες των πατέρων μας οπωσδήποτε θα έλθουν ώστε να πετύχουμε και μεις.
Οι ημέρες είναι πονηρές και δύσκολες. Οι καιροί και οι καταστάσεις δεν είναι ευχάριστες. Και ένεκεν της αμαρτωλότητας ποιός γνωρίζει τί ο Θεός ετοιμάζει; Αλλά εμείς έχοντας στραμμένη τη διάνοιά μας προς τον σκοπό μας και με την πεποίθηση στις πρεσβείες των πατέρων μας έχομε βεβαιότητα, ότι θα πετύχουμε. Διότι «πιστός Κύριος εν πάσι τοις λόγοις αυτού».
Θυμάστε από τον βίο του τόσα, τα οποία κάθε ημέρα διαβάζομε. Δεν υποχωρούσε στο πρόγραμμα. Τί σημαίνει αυτό; Η ακρίβεια της συνειδήσεως. Διότι τί ζητάει ο Θεός από εμάς; Ή μάλλον τί παίρνει; Δεν παίρνει τίποτε ο Θεός. Εκείνο το οποίο ολοκληρώνει την ομολογία μας και προσελκύει πάνω μας τη θεία ευλογία είναι ο στόχος της εξαρτήσεως και της υποταγής στο θείο θέλημα.
Προηγουμένως ερμήνευα στους επισκέπτες, που ήταν μαζί μου και ρωτούσαν επίμονα. «Ποιά η αιτία της καταστροφής και ποιά η αιτία της ωφέλειας και σωτηρίας;»
Και είπα, αδελφοί και πατέρες, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε. Πώς έγινε η πτώση; Πώς ξέπεσαν τα κτίσματα και μεταβλήθηκε η κτίση και «υπετάγη εις την φθοράν ουχ εκούσα αλλά διά τον υποτάξαντα»;
Η αίτια δεν είναι η παράβαση της θείας εντολής; Άρα η ακρίβεια της τηρήσεως της θείας εντολής προκαλεί την επανόρθωση. Η παράβαση της εντολής, που είναι η ιδιοτέλεια, ο εγωκεντρισμός, είναι ο όλεθρος και η καταστροφή. Απόδειξη ότι στην «καινήν κτίσιν», στο πρόσωπο του Ιησού μας, που ήλθε να αναπλάσει και επαναφέρει την ισορροπία χαράχθηκε απολύτως ο νόμος της υποταγής και της εξαρτήσεως.
Αυτό ακριβώς κρατώντας ο αείμνηστος Γέροντας ούτε τα σκώμματα των ανθρώπων, που έλεγαν ότι ήταν πλανεμένος, δεν μπόρεσαν να του αναχαιτήσουν την ορμή της ακρίβειας στο να φυλάξει το θειο θέλημα, όπως είναι η πατερική παράδοση. Φύλαξε την ακρίβεια της συνειδήσεως.
Γι’ αυτό, και μείς τώρα, αδίστακτα με σκοπό ακριβώς αυτόν της υποταγής στο θείο θέλημα, με την εκκοπή του δικού μας θελήματος, να γίνουμε ακριβείς τηρητές, ως εφαρμοστές του θείου θελήματος, των εντολών της πατερικής παραδόσεως, για να γίνουμε και εμείς μέτοχοι και κληρονόμοι όλων αυτών των αγαθών τα οποία ήδη βλέπουμε μπροστά μας.
Δεν ζηλεύετε και σεις την αξία; Κοιτάξετε! Πέρασε αυτός ο παππούλης, χωρίς να τον δει κανείς μέσα σε τρώγλες και τρύπες αφανής και άγνωστος. Δείτε τώρα την αξία όμως; Να ποιές αξίες να ζητάτε, όχι τις ματαιότητες του κόσμου, τα ψέματα και τις απάτες.
Αυτές τις άξιες τις οποίες χαρίζει ο Χριστός μας σε εκείνους, που είναι έτοιμοι να ορμήσουν στη θάλασσα των πειρασμών και να υπομένουν αγόγγυστα την τήρηση των θείων εντολών. Το είπαμε πολλές φορές. Πάντως είναι τόσο συγκλονιστικό, που δεν μπορώ να μιλήσω, διότι τώρα έρχονται στη μνήμη μου αυτά τα οποία έζησα. Εγώ δεν τα έχω ακούσει σαν εσάς. Πόσες φορές καθόμουν στα πόδια του και τον άκουα να μας διηγείται όλα τούτα από τα οποία ελάχιστα τώρα θυμάμαι και σας αναφέρω.
Έπρεπε αυτήν την ώρα να εφαρμόζαμε μία απόλυτη σιγή, παρά ομιλία. Αλλά είπαμε ελάχιστα λόγω του εορτασμού της τριακονταετίας από την κοίμησή του.
Με τις ευχές του Γέροντα εύχομαι κι εγώ, όλοι μας απρόσκοπτα να συνεχίσουμε την πορεία και να επιτύχουμε τη σωτηρία μας. Αμήν.

(Γέροντος Ιωσήφ, «Ο Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής και η Πατερική παράδοσις», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 5,σ. 191- 195)

pemptousia.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_3327.html

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Η νόμιμος αόλησις. Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Η νόμιμος αόλησις
 Ἀθωνικά μηνύματα

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Από τις κινήσεις τις όποιες ο άνθρωπος κάνει, αρχίζοντας από τα νοήματα του μέχρι την εφαρμογή των πραγμάτων, πρέπει να έξετάζη συνεχώς, τί παίρνει απ’ αυτά ο Θεός. Διότι μόνον αυτά θα μείνουν, τα υπόλοιπα θα καταρηγθούν. Γι’ αυτό πάντοτε το τονίζομε, να είσθε προσεκτικοί, γιατί μέσα στην περιεκτική πονηρία του διαβόλου περιέχεται και τούτο το τρομερό μυστήριο.
Δεν πολεμεί ο σατανάς μόνο να ανακόψη τον αγωνιστή και να τον βγάλη έξω της κονίστρας και του σταδίου. Βέβαια εκείνοι πού τον ακούουν και βγαίνουν έξω του σταδίου, φυσικά, τον χαροποιούν αφάνταστα.
Όσοι όμως δεν πείθονται και μπαίνουν μέσα στον κύκλο της δράσεως, αυτούς όχι μόνο δεν τους εμποδίζει, αλλά και τους ενισχύει, με την διαφορά ότι τους αποπροσανατολίζει. Κάνουν την διανοητική και πρακτική εργασία τους, αλλά όχι με φρόνημα ορθό. «Μακάριοι», λέγει ο Ιησούς μας, «οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται».
 Αν ερμηνεύσωμε την λέξη κατά γράμμα, θα δούμε ότι το περισσότερο πλήθος των ανθρώπων πού υπάρχουν σήμερα, είναι πενθούντες. Αλλά ποιος από αυτούς τους πενθούντες θα μακαρισθή; Μόνον οι ελάχιστοι εκείνοι οι όποιοι πενθούν για τον Θεό.
Όσοι δηλαδή έχουν συναίσθηση της άμαρτωλότητός τους και είναι πληγωμένη η καρδιά τους από την κατά Θεόν λύπη, ότι έλύπησαν το κέντρο της αγάπης τους, τον Θεό και κλαίνε γι’ αυτό τον σκοπό. Αυτοί θα πάρουν τον μακαρισμό. Γι’ αυτό πρέπει να είμεθα προσεκτικοί.

Δεν είναι θέμα απλώς να ένεργούμεν, αλλά να ενεργούμε κατά Θεόν. Κοιτάζετε με πόση λεπτομέρεια ο μεγάλος αυτός φωστήρας, τον όποιον αναγνώσαμε το πρωί, μας είπε το ωραίον αυτό παράδειγμα! Κάποιος μοναχός αποφασίζει να άφιερωθή στο να ύπηρετή έναν ασθενή.
Και το ελατήριο το όποιο ξεκίνησε και έβαλε αυτή την απόφαση σε ενέργεια ήταν ότι, άμα το κάνει, θα έχη μισθόν από τον Θεό. Και μέσα από την ακριβέστατη διάκριση, ο μεγάλος αυτός Πατέρας είδατε τί είπε; Αυτός δεν ενεργεί σωστά. Δεν κτύπησε τον στόχο.
 Βέβαια δεν θα πούμε ότι αμάρτησε γι’ αυτή του την πράξη, αλλά το κέρδος του ήταν πολύ μικρό, έν συγκρίσει με τον κόπο πού έκανε και το μέγεθος της προσφοράς του. Θα ήταν καλύτερα αν ενεργούσε έν ονόματι της συμπαθείας, έν ονόματι της εντολής του Χριστού, έν ονόματι της αγάπης του Κυρίου μας· εάν «διά τους λόγους των χειλέων Του, έφύλαττεν οδούς σκληρός».
Ιδού ο αληθινός στόχος. Για ποιό σκοπό κάνομεν ένα διακόνημα; Δεν το κάνομε γιατί φοβούμεθα τον Γέροντα πού έδωσε την εντολή. Όχι γιατί φοβούμεθα ότι θα μας παρεξηγήσουν οι συνάνθρωποι μας, πώς είμεθα τρόπον τινά δύστροποι και αποπροσανατόλιστοι.
 Ούτε για να γινόμεθα συνεπείς στην ρουτίνα, η για να είμεθα δήθεν πειθαρχικοί και να μην προκαλούμε ανωμαλία. Δεν είναι αυτός ο σκοπός. Ο σκοπός είναι ότι αυτό πού κάνομε, να το κάνομε ενσυνείδητα και αν είναι ανάγκη να μας το ύποδείξη κάποιος προγενέστερα, είναι γιατί δεν το γνωρίζαμε καλά και δεχθήκαμε με ταπείνωση την συμβουλή, για να πάρωμε τον πραγματικό στόχο.
Αφού το καταλάβαμε, το συνειδητοποιήσαμε, τώρα μόνοι μας, κι αν ακόμη μας εμποδίσουν, δεν θα προβάλομε φυσικά αντίσταση αυθάδη, άλλ,ά θα επιδιώξωμε με ταπείνωση να εύρωμε τρόπο, ούτως ώστε να το έφαρμόσωμε για την αγάπη του Θεού. Θα το κάνωμε ως χρέος, διότι αυτό επιβάλλει η εντολή του Θεού.
Ουδέποτε διεκδικώ μισθό. Ουδέποτε φοβούμαι κανένα. Δεν το κάνω γι’ αυτόν πού με απειλεί η με κολακεύει. Το κάνω, διότι συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού.Αν δεν κινείται ο άνθρωπος με βάση πρώτα την προς τον Θεόν αγάπη και μετά προς τον πλησίον, αυτός δεν βαδίζει εύστοχα, αλλά αποπροσανατολίσθηκε. Τα έμμεσα και πλάγια μέσα πού ο άνθρωπος χρησιμοποιεί, δεν τον βοηθούν να φθάση στον πραγματικό του σκοπό.
Γι’ αυτό πρέπει νό: ερευνούμε συνεχώς την συνείδηση μας, μήπως ύποκλαπήκαμεν από κάποιο πάθος η από κάποια επιθυμία και ενεργούμε με πλάγια μέσα και χάνουμε τον κόπο μας.
Μόνο έτσι θα αποκτήσετε υγιή συνείδηση, μόνον έτσι θα αποκτήσετε πραγματική ελευθερία, την έν Χριστώ. Τότε θα καταλάβετε ότι όντως οι εντολές του Κυρίου μας «βαρείαι ούκ εισίν» και ότι ο ζυγός του Χριστού μας και το φορτίο Του «έλαφρόν έστί».
Πειθαρχούμε στην κάθε εντολή, γιατί αγαπούμε τον Χριστό μας. Ενεργούμε μόνο γι’ Αυτόν. Όχι για την άφεση των αμαρτιών μας- εκείνη την παρέχει διά του Σταυρού. Όχι για την βασιλεία Του. Είναι προσβολή. Αυτός έδημιούργησε την βασιλεία Του, έφύτευσε κατά ανατολάς Παράδεισον, πριν ακόμα δημιουργήση τον άνθρωπο.
Δεν χρειάζεται υποδείξεις. Η απόδειξη πού χρειάζεται είναι μία, να έλθη ο άνθρωπος στα συγκαλά του, να καταλάβη ότι προσβάλλει τον Θεό όταν δεν πειθαρχή στο θέλημα Του. Επομένως, τώρα δεν ζεί για κανέναν άλλο σκοπό, ζει μιόνο να πράτει το αγαθό, το τέλειο θέλημα του Θεού.
Αυτή είναι η πραγματική θεωρία, αυτή είναι η πραγματική γραμμή των Πατέρων μας, για την οποία έθεωρήθησαν πλάνοι στον κόσμο τούτο και εξεδιώχθησαν, και έζησαν έξω στις έρημους, «έν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης». Δεν στέγνωσαν τα μάτια τους από το πένθος, την έγνοια μήπως υποκλαπούν από τον εχθρό, ο όποιος, όπως είπα, δεν πολεμάει μόνον από μια πλευρά στο να μας αποπροσανατολίση από το να ενεργούμε σωστά, αλλά και μας ενισχύει, αρκεί η ενέργεια μας να μην είναι κατά Θεόν.
Γι’ αυτό, τουλάχιστον για μας τους μοναχούς, χρειάζεται αυτό το φώς, αυτοί οι οφθαλμοί να είναι ανοικτοί, αυτό το άλας να υπάρχει πάντοτε. Αυτή η λεπτομέρεια του πνευματικού νόμου, πού αναφέραμε, είναι πολύ σπουδαία και πρέπει να ληφθή σοβαρά ύπ’ όψιν.
Διαπιστώνω όμως από την πείρα μου, ότι για έναν αληθινό υποτακτικό, δεν χρειάζεται η τόση λεπτολογία. Άπλούστατα, αν έφαρμόζη με ακρίβεια την υπακοή, τότε απαλάσσεται από την μέριμνα στο να διακρίνη αυτός μέσα στην νηπιότητα και την παιδική του ακόμα κατάσταση, αν αυτό πού κάνει είναι καλό η όχι.
 Αυτός είναι ο λόγος πού και η Εκκλησία μας δημιούργησε την κοινοβιακή ζωή, ούτως ώστε οι προγενέστεροι, οι μεγαλύτεροι να αναλαμβάνουν την ευθύνη των νεωτέρων. Έτσι ανέχθηκαν οι Πατέρες μας την ομαδική συμβίωση, οι όποιοι, όπως ξέρετε, στην άρχή ξεκίνησαν κατά μόνας.
Μετά όμως επέστρεψαν και δημιούργησαν τις κοινότητες καί, έτσι, εφήρμοσαν το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε». Αλλοίμονον, όμως, σε εκείνους οι όποιοι βαστάζονται και δεν «συνιούν». Όύαί τω βασταζομένω και μη συνιέντι», αναφέρει ο Άγιος Εφραίμ στα συγγράμματα του. Γι’ αυτό και οι προγενέστεροι, οι πεπειραμένοι, αναλαμβάνοντες τα βάρη των αδυνάτων, το κάνουν από καθήκον.
Αλλά και οι ανώριμοι και οι νεώτεροι, υποτάσσονται με προθυμία και ζήλο, όχι από δουλικότητα, αλλά επειδή αισθάνονται ευγνωμοσύνη στο ότι καταδέχονται οι μεγαλύτεροι και αφήνουν την προς τον εαυτό τους ασχολία και γυρίζουν πίσω γι’ αυτούς, ενεχόμενοι τις αδυναμίες τους, και τούτο για να τους διδάξουν τον πνευματικό νόμο, μήπως, λόγω απειρίας, κοπιάσουν άσκοπα και δεν πετύχουν τον σκοπό τους. Και έτσι εφαρμόζεται ο νόμος της αλληλεγγύης.
Αυτό ήθελα να σας ενθυμίσω απόψε και να μην επαναπαύεται κανείς διότι ευρίσκεται ενεργών κάτι, εάν αυτό το κάτι, όπως είπα, δεν είναι νόμιμο. Πολλοί μέσα στο στάδιο αγωνίζονται, αλλά ένας λαμβάνει το βραβείον. Εκείνος ο όποιος άθλησε νομίμως. Σ’ αυτόν «απόκειται, και ο της δικαιοσύνης στέφανος, όν απο-δώση Κύριος έν εκείνη τη ήμερα». Αμήν.

pemptousia.gr
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/01/blog-post_8000.html

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Περί προσοχής προς αναγνώρισιν των πειρασμών. Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Περί προσοχής προς αναγνώρισιν των πειρασμών
Ἀθωνικά μηνύματα

Υπάρχει ένα ρήμα του Κυρίου μας, στο όποιο πρέπει να έχουμε την προσοχή μας έστραμμένη: «Ανένδεκτον του μη ελθείν τα σκάνδαλα». Τότε λοιπόν, έφ’ όσον είναι έτσι, αναρωτιέται κανείς, γιατί ο άνθρωπος πολλές φορές δυσανασχετεί και δυσφορεί όταν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση;
Έφ’ όσον προκαταβολικά, από την έναρξη του πνευματικού αγώνα, το σύνθημα μας είναι «σταυρού και θανάτου επαγγελία», εκείνο το όποιον θα πρέπει να μας απασχολή στην εμφάνιση των ποικίλων και πολυμόρφων πειρασμών, είναι η έξης διάκριση: Κατά πόσον αυτοί οι πειρασμοί οφείλονται σε φυσιολογικά αίτια, όπως συμβαίνει στον υγειονομικό κανόνα της σωματικής μας διάπλασης, η τους προκάλεσε κάποια δική μας απροσεξία.
Στον πνευματικό τομέα συμβαίνει τό ίδιο, όπως και στον νόμο της υγείας, όπου οι διάφορες αδιαθεσίες δεν προκύπτουν από φυσικούς νόμους, αλλά από δική μας πρόκληση.
Και τούτο επειδή ζούμε αντίθετα από τον νόμο της υγείας και παράλογα, προκαλείται έτσι κάποια αντίθεση στον σωματικό μας οργανισμό. Η έρευνα μας δεν είναι γιατί υπάρχουν σκάνδαλα και πειρασμοί, ούτε γιατί βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή του πυρός. Η προσοχή μας πρέπει να στρέφεται στο από πού προέρχονται.
Λέγουν οι Πατέρες ότι αυτοί οι όποιοι προκόπτουν, παραχωρούνται «μείζοσι δοκιμασίαις», όπως ακριβώς συμβαίνει και στην θύραθεν σοφία. Στην άρχή ξεκινούμε από το πρώτο θρανίο και ανάλογα με την επίδοση μας προαγόμαστε σε άλλη τάξη. Δεν μας προκαλεί αυτό καμμιά δυσφορία, αλλά μάλιστα μας ενθαρρύνει, διότι η ανάβαση μας είναι και απόδειξη της προαγωγής μας.
Το Ιδιο συμβαίνει και στον πνευματικό τομέα. Εάν έχωμε προσοχή στον εαυτό μας, όπως διδάσκει η πατερική παράδοση, τότε οι πειρασμοί πού έχομε, είτε είναι εσωτερικοί η εξωτερικοί, είτε συμβαίνουν μέσω των ανθρώπων, είτε μέσω των δαιμόνων, θα είναι φυσιολογικοί. Και αν μέν οι πειρασμοί είναι φυσιολογικοί, τούτο είναι δείγμα ότι πράγματι προαγόμαστε. Εάν όμως τους προκάλεσε η δική μας απροσεξία, τότε πρέπει να δείξωμε περισσότερη προσοχή και με μεγαλύτερη λεπτομέρεια να αγωνιζόμαστε.
Ουδέποτε θα προβάλωμε παράπονο στον Θεό γιατί πειραζόμαστε. Μόνον οι άφρονες το κάνουν αυτό. Διότι οι πειρασμοί είναι τόσον αναγκαίοι για την σωτηρία μας, όπως οι τροφές για το σώμα. Δεν είναι άφρων λοιπόν αυτός πού, ένώ θέλει να ζήση, αρνείται τις τροφές πού συμβάλλουν στην παράταση της ζωής; Τό ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα πνευματικά.
Η προσοχή μας λοιπόν είναι να βρίσκωμε ποιος προκαλεί τις διάφορες αντιθέσεις στην πνευματική μας ζωή.
Αυτή την ευχέρεια την αντλούμε, σαν λογικά όντα πού είμαστε, μελετώντας την Αγία Γραφή και τους Πατέρες μας. Ιδιαίτερα δε βοηθάει η πνευματική μας εξάρτηση μέσω της υποταγής και υπακοής.
Εμείς οι μοναχοί λύνομε κάθε μας πρόβλημα τηρούντες το γραφικό: «έπερώτησον τον πατέρα σου και αναγγελεί σοι και τους πρεσβυτέρους σου και έρούσι σοι». Γι’ αυτό και δημιούργησε ο Ιησούς μας την Εκκλησία καί
«ήνωσε τα πάντα είς έν», διότι ακριβώς η πτώση είναι η διάσπαση της ένότητος. Ελθών ο Υιός του Θεού, «ήνωσε τα διεσκορπισμένα είς έν». Κατά το δόγμα του πνευματικού νόμου, πού είναι το πηδάλιο μας, μανθάνομε ότι τίποτε δε συμβαίνει τυχαία.
Ο Ιησούς μας για το θέμα αυτό αποφαίνεται σαφώς: «Και αι τρίχες της κεφαλής υμών πάσαι ήριθμημέναι είσίν» και «ουχί δύο στρουθία άσσαρίου πωλείται; και ένα έξ αυτών ού πεσείται επί την γήν άνευ του πατρός υμών». Και οι Πατέρες μας λέγουν, ότι είναι αδύνατο να συμβή πειρασμός πού να μην τον έχη προκαλέση ο ίδιος ο άνθρωπος.
Στην διοίκηση των πάντων, η Πρόνοια του Θεού είναι τόσο ακριβής, πού δεν επιτρέπει σε κανέναν να επέμβη. «Την δόξαν μου έτέρω ού δώσω,, ουδέ τάς άρετάς μου τοις γλυπτοίς», λέγει ο Προφήτης Ησαΐας. Η Πρόνοια του Θεού είναι απολύτως ακριβής και πατρική.
Οι αιτίες των πειρασμών είναι δύο. Η μία είναι η απροσεξία, πού, αν δεν ληφθή ύπ’ όψιν, θα επαναληφθή ο πειρασμός ύπό σκληροτέραν μορφήν σύμφωνα με το γραφικό: «Εάν έγκαταλείπωσιν οι υιοί αυτού τον νόμον μου και τοις κρίμασί μου μη πορευθώσιν, εάν τα δικαιώματα μου βεβηλώσωσι και τάς έντολάς μου μη φυλάξωσιν, επισκέψομαι έν ράβδω τάς ανομίας αυτών και έν μάστιξι τάς αδικίας αυτών το δε έλεος μου ού μη διασκεδάσω απ’ αυτών, ούδ’ ού μη αδικήσω έν τη άληθεία μου, ούδ’ ού μη βεβηλώσω την διαθήκην μου και τα έκπορευόμενα διά των χειλέων μου ού μη αθετήσω».
Όσες φορές πταίομεν, είτε αισθητά, είτε ανεπαίσθητα και δεν φροντίζομε περί της αναλόγου μετανοίας, παιδευόμαστε μέσω της Προνοίας του Θεού και Πατρός, για να ανοίξωμε τα μάτια μας και να καταλάβωμε ότι βγήκαμε από την τροχιά και βαδίζομε στην καταστροφή. Έτσι ορθοποδούμε και παίρνομε τον δρόμο πού οδηγεί σε αίσιο πέρας.
Η άλλη μορφή πειρασμών, είναι αυτή πού επιτρέπει η Πρόνοια του Θεού για να μας αύξηση την πνευματική πείρα και να μας δώση την δυνατότητα της πνευματικής προαγωγής. Εάν ένας άνθρωπος τελείωση την μία τάξη, θα ανέβη στην άλλη, και εάν απόκτηση την μία γνώση, θα προχώρηση στην άλλη. Διαφορετικά δεν μπορεί να τελειοποιηθή η πνευματική μας κατάσταση, εάν η θεία Χάρις δεν διάθεση με τους πειρασμούς ευκαιρίες «αναβάσεων έν τη καρδία ημών».
Δεν τρομάζομε όταν συναντούμε στην πνευματική μας ζωή αντιθέσεις και βρισκόμαστε στις επάλξεις του αοράτου πολέμου. Αύτη είναι εξάλλου η ίδιότης μας και γι’ αυτό ήλθαμεν εδώ.
Μερικοί πιστεύουν ότι τους πειρασμούς τους δημιουργούν τα αίτια. Όσοι έχουν αυτή την γνώμη, μοιάζουν με το σκυλί πού το πετροβολούν και τρέχει να δαγκάση την πέτρα, γιατί νομίζει ότι η πέτρα πού το κτύπησε φταίει. Δεν μπορεί να καταλάβη ότι κάποιος άλλος την πέταξε.
Έτσι εξετάζομε κάθε τί πού μας συμβαίνει, ποιος αρχικός παράγοντας το προκάλεσε· και εάν δεν μπορούμε μόνοι μας να το βρούμε, ρωτούμε τους μεγαλύτερους μας.
Πάντως, κατά το πλείστον, οι πηγές των πειρασμών είναι η αμέλεια και η κενοδοξία. Δουλεύοντας ο άνθρωπος στα πάθη του και θέλοντας να έφαρμόση την ιδιοτέλεια, τον εγωισμό, η την φιληδονία του και θέλοντας να κάνη κάτι πού του αρέσει και γενικό: να υπηρέτηση το πάθος του, εκουσίως γίνεται παραβάτης.
Τότε θα αντιμετώπιση οπωσδήποτε έναν πειρασμό· και αυτό το επιτρέπει η θεία πρόνοια έξ αγάπης, για την διόρθωση του. Αν δεν γίνη έτσι, ο άνθρωπος αυτός μοιάζει με κείνον πού έχει πληγή καί, μετά την θεραπεία, ξύνει με τα χέρια του την πληγή, γιατί φοβάται μήπως επουλωθή και ίατρευθή, λες και θέλει να είναι πάντοτε πληγωμένος.
Συνανατήσαμε έναν πειρασμό είτε από τους δαίμονες, είτε από τους συνανθρώπους μας; Αμέσως τον αρπάζουμε και τον ρωτούμε: «Ημέτερος εί η των ύπεναντίων». «Προέρχεσαι φυσιολογικά όπως σ’ εκείνους πού αγωνίζονται μέσα στην στενή και τεθλιμμένην όδό, πού συνεχώς σκαρφαλώνουν έως ότου φθάσουν στην πύλη του ουρανού, η σε προκάλεσε η δική μας απροσεξία;».
Και τότε ανακαλύπτεται η φύση του πειρασμού και γίνεται η ανάλογη διόρθωση. Αυτή είναι η πραγματική φιλοσοφία και κείνος πού το κατώρθωσε αυτό, άνοιξαν όντως τα μάτια του, άρχισαν να επουλώνονται οι πληγές του. Αυτό σημαίνει πνευματική προκοπή.
Εκείνος ο όποιος δεν έχει τέτοια προσοχή, μοιάζει με ένα ζώο πού του δένουν τα μάτια και το βάζουν να γυρίζη τον μύλο και να περπατάη από το πρωί μέχρι το βράδυ νομίζοντας ότι διήνυσε ολόκληρα χιλιόμετρα, ένώ δεν έχει κουνηθή ούτε ένα μέτρο και βρίσκεται ακριβώς εκεί πού ξεκίνησε.
Να μην δυσανασχετήτε γιατί υπάρχουν πειρασμοί. Είναι η μεγαλύτερη αφροσύνη αυτό. «Έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος». Ιδιαίτερα εμάς τους μοναχούς δεν πρέπει να μας απασχολούν τέτοιοι λογισμοί. Ήδη από την κολυμβήθρα ορκιστήκαμε ότι ύποτασόμαστε στο Χριστό και αρνούμαστε τον διάβολο. Ο Χριστός μας μας είπε: «Υμείς έστε οι διαμεμενη-κότες μετ’ έμού έν τοις πειρασμοίς μου».

Αύτω η δόξα είς τους αιώνας. Αμήν.


pemptousia.gr

http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_9131.html

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Περί μελέτης πατερικών κειμένων. Ἀθωνικά μηνύματα. Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Περί μελέτης πατερικών κειμένων
Ἀθωνικά μηνύματα

 Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Άν ήταν τρόπος, καλά θα ήταν, όχι μόνο να μάθετε αλλά να αποστηθίζετε τα πατερικά κείμενα. Είναι το μόνο στερεό θεμέλιο στο όποιο μπορείτε να ακουμπάτε, γιατί μέσω αυτών μας ανοίγονται οι πνευματικοί οφθαλμοί. Ουχί δώδεκα είσιν ώραι της ημέρας», λέγει ο Ιησούς. «Εάν τις περιπατή έν τη ήμερα ού προσκόπτει, ότι το φως του κόσμου τούτου βλέπει· εάν δε τις περιπατή έν τη νυκτί, προσκόπτει, ότι το φως ούκ έστιν έν αύτώ».
Ακριβώς το φως είναι οι γνώμες των Πατέρων μας. Βλέπετε εμείς, χάριν της πολυμόρφου αδυναμίας μας, η οποία μας περιστοιχίζει, δεν μπορούμε να δεχτούμε κατ’ ευθείαν τον φωτισμό της Χάριτος από μέρους του Παναγίου Πνεύματος, για να γνωρίσουμε έτσι και να πούμε σαν τον Παύλο και τους υπόλοιπους Πατέρες μας, «ούκ αγνοούμε τα νοήματα Αυτού»· ως έκ τούτου, ενδέχεται ο σατανάς εύκολα να μας πλανήση, επειδή ο τρόπος της πλάνης και της μάχης πού χρησιμοποιεί είναι πολυμερής.
 Σε όλες τις πλευρές του κύβου πολεμάει· και πάνω και κάτω και μέσα και έξω και δεξιά και αριστερά. Μέσα στην άγνωσία μας θα βρή ένα τρόπο να μας παγίδευση. Έχομεν όμως τους δείκτες, τα πατερικά κείμενα, πού είναι καρπός έμπειρίας ανθρώπων πού πολέμησαν και έμαθαν την λεπτομέρεια του πνευματικού πολέμου να μας παραδίδουν έτοιμη την τροφή, πού, αν την έκμεταλλευτούμε,σωζόμαστε.
 Γι’ αυτό, με ζήλο περισσότερο να στρέψετε την προσοχή προς αυτόν τον τομέα, ούτως ώστε από τα πατερικά κείμενα, τουλάχιστον από εμάς τους μοναχούς, κανένας να μην είναι άμοιρος. Τα πατερικά κείμενα είναι η Αγία Γραφή ερμηνευμένη με λεπτομέρεια, διότι οι Πατέρες μας παρέδωσαν την ερμηνεία της Γραφής κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο καθένας σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του να παίρνη ότι του χρειάζεται.
 Έκαναν ακριβώς ο,τι γίνεται με τις υλικές τροφές. Οι τροφές είναι κοινές, αλλά όταν τις παίρνει ένας οργανισμός μετουσιώνονται μέσα του και μέσω αυτών αυξάνεται και ζει. Όμως, ενώ οι τροφές είναι ίδιες, κοιτάξετε την διαφοροποίηση πού γίνεται στους οργανισμούς!
Άλλους μια τροφή τους ωφελεί, άλλους τους βλάπτει. Βλέπετε είνο:ι πολύ επικίνδυνο να παίρνωμε κατ’ ευθείαν τα λόγια της Γραφής. Όλες οι χριστιανικές παραφυάδες πού ονομάζονται δήθεν Εκκλησίες, πιστεύουν στην Αγία Γραφή, αν και όλοι αυτοί διαφέρουν μεταξύ τους· δεν πρόκειται βέβαια να συμφωνήσουν ποτέ, διότι, θέλησαν να ερμηνεύσουν κατ’ ευθείαν την Γραφή και πλανέθηκαν.
 Η Γραφή έχει πολλαπλές ερμηνείες και γίνεται κατανοητή μόνο από εκείνους που έχουν γυμνασμένα τα πνευματικά αισθητήρια. Πολλές φορές ακόμα η Γραφή, έρμηνευόμενη κατά γράμμα, «άποκτείνει», διότι το Πνεύμα είναι πού ζωοποιεί.
Οι Πατέρες είναι εκείνοι πού ερμήνευσαν την Γραφή και προχώρησαν στα βαθύτερα νοήματα.
Η Γραφή, αν και είναι αποκάλυψη, δεν μας ωφελεί σε τίποτε, εάν πρώτα εμείς δεν γίνωμε τηρητές της θείας αποκαλύψεως· στο πώς δηλαδή ο άνθρωπος θα ρυθμίση βιωματικά τον εαυτό του, ούτως ώστε να άμοιφθή η να παιδευτή, εάν δεν επιτύχη.
Επομένως, η ενέργεια είναι εκείνη η οποία είτε αμείβεται, είτε καταδικάζεται. Οι Πατέρες μας τόνιζαν τούτο: Όχι την απλή γνώση η οποία πηγάζει από την ερμηνεία της Γραφής· διότι και αυτή ακόμα «φυσιοί», λέγει ο Παύλος· με βάθος ταπεινοφροσύνης μας ερμήνευσαν τον πρακτικό τρόπο, στο πώς ο καθένας από μας πρέπει να ανταποκρίνεται, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία, τον χαρακτήρα, τον τόπο, το περιβάλλον, και γενικά με όλα τα προβλήματα πού τον περισφίγγουν και τον απασχολούν.
Ο σατανάς όπως και η κακία, πού φυσικά πηγάζει από αυτόν, έχει πολλές μορφές και πρόσωπα. Εάν δεν μπόρεση από το ένα μέρος να σε πιάση, επιτίθεται από το άλλο, διότι ο τρόπος της μάχης είναι δυσδιάκριτος και πολυποίκιλος. Η αμαρτία είναι δόλος, απάτη και ψευτιά. Δεν παρουσιάζεται καθαρά να πή, «εγώ είμαι κακό και μη με κάνης», αλλά έρχεται ύπό την πρόφαση του καλού.
 Παίρνει ο άνθρωπος να κάνη κάτι ύπό την πρόφαση του καλού, πού στην ουσία αυτό είναι κακία, και αντί να κερδίση έπαινο από τον Θεό, κερδίζει την όργή του Θεού και καταστρέφεται. ΓΓ αυτό έχομε ανάγκη από φωτισμό. Άλλά τον φωτισμό, αυτή την ώρα δεν τον έχομεν εμείς και ποιος ξέρει πότε θα τον βρούμε. Μέχρι τότε είναι ανάγκη κάποιος να μας κρατά από το χέρι.
Αυτός είναι και ο σκοπός των πατερικών κειμένων, γιατί οι Πατέρες είναι πάρα πολλοί και έζησαν σε όλες τις εποχές και σε όλες τις περιόδους. Χαρακτήρησαν ολόκληρη την ανθρώπινη υπόσταση και έτσι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα πού η λύση του να μην περιέχεται μέσα στις ερμηνείες τους.
Πέραν τούτου είναι και κάτι άλλο- το ότι δηλαδή οι Πατέρες είναι προσωπικότητες πού ενώθηκαν με τον Θεό και απέκτησαν και αυτοί τις θείες ιδιότητες.
 Όπως ο Θεός είναι στοργή, συμπάθεια, αγάπη, έτσι έγιναν και αυτοί κατά μετοχήν τέτοιοι, επειδή «πάντες αύτώ ζώσι και ύπάρχουσιν», και είναι πέριξ του Θεού. Έχουν και αυτοί πάνω τους τις θείες ιδιότητες και κάνουν ο,τι κάνει ο Θεός.
 Αγαπούν και αυτοί, συμπαθούν και αυτοί, όπως ακριβώς κάνει ο Θεός. Γι’ αυτό καταδέχτηκαν να ονομαστούν Πατέρες και να ανεχθούν εμάς ύπό την μορφή της υιοθεσίας και ζητούν αφορμή να τους προκαλέσωμε σε βοήθεια. Παρακαλούμενοι από ‘μάς, αυτό ζητούν, διότι πρώτον διά της συμπαθείας πού απέκτησαν με την θείαν Χάριν, καί, δεύτερον, επειδή κατάγονται από ‘μάς, γνωρίζουν την ανθρώπινη αδυναμία.
Ξέρουν τί σημαίνει ένας πονεμένος ασκητής πού ατενίζει σ’ αυτούς και τους επικαλείται, γιατί πέρασαν κι αυτοί από κείνη την γέφυρα και είδαν τον πόνο του πειρασμού και την ανάγκη της ανθρωπινής δυστυχίας και εγκαταλείψεως. Αφού τους επικαλεστούμε, το μόνο πού θα κάνουν είναι να επέμβουν και να μας σώσουν.
Άρα, δεν είναι μόνο ότι απαιτούμε εμπειρίες πού τις χρειαζόμαστε, αλλά ακόμα κι αυτούς τους ίδιους τους Πατέρες, όταν τους έρεθίζωμε, τους έχομεν αληθινούς συμπαραστάτες και αρωγούς. Κοιτάξετε και ο Θεός τί λέει διά του στόματος του Δαβίδ· «επικάλεσαί με έν ήμερα θλίψεως και έξελούμαι σε».
Αυτό τό ίδιο μυστικά μας φωνάζουν και οι Πατέρες μας. «Επικαλέσασθε ημάς έν ήμερα θλίψεως και έξελούμεθα υμάς».
 Όταν εμείς μελετάμε τα έργα τους με ζήλο και τους τιμούμε με σεβασμό, αγάπη και ευλάβεια, τί άλλο θα κάνουν παρά να επέμβουν; Μια γνωστή γυναικούλα ευσεβής, πού έκλαιε για το άρρωστο παιδί της, είδε στον ύπνο της τον Άγιο Ευθύμιο και της λέει: «Γιατί δεν το φέρνεις το παιδί σου στο ναό μου να το θεραπεύσω;»
Και το αξιοσημείωτο είναι, ότι, ποτέ δεν επικαλέστηκε αυτόν τον Άγιο γιατί δεν ήξερε ότι υπάρχει- και πάει ο Άγιος Ευθύμιος και την ερεθίζει να τον παρακάλεση από πατρικόν ενδιαφέρον. Εάν και μη επικαλούμενοι, για τον λόγο της συμπαθείας, επεμβαίνουν ακόμα και σε απίστους, πόσο μάλιστα αν τους επικαλούμαστε επίμονα!.
Εμείς δεν είμεθα ούτε Επίσκοποι, ούτε ίεροκύρηκες, αλλά ταπεινοί μοναχοί. Δεν είναι πρέπον να διαβάζωμεν αυτά τα όποια αρμόζουν στην μοναχική μας ιδιότητα; Με την επαφή λοιπόν πού έχομε με τους Πατέρες μελετώντας τα συγγράμματα τους, να δίνομε τήν ευκαιρία να επεμβαίνουν και να φωτίζουν τον νού μας να κατανοήσωμε τον πνευματικό νόμο. Επίσης απωθούν τον διάβολο και τους πειρασμούς πού μας προκαλεί.
 Μην χάνετε τον χρόνο σας άσκοπα, ασχολούμενοι με κείμενα πού δεν έχουν σχέση με την ερμηνεία της θείας αποκαλι;ψεως. Μόνο τα πατερικά κείμενα μας ερμηνεύουν σωστά το περιεχόμενο της Γραφής. Πρέπει δε να ξέρετε και τούτο: Ότι η Γραφή είναι βιβλίο «κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά».
Χωρίς αγιότητα δεν ερμηνεύεται. Απόδειξη τρανή είναι το ότι οι μεγαλύτερες πλάνες πού μαστίζουν σήμερα την κοινωνία και διαίρεσαν την Εκκλησία σε χίλια κόμματα, από την Γραφή πήγασαν. Όχι ότι φταίει η Γραφή, αλλά αιτία είναι ο εγωισμός και η βλακεία του ανθρώπου. Εκείνος ο όποιος μπαίνει με εγωισμό μέσα στην Γραφή, σε αυτόν η Χάρις δεν αποκαλύπτει.
Όπως και ο Άπόστολος Παύλος πολύ σωστά τονίζει: «Επειδή ούκ έδοκίμασαν τον Θεό έχειν έν επιγνώσει, παρέδωκεν αυτούς ο Θεός είς αδόκιμο νουν, ποιείν τα μη καθήκοντα» και πάλιν, ο Θεός του αιώνος τούτου έτύφλωσε τα νοήματα των απίστων είς το μη αύγάσαι αυτοίς τον φωτισμό του Ευαγγελίου της δόξης του Χριστού, ός έστ(ν είκών του Θεού»· διότι ακριβώς ξεκίνησαν με βάση το εγώ.
Εκεί πού υπάρχει αυτή η κατάρα πού λέγεται ΕΓΩ, εκεί ο Θεός δεν έρχεται. Ο Θεός έρχεται εκεί πού υπάρχει ταπείνωση και πραότης και παράκληση. «Ο πράος και ταπεινός τη καρδία» Ιησούς μας, σε αυτούς πού τον μιμούνται, σε αυτούς και αποκαλύπτεται. Ας ευχηθούμε, η μελέτη των πατερικών κειμένων να γίνη μια γέφυρα, διά της οποίας θα οδηγηθούμε «από γής προς ουρανόν». Άμήν.

pemptousia.gr
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_1222.html

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Ο Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής τήρησε την «καινήν εντολή». Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Ο Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής τήρησε την «καινήν εντολή».

 Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Αν και η πρόθεση προς τιμή και εγκωμιασμό είναι θερμή, η δύναμη όμως είναι ελαχίστη. Διότι πώς είναι δυνατό, όχι μόνο να ανταμείψουμε αλλά να περιγράψουμε τη θέση της πατρότητας των πνευματικών εκείνων αναστημάτων, οι οποίοι έφθασαν μέχρι τρίτου ουρανού και ενώνονταν διά της αγάπης τους και της Χάριτος με τον Θεό, και μετά έστρεφαν το βλέμμα τους κάτω στη γη, για να προσέχουν εμάς τους ευτελείς;
Πώς, λοιπόν, είναι δυνατό μία τέτοια θυσία, την οποία μόνο ο Λόγος του Θεού, διά της κενώσεώς του προσέφερε, θα μπορούσαμε εμείς οι ευτελείς να περιγράψουμε; Και τούτο, το λέγω, ενθυμούμενος την ιδιαίτερη στοργή με την οποία μας περιέβαλλε ο πνευματικός αυτός φωστήρας, ο οποίος συγκαταβαίνοντας στην ευτέλειά μας, μείωνε τον εαυτό του στην προς Θεό θέση και θεωρία του, για να κατεβαίνει στην ταπεινή μας θέση και να μας συγκρατεί οδηγώντας και δείχνοντάς μας τον δρόμο, επειδή εμείς δεν είχαμε αφ’ εαυτών δύναμη και ικανότητα προς τούτο.
Αλλά δικαίως γράφεται στη Γραφή, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πάντας κρίνει, υπ’ ουδενός δε κρίνεται.
Δεν έχομε τίποτε να προσθέσουμε και εάν επιχειρήσουμε μάλλον η περιγραφή μας θα είναι μείωση έναντι του πνευματικού τούτου Πατρός, ο οποίος στις δύσκολες και σκοτεινές αυτές ημέρες απέδειξε, ότι ο Ιησούς Χριστός, ο Θεός μας, ο τότε και πάντοτε και νυν είναι ο ίδιος αλλά και αύριο ακόμα θα μείνει ο αυτός.
Δεν πρόσφερε, η υψηλή αυτή φυσιογνωμία, μόνο σε μας που τον περιβάλλαμε, μέσα στα ταπεινά του περιθώρια της αφάνειας που θέλησε σ’ όλη του τη ζωή να μείνει.
Η πατρική του πρόνοια με τη σθεναρή του απόφαση, με τον θερμό του ζήλο, με την ολοκληρωμένη του προς Θεό αγάπη και στροφή, την αθωνική παράδοση προεξέτεινε, αλλά ακόμα μπορούμε να πούμε απερίφραστα, χωρίς καμμία συστολή, ότι ολόκληρη την Ορθοδοξία αναστήλωσε, δυνάμωσε και πρόβαλε.
Ξύπνησε και αφύπνισε την κοιμισμένη γενεά. Δεν αρνείται κανείς, απ’ όσους έχουν «τους οφθαλμούς ανεωγμένους», να ομολογήσει την πτώση, την οποία ακόμα κι αυτός ο ασάλευτος Ἀθωνας είχε υποστεί από τις ξένες επιδράσεις του δυτικού πνεύματος που εισήχθησαν αυτόν.
Σ’ αυτή ακριβώς τη δύσκολη καμπή βρέθηκε ο φωστήρας αυτός, ο πνευματικός μας πατέρας, ο οποίος με μίαν ισχυρή ώθηση της ολοκληρωμένης του προς Θεό στροφής αφύπνισε εμάς και τη γενεά μας, την υπνώττουσα, και μας επανέφερε στην εσωστρέφεια και θεωρία, στην παλαμική θεολογία. Επανέφερε πάλι σε ισορροπία τον Άθωνα. Έδωσε πάλι στους μοναχούς το πραγματικό τους έργο και την ασχολία, την εσωστρέφεια και την ευχή.
Όσοι είναι ικανοί να συγκρίνουν τις ημέρες αυτές τα πρόσωπα και τα πράγματα, δεν μπορούν να κρύψουν αυτήν την αλήθεια. Κι εμείς είμαστε οι προσωπικοί μάρτυρες αυτής της εργασίας.
Πράγματι, κατά το προφητικό λόγιο, εξακολούθησε οπίσω του φόβου και της αγάπης του Κυρίου και «ημέραν άνθρωπου», δεν επεθύμησεν ο φωστήρας αυτός. Στις δύσκολες αυτές ημέρες, που ο συμβιβασμός και η δήθεν ψευδοοικονομία λύγισαν τα πάντα, τίποτε δεν κατόρθωσε να δαμάσει και να κάμψει την ηρωική του καρδιά.
Μακριά από κάθε όριο συμβιβασμοί, με αναπεπταμένο το φρόνημα πιστός στην πατερική παράδοση και ομολογία, καταδέχτηκε να ονομάζεται «πλανεμένος» και έσερνε ισόβια αυτήν τη μομφή, αλλ’ όμως δεν συμβιβάστηκε. Τον φόβο του Κυρίου κράτησε άσβεστο μέσα στη ψυχή του από την πρώτη μέρα της εκκινήσεως του μέχρι τη δύση του βίου του.
Ούτε τα σκώμματα των ανθρώπων, ούτε οι περιφρονήσεις, οι προσωπικές και οι από μακριά γενόμενες, ούτε οι πολύπλοκες, και πολύμορφες ασθένειες, που δάμασαν κυριολεκτικά το σώμα του, δεν κατόρθωσαν να τον λυγίσουν, αλλά έμεινε έως τέλους του βίου του το λαμπρό παράδειγμα της αυταπαρνήσεως και της ομολογίας.
Πώς μπορούμε τώρα εμείς, που δεν είμαστε μακριά, αλλά φοιτήσαμε κοντά του και κατεβάσαμε το δοκιμασμένο του σώμα στον τάφο και ανεβάσαμε από εκεί τα μυρισμένα του οστά, πώς μπορούμε να υπαχθούμε στις ψευδοπροφάσεις του συμβιβασμού και να παραδεχθούμε ότι είναι δύσκολη η επιτυχία μας στην πατερική μας παράδοση και ότι δεν μπορεί η δική μας φύση να μιμηθεί τους πατέρες μας;
Ασφαλώς ουδέποτε. Διότι είναι τόσο ζωντανό το παράδειγμά του. Δεν πέρασαν γενεές και αιώνες. Είναι όλα μπροστά μας, ζωντανά. Αισθανόμαστε την πνοή του να κινείται ανάμεσά μας. Όταν ακόμα η τρομερή ασθένεια, τον δάμασε, ώστε να μη μπορεί να ξαπλώσει, αλλά καθόταν στην καρέκλα, και εκεί ακόμα δεν παρεδίδετο, αλλά κρατούσε την ομολογία.
Αγαπούσε τον Θεό. Πίστευε στην άρση του σταυρού, τον οποίο κράτησε ολόκληρο στον ώμο του από την πρώτη ημέρα της εκκινήσεώς του.
Και ναι μεν, ως προς τον εαυτό του, με την αυστηρή φιλοπονία απέδειξε ότι μόνο έτσι εκφράζεται η προς τον Θεό αγάπη, ως προς εμάς όμως και τον συνάνθρωπό του ήτο πλήρωμα αγάπης και συμπάθειας.
Θυμάμαι, ότι όχι μόνο τους πνευματικούς ανθρώπους αλλά και αυτούς ακόμη τους θεωρούμενους από εμάς ότι ανήκουν στα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, τους ευτελείς, τους πτωχούς, τους πεταμένους -ας μου επιτραπεί να πω- και δι’ αυτούς ήταν φίλος και αγαπητός.
Και την ημέρα της μεταστάσεώς του παραδόξως συγκεντρώθηκαν πολλοί απ’ αυτούς και ο καθένας με τον τρόπο, που μπορούσε, εξέφραζε τη λύπη του, ότι έχασε ένα πιστό φίλο. Και την ημέρα της ανακομιδής του πάλι βρέθηκαν, όλοι αυτοί οι φτωχοί, οι πλανεμένοι, οι από τους άλλους καταφρονούμενοι, που δεν θεωρούνταν άξιοι φιλοξενίας, στον Γέροντα ήταν φίλοι και αγαπητοί.
Ο Γέροντας καθώς έμαθε να αγαπά τον Θεό, έμαθε να αγαπά και τον πλησίον. Ολοκλήρωσε την «καινήν εντολή».
Αλλά πώς είναι δυνατό τώρα που αφυπνισθήκαμε και γνωρίσαμε την προσφορά του και το ύψος του μεγαλείου του, να μπορέσουμε να του ανταποδώσουμε μία ευχαριστία;
Εάν και εμείς πιέσουμε τον εαυτό μας και τα πτωχά μας μέτρα και βιαστούμε να μιμηθούμε τον βίο του, να τηρήσουμε τις εντολές του, αυτό θα είναι γι’ αυτόν μία ευγνωμοσύνη, μία ευχαριστία. Διότι με το πνεύμα του πάντοτε και σήμερα βρίσκεται εδώ και απολαμβάνει τους καρπούς των κόπων του.
Έφυγε όπως επεθύμησε μέσα στην αφάνεια.
Και δεν καταδέχτηκε καμμία τιμή και αμοιβή στη ζωή αυτή. Σέρνοντας στο πνεύμα του το ταπεινό φρόνημα και στη φύση του εξωτερικά δεν καταδέχτηκε καμμία τιμή, καμμία άνεση, καμμία αμοιβή, για να την ολοκλήρωση στη βασιλεία των ουρανών.
Παρ’ όλη την προσωπική μας μηδαμινότητα και ευτέλεια αλλά και τις αντιθέσεις δεν οπισθοχωρούμε στη ζωή μας αισθανόμενοι την πατρική του στοργή και παρουσία. Και να η απόδειξη, ότι από τις ρίζες του πλημμύρισε ο Άθωνας. Από τις ρίζες του δοξάζεται και συνεχίζεται η πατερική μας παράδοση.
Και όχι μόνο εντός του Άθωνα αλλά και έξω.
 Η πνευματική ευωδία της προνοίας του σκορπίζεται και μέσα στην κοινωνία. Και εκεί, οι εν Χριστώ αδελφοί υπό την επίδραση της στοργής και της προνοίας του συνεχίζουν και αυτοί αγωνιζόμενοι για να φθάσουμε όλοι μαζί στο πλήρωμα των θείων επαγγελιών καθώς πιστεύομε και αγωνιζόμαστε.
Δεν έχομε τίποτε άλλο να προσφέρουμε στην ιερή του μνήμη αλλά μία υπόσχεση από το βάθος του είναι μας.
Ότι δεν θα λυγίσουμε, αλλά σε ό,τι εξαρτάται από μας θα συνεχίσουμε την ακριβή παράδοση, την οποία μας παρέδωσε. Και η πληροφορία της υποσχέσεώς του είναι σαφής. Έχουμε πλέον αποδείξεις, όχι ενδείξεις, ότι η παρουσία της στοργής του είναι μαζί μας. Αυτό πράγματι μας ενισχύει και συνεχίζομε με γενναιοψυχία.
Στρεφόμενοι δε στη μακαρία του μορφή, τον επικαλούμαστε και πάλι. Να λησμονήσει εάν εμείς οι ευτελείς προσωπικά τον λυπήσαμε κάποτε αλλά και τώρα στη συνέχεια εάν είμαστε ράθυμοι, αδύνατοι και πολλές φορές προδότες της ομολογίας μας. Όλα αυτά να συμπαθήσει η πατρική του πρόνοια και στοργή και να συνεχίσει την αντίληψή του στηρίζοντας και βοηθώντας στο πλήρωμα της επιτυχίας. Αμήν.

(Γέροντος Ιωσήφ, «Ο Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής και η Πατερική παράδοσις», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 5, σ. 185-189)

pemptousia.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/12/blog-post_3.html

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Περί μετανοίας. Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Περί μετανοίας


Η ομιλία αύτη εκφωνήθηκε από τον Γέροντα σε φοιτητές, στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, Άνω Ιλισίων Αθηνών.
Θέλω και πάλιν να εκφράσω την συγκίνηση και την ευχαριστία μου, όπου πάλι ευρέθηκα εις το μέσον σας με την ίδαιτέραν πρόνοια του π. Γεωργίου, ο όποιος είναι τόσο αγαπητός και σε μας και σε σας.
Στην εδώ σύναξη σας, μας δίδεται η ευκαιρία να ανακαινίσωμε μέσα μας, ύπό μορφήν επαναλήψεως, τους στόχους και τους σκοπούς αυτούς ακριβώς πού μας απασχολούν και προς τους οποίους επειγόμεθα οι πάντες. Ένας είναι ο σκοπός, ένας είναι ο στόχος.
 Η επαναφορά μας, η επιστροφή μας εκεί, όπου ο Ιησούς μας με την κένωση και την παρουσία Του μας παρεχώρησε κληρονομικά. Το θέμα φυσικά της πίστεως μας και της έμμονης μας εις την αλήθεια την οποία κατέχομε είναι ήδη γνωστό και δεν χρειάζεται να το σχολιάσωμε.
Χάριτι Χριστού ευρίσκομαι σ’ ένα πλήρωμα πιστών πού προσπαθούν και αγωνίζονται σωστά, κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας. Εκείνο το όποιον ήθελα ιδιαιτέρως να σας υπενθυμίσω, είναι κάτι πού και σε μας τους μοναχούς, και σε σας τους λαϊκούς είναι απαραίτητο- σε μας δε είναι περισσότερο γνωστό και αυτό είναι το θέμα της μετανοίας.
Κανείς από εμάς πού ευρίσκεται είς την ζωήν αυτή και αγωνίζεται, κατά το προφητικό λόγιο «καν μία ήμερα εστίν η ζωή αυτού», δεν μπορεί ποτέ να είναι αναμάρτητος, δηλαδή να πλήρωση το θέλημα του Θεού. Απ’ εδώ αποδεικνύεται ότι ύποκείμεθα όλοι είς τον όρο της μετανοίας.
Παρ’ όλο πού μας κάλεσε ο Θεός με την Χάρι Του, έν τούτοις, δεν κατορθώνομε να σταθούμε είς τα περιθώρια των υποσχέσεων μας και των καθηκόντων μας, τα όποια μας αρμόζουν. Άρα, η μετάνοια είναι πλέον επιβεβλημένο καθήκον και όχι ελευθέρα επιλογή. Σε ‘κείνον μόνο δεν χρειάζεται η μετάνοια, πού κατόρθωσε να φυλάξη τις υποσχέσεις του βαπτίσματος απαραχάρακτες.
Τέτοιος άνθρωπος είναι δυνατόν να ύπαρξη; Επομένως, σαν τρόφιμοι της μετανοίας, οι πάντες ημείς, όφείλομε περισσότερο να καλλιεργήσωμε την γνώση της μετανοίας και τους πρακτικούς της τρόπους. Να έντείνωμε επίσης τις προσπάθειες μας, ούτως ώστε, μέσω αυτής, όπου η παναγαθότης του Κυρίου μας έχάρισε, γνωρίζοντας το τρεπτόν της φύσεως μας, να επιτύχωμε τις επαγγελίες.
Τώρα τί σημαίνει μετάνοια; Φυσικά ούτε και τούτο χρειάζεται να αναλύσωμε. Άλλά μίαν μικρή υπόμνηση πάλι κάνομε. Μετάνοια, στην κυριολεξία, σημαίνει ανάκληση του νού στην βάση του, απ’ όπου παρετράπη. Ο νους όπως ξέρετε, είναι το μέσον με το όποιον κοινω¬νούμε σαν λογικά όντα με τον έξω από μας κόσμο καί, πέραν τούτου, μέχρι αυτής της θεογνωσίας και της επιτυχίας των επαγγελιών.
Όλα αυτά ξεκινούν από την σύλληψη των νοημάτων. Διά νοημάτων γίνεται όλη αυτή η εργασία. Εάν λοιπόν ο νους στέκεται καλά στη βάση του και κάνη σωστή χρήση των νοημάτων, τότε κατ’ ανάγκη, γίνεται και σωστή χρήση των πραγμάτων.
Εάν όμως δεν γίνεται σωστή χρήση των νοημάτων, διότι ο νους δεν στέκεται καλά, κάνει παράχρηση των πραγμάτων, πού είναι η παρά φύσιν ζωή, Αρχίζει πλέον η ενοχή και η πτώση. Άρα μετανοεί σωστά εκείνος πού αντιλαμβάνεται ότι δεν πάει καλά και ανακαλεί το νου στην βάση του, ώστε να στέκεται σωστά, να συλλαμβάνει ορθώς τα νοήματα του, να τα κρίνη και να τα τοποθετή καλά.
Ως προς μεν τον Θεό, να πιστεύη σωστά, ως προς τους ανθρώπους του δέ, να διάκειται με συμπάθεια και ΑΓΑΠΗ και ως προς τον εαυτό του, να φρονή πάντοτε ταπεινά. Τότε ακριβώς μπαίνει μέσα στην μετάνοια. Αυτός ο τρόπος είναι απαραίτητος για όλους μας, γιατί αφηρημένη έννοια μετανοίας δεν υπάρχει. Πιστεύομε φυσικά στο Θεό, αλλά ο τρόπος πού πιστεύομε είναι πολύπλοκος.
Η πίστη δεν στέκεται μόνο στο να πιστέψωμε πώς υπάρχει ο Θεός και ότι είναι αυτός πού περιγράφεται στην Γραφή. Αυτό δεν λέει πολλά. Αυτό είναι μέν έτσι, αλλά και να καταργήσωμεν αυτού του είδους την πίστη, ο Θεός μένει πιστός, δεν καταργείται. Εκείνο πού μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι από την πίστη μας αυτή προς τον Θεό τί μπορούμε να πάρωμε. Από την αποκάλυψη μάθαμε την καταγωγή μας.
Ότι έκτίσθημεν, έξ αρχής, «κατ’ εικόνα και όμοίωσιν» του Θεού. Μετά, η πτώση μας έφερε σ’ αυτή την αθλιότητα πού ευρισκόμεθα τώρα, έγλειστοι, εγκλωβισμένοι σ’ αυτή την φυλακή, στην κοιλάδα του κλαθμώνος· και τώρα μας παρεχώρησε ο Θεός δύναμη και τρόπους και χάριν επιστροφής εκεί απ’ όπου ξεπέσαμε.
Τώρα ακριβώς η προσπάθεια μας είναι στο πώς να επιτύχωμε να ανακαλέσωμε τον εαυτό μας στην σωστή βάση και να πείσωμε πρώτα τον Θεό ότι μετανοούμε για το αμαρτωλό παρελθόν της άγνωσίας μας. Μαζί δε μ’ αυτή την απόφαση, να άρχίσωμε πρακτική εφαρμογή των αντιθέτων ακριβώς θέσεων, να κάνωμε πλέον απ’ εδώ και στο έξης αυτά πού μόνο ο Θεός θέλει και αγαπά.
Η παρά φύσιν ζωή, στην οποία ευρίσκονται όσοι ακόμα δεν άρχισαν να μετανοούν, είναι ο νόμος της επιθυμίας. Μετά την πτώση, ο άνθρωπος απώλεσε το απλούν, έχασε την προσωπικότητα του και εκεί πού υπήρχε το απλούν, τώρα ήλθε η πονηρία και η δια-στροφή. Τώρα χρειάζεται τιτανικός αγώνας ούτως ώστε να κρατούμε την θέση μας- όχι εκεί πού μας σπρώχνουν οι εσφαλμένες αισθήσεις και τα πάθη και ο νόμος της επιθυμίας, αλλά εκεί πού είναι μόνο ο νόμος της χρείας, περισσότερον εκεί πού αρέσκεται ο Θεός.
Ο Προφήτης Δαυΐδ, μέσα στους ψαλμούς περιγράφει την αθλιότητα της παρά φύσιν ζωής, του πεπτωκότος ανθρώπου, πού άλλοτε τον αποκαλεί «παλαιόν άνθρωπο» και ο Παύλος συμπληρώνει, «σύν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις». Άλλοτε πάλι ο ίδιος Άπόστολος τον ονομάζει «σώμα της αμαρτίας».
Αυτή η θέση είναι και λέγεται παρά φύσιν. Δεν έχει απαιτήσεις φυσιολογικές, αυτές πού χρειάζονται στους φυσικούς νόμους της ζωής μας, αλλά απαιτεί εκπληρώσεις παθών παραλόγων, πού δεν είναι όροι φυσιολογικοί, αλλά όροι της επιθυμίας. Όπως το ζώο δεν έχει λογική νά. κρίνη αυτό πού του χρειάζεται, αλλά έχει όρμή, έτσι καταλήγει και ο παλαιός, ο έφθαρμένος άνθρωπος· βαδίζει με τους λόγους της ορμής.
Αρχίζει λοιπόν ο άνθρωπος να μετανοή. Σταματάει να άμαρτάνη, να επαναλαμβάνη τα κακά αυτά από τα όποια οιστρηλατείτο ευρισκόμενος στους όρους της επιθυμίας και στα πάθη πού κατεργάζετο μέχρι σήμερα ζώντας μακράν του Θεού· τα παύει αυτά και δεν τα επαναλαμβάνει. Αύτο είναι το πρώτο στάδιο μετανοίας. Έίς εκείνον πού μετανοεί, επιβάλλεται απολύτως η κατάπαυση της παρά φύσιν ζωής, άνευ όρων.
Δεν μπορεί να λέη κανείς ότι μετανοεί και να επαναλαμβάνη πάλι τους νόμους της παρά φύσιν ζωής. Γιατί αν αυτό κάνει, τότε δεν θα σύμπραξη μαζί του η θεία Χάρις, χωρίς την οποία δεν μπορούμε τίποτε να κάνωμε. Γιατί «έν σώματι καταχρέω αμαρτίας Θεός ούκ είσελεύσεται, εάν γάρ είσελεύσεται, λέει ο Προφήτης, και ταχέως έξελεύσε-ται». Επομένως, το πρώτο στοιχείο για κάθε μετανοούντα είναι να παύση να άμαρτάνη.
Αυτό είναι επιβεβλημένο καθήκον. Διότι, εάν από εδώ δεν ξεκινήση, είναι μάταιη η μετάνοια του. Διότι η κατ’ ένέργειαν αμαρτία, είναι η πρακτική άρνηση. Πώς ένας λέει ότι πιστεύει στον Θεό, τον όποιο παραδέχεται σαν Κύριο του και αρχηγό, ένώ αυτή την ώρα άμαρτάνει; Πού τούτο είναι πρακτική άρνηση. Άλλά άρνηση στον Θεό είναι και αυτή πού προκάλεσε την πτώση. Πρέπει να προσεχθή ότι στην πτώση και οι δύο λογικές φύσεις, αγγελική και ανθρώπινη, δεν αρνήθηκαν τον Θεό, αρνήθηκαν την εντολή, παρέβησαν αυτό πού ήθελε ο Θεός και έγινε η πτώση. Εάν λοιπόν ένας άνθρωπος συνεχίζη να κάνη αυτό, να ζή την παρά φύσιν ζωή, νομίζοντας ότι μετανοεί, πλανάται.
Αφού παύση να αμαρτάνη πρακτικά ο άνθρωπος, τότε αρχίζει το δεύτερο στάδιον. Αρχίζει να λυπάται για το άθλιο παρελθόν του. Μέσω αυτού του τρόπου κατεργάζεται δύο πράγματα. Πρώτον, πείθει τον εαυτό του να ανακάλυψη τρόπους με τους οποίους θα αποδείξη την πραγματική του επιστροφή προς τον Θεό καί, δεύτερον, με την στάση του αυτή εξευμενίζει τον Θεόν, ούτως ώστε να τον λυπηθή, να απόσβεση την ένοχη και να τον συγχώρεση για το άθλιόν του παρελθόν.
Αρχίζει να πενθή και να θλίβεται διότι έλύπησε τον Θεόν, και έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, εφαρμόζεται η διπλή ενέργεια της μετανοίας. Ο άνθρωπος αποτελούμενος από σώμα και ψυχή, σε ο,τι αποφασίζει, συνεργούν και τα δύο μέρη. Συλλαμβάνει διά της διανοίας την απόφαση, την κατεργάζεται και διά των μελών και των αισθήσεων την εφαρμόζει πρακτικά. Έτσι και στο θέμα της μετανοίας.
Διά της λύπης και της μεταμέλειας και της συγνώμης μπαίνει μέσα στη μετάνοια διά του ψυχικού του κόσμου. Διά της πρακτικής ενεργείας του πένθους και του πόνου συμμετέχει και το υπόλοιπο σώμα, αμφότερα τα μέρη, σώμα και ψυχή, όπως αμάρτησαν, πάλι μετανοούν. Αυτός είναι ο πρακτικός τρόπος.
Όταν λοιπόν ο άνθρωπος άρχίση κατ’ αυτόν τον τρόπο να παύη να άμαρτάνη και κλαίη για τις προηγούμενες του αμαρτίες, άρχισε να μπαίνει λογικά και νόμιμα στην πραγματική μετάνοια. Εάν αυτό το συνέχιση κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, μετέχοντας σε όλα τα μυστήρια τα όποια η Εκκλησία μας παρέχει, τότε τον πλησιάζει η θεία Χάρις, ως συνεπή και πραγματικά μετανοούντα, και αμέσως τον ενισχύει.
Να πώς του μειώνει την λνοσα και την δύναμη των παθών, ως και της κακής συνήθειας την οποίαν απέκτησε άμαρτάνοντας. Αρχίζει έτσι να γίνεται κύριος των αισθήσεων, ούτως ώστε οι αποφάσεις του να είναι πλέον εύκολα εφαρμόσιμες.
Διά του πένθους και της συνεχούς έξομολογήσεως προς τον Θεόν, ολοκληρώνεται η μετάνοια του, οπότε η θεία Χάρις η οποία έφυγε διά της αμαρτίας, επανέρχεται. Αρχίζει τότε μαζί με την θείαν Χάριν και την καλή προαίρεση, να ανακτά την προσωπικότητα του την οποία κατέστρεψε η αμαρτία.
Εάν συνέχιση κατ’ αυτόν τον τρόπο, σιγά – σιγά ο νους, διά της Χάριτος, φωτίζεται περισσότερο- αποκτά ευχέρεια στο να γινώσκη, να κρίνη και να μην πλανάται, οι δε αισθήσεις αρχίζουν να υποτάσσονται στον νού. Εκεί πού άλλοτε του επεβάλλοντο με την λύσσα και την όρμή της έλξεως και του πάθους και ανάγκαζαν τον νού να ύποχωρή στις παράλογες απαιτήσεις, τώρα ο νους γίνεται κύριος των αισθήσεων, τις δαμάζει και τις πείθει να κινούνται στους νόμους της χρείας και όχι της επιθυμίας.
Άλλοτε τα πάθη, οι προσβολές, τα αίτια, οι αφορμές, τα μέρη τα όποια τον αιχμαλώτιζαν και τον ανάγκαζαν να προδώση την προς τον Χριστό πίστη του, τώρα με μεγαλύτερη ευχέρεια τα ελέγχει και γίνεται κύριος τους. Εάν έτσι συνέχιση μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας μας αυτόν τον τρόπο της πραγματικής μετανοίας, τότε αναβαίνει από την παρά φύσιν πλέον κατάσταση των ορμών και των επιθυμιών στα φυσιολογικά επίπεδα.
Αυτό είναι εκείνο πού απαιτεί ο Θεός από .τόν άνθρωπο. Εάν αγωνιζόμενος φθάση σ’ αυτό το σημείο, ήδη αισίως επέρασε το πρώτο στάδιο, το λεγόμενο κατά την γλώσσα των Πατέρων καθαρτικό. Έκαθάρισε τον εαυτό του από την αιχμαλωσία της παρά φύσιν ζωής και έπαυσε να λειτουργή ο παλαιός άνθρωπος «σύν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις», το δε σώμα του θανάτου ενεκρώθη και υποτάσσεται πλέον στις σωστές κρίσεις του νού. Από εδώ αρχίζει το δεύτερο στάδιο της μετανοίας.
Έρχεται η θεία Χάρις η οποία τον βοηθούσε κατά τρόπον αντιληπτικό, παρηγορητικό και παραμένει τώρα μαζί του ως ενδημούσα κατάσταση, ανασύροντας τον από την φυσιολογική κατάσταση στο υπέρ φύσιν. Από εκεί και πάνω αρχίζει η ενέργεια της Χάριτος να δημιουργή μέσα του μορφές της εικόνος του «κατ’ εικόνα και όμοίωσιν». Αρχίζει να αποκτά Χριστο-νού, Χριστο-θέληση, Χριστο-ενέργεια. Αρχίζει να αφομοιώνεται με το πρωτότυπο.
Εάν συνέχιση, όπως είπα, με προσοχή και φυσικά με καθοδήγηση πεπειραμένων πνευματικών, μιέσω πάντοτε της Εκκλησίας και των μυστηρίων, χωρίς των οποίων ουδέποτε επιτυγχάνεται κανένας παράγων πνευματικός, τότε αρχίζει μέσα του η έν Θεώ αίσθηση.
Εκεί πού πηγάζουν οι όροι της επιθυμίας, αρχίζει μέσα του να λειτουργή η μόνη προς τον Θεόν στροφή· αρχίζει να ανακτά την πρώτη θέση, την οποία είχε όταν τον έδημιούργησε ο Θεός και εντρυφούσε συνεχώς στην θεία θεωρία. Τότε, από την μια πλευρά ο νους στέκεται με ακρίβεια στον έλεγχο των αισθήσεων, μήπως πλανηθούν, και από την άλλη μεριά στέκεται στην προσοχή των προλήψεων των προσβολών πού έρχονται απ’ έξω, διά να μην τον παρασύρη ο σατανάς σε κάποια πλάνη και αρχίζει να αποδίδη στον Θεό την πραγματική λατρεία «έν πνεύματι και άληθεία». Εάν συνέχιση κατ’ αυτόν τον τρόπο απρόσκοπτα, τότε, στο στάδιο αυτό της μετανοίας, αρχίζει ο νους να δέχεται φωτισμό και στο τέρμα να δέχεται έλλάμψεις.
Αυτή η κατάσταση, το δεύτερο δηλαδή στάδιο, λέγεται φωτιστική. Χρειάζεται πολλή προσοχή εδώ, διότι δύο τινά κρούουν ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο. Μόλις αρχίσει ο άνθρωπος να βαδίζη έτσι, τότε δύο άσπονδοι εχθροί, με πολλή ύπουλότητα παρακολουθούν τον ήδη φωτιζόμενο νού. Το ενα χειρότερο του άλλου. Το ένα είναι η οίηση και η κενοδοξία, και το άλλο η ακηδία, η αμέλεια.
 Τρομερότερον όμως είναι η αμέλεια. Διότι, εάν τότε άρχίση, γνωρίζοντας τον τρόπο και έχοντας εμπειρία να κατα-πίπτη, να αιχμαλωτίζεται από την αμέλεια, τότε φυσικά ο κίνδυνος είναι τρομερός. Εάν «οι γευσάμενοι καλώς Θεού ρήμα και δυνάμεις του μέλλοντος αιώνος» γυρίσουν και ανασταυρώσουν τον Υιόν του Θεού με την απροσεξία και την αμαρτωλότητα, τότε φυσικά αφίσταται η Χάρις, και η πτώση είναι πολύ μεγάλη και δεινή. «Εάν η ήμερα, λέγει, επιστρέψει ο αμαρτωλός έκ πλάνης όδού αύτού, ού μη μνησθώ των αμαρτιών αυτού, έν η ήμερα πλανηθή ο δίκαιος ού μη μνησθώ της δικαιοσύνης αύτού, αλλά θύσω πρόσκομμα έμπροσθεν αύτού».
Εδώ αρχίζει ο κίνδυνος· όχι για να φοβηθούμε, αλλά για να γίνωμε προσεκτικοί. Εάν συνέχιση έτσι με προσοχή, μεταφέρεται στο στάδιο το άγιαστικό, οπόταν πλέον αρχίζουν να φαίνωνται πάνω του οι θείες επαγγελίες. Αυτό ας ευχηθούμε να μας άξιώση η Χάρις του Θεού.
Αλλά ο πρακτικός τρόπος της μετανοίας, όπως είπα, είναι περισσότερο χρήσιμος, εύχρηστος και αναγκαίος για ‘μάς, τα όσα δηλαδή αναφέρονται στο πρώτο στάδιο της καθάρσεως. Επειδή μέσα στην κοινωνία πού ζούμε τα αίτια είναι τόσα πολλά, οι αντιθέσεις πολλαπλάσιες και οι αδυναμίες μας όχι ολίγες, χρειάζεται πολλή προσοχή και εντατική προ¬σπάθεια ώστε να μην υποχωρούμε, αλλά πάντοτε να έχωμε την ελπίδα και πίστη μας στον Θεόν, ότι, έφ’ όσον μας έκάλεσε να μπούμε μέσα στην μετάνοια, πού αυτό σημαίνει ότι μας έκάλεσε μάλλον στην επίγνωση Του, είναι αδύνατο πλέον να μας εγκατάλειψη. Είναι άμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού.
Καθώς μας πείθει η πατερική παράδοση, μέσα στον δαιδαλώδη πνευματικό αγώνα, πέραν των καλών μας αποφάσεων, συμβαίνουν μερικά μυστηριώδη πράγματα πού πρέπει να γνωρίζωμε. Παρ’ όλο πού από απόψεως προθέσεως μένομεν οι ίδιοι και δεν άλλάζομε την απόφαση και την πρόθεση μας, έν τούτοις, υπάρχουν άλλοι παράγοντες πού βρίσκονται μαζί μας σαν κακοί σύντροφοι και μας επηρεάζουν. Ένας απ’ αυτούς είναι η τροπή και η αλλοίωση, οι λεγόμενες κατά την γλώσσα των Πατέρων «αλλοιώσεις».
Αυτά είναι επίκτητα κακά πού έγιναν μετά την πτώση. Ουδέποτε ο άνθρωπος μένει στην ίδια κατάσταση. Σήμερα έχω μέσα μου ευλάβεια και ζήλο και θέρμη και αποφασιστικότητα- την επομένη μέρα όλα αυτά χάνονται. Και όταν εξετάσω λεπτομερώς να βρώ την αιτία, δεν την βρίσκω, παρ’ όλο πού δεν παρέλειψα το καθήκον μου, ούτε μετέβαλα την πρόθεση μου- όμως, οι αλλοιώσεις αυτές δυστυχώς είναι φυσιολογικές.
Σε αυτές τις δύσκολες αλλοιώσεις υπο¬χωρεί πολλές φορές ο άνθρωπος, πλανώμενος από την πρόθεση δήθεν του καλού, χωρίς όμως να είναι καλό και έτσι άμαρτάνει. Τότε ακριβώς χρειάζεται οπωσδήποτε η άμεσος μετάνοια, για να πείσωμε τον Θεό αλλά και τον εαυτόν μας ότι πρόκειται ν’ άλλάξωμε κατεύθυνση. Χρειάζεται πολλή προσοχή να μην χάνετε το θάρρος σας.
 Και άλλοτε το τόνισα αυτό, το λέγω όμως πάλιν, επειδή διαπιστώνω κάθε μέρα, από τις τόσες συναντήσεις μου, ότι το πλείστον των μετανοούντων αδελφών χάνουν το θάρρος τους. Επειδή κατ’ επανάληψιν επεχείρησαν στό ίδιο δήθεν θέμα και δεν τα κατάφεραν, αρχίζουν να αποθαρρύνωνται, πράγμα πού δεν είναι ούτε λογικό, ούτε φυσικό. Χρειάζεται πολλή προσοχή.
Είναι γεγονός ότι, πιεζόμενος ο άνθρωπος από τις αλλοιώσεις, πιεζόμενος; από τα αίτια και τις αφορμές, καθίσταται έτσι ο πόλεμος δυσχερής και βαρύς. Εν τούτοις όμως, έχοντες σαν άγκυρα ελπίδος την θείαν ευσπλαχνία, δεν υποχωρούμε. Το ότι έκλήθημεν στην ευσέβεια, είναι καθαρώς δωρεά ελεημοσύνης και ευσπλαχνίας του Θεού. Ακριβώς εδώ εφαρμόζεται το Παύλιο ρήμα, «ούς ο Θεός προώρισε, τούτους και έκάλεσε και ούς έκάλεσε τούτους και έδικαίωσε και ούς έδικαίωσε τούτους και έδόξασε- και προς ταύτα τις ικανός;» Και συνεχίζει, «εί ο Θεός μεΟ’ ημών, τις καθ’ ημών; εί ο Θεός ο δίκαιων, τις ο κατακρίνων;» Όλα αυτά για μας είναι ένας τερο:στιος παράγων ασφαλείας, γιατί η ανακάλυψη ενός σημείου διά τού οποίου φαίνεται καθαρά το θέλημα του Θεού, για μας αυτό είναι αποτέλεσμα πλέον διότι ο Θεός δεν μεταμελείται, δεν φοβάται, δεν αλλάζει, δεν μεταβάλλεται, δεν κινείται, και ο,τι κάνει είναι τέλειο και θεοπρεπές.
Εφ’ όσον λοιπόν σήμερα ευρισκόμεθα κεκλημένοι, άρα είμεθα και προ-ορισμένοι. Εφ’ όσον είμεθα προορισμένοι και κεκλημένοι, είμεθα και δεδικαιωμένοι. Και εξηγώ τί σημαίνει δεδικαιωμένοι. Από την ήμερα πού έκλήθημεν στην επίγνωση του Θεού μέχρι σήμερα, δεν φυλάξαμε αυτό πού θέλει ο Θεός.
Το ομολογούμε. Εν τούτοις όμως, παρ’ όλη την προδοσία την οποία συνεχίζομε, ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε. Εάν λοιπόν ο Θεός τώρα πρακτικά αποδεικνύεται ότι είναι μαζί μας, και «προορίσας και καλέσας και δικαιώσας», τοτε δεν τίθεται θέμα καμμιάς αμφιβολίας. Το θέμα της επιτυχίας είναι απόλυτο και θετικό από μέρους της ευσπλαχνίας του Θεού.
Τώρα μένει μόνο το εάν εμείς προδώσωμε και γυρίσωμε πίσω και φύγωμε.
Πράγμα πού δεν θα το κάνωμε ποτέ Χάριτι Χριστού. Αυτό είναι μια άγκυρα ελπίδος, την οποία κατέχομεν αποδεικτικά, δεν είναι θεωρία αφηρημένη. Ο Ιησούς μας παραμένει συγκεκριμένα μαζί μας· διότι «ουδείς έρχεται προς με, λέγει ο Ιησούς, εί μη ο Πατήρ μου ελκύσει αυτόν»· όχι «καλέσει», αλλά να έλκυση διά της βίας, να τον σύρη και να τον φέρη κοντά μου. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα και «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, εί μη έν πνεύματι Αγίω» και η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος είναι αυτή πού μας ενισχύει έως αυτή την ώρα να περιστρέφωμε μέσα μας το Πανάγιο Του όνομα, να έχωμε την πίστη και ελπίδα μας προς Αυτόν και να τον επικαλούμεθα συνεχώς.
Όλα αυτά είναι πλέον αποδείξεις περίτρανες, ότι μαζί μας παραμένει ο Θεός. Ο σήμερον Θεός και χθες και πριν και αύριο είναι ο Ιδιος. Μήπως ο Θεός αγνοούσε όταν μας καλούσε και σήμερα εμείς είμεθα ψεύστες στην υπόσχεση μας; Το ότι είμεθα αδύνατοι και προδόται το ομολογούμε.
Γι’ αυτό ευρισκόμεθα συνεχώς μέσα στους όρους της μετανοίας. Ο Θεός όμως δεν το ήξερε αυτό, ότι είμεθα αμαρτωλοί και αδύνατοι; Γιατί μας έκάλεσε; Είναι δυνατόν να κάνη λάθος; Ένας λόγος αποδείξεως σαφέστατης ότι έγνώριζε ο Θεός ποίοι είμεθα και όμως παραμένει μαζί μας. Επομένως τώρα, να θερμάνωμε τον ζήλο μας, να συνεχίζωμε να έχωμε ελπίδα στην ζωή της συνεχούς μετανοίας καί, οπωσδήποτε, θα επιτύχωμε τις επαγγελίες, διότι είναι άμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού. Αυτό ήθελα να σας ενθυμήσω στην συνάντηση μας αυτή.
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/blog-post_2411.html

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Ἰωσήφ Βατοπαιδινός: ”Φροντῖστε τώρα νά ἀντέξετε στήν λαίλαπα πού ἔρχεται”

Σας μεταφέρουμε απομαγνητοφωνημένα ορισμένα σημεία από μια συνάντηση του γέροντα με προσκυνητές η οποία έλαβε χώρα το 1998.

Διαβάστε πρώτα τα σημεία και μερικά πράγματα που θα ήθελα να πω, θα τα δείτε στο τέλος…
Οι σκοτεινές δυνάμεις μπαίνουν μεσ’ την χώρα και αλωνίζουν. Επομένως τώρα δεν υπάρχει σωτηρία, ομαδική, ανθρώπινη, μην περιμένετε, ο καθένας σαν άτομο. Τι μπορούμε μόνοι μας να κάνουμε. Μην περιμένετε από τους ηγέτες να μας προστατεύσουν. Δεν μπορούν. Αλλά τώρα ούτε και ξέρουν. Είναι δεμένοι τώρα πλέον, και ότι τους πουν οι σκοτεινές δυνάμεις που άρχουν και κυριεύουν, έτσι διατάζουν και σε εμάς.

Λοιπόν, δεν είναι παλικάρια ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Αμερικάνοι. Για μας αναπνέουν. Είναι γιατί φταίξαμε και πρέπει να έρθει ένα χέρι να κατεβάσει το δάχτυλο. … Πάντως είναι ευεργετικό, και πίσω από αυτό (εννοεί τον πόλεμο) σηκώνεται πάλι η φυλή μας. Πίσω από αυτό, θα επανέλθει πάλι το Βυζάντιο, πάλι. Η πρωτεύουσα πάλι η Κωνσταντινούπολη πάλι. Αλλά ποιοι θα μείνουν όμως. Θα μείνουν όσοι κρατούν χριστιανική ταυτότητα. Όχι αυτή που δίνει το υπουργείο. Αυτή που υπογράψαμε στο βάπτισμα. Λοιπόν φροντίστε όλοι μας να βρούμε αυτή την ταυτότητα να την κρατάμε, και τότε μην φοβάστε. Όταν θα περάσει ο οδοστρωτήρας να κάνει κάθαρση, να μας βρει σφραγισμένους και δεν θα μας πειράξει.
- Μήπως είναι αργά για εμάς τώρα;
- Όχι. Για τον Θεό δεν υπάρχει ποτέ αργά. Ο Θεός είναι πατέρας, δεν είναι σαράφης και μετράει τον χρόνο και τις μονάδες, κοιτάει την καρδιά, πότε να πει ήμαρτον και να την δεχθεί.

Φροντίστε τώρα να αντέξετε στην λαίλαπα που έρχεται, να ζήσετε στις ημέρες τις ειρηνικές αυτές (…εννοεί μετά τα γεγονότα της Πόλης) και τότε ο Θεός δεν θα αφήσει τους δικούς Του (με το ‘τότε’ εννοεί στα χρόνια του Αντίχριστου) ….Τώρα, στο τέρμα, πως θα νικήσει ο Θεός, δεν μπορούμε να το κρίνουμε από τώρα, διότι είναι ασύλληπτα, είναι απερίγραπτα, είναι αφάνταστα. Πάντως όμως, εκείνοι που κρατούν την πίστη τους, ούτε τότε ακόμα.. θα τους σκεπάσει ο Θεός.

Θα κινηθεί η Ρωσία και θα κατέβει σε μια εβδομάδα στην Κωνσταντινούπολη. Τότε θα έρθει το ΝΑΤΟ. Ποιο είναι το ΝΑΤΟ; Οι επαίσχυντοι απόγονοι των προγόνων τους, του Βατικανού, που κατέστρεψαν τον Βυζαντινό πολιτισμό. Θα τους φέρει εκεί μέσα τώρα η δικαιοσύνη του Θεού και δεν θα γυρίσει ένας πίσω να πει ‘τι έπαθα’. ..Λοιπόν, τότε θα αρχίσει η ευγενής αυτή βασιλεία στην οποία δεν θα ξαναέχει αποκτήσει ο κόσμος τέτοια γαλήνη, τέτοια ευτυχία. Θα γίνονται θαύματα πολλά για να δυναμώσει καλά η δύναμη των Χριστιανών. Θα κρατήσει μια γενιά, έτσι 30, 35, 25, πάντως θα κρατήσει αυτό. Μετά αμέσως αρχίζουν τα δεινά, η συντέλεια.

Μερικές σημειώσεις στην Αγάπη σας:
Πρώτον, επειδή ίσως κάποιος σκεφτεί ότι όλα τα ανωτέρω είναι δημιουργήματα της φαντασίας μας, παραθέτουμε και ηχητικώς την απάντηση του Γέροντα στην ερώτηση ”μήπως είναι αργά για εμάς τώρα”. Πατήστε εδώ:  Για τον Θεό δεν υπάρχει ποτέ αργά.
Αν αυτό το μικρό δείγμα δεν αποτελέσει τεκμήριο για κάποιους κακόπιστους, τότε λυπάμαι αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο.
Δεύτερον, το ηχητικό είχε δοθεί στο forum Ορθόδοξη Πίστη από μέλος εδώ και καιρό. Η δημοσίευση των ανωτέρω έγινε κατόπιν αδείας από τους διαχειριστές του forum. Βέβαια θα μου πείτε, γιατί κάνουμε τώρα την δημοσίευση. Γιατί τώρα έχει αρχίσει ”το κακό από την Συρία”, είναι μια πρώτη απάντηση. Αλλά υπάρχει και άλλη. Η άλλη απάντηση είναι ότι τώρα έχουμε – πως να το πω – την ‘εντολή’ να εντείνουμε τις προσπάθειες για ενημέρωση περί των επερχόμενων γεγονότων. Αυτό, και πολλά είπα…. γιατί περνάμε στα υπέρλογα με τέτοιες αναφορές.

Τρίτον, είναι λογικό να σκεφτεί κάποιος τι άλλο αναφέρει αυτό το ηχητικό. Είμαι σίγουρος ότι φαντάζεστε ότι στο ηχητικό περιλαμβάνονται λεπτομερείς περιγραφές πολέμου με φρικιαστικές εικόνες κλπ κλπ. Τίποτε από όλα αυτά όμως δεν ισχύει. Και θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας, όταν ευλογήσει ο Κύριος να το ακούσουμε. Προς το παρόν ας μην χάνουμε τον χρόνο μας σε λεπτομέρειες που δεν θα αλλάξουν αυτά που πρέπει να κάνουμε και ας επικεντρωθούμε σε αυτό που λέει ο Γέροντας. Ας βρούμε την Χριστιανική μας ταυτότητα. Αυτή που υπογράψαμε στο Βάπτισμα. Και ας μην φοβόμαστε διότι όταν θα περάσει ο οδοστρωτήρας να κάνει κάθαρση, θα μας βρει σφραγισμένους και δεν θα μας πειράξει.

http://kotsarikos.com
Ενημέρωση από  hristospanagia3.blogspot.gr 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/10/blog-post_9489.html

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Το ίδιον θέλημα και η υπακοή. Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός



Το ίδιον θέλημα και η υπακοή. Μνήμη του Αγίου Ευθυμίου. 
Διδαχές από τον Άθωνα

  Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Οι αναγνώσεις των βίων δυο κορυφαίων Πατέρων, του Αγίου Παχωμίου και του Μεγάλου Ευθυμίου, μάς δίδουν αφορμή να σχολιάσωμε θέματα πού αφορούν το πρακτικό μας καθήκο. Θα ήθελα να σάς υπενθυμίσω ότι το Άγιο Όρος έχει σχέσι με τον Άγιο Ευθύμιο και γενικά με τους αγιοσαββίτες μοναχούς.
Από αυτούς παρέλαβε η μονή Στουδίου το τυπικό της και το ίδιο τυπικό μετέφερε στον Αθωνα ο ιδρυτής της κοινοβιακής μορφής του μοναχισμού Άγιος Αθανάσιος, το οποίο και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα. Εκείνο πού έχει σημασία να προσέξωμε στον βίο και των δυο Πατέρων, είναι το ότι μάς συνιστούν την ακρίβεια της συνειδήσεως του πρακτικού μας καθήκοντος και ιδιαίτερα την αποφυγή του «ιδίου θελήματος».
Το θέλημα γίνεται με πολλούς τρόπους, αλλά οι κεντρικοί είναι δύο. Το ένα είναι το «εκ δεξιών». Χάριν δήθεν ευλαβείας κάνει κάποιος το θέλημά του. Το άλλο είναι το «εξ αριστερών». Χάριν της φιλαυτίας κάνει πάλι το θέλημά του. Και τα δυο είναι ολέθρια. Πιο επικίνδυνο όμως είναι το «εκ δεξιών». Το «εξ αριστερών» είναι καταφανές. Εκείνος πού κάνει το θέλημά του για ηδυπάθεια, έχει μαζί και την εντροπή.
Εκείνος όμως πού κάνει το θέλημά του από τα δεξιά, είναι σχεδόν ανίατος, διότι είναι δύσκολο να τον πείσης ότι σφάλλει, καθ ην στιγμή στηρίζεται στο καύχημα ότι ευσεβεί, ότι αγωνίζεται. Είδατε στον βίο του Αγίου Παχωμίου τον αδελφό πού έκανε ιδιορυθμία εκ δεξιών;

Ποιό είναι το νόημα του «εκ δεξιών» θελήματος; Ότι με τον αγώνα του ο άνθρωπος, κερδίζει την σωτηρία. Όπως όμως τόσες φορές ετονίσαμε, η σωτηρία δεν είναι αποτέλεσμα συναλλαγής. Ο Θεός δεν είναι σαν κάποιος δεσπότης πού επιδιώκει να πάρη κάτι από αυτούς πού εξουσιάζει, και αν δεν του τα δώσουν οι υποτελείς, τότε φυσικά τους αποκληρώνει. Αυτά είναι γελοία και βλάσφημα και μόνο να τα σκεφθή κανείς.

Η σχέσι του Θεού προς εμάς είναι πατρική και η ιδική μας προς Αυτόν υιική. Είναι σχέσι απολύτου πατρότητας και υιότητος. Επομένως δεν μάς σώζουν τα έργα μας. Εκείνο πού μάς σώζει είναι η αγάπη του Θεού Πατρός, η οποία ξεχύνεται στα αγαπητά του τέκνα, εάν αποδείξουν πρακτικά με την βιοτή τους, την υιική τους θέσι προς Αυτόν. Η προσπάθεια πού καταβάλλομε στο να πειθαρχούμε στο θέλημα του Θεού, αυτό το νόημα έχει. Δεν κάνομε έργα για να συγκεντρώσωμε ποσοστά, μέσω των οποίων θα εξαναγκάσωμε τον Θεό να μάς δώση αυτά πού μάς ανήκουν. Αυτά τα πιστεύουν οι Ιουδαίοι του Νόμου και οι αιρετικοί της Δύσεως.

Προσέξατε ότι ο αδελφός αγωνιζόταν εντατικά, εγκρατευόταν και έκανε περισσότερο αγώνα. Έπρεπε να είχε περισσότερο μισθό. Και όμως ο Θεός δεν τον αναγνώρισε και αντί να κερδίση περισσότερη Χάρι όπως επίστευε, εδαιμονίσθη και ο Άγιος διά της προσευχής του τον ελευθέρωσε.

Το ίδιο βλέπομε και στον βίο του Αγίου Ευθυμίου. Ένας από τους μαθητάς του ήτο υψηλός και δυνατός άνθρωπος. Το κοινόβιο εχρειάζετο την συνδρομή του για την μεταφορά αναγκαίων πραγμάτων. Επειδή καταγόταν από την ύπαιθρο και εγνώριζε από πρακτικές εργασίες, ήτο κατάλληλος και ικανός για την υπηρεσία αυτή. Ο Άγιος τον εκάλεσε και του είπε ότι τον εψήφισε γι αυτό το διακόνημα.
 Αυτός αντιδρούσε και πρόβαλλε: «Δεν ημπορώ να το κάνω αυτό, Γέροντα. Αν με βάλετε σε αυτό το διακόνημα, θα πηγαινοέρχομαι εδώ και εκεί και θα παραλείπω την ακολουθία μου και την λοιπή τάξι και έτσι δεν θα ημπορέσω να κρατηθώ». Χρησιμοποιούσε την ιδική του ασθενή λογική, την λογική της συναλλαγής και όχι την λογική της πίστεως. Ο Άγιος Ευθύμιος τον επαρηγόρησε. «Όχι τέκνο, δεν θα σου συμβή αυτό. Εμείς οι οποίοι σε εψηφίσαμε στην θέσι αυτή, γνωρίζομε καλά τί κάνομε και θα προσευχηθούμε και δεν θα γίνη αυτό πού λέγεις, αντιθέτως θα ωφεληθής πολύ από την διακονία αυτή».

Αυτός πάλι δεν εδέχθη να υποταχθή, παραμένοντας στην ασθενή του γνώσι και στο ότι αν φύγη από την γραμμή των Πατέρων και ασχοληθή με εργασία πολυσχιδή και πολυμέριμνο, δήθεν θα εχάνετο. Τότε του λέγει ο Άγιος: «Εμείς τέκνο, καθώς σε ωφελούσε σου παραγγείλαμε.
Εσύ όμως εφ όσον θα κάμης αυτό πού θέλεις, πρόσεξε καλά, όταν θα τρύγησης τους καρπούς να μην μάς αιτιάσαι». Δεν πρόλαβε να τελείωση ο απόηχος της φωνής του Γέροντος και εισέρχεται μέσα του ο δαίμονας. Τον ρίχνει κάτω και αρχίζει να σπαράζη και να αφρίζη και να κάνη εκείνα τα οποία δίδει ο διάβολος στους ιδικούς του.
Κατόπιν παρακλήσεως και των άλλων Πατέρων, ο Άγιος τον εθεράπευσε. Μόλις συνήλθε, πήγε στο διακόνημά του, στο οποίο και διέπρεψε.

Είναι ευχάριστο πού ευρίσκαμε τέτοια παραδείγματα στους βίους των Πατέρων μας, γιατί αυτά ακριβώς απασχολούν και εμάς. Αυτοί οι λογισμοί πάντοτε ενοχλούν και απασχολούν τον μοναχό. Και ο λόγος του Γέροντος μένει σαν μία γυμνή συμβουλή την οποία θέτετε σε αμφιβολία. «Αρα γε μάς τα λέγει καλά ή διότι τον συμφέρει τα προβάλλει έτσι;» Ευτυχώς πού οι Πατέρες μας δεν παρέλειψαν να περιγράψουν με λεπτομέρεια τα συμπτώματα, τις αφορμές και τις εικόνες των πραγμάτων για να παραδειγματιζόμεθα.

Κοιτάξετε τώρα τις σχέσεις πατρικής στοργής και υικής αγάπης. Φέρομεν ως παράδειγμα μίαν οικογένεια ιδανική. Πώς διάκειται ο πατέρας προς τα παιδιά του, στα οποία έχει δώσει καλή ανατροφή και πώς τανάπαλιν διάκηνται αυτά προς αυτόν; Έχετε μίαν αμυδράν εικόνα από αυτό.
 Αν δεν την είδατε προσωπικά ο καθένας σάς, την έχετε ιδεί δίπλα σας ή την ακούσατε. Εκεί υπάρχει σαν σύνδεσμος η αγάπη, η ευωδιά της Χάριτος, πού απορρέει από την παναγάπη του Θεού. Ο Θεός δεν είναι ο έχων ή ο πηγάζων αγάπη. Είναι ο Ίδιος αγάπη.
Ο Ιωάννης, ο μέγας κλειδούχος των βαθυτάτων μυστηρίων, ονομάζει και βροντοφωνεί «ο Θεός Αγάπη εστί» (Α´ Ιωάν. 4.8). Δεν λέγει, ο Θεός καλείται αγάπη, έχει αγάπη, πηγάζει αγάπη, αλλά «ο Θεός αγάπη εστι». Είναι η απόλυτος αυτοαγάπη και «ο μένων εν τη Αγάπη εν τώ Θεώ μένει και ο Θεός εν Αυτώ» (Α´ Ιωάν. 4.16).
Αν ξεκινούμε λοιπόν από την θέσι αυτή, οι σχέσεις μας είναι καθαρώς αγαπητικές. Υποτασσόμεθα στον Θεό όχι γιατί τον φοβούμεθα, αλλά γιατί τον αγαπούμε. Ανταποκρινόμενα στην αγάπη του, διότι πρώτος Αυτός «ηγάπησε ημάς».

Αρα η υπακοή είναι πραγματικό δείγμα της αληθινής αγάπης. Στην υπακοή και μόνο γίνεται η διαπίστωσι της πραγματικής αγάπης. Βλέπετε μόνοι σας ότι, όταν αγαπάτε κάποιον, πόσο είσθε έτοιμοι και τον προκαλείτε να εκδηλώση το θέλημά του, για να το εφαρμόσετε αμέσως. Και τότε ευρίσκετε ανάπαυσι.
Η υπακοή, ένας από τους βασικούς θεσμούς της μοναστικής μας ιδιότητος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά πρακτική αγάπη. Επειδή τον Θεό δεν είναι δυνατό να τον ιδούμε με τα αισθητήρια του κόσμου τούτου, αντί Αυτού έχομε την Εκκλησία, έχομε τους Πατέρες. «Ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με», λέγει ο Ιησούς μας (Λουκ. 10,16).
Το ενδιαφέρο μας είναι πώς να αναπαύσωμε αυτόν από τον οποίο εξαρτώμεθα. Η όλη εξάρτησί μας από τον πνευματικό μας πατέρα, τον Γέροντα, έχει ως θεμέλιο και βάσι την προς τον Θεό αγάπη μας. Ο υποτακτικός πάντοτε έχει μπροστά του ως παράδειγμα τον Ιησού μας, ο οποίος έγινε «υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού» (Φιλιπ. 2,8). Η ιδική μας εξάρτησι και υποταγή, τις περισσότερες φορές είναι αναγκαία, διότι την προβάλλει η φύσι, η θέσι, η περίστασι, τα πρόσωπα, τα πράγματα.
Στον Θεό Λόγο ποιό από όλα αυτά υπήρχε για να υποταχθή στον Θεό Πατέρα; «Μηδέν ων ήττον της πατρικής μεγαλωσύνης», έγινε το απόλυτο παράδειγμα της υποταγής και υπακοής σε όλα τα κτιστά όντα, για να μάθωμε εμείς, πού με την ανταρσία και τον «ετσιθελιτισμό» εξοριστήκαμε από την αιωνιότητα και την ζωή, ότι μόνο από αυτή την πόρτα θα επιστρέψωμε. Υπεδύθη ο Κύριός μας τον ρολό του απολύτου υποτακτικού όχι για μία στιγμή, αλλά σε ολόκληρο την παρουσία Του μαζί μας. Και όπως προφητικά απεκαλύφθη, «Εγώ δέ, ουκ απειθώ, ουδέ αντιλέγω» (Ησ. 50,5).

Αλλά ακόμα και εκεί πού θα ημπορούσε να πή κανείς ότι εδικαιούτο να προβάλη την αντίστασί Του, ή την δικαιολογία, δεν το έκανε, αλλά «τόν νώτον αυτού έδωκεν εις μάστιγας το δε πρόσωπον αυτού ουκ απέστρεψεν από αισχύνης εμπτυσμάτων» (Ησ. 50,6). Όλα αυτά μάς βοηθούν να καταλάβουμε το νόημα της εξαρτήσεως και της υπακοής. Διότι εάν δεν πιάσωμε αυτό το νόημα, μάτην κοπιώμεν.

Οφείλομε να είμεθα έτοιμοι, γιατί οι ημέρες πού έρχονται είναι πονηρές. «Έστωσαν αι οσφύες ημών περιεζωσμέναι» με την αυταπάρνησι και «οι λύχνοι καιόμενοι», με τον ζήλο πού θα ανάψη μέσα μας η θεία Χάρις, όταν εμείς δείξωμε την πρόθεσί μας κατά αυτό τον τρόπο. Καμμιά αφορμή να μην μάς ξεφύγη να αποδείξωμε με την όλη διαγωγή μας ότι πιστεύομε σωστά και αγαπούμε γνήσια τον Χριστό μας και χάριν αυτών των δυο κινούμεθα και δεν μάς ενδιαφέρει τίποτε, ούτε τίποτε υπολογίζομε, διότι τίποτε στον κόσμο αυτό δεν έχομε.

Γι αυτό εξήλθαμε του κόσμου, για να γίνωμε «νεκροί τώ κοσμώ» κατά το προφητικό, «εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε και ακαθάρτου μή «άπτεσθε» και τότε «εισδέξομαι υμάς και έσομαι υμίν εις πατέρα και έσεσθέ μοι εις υιούς και θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Κορινθ. 6,17-18).

Η μνήμη του μεγάλου φωστήρας Ευθυμίου, πού είναι καθηγητής των μοναχών, να μάς εύρη με γενναίες αποφάσεις και με σωστή τοποθέτησι των πραγμάτων, ούτως ώστε και η πρεσβεία των Πατέρων μας, να γίνη για μάς καρποφόρος, γιατί «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη» (Ιάκ. 5,16).
Αν λοιπόν κατά αυτό τον τρόπο ετοιμαστούμε, τότε θα είναι απόλυτα ενεργούμενη η δέησι των Πατέρων μας. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3.20), λέγει ο Ιησούς μας. Και όστις μου ανοίξει, «εισελεύσομαι και δειπνήσω μετ αυτού»· και όποιος δεν μου ανοίξει θα φύγω και θα κτυπήσω άλλη πόρτα. Να φροντίσωμε όχι μόνο να εύρη την πόρτα μας έτοιμη, αλλά προκαταβολικά ανοικτή, για να μην χρειαστή καν να κτυπήση, αλλά να εισέλθη κατ ευθείαν. Αμήν.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Διδαχές από τον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 8, γ’ Έκδοσις, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονή του Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999

pemptousia.gr
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/09/blog-post_6931.html

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Το νόημα της θλίψεως στη ζωή μας. Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Το νόημα της θλίψεως στη ζωή μας

  Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Πολλές φορές μας ερωτούν ποία θέση και σημασία έχει στη ζωή του ανθρώπου ο πόνος, είτε γενικώς είτε μερικώς, ιδίως δε στις ημέρες μας, που φαίνεται, ότι πλεονάζει. Το θέμα αυτό έχει λεπτομερώς ερμηνευθή από τους Πατέρες μας, ώστε να μη γεννάται καμμία απορία.
 Επειδή όμως το πατερικό πνεύμα δεν είναι τόσο προσιτό στα κοινωνικά στρώματα, που και η δοκιμασία του πόνου πλεονάζει, αναφερόμαστε με συντομία στο ενδιαφέρον αυτό θέμα προς παρηγορίαν των ενδιαφερομένων.

Ο πόνος είναι αντίθετος στη θέληση του ανθρώπου, εκβιάζει την προαίρεση, επιβάλλεται διά της βίας επί του σώματος ή επί της ψυχής και κατατυραννεί.
Η φύση του πόνου είναι βεβαίως μία, οι μορφές όμως και η έντασή του ποικίλλουν, και φθάνουν μέχρι την κατάλυση και αυτών των όρων της ζωής. Εν τοιαύτη περιπτώσει, καλώς χαρακτηρίζουν μερικοί τον πόνο ως μόριο του θανάτου, δηλαδή της προσκαίρου ζωής.
 Ο πόνος δεν έχει φυσική θέση στη ζωή του ανθρώπου, ή μάλλον δεν είχε, ούτε καν υπήρχε, εφ’ όσον απέχει «οδύνης, λύπης και στεναγμού» η αποκατάστασή μας στη μέλλουσα ζωή, που ήταν και η αρχή της πλάσεώς μας.
Άρα λοιπόν η ύπαρξη του πόνου είναι μεταπτωτικό παράσιτο και προϊόν της εξορίας μας αυτής, η οποία ως κανών αποτελεί, τρόπον τινά, έκτιση ποινής, όπως συμβαίνουν τα δεινά σ’ αυτούς που βρίσκονται στην εξορία.
Και αυτή μεν είναι η εξωτερική μορφή του πόνου. Η αφανής όμως και κρυφή του ιδιότητα είναι διαφορετική και ενδιαφέρουσα, ως μεγίστη φιλοσοφία, και μπορεί κατ’ εξοχήν ν’ ανεβάσει τον άνθρωπο στον ύψιστο βαθμό της τελειότητας και επιτυχίας του καθολικού του σκοπού.
Όπως είπαμε προηγουμένως, πόνος, θλίψη ή οδύνη είναι αυτό, που δεν το θέλομε, που το αρνούμεθα και που το αποστρεφόμαστε, όταν δε έρχεται μας καταπονεί. Εκ διαμέτρου δε πάλιν, ό,τι μας αρέσει και θέλομε και επιθυμούμε, μας χαροποιεί, μας ικανοποιεί, μας ευχαριστεί και προκαλεί ανάπαυση. Οδύνη, λοιπόν, αφ’ ενός και ηδονή αφ’ ετέρου είναι τα αποτελέσματα των δύο διαφορετικών καταστάσεων.
Η θλίψη και ο πόνος άρχισαν από την πτώση της φύσεώς μας κατά δύο εξ ίσου σκληρούς τρόπους. Πρώτον ως εκ Θεού επιτίμησις, «εν λύπαις και ιδρώτι του προσώπου σου…» και «πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου…», και δεύτερον ως φυσικό επακόλουθο από τη στέρηση του άκρου αγαθού και εφετού, από το οποίο και χωρισθήκαμε. Απ’ αρχής, άρα, της υπάρξεώς μας βρισκόμαστε ενωμένοι στο κουραστικό αυτό άρμα του πόνου και του κόπου «έως του επιστρέψαι ημάς εις την γην εξ ης ελήφθημεν».

Δεν ενδιαφέρει όμως εμάς τώρα η φυσική ανάλυση των τόσο γνωστών μας πραγμάτων, αλλ’ η φιλοσοφία που πηγάζει από αυτά, ή και – να πει κανείς- εμπορία, με την οποίαν εξαγοράζομε αυτήν τη ζωή μας και τον θρίαμβο. Όπως και πριν ο στόχος της ενεργείας μας, που προσταχθήκαμε από τον Θεό ήταν το «εργάζεσθαι και φυλάσσειν», έτσι και τώρα στην ανάπλασή μας από τον ίδιον ως ανακαινιστή, είναι ο ίδιος, «το εργάζεσθαι και φυλάσσειν».
Ίσως να ερωτήσει κανείς, τί; Όπως τότε την εντολή, και τώρα βεβαίως πάλιν τις εντολές με την εξής μόνον διαφορά. Τότε έχοντας η φύση την αρχική της απλότητα και ακεραιότητα είχε εκ φύσεως το αγαθόν και ευθές και άπλαστο με μόνο θέλημα και κίνημα το του Θεού και Πατρός ημών, του οποίου η χάρις ευχαριστούσε και έκανε ευτυχή τον άνθρωπο.
Τώρα η διαβολική απάτη και κακουργία, που παραπλάνησε τον άνθρωπο από την αρχική του θέση στο σύνθετο, περίεργο και πονηρό, τον καταδίκασε στην «εγκειμένην επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού» διάθεση και στα επακόλουθά της. Και η μεν φύση διαστράφηκε, απομακρυνθείσα από τη θεία υποταγή και θεωρία, η εντολή όμως «εργάζεσθαι και φυλάσσειν» μένει και εδώ βρίσκομε την αρχήν του νήματος, από πού προέρχεται και ποιός ο σκοπός του πόνου.

Η διαφθαρείσα πλέον φύση μας σκεπτόμενη, επιθυμούσα και ενεργούσα πονηρά είχε ανάγκη ανάλογης θεραπείας, «ίνα μη το χωλόν εκτραπή, ιαθή δε μάλλον», όπως και θεράπευσε ο Θεός Λόγος, γενόμενος άνθρωπος. Αλλά – ω βάθος πλούτου, και σοφίας και ελεημοσύνης του Σωτήρος μας Θεού! – δεν αύξησε την απαίτηση από εμάς μετά την θεία του κένωση, αλλ’ αφήκε την ιδίαν όπως και προηγουμένως εντολή, «εργάζεσθαι και φυλάσσειν»! Η εντολή Του είναι άρα το φάρμακο που θεραπεύει την αρρωστημένη φύση μας!
Η «εγκειμένη επί τα πονηρά» διάθεση απώλεσε τους φυσικούς νόμους της πίστεως, της δικαιοσύνης, της αλήθειας και των συναφών ενάρετων καταστάσεων, και αντί αυτών γεννά την απιστία, την αδικία, το ψευδός, την απάτη και όσα «εστίν αισχρόν και λέγειν» ή φαντάζεσθαι. Η δοθείσα θεία εντολή, η οποία δεν αποτελεί ένα απλό πρόσταγμα κυρίου προς υποτελείς, είναι πολλαπλώς ιαματική και σωτήρια και -τρόπον τινά- η βαλβίδα της υποστάσεώς μας και επομένως γι’ αυτήν και μόνον «οφείλομε φυλάσσειν οδούς σκληράς».

Από εδώ αρχίζει η πάλη, από την οποία προέρχεται ο αγώνας και η ύπαρξη του πόνου. Θέλοντας ο άνθρωπος να κάνει το καλό, βρίσκεται αντιμέτωπος με το κακό, διότι «ο εν τοις μέλεσι νόμος, ο αντιστρατευόμενος τω νόμω του νοός» και της προθέσεώς μας, μας αιχμαλωτίζει στο νόμο της παραφύσεως! Επειδή δε εμείς δεν υποτασσόμαστε, δημιουργείται η αντίθεση και να η θλίψη και ο πόνος. Εάν δε προκόψουμε σε ανώτερη γνώση και πίστη, αυξάνεται και η αγωνία περισσότερο και επαληθεύει το γραφικό «ο τιθείς γνώσιν προστίθησιν άλγημα».

Με συντομία περιγράψαμε την πρώτη μορφή του πόνου γενικότερα. Η δευτέρα όμως μορφή του είναι διαφορετική ως μη εκούσιος αλλά από αλλού προερχόμενη. Όσοι από τους ανθρώπους συλλάβουν το νόημα του προορισμού τους και με ορθή πίστη και υποταγή στις θείες εντολές εξασκούν βία αντιμαχόμενοι τη βία της διαστροφής, δεν θα αναγκάσουν την συντηρούσα πατρική του Θεού πρόνοια να επιβάλει την ισχύουσα ποινή σε αντίθεση προς το «εν κημώ και χαλινώ τας σιαγόνας αυτών άγξαις, των μη εγγιζόντων προς σε».
Όποιος από απιστία ή απροσεξία ή ραθυμία ή άλλη πρόφαση ανθίσταται, είτε μερικώς είτε ολικώς, στις θείες εντολές κατ’ ανάγκην θα γευθεί τις λεγόμενες από τους Πατέρες μας «συμβατικάς επιφοράς», δηλαδή τις κατ’ οικονομίαν εγκαταλείψεις και παιδείες. Εδώ βρίσκεται όλος ο δαίδαλος των θλίψεων και του πόνου σε όλη του την έκταση. Τότε «τίς σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου»; Εδώ όντως συμβαίνουν μυστήρια μυστηρίων της δικαιοσύνης και των αποκρύφων του Θεού κριμάτων.

Επειδή ο αγαθός Δεσπότης μας γνωρίζει ότι η αποστασία μας προς τους κανόνες του «εργάζεσθαι και φυλάσσειν» δεν είναι από απόλυτη άρνησή μας στο πανάγιό του θέλημα, αλλ’ οφείλεται κυρίως σε άγνοια ή απειρία, από τις οποίες στη συνέχεια γεννάται αδυναμία, επεμβαίνει πατρικά διά πολυτρόπων μέσων παιδευτικών για να μας αναγκάσει και, αναλόγως με τη δυστροπία καθενός, επιφέρει και την αρμόζουσα ποινή.
 Να, η θλίψη και ο πόνος. Θλίψεις, πικρίες, αποτυχίες, υποτιμήσεις, ύβρεις, απογοητεύσεις εκ των έσωθεν και των έξω, συμπτωματικά τραύματα, ασθένειες μερικές φορές μακροχρόνιες και οδυνηρές, εγκαταλείψεις και από τους πλέον στενούς και οικείους, και το τελευταίο όλων και αυτός ο θάνατος είναι τα προϊόντα των «συμβατικών επιφορών». Εμπλακείς στη σκληρή αυτή μοίρα του κυκεώνα των δεινών ο σκληρυνθείς προς υποταγή στο θείο θέλημα άνθρωπος και, μη δυνάμενος να βρει παρηγορίαν ούτε και από τη δική του γνώση ή τη λογική του, επιστρέφει κατ’ ανάγκην στον μόνον δυνάμενον σώζειν Σωτήρα του Θεόν και κράζει με συντριβή και πόνο: «ήμαρτον εις Σε Σωτήρ ως ο άσωτος υιός, δέξαι με πάλιν μετανοούντα και ελέησόν με ο Θεός».

Ο τρόπος αυτός της θείας παιδεύσεως, όπως μάθαμε από τους οσιωτάτους Πατέρες μας, είναι τόσον απαραχάρακτος και σκληρός, ώστε είναι αδύνατη η ανακοπή του χωρίς ολοκληρωτική εφαρμογή στους «μη βουλομένους συνιέναι», δηλ. σ’ αυτούς που δεν θέλουν να συμμορφωθούν.

Στον μεγάλο λαβύρινθο των ανθρωπίνων ατελειών, οι οποίες δεν έμειναν μόνον ως φυσικές, συγκαταλέγονται και οι παρείσακτες, δυστυχώς, από τις άθλιες συνθήκες της καθημερινής ζωής, οι οποίες ωθούν τον ταλαίπωρο άνθρωπο στην επανάληψη των άπαξ και δις και πολλάκις γενομένων σφαλμάτων και παραβάσεων.
 Αυτό είναι όντως το τραγικώτατο της συμφοράς, οπότε με πικρία ακούεται το Γραφικό «ιατρεύσαμεν την Βαβυλώνα και ουκ ιάθη»!
Αλλά μη γένοιτο, Κύριε των Δυνάμεων Ιησού Χριστέ, η εκ μέρους μας βαρύτης και ολιγοψυχία να συνεχίζεται. Δος ημίν, κατά το έλεός σου, θείο φωτισμό και δύναμη προς υποδοχή των θείων σου κριμάτων, είτε οικονομικών είτε παιδευτικών, όπως καταλάβουμε και φυλάξομε και θεραπευθούμε και να υποταχθούμε εξ ολοκλήρου στο πανάγιό σου θέλημα, «ότι εν αυτώ ζωή έστι» και αυτός είσαι η ζωή των ανθρώπων και το φως, ο οποίος ήλθες στον κόσμο και δεν σε αγάπησαν όλοι οι άνθρωποι, αλλά προτίμησαν μάλλον το σκότος ή Σε, το αληθινό φως!

Όποιος θέλει να απαλλαγεί από την οδυνηρή πείρα των συμβατικών τούτων επιφορών και να λυτρωθεί από την αισχύνη του παραδειγματισμού, αγωνίζεται με βία να τηρήσει τη συνείδηση, και όταν αμαρτάνει ανίσταται διά της συντόμου μετανοίας. Αλλιώς, υποχρεούται να υπομένει αγογγύστως τα επερχόμενα δεινά, ευχαριστών την φιλάνθρωπη του Θεού οικονομία, η οποία υπό μορφήν εξοφλήσεως των οφειλομένων πραγματεύεται τη σωτηρία μας.

Υπάρχουν ασφαλώς και οι δοκιμαστικές θλίψεις, παραχωρούντος του Θεού, στις ενάρετες ψυχές, για ν’ ανακαλυφθούν ποιές είναι για ωφέλεια του κόσμου. Μερικές φορές παραχωρούνται σε μερικούς προς αναχαιτισμό μελλόντων σφαλμάτων, τα οποία από την άγνοια ή εμπάθειά του θα έπραττε ο άνθρωπος, εάν δεν τον προλάμβανε ο πειρασμός που επέτρεψε ο Θεός. Υπάρχουν και οι κατ’ οικονομίαν αναλαμβανόμενοι από άλλους ξένοι πειρασμοί και θλίψεις, όπως οι πειράζοντες τους πειραζομένους, οι αδικούντες τους αδικουμένους, οι συκοφαντούντες τους συκοφαντουμένους. Αντιστρόφως, αναλαμβάνουν τα βάρη και τους πειρασμούς των τέκνων οι πνευματικοί πατέρες, οι προσευχόμενοι υπέρ των ευχομένων και γενικώς οι συμπάσχοντες τοις πάσχουσι.

Δεν είναι βεβαίως εύκολο στον απλό άνθρωπο να εισδύσει στην λεπτομέρεια των αβυσσαλέων του Θεού κριμάτων, όπου και υπάρχει ο πνευματικός νόμος. Προτιμότερο είναι να υπομένει κανείς καρτερικά και αγογγύστως τα επερχόμενα δεινά ευχαριστώντας την σωστική πρόνοια του Θεού και στοργή, ο οποίος όλους οδηγεί προς επιστροφή και σωτηρία. Γενικώς οι Πατέρες τονίζουν ιδιαιτέρως, ότι κάθε πειρασμός, ως θλίψη και οδύνη, είναι επωφελής και επομένως κάθε μομφή αντιστάσεως και γογγυσμού είναι παραλογισμός και αποτυχία.
 Ο αγαθός Δεσπότης μας, ο οποίος «τοσούτον ηγάπησεν τον κόσμον, ώστε έδωκε τον μονογενή αυτού υιόν», ώστε να μη χαθεί κανένας, και ο οποίος «ου θέλει τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», πώς είναι δυνατόν να χαίρεται στις θλιβερές περιπέτειες των δούλων του, εκείνος που «έτι αμαρτωλών όντων ημών υπέρ ημών απέθανε» κατά το ανθρώπινο εκουσίως;

Αναφερόμενοι στους εκουσίους πόνους και τις θλίψεις, στους οποίους υποβαλλόμεθα, θεωρούμε απαραίτητο να προσθέσουμε και το εξής συμπληρωματικό. Ο αγώνας και η δύναμη που μας παρασύρει να μη πειθαρχήσουμε στον νόμο του καλού και της αρετής δεν είναι εντολή ή πρόσταγμα Δεσποτικό που μας εξαναγκάζει σε τυφλή υποταγή.
Είναι ο δαμασμός της αρρωστημένης παραφύσεως, «εγκειμένης επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτής», και επομένως ο κόπος της αγωνίας είναι για να μη παρασυρθούμε στα παρά φύσιν κακά, τα οποία έλαβαν την αρχή από τη μεταπτωτική διαστροφή και γιγαντώθηκαν επικτήτως με τη προηγούμενη αμέλειά μας λόγω της αγνωσίας μας.
 Ο αγώνας του δικαίου να μη γίνει άδικος δεν γεννάται από την εντολή του δογματίζοντος την δικαιοσύνη, αλλ’ από τη λογική κρίση της ανθρώπινης προσωπικότητας, η οποία επιβάλλει τους κανόνες της αξιοπρέπειας από την ευγένεια της φύσεώς μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες αρετές, της σωφροσύνης, της πραότητας, της αοργησίας, της ταπεινοφροσύνης, της αγάπης και των άλλων.
 Ο μη αγωνιζόμενος να διαμένει στο ύψος των αρετών αυτών, κατ’ ανάγκην θα υποκύψει στις αντίστοιχες κακίες, οπότε διαφθείρεται και ξεπέφτει και αποθνήσκει ο άνθρωπος. Πού λοιπόν ευρίσκεται δικαιολογημένη πρόφαση γογγυσμού στους μικρόψυχους, οι οποίοι ανθίστανται στη θλίψη και τον πόνο και, θέλοντας να ζουν κατά το θέλημα της καρδίας ή μάλλον της ηδυπάθειάς τους, φθάνουν στο κατάντημα να ρωτούν, τί πειράζει αυτό; Και τί πειράζει εκείνο; Προτιμούν αυτοί να πνιγούν στα ρηχά!
Τί πειράζει αν κάποιος γίνει λίγο άδικος, εννοείται και ηθικώς και υλικώς ή τί πειράζει αν γίνει λίγο υποκριτής και φιλάρεσκος; Ή πάλιν, τί πειράζει αν γίνει λίγο εγωιστής και κενόδοξος; Ή εάν απολύσει την καρδίαν στο εμπαθές πεδίον της φιλαυτίας;
Εάν μας πλανήσει ο εχθρός της αληθείας και πατέρας της αμαρτίας διάβολος να συγκαταβούμε σε απλή μόνον περιέργεια ή περιγραφή της αμαρτίας, γνωρίζει, ότι εύκολα αιχμαλωτιζόμαστε, διότι έχει έλξη δυσαπόσπαστη και, μετά, βίαν ακράτητη προσπαθώντας να μας υποτάξει στον κανόνα της συγκαταβάσεως και του συμβιβασμού.
Όπως η σφήνα έχει αιχμή λεπτότατη και ασήμαντη μεν αλλ’ όταν εισδύσει σε ελαχίστη σχισμή, διαχωρίζει τα ενωμένα, έτσι συμβαίνει και με την αμαρτία, την οποίαν σαφώς χαρακτηρίζουν οι θειότατοι Πατέρες ως «πυρ κατά καλάμης, λίθον κατά πρανούς, χαράδραν τας διεξόδους ευρύνουσαν».
 Γι’ αυτό λέγουν πάλιν οι Πατέρες «ει φεύγεις, φεύγε παντελώς, ει δε κρατηθείς μερικώς, αδύνατον να λυτρωθείς από την ολική αιχμαλωσία». Αυτά ε¬δώ τα αναφέραμε προς διασάφηση της θέσεως των εκουσίων θλίψεων και πόνων, οι οποίοι κρίνονται εκ των ων ουκ άνευ, δηλ. των απαραίτητων, για τους φυσιολογικούς τρόπους και λόγους της στάσεως και συγκρατήσεώς μας στη φυσική ζωή και κατάσταση.

Η περίληψη άρα της αρχής του θέματός μας, ποιά θέση έχουν στη ζωή μας ο πόνος και οι θλίψεις γενικώς, είναι η θετική, ότι χωρίς τα θλιβερά ματαιώνεται η επιτυχία της συν τη χάριτι ανακαινίσεώς μας και μεταβολής απ’ αυτής της εισαγωγής μέχρι της τελειώσεώς μας «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Υπάρχουν εύστοχα παραδείγματα και αποφθέγματα και περιγραφές από τους θεοφόρους Πατέρες μας, πλήρη πάσης σοφίας και επιστήμης στο θέμα αυτό, και όσοι θέλουν ας εγκύψουν ιδιαίτερα στον λεγόμενο πνευματικό νόμο, για να διδαχθούν και φωτισθούν λεπτομερέστερα, διότι εμείς μόνον μία σύντομη απάντηση δώσαμε στο γενικό αυτό ερώτημα.

Ο φιλανθρωπότατος Δεσπότης μας εκέντρισε την απέχθεια του πόνου και της οδύνης, η οποία παρά φύσιν ακολούθησε την πτώση μας, σε χρήσιμη ύλη και αφορμή και μας έγινε αιτία κέρδους και προκοπής το όργανο του θανάτου και της φθοράς. Εκεί που άλλοτε η έννοια του πόνου και του θανάτου προκαλούσε τη φρίκη και την αποστροφή τώρα, εκ διαμέτρου αντιθέτως προκαλεί εξυγίανση, κάθαρση, φωτισμό, και τελείωση εν Χριστώ.
Αν ο Απ. Παύλος «εκαυχάτο εν τοις παθήμασιν» αυτού και γενικώς εν τω σταυρώ του Χριστού και όλοι οι Άγιοι δοκιμάσθηκαν με πολλές θλίψεις και ετελειώθησαν και πολλάκις τους εδίδετο σκόλοψ πειρασμού, «ίνα μη υπεραίρωνται», πόσοι άραγε σκόλοπες και σκώμματα και πειρατήρια θα δοθούν σε εμάς, για να ταπεινωθούμε και «μάθωμεν κα¬λά ποιείν οι μεμαθηκότες τα κακά»;

Θα πω και κάτι, που να μη φανεί παραδοξολογία. Και μόνον, ότι ο γλυκύτατός μας Ιησούς, η ζωή μας, «εκένωσε εαυτόν» και «διά παθημάτων και Σταυρού» πραγματοποίησε τη σωτηρία μας, και να μην επεβάλετο ως φυσική πορεία ο δρόμος των θλίψεων, έπρεπε, λέγω, να προτιμηθεί αυτός μόνον και μόνον διότι ο Κύριός μας αυτόν εβάδισε εφ’ όσον κανών της αγάπης είναι η αφοσίωση κατά το δυνατόν μετά του αγαπωμένου.
 Δεν νομίζω, ότι μένει πλέον περιθώριο εις τους, κατ’ εμέ ράθυμους και οκνηρούς να παρατείνουν ακόμη την αδράνειά τους προφασιζόμενοι ματαίως διότι «ώρα ημάς εξ ύπνου εγερθήναι, οι γαρ καθεύδοντες νυκτός καθεύδουσι. Ύπνωσαν ύπνον και ουδέν εύρον πάντες οι άνδρες του ύπνου ταις χερσίν αυτών»

Ουδέποτε κανένας δεν πειράζει τον άλλον, μηδέ αυτού του σατανά εξαιρουμένου, ως πηγής του κακού, διότι τίποτε δεν βρίσκεται απρονόητο από τον Δημιουργό. Κάθε πειρασμός ή θλίψη, που συμβαίνει, δεν προέρχεται από το αίτιο, που τον μετέφερε ή τον προκάλεσε αλλά επέμφθη σε μας από την του Δικαίου Κριτού ακριβέστατη δικαιοσύνη με σκοπό όχι την εκδίκηση αλλά τη θεραπεία της δικής μας νοσηρότητας.
 Εάν «επί χειρών αρούσιν ημάς αι ουράνιαι δυνάμεις πεμπόμεναι, ίνα μη προσκόψωμεν προς λίθον τον πόδα ημών» και ο Κύριος διατείνεται, ότι «αι τρίχες ημών ηριθμημέναι εισίν» και τα τόσα άλλα της Γραφής, που επισημαίνουν την περιεκτική και σωστική του Θεού προς τα κτίσματα αυτού πρόνοια, πώς δύναται να αδικεί ή να επιβουλεύεται ένα πλάσμα το έτερον; Όργανα κολαστικά μεταβάλλονται μόνον κατά καιρούς και περιστάσεις τα προκαλούντα τους διαφόρους πειρασμούς, για να θαυμάζομε τη δικαιοσύνη του Θεού, που φθάνει μέχρι των λεπτομερέστερων μορίων της κτίσεως προς ισορροπία του γενικού σκοπού της εξ αρχής δημιουργίας.

Κανένας λοιπόν να μη δυσανασχετεί για τα συμβαίνοντα δεινά, αλλ’ ας ερευνά να βρει την αιτία τους στη δική του ραθυμία και προδοσία και με γρήγορη και ειλικρινή μετάνοια να σταματά την ποινή, διότι γι’ αυτό ακριβώς εδόθησαν, όπως ανωτέρω γράψαμε. «Ει γαρ εαυ¬τούς εκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα.
Κρινόμενοι δε υπό του Κυρίου παιδευόμεθα, ίνα μη συν τω κόσμω κατακριθώμεν». Και πάλιν λέγει ο Σωτήρ: «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού έστι και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει». Όποιος λοιπόν θέλει να μένει μετά του Κυρίου μας Ιησού και να συνάγει μετ’ Αυτού πάντοτε, ας θυμάται την εντολή «εργάζεσθαι και φυλάσσειν» και ότι γι’ αυτήν ακριβώς όλοι οι Άγιοι «εφύλαξαν οδούς σκληράς», γνωρίζοντες ότι όντως «η εντολή αυτού ζωή αιώνιος έστιν», ο δε διαφορετικώς σκεπτόμενος και εργαζόμενος θα σκορπίζει όχι πλέον κάποιαν ύλη αλλ’ αυτή την ίδια τη ζωήν του.

( Γέροντος Ιωσήφ, Πατερικές Μορφές της Ι. Μ. Σταυροβουνίου Κύπρου καί οι θλίψεις στήν ζωή μας, Εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη» Θεσσαλονίκη 1979 σ. 56-70 σε νεοελληνική απόδοση).

pemptousia.gr 
http://anavaseis.blogspot.gr/2012/09/blog-post_5318.html