Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ, Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ*


agios_euthimios_neos_523Σύντομη βιογραφία

Ἱερομόναχος Χαρίτων

            Ἡ ἀξία καὶ ἡ σημασία τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Νέου εἶναι μεγάλη. Μετὰ τὸν βίο τοῦ ὁσίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος γνωστὸς ἐρημίτης, ἔρχεται ὁ ἅγιος Εὐθύμιος, ὁ ὁποῖος προηγεῖται ἕναν αἰώνα ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη μὲ τὸν ὁποῖον ἔχει πολλὰ κοινά. Ὁ βίος τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου μᾶς ἀφήνει νὰ ρίξουμε γιὰ λίγο μιὰ ματιὰ στὴν ἐρημικὴ φυσιογνωμία τοῦ Ἄθωνος, πρὶν ἀρχίσουν νὰ κτίζονται τὰ μεγάλα μοναστήρια του. Ἐπιβεβαιώνεται ὅτι ὁ Ἄθως δὲν ἦταν ἕνα ἀκατοίκητο βουνό, ἀλλὰ κατοικεῖτο ἀπὸ ἕνα πλῆθος μοναχῶν σὰν πολιτεία, ἀπὸ πότε; Ἀκόμη οἱ ἱστορικοὶ δὲν μᾶς τὸ ἔχουν ξεκαθαρίσει.
               Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος γεννήθηκε τὸ 824 μ.Χ., στὸ χωριὸ Ὀψὼ τῆς Ἄγκυρας τῆς Μ. Ἀσίας. Ἕνας τόπος ἁγιότοκος ὅπου ἀνέδειξε Ἀποστόλους, Ἱεράρχες, Μάρτυρες, Ὁσίους, νεομάρτυρες πλῆθος, μέχρι τὸν μεγάλο ξεριζωμὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ρωμηοσύνης καὶ τὸ σβήσιμο τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν…
            Ὁ ἅγιος σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἀφοῦ ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα σὰν ἀκρίτας στρατιώτης στὴν ἐποχή του, ὕστερα νυμφεύεται παρὰ τὴ θέλησή του, γιὰ νὰ ἀναπαύσει περισσότερο τὴ χήρα μητέρα του. Σύντομα ὅμως, ἀφοῦ ἀπέκτησε ἕνα τέκνο, σπάζει τὰ δεσμὰ τῆς ἐπίγειας συζυγίας γιὰ νὰ σηκώσει τὸν «χρηστὸν ζυγόν» τοῦ Κυρίου. Παλληκάρι δεκαοκτὼ χρονῶν τρέχει μὲ πολὺ πόθο καὶ φλεγόμενος ἀπὸ θεῖο ἔρωτα πετάει ψηλὰ στὶς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου τῆς Βυθινίας, ὅπου ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ ξακουστὰ μοναστικὰ κέντρα τῆς ἐποχῆς του. Ἐδῶ γνωρίζεται μὲ τὸν ὅσιο Ἰωαννίκιο τὸν Μέγα, ὁ ὁποῖος βλέποντας τὸν νεαρὸ δόκιμο προβλέπει τὴ μελλοντική του ἐξέλιξη καὶ προλέγει ὅτι «αὐτὸς θὰ στολίσει τὸ πολίτευμα τῶν μοναχῶν». Ἀρχίζει τὴν μοναχική του ζωὴ κοντὰ σ’ ἕναν Γέροντα ἐρημίτη, καί, ἀφοῦ πῆρε τὰ βασικὰ μαθήματα τῆς μοναχικῆς του ζωῆς, κατόπιν ἀσκεῖται γιὰ δεκαπέντε χρόνια στὸ Κοινόβιο. Ἐκεῖ ἔδειξε μεγάλη καρτερία στοὺς σωματικοὺς κόπους τῶν διακονημάτων καὶ στὴν ὑπακοὴ γενόμενος παράδειγμα ὠφελείας. Ὁ πόθος του ὅμως γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ μὲ τὸν ὁποῖον ἦταν σφραγισμένη ἄνωθεν ἡ ψυχὴ του τὸν ἔκανε νὰ ἀναχωρήσει καὶ νὰ καταλάβει τώρα ὄχι τὶς κορυφὲς τοῦ Ὀλύμπου ἀλλὰ τὶς κορυφὲς ἑνὸς ἄλλου ἱεροῦ βουνοῦ, τοῦ Ἄθωνος. Ὁ Ἄθωνας ἀναδεικνύεται τώρα ὡς ἕνας ἱερὸς τόπος φημισμένος καὶ ἰδανικὸς γιὰ ἡσυχία καὶ ἄσκηση, ὅπου καταφεύγουν πολλὲς φιλέρημες ψυχές.
            Ἡ πορεία αὐτὴ τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο τῆς Βυθινίας πρὸς τὸν Ἄθωνα εἶναι ἱστορική, διότι σηματοδοτεῖ μία σταδιακὴ μετατόπιση τοῦ Μοναχισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ πρὸς τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Ὁ Ἄθως ξεπροβάλλει σὰν ἄλλος ἥλιος ποὺ μέλλει νὰ φωτίζει διὰ τῆς ἁγιότητός του γιὰ αἰῶνες ἀκόμη τὴν Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὸν Μοναχισμό. Εἶναι τὸ νέο Μοναστικὸ κέντρο, ὅταν τὰ ἄλλα σιγὰ σιγὰ σβήνουν κάτω ἀπὸ τὴν τούρκικη ἐπέλαση καὶ κατάκτηση. 
              Ὁ Ἅγιος ἦρθε στὸν Ἄθωνα τὸ 859 μ.Χ. καὶ ἄρχισε νὰ ἀσκεῖται ὡς σπηλαιώτης ἔγκλειστος γιὰ τρία χρόνια ὅπου κατατρόπωσε τοὺς δαίμονες. Μετὰ ὁ νόμος τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Γέροντα, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ μοναχικὸ σχῆμα, τὸν βγάζει ἔξω γιὰ νὰ τὸν παραλάβει, νὰ τὸν γηροκομήσει. Οἱ περιστάσεις αὐτὲς φέρνουν τὸν Ὅσιο σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο  γιὰ πρώτη φορὰ  καὶ λίγο πιὸ ἔξω ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἀνεβαίνει σὲ ἕναν στύλο καὶ γίνεται στυλίτης καὶ αὐτὸ τὸ κάνει χάριν ὠφελείας πρὸς τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τὸν ἀγκάλιασε μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια. Εἶναι ὁ τελευταῖος στυλίτης στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Γρήγορα ὅμως ἐπιστρέφει πίσω στὸν ἀγαπημένο του Ἄθωνα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μαζὶ μὲ δυὸ σπουδαίους συνασκητές, τὸν ὅσιο Ἰωάννη τὸν Κολοβὸ καὶ τὸν ὅσιο Συμεών, ὅπου καὶ οἱ δύο γίνονται κτήτορες Μονῶν, καταφεύγει σὲ ἕνα ἐρημονήσι τῶν Νέων, ὅπου εἶναι τὸ σημερινὸ Ἅγιος Εὐστράτιος.
            Τὸ βάρβαρο γένος ὅμως τῶν Ἀγαρηνῶν μὲ τὶς πειρατεῖες στὸ Αἰγαῖο καὶ στὸν Ἄθωνα διώχνει τοὺς Ὁσίους καὶ τοὺς ἀναγκάζει νὰ καταφύγουν στὰ ὅρη καὶ στὶς κοιλάδες. Ὁ ὅσιος ἔρχεται στὰ ὅρη τοῦ Πολυγύρου στή θέση Βραστάμου, τὸ σημερινὸ χωριὸ Βραστά, ὅπου δημιουργεῖ μία μοναστικὴ Σκήτη μὲ τοὺς μαθητές του. Ἐδῶ μὲσα σὲ ἕνα σπήλαιο ἀσκούμενος ἐκοιμήθη ὁ πρῶτος συνασκητὴς τοῦ Ὁσίου, ὁ ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀρμενίων ὁ ὁποῖος ἐμυρόβλησε καὶ τὸ λείψανό του παρέμεινε ἀδιάφθορο. Ὁ ὅσιος Εὐθύμιος σὰν ἕνα μάκτρο θεϊκὸ ἀπορροφώντας καθημερινὰ τὴ θεία χάρη, ἀφοῦ καθαρίστηκε ἀπὸ κάθε ἁμαρτία καὶ πάθος, δέχεται θεία ἀποκάλυψη καὶ ἐντολὴ θεϊκὴ νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἐρημιὲς καὶ νὰ μάχεται μὲ τοὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι πρὸ πολλοῦ ἔχουν νικηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρετή του, καὶ νὰ πάει στὰ ἀνατολικά τῆς  Θεσσαλονίκης στὸν τόπο Περιστερές. Ἐκεῖ θὰ βρεῖ τὸν ἀρχαῖο ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου ὁ ὁποῖος εἶχε καταντήσει σὲ μαντρὶ προβάτων καί, ἀφοῦ τὸν ἀνακαινίσει, νὰ τὸν καταστήσει Μοναστήρι καὶ φροντιστήριο ψυχῶν. Ἀρχίζει τὸ κτίσιμο τὸ 871 μ. Χ. καὶ ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κόπους προσευχὲς καὶ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις ὁλοκληρώνεται ἡ Μονὴ καὶ προικίζεται μὲ ὅλα τὰ πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα χρειάζονται γιὰ τὴν κατὰ Θεὸν λειτουργία της.
            Ὕστερα ἀπὸ σαρανταδύο χρόνια τελείας ξενητείας καλεῖ κοντά του τοὺς συγγενεῖς του, οἱ ὁποῖοι γίνονται μοναχοὶ καὶ ἱδρύει γιὰ τὶς γυναῖκες γυναικεία Μονή. Ποιμαίνει γιὰ δεκατέσσερα χρόνια τὰ Μοναστήρια του καί, ἀφοῦ ἀνδρώθηκαν πνευματικά, παραδίδει τὴν ἡγουμενία. Ἡ νοσταλγία γιὰ τὴν εἰρηνικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ ζωὴ παρὰ τὸ ἀρξάμενον γῆρας τὸν ἑλκύει τόσο, ὥστε τὰ ἀφήνει ὅλα, τὶς ἀνθρώπινες παρηγοριὲς καὶ φεύγει καὶ πάλι γιὰ τὶς ἀγαπημένες βουνοκορφὲς τοῦ Ἄθωνος. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ οἱ μαθητές του καὶ οἱ μοναχοί του τὸν ΄΄καταδιώκουν΄΄ καὶ τὸν ἐνοχλοῦν. Γι’ αὐτὸ καὶ προγνωρίζοντας τὸ τέλος τῆς ἐπιγείου παροικίας του, ἀφοῦ τοὺς χαιρέτησε παραθέτοντας πλούσια τράπεζα, κρυφὰ φεύγει ἀπὸ κοντά τους ἔχοντας μαζί του μόνο ἕναν μοναχὸ καὶ μὲ μία βάρκα πηγαίνει στὴν ἱερὰ νῆσο τὰ σημερινὰ Γιούρα στὶς Β.Σποράδες. Ἐκεῖ μόνος του μὲ μόνο τὸν Θεὸ ἔζησε τὶς τελευταῖες μέρες του ἐν ἄκρᾳ ἡσυχία καὶ προσευχὴ καὶ παρέδωσε τὴν ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ ἀγαπημένου του Κυρίου χάριν τοῦ ὁποίου ἐκδαπάνησε ὅλη του τὴ ζωή, στὶς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ 898 μ. Χ. . Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἔμεινε ἄφθαρτο καὶ εὐωδιάζον καὶ ὕστερα μεταφέρθηκε στή Μονὴ τῶν Περιστερῶν.           
            Ὁ ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Νέος καὶ Ἀθωνίτης μᾶς ἄφησε ὡς ἱερὰ παρακαταθήκη πρῶτα τὴν ἴδια του τὴν ἁγία ζωὴ λέγοντάς μας διὰ τῶν λόγων του: «Ἀδελφοί…ἂς ἀσφαλίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ διὸ ἐξήλθομεν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἂς ἀγωνιστοῦμε γι’ αὐτό. Ἐὰν ἀπαρνηθήκαμε τὸν κόσμο, τότε ἂς μὴν ὑποπίπτουμε σὲ κοσμικὲς ἐπιθυμίες. Ἐὰν τὸ σῶμα ἐσταυρώσαμε καὶ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου ντυθήκαμε ἂς περιπατοῦμε ἐν πνεύματι καὶ τότε δὲν θὰ πέσουμε στὶς ἡδονὲς τῆς σαρκός. Ἐὰν διὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἐνδυθήκαμε τὸ μοναχικὸ σχῆμα, σὰν ἄγγελοι ἐπὶ τῆς γῆς ἂς ζήσουμε…».

Ὅσιε Εὐθύμιε, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν.
           

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ε΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΜΑΡ. 2011

 http://www.enromiosini.gr/arthrografia/17548-%CE%BF-%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%B5%CF%85%CE%B8%CF%85%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%BF-%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CF%83-%CE%BF-%CE%B1%CE%B8%CF%89%CE%BD%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%83/

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Ο Άγιος Μάρτυς Ηράκλειος Πολιούχος Ηρακλείου Αττικής (†18 Μαΐου)



Πριν καιρό, αναζητώντας κάποια στοιχεία στο διαδίκτυο γύρω από ένα ζήτημα σχετικό με την Ορθοδοξία, βρεθήκαμε σε μία ιστοσελίδα όπου μεταξύ άλλων γινόταν μνεία σε Αγίους πολιούχους πόλεων. Την απόπειρά μας να αναζητήσουμε τον Άγιο Ηράκλειο, ακολούθησε η απογοήτευση, αφού συνειδητοποιήσαμε ότι δε γινόταν καμμία αναφορά στο γεγονός ότι ήταν πολιούχος του Ηρακλείου Αττικής. Το ότι ο Άγιος Ηράκλειος είναι πολιούχος της πόλεώς τους όμως, δεν είναι ευρέως γνωστό ούτε στους δημότες του Ηρακλείου.
Ο Άγιος Μάρτυς Ηράκλειος, ανήκει στη χορεία των αρχαίων μαρτύρων της Αττικής γής και μία παράδοση θέλει το όνομα της πόλεως του Ηρακλείου, το Αράκλι όπως το λέγανε παλιά, να συνδέεται με τον Μάρτυρα αυτόν. Ο μακαριστός Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, στην Ακολουθία και τον Παρακλητικό Κανόνα που συνέγραψε, αναφέρει ρητώς ότι απευθύνεται εις τον «…Άγιον Μάρτυρα Ηράκλειον, πολιούχον Ηρακλείου Αττικής».
Στόχος της παρούσας έκδοσης είναι, αφ’ ενός να δοθεί η δυνατότητα να τιμηθεί ευρύτερα ο Άγιος από το χριστεπώνυμο πλήρωμα, και αφ’ ετέρου να αποτελέσει ενδεχομένως αφορμή για την επίσημη εκδήλωση τιμής προς τη μορφή του Αγίου εκ μέρους των φορέων της πόλεώς μας, με απώτερο σκοπό, την ανέγερση ενός ναού προς τιμήν του.
Προς τιμήν του Αγίου, πιθανόν θα μπορούσε επίσης να ανεγερθεί ένα προσκυνητάριον σε κεντρική οδό του Ηρακλείου (όπως π.χ. το καλαίσθητο προσκηνητάριον της Αγίας Φιλοθέης επί της οδού Καποδιστρίου), να οριστεί ως τοπική αργία η 18η Μαΐου, να καθιερωθεί σε ετήσια βάση σειρά εορταστικών δρωμένων (π.χ. «Τα Ηράκλεια»), να μετονομαστεί ο δήμος σε «Δήμος Αγίου Ηρακλείου», κ.ά.
Θα ήταν ευχής έργο και άλλοι μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας, που είναι καταχωρημένοι στο Εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά είναι ουσιαστικά ξεχασμένοι από τους πιστούς, να ανασυρθούν από την αφάνεια και να τιμηθούν και με ασματικές ακολουθίες και με εικόνες και με εκκλησίες. Άλλωστε, πάμπολλες ενοριακές εκκλησίες και παρεκκλήσια οικοδομούνται κάθε τόσο στην πατρίδα μας. Θα άξιζε κάποιες από αυτές να αφιερώνονταν και σε τέτοιους «φτωχούς αγίους» (για να θυμηθούμε τον Παπαδιαμάντη), «φτωχούς» σε τιμή εκ μέρους των πιστών, όπως ο άγιος Ηράκλειος και οι σύντροφοί του, «πλούσιους» όμως ενώπιον του Αγίου Τριαδικού Θεού, αφού και αυτών οι ματωμένοι αγώνες για τον Χριστό, είτε μαρτυρικοί είτε οσιακοί, δεν υστερούν σε τίποτα από τα ηρωϊκά παλαίσματα των άλλων, των δημοφιλών αγίων της πίστης μας.
Εκδόσεις Αιθήρ
Βίος Αγίου Μάρτυρος Ηρακλείου
και των συν αυτώ ετέρων επτά Μαρτύρων,
Παυλίνου, Βενεδίμου, Πέτρου, Παύλου, Ανδρέου, Διονυσίου και Χριστίνης.
Πάντες οι ανωτέρω Άγιοι εμαρτύρησαν κατά τον 3ον μ.Χ. αιώνα, επί αυτοκράτορος Δεκίου.
Ο Άγιος Ηράκλειος, καθώς και οι Άγιοι Παυλίνος και Βενέδιμος, ήσαν Αθηναίοι τη καταγωγή και εκήρυττον τον λόγον του Ευαγγελίου παρακινούντες τους ασεβείς και τους ειδωλολάτρας να αποστραφώσι την ματαιότητα και την πλάνην των ειδώλων. Διό, συλληφθέντες παρεδόθησαν εις τον τοπικόν άρχοντα και αφού πρώτον εδάρησαν δυνατά και άλλας πολλάς τιμωρίας εδοκίμασαν, κατόπιν ερρίφθησαν εντός ανημμένης καμίνου, όπου, φυλαχθέντες αβλαβείς υπό της δυνάμεως του Θεού, τελευταίον απεκεφαλίσθησαν και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του Μαρτυρίου.
Ο Άγιος Πέτρος κατήγετο εκ της πόλεως Λαμψάκου, οδηγηθείς δε προ του άρχοντος της Αβυδηνών πόλεως Δεκίου, προσετάχθη να θυσιάσει εις την Αφροδίτην. Όμως μη πεισθείς, αλλ’ ομολογήσας τον Χριστόν, συνετρίβη καθ’ όλον το σώμα με αλύσεις και ξύλα και μαρτυρικούς τροχούς. Κατά την βάσανον δε ταύτην παρέδωσε το πνεύμα του και έλαβεν εκ Θεού τον της αθλήσεως αμάραντον στέφανον.
Οι Άγιοι Παύλος και Ανδρέας κατήγοντο εκ της Μεσοποταμίας, στρατιώται όντες υπό τον άρχοντα Δάκνον, μετά του οποίου μετέβησαν εις τας Αθήνας. Εκεί δε ευρισκομένων αυτών, συνελήφθησαν και ερρίφθησαν εις την φυλακήν οι Άγιοι Διονύσιος και Χριστίνα, την οποίαν, βλέποντες ο Παύλος και ο Ανδρέας παρθένον ωραίαν και εις καιρόν γάμου, παρεκίνουν ταύτην εις αισχράν πράξιν. Αλλ’ η Αγία δεν εκάμφθη. Όθεν, αντί να βιάσωσιν αυτήν, μετεβλήθησαν εκείνοι διά των νουθεσιών της και επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τούτου ένεκα αυτοί μεν οι δύο και ο θείος Διονύσιος ελιθοβολήσθησαν, η δε Αγία Χριστίνα πεσούσα επ’ αυτών απεκεφαλίσθη.
Ούτως και ο Κύριος, καιρώ δέοντι, δωθήσεται επ’ αυτών την Αυτού μαρτυρίαν, περί ης ομιλεί ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Αυτή εστίν η μαρτυρία, ότι ζωήν αιώνων έδωκεν ημίν ο Θεός»1.
Πηγαί:
  • Ευστρατιάδης Σ., Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1995 (επανατύπωσις).
  • Θεοδωρόπουλος Α. Α., Ηράκλειο Αττικής (Ιφιστία-Ηφαιστία-Αράκλι) 508 π.Χ.-1995, Αθήνα 1997.
  • Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Αρχιμανδρίτου Ματθαίου Λαγγή), τόμος Ε’, Αθήναι 19775.
  • Τρεμπέλας Π.Ν., Η Καινή Διαθήκη, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι 198223.
  • http://www.ageorgios.gr
  • http://www.pigizois.gr
1 Α’ επιστολή Ιωάννου: (ε’, 11)

http://vatopaidi.wordpress.com/2012/05/19/%CE%BF-%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CF%85%CF%82-%CE%B7%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CF%82-%E2%80%A018-%CE%BC%CE%B1%CE%90%CE%BF%CF%85/

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Βίος Αγίου Στεφάνου του Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου

Ο Άγιος Στέφανος ο Πρωτομάρτυρας και Αρχιδιάκονος εορτάζει στις 27 Δεκεμβρίου και στις 2 Αυγούστου.



Άγιος Στέφανος, ο Πρωτομάρτυρας του Χριστού, που τιμά η Εκκλησία μας στις 27 Δεκεμβρίου, είναι μια μεγάλη και ηρωική μορφή του Χριστιανικού Μαρτυρολογίου.
Είναι ο πρώτος από τους Επτά Διακόνους, ο αρχιδιάκονος, που διάλεξε ο πιστός λαός των Ιεροσολύμων για να προσφέρει, μαζί με τους άλλους, τις υπηρεσίες. του στα
κοινά συσσίτια, στις καλούμενες τράπεζες αγάπης των Πρώτων Χριστιανών.
Το ζήτημα για την εκλογή Διακόνων στην Πρωτοχριστιανική Εκκλησία προέκυψε όταν μερικοί Ελληνιστές Ιουδαίοι, δηλαδή ελληνόφωνοι Εβραίοι της διασποράς,
διατύπωσαν παράπονα για άνιση μεταχείριση.
Παραπονιόνταν συγκεκριμένα, εκείνοι, ότι στην καθημερινή διανομή των τροφών που γινόταν μεταξύ των Πρώτων Χριστιανών παραβλέπονταν οι ανάγκες των χηρών
και των ορφανών, των Ελληνιστών Εβραίων.


Ποιος είναι ο Στέφανος
Ας σταθούμε όμως τώρα με ιδιαίτερη προσοχή στο γενναίο αυτό στρατιώτη του Χριστού που ονομάζεται Στέφανος. Ας δούμε αυτόν το σεμνό νέο, τον ενάρετο άντρα
με τη φλογερή πίστη που σήκωσε για την αγάπη του Κυρίου το δικό του σταυρό και έγινε η απαρχή του Χριστιανικού Μαρτυρολογίου, ο σημαιοφόρος και το σύμβολο
της μαρτυρικής Χριστιανοσύνης.
Ο Στέφανος ήταν Χριστιανός μεγάλης πίστεως. Ήταν, όπως φαίνεται, πολύ γνωστός ανάμεσα στους Πρώτους Χριστιανούς των Ιεροσολύμων για την αρετή, την
εργατικότητα, τη σοβαρότητα, τη δικαιοσύνη και τα έργα γενικά της φιλανθρωπίας.
Τον είχαν επισημάνει ασφαλώς οι πιστοί. Τον είχαν ξεχωρίσει, ίσως από τις φροντίδες του στη θεάρεστη αποστολή του να φροντίζει τους αδύνατους
Χριστιανούς, «εἰς τό διακονεῖν τραπέζαις», προτού εκλεγεί επίσημα και του ανατεθεί η ευθύνη του ως Διακόνου. Δέν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι οι πιστοί τον
έκλέγουν Πρώτο ανάμεσα στους Επτά Διακόνους!
Ο Στέφανος ήταν άνδρας μορφωμένος. Μαθητής του νομοδιδασκάλου Γαμαλιήλ. Εκτός όμως από Διάκονος, καθώς αναφέρει ο Επιφάνιος, ήτανε κι ένας από τους
Εβδομήκοντα Μαθητές του Χριστού.
Είχε ο μακάριος Στέφανος αγνή, καθαρή καρδιά και πίστη θερμή. Ήταν ψυχή ταπεινή, καλοπροαίρετη, που ποθούσε να τεθεί κάτω από την επίδραση και την
καθοδήγηση της Χάρης του Θεού. Κι αυτό βέβαια έγινε με τη χειροθεσία των Αποστόλων. Από τη στιγμή εκείνη το Άγιο Πνεύμα κατευθύνει τη ζωή και τη δράση
του. Έτσι, με τη Χάρη του Θεού ο Στέφανος δε διακονεί μόνο τους αδύνατους Χριστιανούς στις υλικές ανάγκες τους αλλά αναδεικνύεται και κήρυκας του
Ευαγγελίου ανάμεσα στο λαό. Γίνεται πρώτα η χειροτονία και επακολουθεί η δράση του ως κήρυκα του Ευαγγελίου.
Το συναρπαστικό κήρυγμά του και τα ακαταμάχητα επιχειρήματα του για την πίστη του Χριστού μαγνητίζουν τα πλήθη που τον ακούνε τα χαρίσματα του Αγίου
Πνεύματος του δωρίζουν λάμψη πνευματική και σωματική. Του δωρίζει ο Κύριος όχι μόνο εξαιρετική ικανότητα να μιλά ωραία και πειστικά αλλά να κάνει και θαύματα.
Θαυματουργούσε λοιπόν ο Άγιος Πρωτομάρτυρας Στέφανος. τα κηρύγματά του τα στήριζαν και τα επιβεβαίωναν μεγάλα κι εξαίσια θαύματα. Ο χαρισματικός λόγος του
Στεφάνου, η προσωπικότητά του και τα θαύματά του προσελκύουν πολλούς στην πίστη του Χριστού ανάμεσα τους και μεγάλο αριθμό Ιουδαίων.



Ενοχοποίηση και σύλληψη του
Όταν όμως οι άνθρωποι της ανομίας, οι υπηρέτες του αντίχριστου αποδεικνύονται ανίσχυροι στο διάλογο δεν παραιτούνται από τα σχέδιά τους, δεν σταυρώνουν τα
χέρια, αλλά εφαρμόζουν νέα τακτική στην κακοποιό δράση τους. Χρησιμοποιούν το ψευδός, τη συκοφαντία και τη βία. Χαλκεύουν κατηγορίες. Κατασκευάζουν ένοχους
και σέρνουν ως κατηγορουμένους, αθώους, ανθρώπους του Θεού.
Αυτό λοιπόν εφαρμόζουν και κατά του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου οι άνθρωποι του Ιουδαϊκού Συνεδρίου. Επιστρατεύουν εναντίον του ψευδομάρτυρες που τους
δασκαλεύουν κατάλληλα. Έτσι εμφανίζονται κατόπιν εκείνοι και καταγγέλλουν δήθεν αυθόρμητα ότι τάχα άκουσαν το Στέφανο να μιλάει βλάσφημα εναντίον του
Μωυσή, του Θεού και του ναού. Καλλιεργείται κατάλληλα εχθρικό κλίμα εναντίον του κήρυκα του Ευαγγελίου, Διακόνου Στεφάνου, και υφαίνεται σατανικά, με
συκοφαντίες, το κατηγορητήριο του. Άνθρωποι της Ιουδαϊκής Συναγωγής είναι εκείνοι που υποκινούν, που δωροδοκούν και κατευθύνουν την εκστρατεία κατά του
Αγίου Στεφάνου.
Οι συκοφαντίες κατά του Διακόνου Στεφάνου, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς πέτυχαν το σκοπό τους. Προκάλεσαν μίσος, φανατισμό κι επιθετικότητα
στον Ιουδαϊκό λαό, στους πρεσβυτέρους, τους προεστούς των Ιουδαίων και τους γραμματείς: «Συνεκίνησαν τέ τόν λαόν καί τούς Πρεσβυτέρους καί τούς γραμματεῖς»
(Πραξ. στ 12).
Προκαλείται λοιπόν αρχικά αναταραχή και εξέγερση. Επακολουθεί όμως καθοδηγούμενη ληστρική επιδρομή κατά του Στεφάνου. Προπηλακίζεται και
συλλαμβάνεται. Του κάνουν βιαία απαγωγή και τον οδηγούν, ως επικίνδυνο πρόσωπο, στο Συνέδριο.
Η σκευωρία είναι πολύ καλά οργανωμένη. Έτοιμο είναι και το κατηγορητήριο. Όλα λοιπόν προχωρούν σύμφωνα με το σχέδιο και η δίκη αρχίζει. Ο Πρωτομάρτυρας
Στέφανος ακούει τους ψευδομάρτυρες να καταθέτουν τις συκοφαντικές κατηγορίες τους, κάτω από τα θολά και χαιρέκακα βλέμματα των άδικων δικαστών του, γαλήνιος
κι ατάραχος. Ενώ λοιπόν τελειώνει το κατηγορητήριο, οι ψευδομάρτυρες, οι κατήγοροι, οι άδικοι δικαστές και όλοι οι παρευρισκόμενοι στο Συνέδριο, στρέφουν
ξαφνικά τα βλέμματά τους στον ηρωικό Μάρτυρα και βλέπουν κάτι θαυμαστό. Βλέπουνε ν’ αστράφτει το πρόσωπο του Αρχιδιακόνου Στεφάνου σαν πρόσωπο
αγγέλου. Στο πρόσωπο του Στεφάνου λάμπει η καλοσύνη. Αστράφτει η αγιότητα. Στο βλέμμα του λαμπυρίζει η Χάρη του Θεού με θείο φως, που είναι μαρτυρία του Αγίου
Πνεύματος, προεικονίζει θαυμαστά ο Θεός το αναμενόμενο στεφάνι της νίκης, του επικείμενου μαρτυρίου του αθλητού Του.



Η απολογία του Στεφάνου
Οι άνθρωποι του Ιουδαϊκού Συνεδρίου, οι δικαστές, γνωρίζανε καλά τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο δεν του συγχωρούσαν τη δραστηριότητά του ως κήρυκα του
Ευαγγελίου δεν μπορούσαν ν ανεχτούν τα θαύματα που έκανε στ’ όνομα του Χριστού. Θέλανε λοιπόν να του κλείσουν το στόμα.
Είχαν με λίγα λόγια προαποφασίσει την εξόντωση του. Προσπαθούσαν όμως να τηρήσουν τους τύπους. Παρίσταναν τους δικαστές.
Γι αυτό, αφού μίλησαν οι επιστρατευμένοι ψευδομάρτυρες κι ακούστηκαν οι χαλκευμένες κατηγορίες τους, ο αρχιερέας του Συνεδρίου ρώτησε το Στέφανο:
-Είναι αληθινά, κατηγορούμενε, όσα καταγγέλλουν εναντίον σου οι μάρτυρες;
Μετά το ερώτημα αυτό του αρχιερέα του Συνεδρίου αρχίζει η απολογία του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου. Απολογούμενος ο Μάρτυρας του Χριστού μιλάει στην
αρχή μ’ ευγένεια και σε χαμηλούς τόνους. Ανατρέχει σε μεγάλα γεγονότα του ιστορικού παρελθόντος του ισραηλιτικού λαού και αναφέρεται σε ιερά πρόσωπα,
όπως τον Αβραάμ, τον Ιακώβ, τον Πάγκαλο Ιωσήφ, το Μωυσή κ.λπ.
Θέλει να φανερώσει την κακή προϊστορία των Ιουδαίων απέναντι στους προφήτες, στους ευεργέτες τους και σ’ Αυτόν τον ίδιο το Λυτρωτή Χριστό.
Μιλάει λοιπόν στο Συνέδριο ο Στέφανος για την πίστη και την υπακοή που είχαν στο Θεό οι Πατριάρχες των Ιουδαίων. Αναφέρεται στη συνέχεια ο Στέφανος στην ιστορία
του Ιακώβ και ειδικότερα του Ιωσήφ του ονομαζόμενου Παγκάλου που τον πουλήσανε τα’ αδέρφια του. Μιλάει μετά ο Πρωτομάρτυρας για το Μωυσή. Εκφράζει
γι αυτόν, όπως και για τους Πατριάρχες του Ισραήλ, το σεβασμό του. Αποκαλύπτει όμως και καταγγέλλει ότι οι Ιουδαίοι πρόγονοι τους, του συμπεριφέρθηκαν με
σκληρότητα, κακία και αγνωμοσύνη.
Κατηγορούν και ελέγχουν το Στέφανο στο Ιουδαϊκό Συνέδριο ότι μιλάει βλάσφημα, δήθεν, για το Μωυσή. Κι εκείνος τους επιστρέφει την κατηγορία λέγοντάς τους πόσο
υβριστικά φερθήκανε στο Μωυσή οι προγονοί τους. Και πόσο ασεβέστατα αγνόησαν την προφητεία του περί του Χριστού οι σύγχρονοι του. Ο Μωυσής είχε προαναγγείλει
τον ερχομό Του και είχε παραγγείλει αυτού ακούσεσθε. Να υπακούσετε σ’ Αυτόν. Κι εκείνοι αντί υπακοής συλλάβανε και σταυρώσανε το Χριστό. Και με μανία
οδηγούσαν σε δίκη τους κήρυκές Του.
Ξεσκεπάζει λοιπόν και φανερώνει ο Στέφανος τους Ιουδαίους κακότροπους, έτοιμους για κάθε τί το άνομο, το άσεβές και αγνώμον. Αποκαλύπτει ότι με κακόβουλο
φρόνημα στρέφονται κατά των ευεργετών τους...



Ασκεί δριμύτατο έλεγχο
Φοβερός καταπέλτης για τους δικαστές του, γίνεται προς το τέλος της η απολογία του Πρωτομάρτυρα Στεφάνου. Ασκεί ο Άγιος δριμύτατο έλεγχο σ αυτούς που τάχα
εκόπτοντο για το ναό και το Μωυσή. Τους αποκαλεί προδότες και φονείς του Δικαίου Ιησού Χριστού.
Ας δούμε αυτό το θαρραλέο κατηγορώ του Στεφάνου:
-Σκληροτράχηλοι και αναίσθητοι στην καρδιά και στ’ αυτιά σας. Εγωιστές και ισχυρογνώμονες, που βουλώνετε τα αυτιά στην πνευματική αλήθεια. Πάντοτε
στέκεστε αντίθετοι, εχθρικοί στο Άγιο Πνεύμα, όπως και οι προγονοί σας. Ποιόν, αλήθεια, από τους προφήτες δεν καταδιώξανε οι πατέρες σας;
Κι όχι μόνο τους καταδιώξανε αλλά και φόνευσαν εκείνους που προανήγγειλαν τον ερχομό του Μεσσία Χριστού. Και σ’ αυτόν τον ίδιο το Χριστό, τον απόλυτα
αναμάρτητο και δίκαιο, εσείς έχετε γίνει προδότες και φονιάδες...
Γκρεμίζει ο Μάρτυρας του Χριστού το σαθρό κατηγορητήριο. Γίνεται από κατηγορούμενος δριμύτατος κατήγορος. Τους καταγγέλλει και αποδεικνύει ότι είναι
εθελόκακοι, εθελότυφλοι και προφητοκτόνοι. Τους καταγγέλλει για φονικό μένος κι εναντίωση στο Άγιο Πνεύμα:
-Πάντοτε στέκεστε αντίθετοι, εχθρικοί στο Άγιο Πνεύμα, όπως και οι προγονοί σας, τονίζει.
«Ὑμεῖς ἀεί τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίω ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καί ὑμεῖς» (Πράξ. ζ΄51).
Καταγγέλλοντας λοιπόν μ’ αυτόν το σκληρό τρόπο τους δικαστές του ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος, ήταν ωσάν να έβγαζε τούτο το συμπέρασμα:
Λοιπόν, τί νομίζετε, ότι δεν καταλαβαίνω τα φονικά σας ένστικτα; Αποτελείτε εσείς την συνεπή συνέχεια των προηγηθέντων εγκλημάτων. Αφού φονεύσατε τους
προφήτες, αφού σταυρώσατε το Χριστό, θα σας ήταν δύσκολο να συνεχίσετε τα εγκλήματα σας κατά των Μαθητών και Αποστόλων Του;
Οι δικαστές του Πρωτομάρτυρα, πέτρινα, βλοσυρά πρόσωπα, ακούνε στην αρχή την απολογία του ανέκφραστοι και με παγερή περιφρόνηση.
Σιγά-σιγά όμως θορυβούνται. Αλλάζουν βλέμματα οργής και αγανάκτησης και εκδηλώνουν ταραχή. Έτσι όταν ή απολογία του γίνεται καταπέλτης, φουσκώνουν οί
καρδιές τους από κακία και τα δόντια τους χτυπούν, τρίζουν από μανία εκδίκησης.



Ο λιθοβολισμός του Στεφάνου
Στο τέλος της απολογίας του Στεφάνου, ενώ το μίσος του Ιουδαϊκού Συνεδρίου κορυφώνεται εναντίον του, η Χάρη του Θεού τον περιβάλλει θαυματουργά. Γίνεται
μεγάλο θαύμα. Βλέπει ο Άγιος Στέφανος μια ουράνια οπτασία. Βλέπει τους ουρανούς ανοιχτούς και γεμάτος χαρά αναφωνεί:
«Να, βλέπω ανοιγμένους τους Ουρανούς και τον Υιό του ανθρώπου να βρίσκεται στα δεξιά του Θεού!
Ταράζεται τότε το Συνέδριο. Κραυγές οργής ξεσπούν εναντίον του. Γροθιές εκδίκησης υψώνονται στον αέρα. Πολλοί κλείνουν τα αυτιά τους, μη θέλοντας ν’
ακούσουν τα βλάσφημα, τάχα, λόγια του Στεφάνου. Είναι μια έκρηξη φονικής οργής που εκδηλώνεται με κραυγή μίσους και κλείσιμο των αυτιών από τους ανθρώπους
του Συνεδρίου. Γράφει σχετικά μ’ αυτό ο Λουκάς: «Κράξαντες φωνή μεγάλη συνέσχον τά ὦτα αὐτῶν» (Πράξ. ζ 57).
Τελικά όλοι ορμούν εναντίον του, τον αρπάζουν και τον σέρνουν έξω από την αίθουσα. Τον βγάζουν έξω από την πόλη. Εκεί μπαίνει σ’ εφαρμογή το δολοφονικό
σχέδιο του Συνεδρίου.
Στον τόπο του μαρτυρίου του περιβάλλεται ο πρωτομάρτυρας από άγριες, εγκληματικές μορφές. Οι δήμιοι του δημιουργούν πανδαιμόνιο με τις βρισιές και τις
αιμοχαρείς κραυγές τους.
Συγκεντρώνουν πέτρες για το λιθοβολισμό. Βγάζουν μέρος των ενδυμάτων τους οι ψευδομάρτυρες ώστε να λιθοβολούν με άνεση.
Ο Μάρτυρας του Χριστού προσεύχεται. Προσεύχεται και γι αυτούς που είναι έτοιμοι να τον συντρίψουν με άγριο λιθοβολισμό.
Σε λίγο βροχή πέφτουν οι πέτρες καταπάνω του. το σώμα του πληγώνεται, το αίμα τρέχει. Τον χτυπούν όλοι, σκληρά, ανελέητα. Καταματωμένος συγκεντρώνει τις
τελευταίες δυνάμεις του και προσεύχεται:
«Κύριε Ιησού, δέξαι τό πνεῦμα μου», ψιθυρίζει.
Ο άγριος λιθοβολισμός συνεχίζεται. Τα χτυπήματα τσακίζουν το σώμα του. Οι δυνάμεις αρχίζουν να τον εγκαταλείπουν. Αισθάνεται ο Μάρτυρας ότι λίγες είναι οι
στιγμές της επίγειας ζωής που του απομένουν. Στις στιγμές αυτές των φρικτών πόνων του, φέρνει στο νου του τους πόνους του Εσταυρωμένου του Γολγοθά. Συγκεντρώνει
έπειτα για στερνή φορά τις δυνάμεις του και γονατιστός προσεύχεται στο Θεό να συγχωρήσει αυτούς που τον λιθοβολούν. Εφαρμόζει την Θεοδίδακτη τελειότητα της
αγάπης, την αγάπη για τους εχθρούς. Μιμείται ο Πρωτομάρτυρας το Σωτήρα Χριστό που συγχώρεσε τους σταυρωτές Του και κράζει μεγαλόφωνα:
«Κύριε, μή στήσης αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην!» Κύριε μην καταλογίσεις σ’ αυτούς αυτήν την αμαρτία.
Μ’ αυτά τα τελευταία λόγια της συγγνώμης παραδίνει την αγία του ψυχή στον Βασιλέα Χριστό. Και του το ειπών εκοιμήθη, γράφει ο ιερός Ευαγγελιστής.
Έτσι μια γενναία ηρωική ψυχή, λουσμένη με το αίμα του μαρτυρίου και στολισμένη με το στεφάνι της νίκης, μπαίνει στην ατέλειωτη χαρά και ευτυχία του Ουρανού.
Ο λιθοβολισμός του Στεφάνου έγινε χωρίς την έγκριση της Ρωμαϊκής αρχής. Έγινε παρανόμως. Οι Ρωμαίοι δεν είχαν παραχωρήσει τέτοιο δικαίωμα, ποινής θανάτου,
στο Συνέδριο των Ιουδαίων.
Το άγιο σώμα του αγγελόμορφου Πρωτομάρτυρα το φρόντισαν και το ενταφίασαν οι Χριστιανοί των Ιεροσολύμων που θρήνησαν το θάνατο του. ο λιθοβολισμός του
Πρωτομάρτυρα έγινε, κατά πάσα πιθανότητα, τρία περίπου χρόνια μετά την Ανάληψη του Χριστού. Ήτανε παρών σε αυτόν και ο νεανίας Σαύλος, ο μετέπειτα φλογερός
Απόστολος του Χριστού Παύλος.
Η ημέρα του Λιθοβολισμού του Στεφάνου καταγράφεται στην Ιστορία της Στρατευομένης Εκκλησίας του Χριστού ως η αφετηρία του Πρώτου Διωγμού των
Χριστιανών που άρχισε από τα Ιεροσόλυμα. για τον διωγμό αυτό γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς:
«Εγένετο δε εν εκείνη τη ημέρα διωγμός μέγας επί την εκκλησίαν την εν Ιεροσολύμοις, πάντες δε διεσπάρησαν κατά τάς χώρας της Ιουδαίας και της
Σαμαρείας, πλήν των αποστόλων» (Πραξ. η΄ 1).
Μετά τον λιθοβολισμό του Στεφάνου το ιουδαϊκό μένος στρέφεται αδιάκριτα εναντίον όλων των Χριστιανών των Ιεροσολύμων. Εξαπολύεται διωγμός μέγας κατά
της Εκκλησίας. Διωγμός φοβερός ώστε αναγκάζονται οι Χριστιανοί να εγκαταλείψουν τα Ιεροσόλυμα και να διασκορπιστούν στα χωριά της Ιουδαίας και
της Σαμάρειας. Φύγανε σχεδόν όλοι πλην των αποστόλων. Εκείνοι, ως πρόμαχοι και ταγοί της Εκκλησίας, έπρεπε να μείνουν κοντά στη μάχη, για να είναι παράδειγμα
πίστεως, ανδρείας και θάρρους... Κι αυτό έπραξαν!



Το Μέγιστον Έπαθλον
Ποιά όμως είναι τα μέγιστα και ανεκτίμητου αξίας έπαθλα που χάρισε ο Θεός στον Πρωτομάρτυρα, σ’ ανταμοιβή της θερμής Πίστης του και της σθεναρής υπέρ Χριστού
ομολογίας του;
Του έδωσε τη χάρη Του. Του χάρισε θαυματουργική δύναμη. Του δώρισε λάμψη ουράνια και μορφή αγγελική μέσα στο Ιουδαϊκό Συνέδριο. Κι ενώ ήταν έτοιμος για
το μαρτύριο, είδε μέγα και θαυμαστό όραμα. Είδε ανοιχτούς τους ουρανούς και τον Χριστό να στέκεται όρθιος στα δεξιά του Πατρός!
Σύμφωνα με τη θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, ο πόθος του μαρτυρίου ανεβάζει το Χριστιανό σε αγγελικό αξίωμα. Ανοίγει τις πύλες των ουρανών.
Και όταν οι πέτρες πέφτουν με οργή και σφοδρότητα στο νεανικό σώμα του Πρωτομάρτυρα εκείνος υπομένει καρτερικά και συγχωρεί. Γίνεται μιμητής του
Χριστού. Και ποιο είναι εδώ το έπαθλο του; Φονεύεται αλλά δεν αποθνήσκει. Ένδοξη κοίμηση είναι το έπαθλο. Οι φονικές πέτρες γίνονται σκάλες και σκαλοπάτια που τον
οδηγούν στον ουρανό να λάβει το στεφάνι της νίκης.




Στίχος
Λόγων στεφάνοις, οἷα τιμίοις λίθοις, Στέφω Στέφανον, ὃν προέστεψαν λίθοι. Εἰκάδι λαΐνεος Στέφανον μόρος ἑβδόμῃ εἷλεν.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε
Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων Πρωτόαθλε· σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδες σου τὸν
Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον
Ὁ Δεσπότης χθὲς ἡμῖν, διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει, καὶ ὁ δοῦλος σήμερον, ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει· χθὲς μὲν γάρ, ὁ Βασιλεύων σαρκὶ ἐτέχθη, σήμερον δέ, ὁ οἰκέτης
λιθοβολεῖται· δι᾽ αὐτὸν καὶ τελειοῦται, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.

Κάθισμα Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ
Ἀπόστολε Χριστοῦ, Διακόνων ὁ πρῶτος, Πρωτόαθλε σοφέ, τῶν Μαρτύρων ἀκρότης, ὁ κόσμου τὰ πέρατα, ἁγιάσας τοῖς ἄθλοις σου, καὶ τοῖς θαύμασι, ψυχὰς ἀνθρώπων
λαμπρύνας, τους τιμῶντάς σε, ῥῦσαι παντοίων κινδύνων, πανεύφημε Στέφανε.

Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος δ΄. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ
Τὴν τοῦ Πνεύματος πηγήν, ἐν τῇ καρδίᾳ μυστικῶς, κεκτημένος τοῦ Χριστοῦ, ὁ Πρωτομάρτυς ἀληθῶς, τῶν Ἰουδαίων ἀπήλεγξε τὴν αὐθάδειαν, καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς,
τόν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, ἀναβλαστήσαντα, τῷ τῆς σοφίας καὶ χάριτος πληρώματι, πεπληρωμένος ὁ ἔνδοξος. Ἀλλ' ὦ Τρισμάκαρ, τοὺς σὲ τιμῶντας,
σῷζε θείαις πρεσβείαις σου.

Ὁ Οἶκος
Ὡς ἀστὴρ φαεινὸς σήμερον συνεξέλαμψε, τῇ Γεννήσει Χριστοῦ, ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος, ἀστράπτων καὶ φωτίζων τὰ πέρατα ἅπαντα, τῶν Ἰουδαίων μόνον
ἠμαύρωσε τὴν πᾶσαν δυσσέβειαν, σοφίας λόγοις τούτους διελέγξας, ἀπὸ τῶν Γραφῶν διαλεγόμενος, καὶ πείθων τούτους, τὸν γεννηθέντα ἐκ τῆς Παρθένου Ἰησοῦν, Υἱὸν
αὐτόν εἶναι Θεοῦ, κατῄσχυνε τούτων τὴν ἀσεβῆ κακουργίαν, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.

Μεγαλυνάριον
Πρῶτος Διακόνων ἀναδειχθείς, πρῶτος τοῦ Δεσπότου, ἐχρημάτισας μιμητής· ὅθεν Ἀθλοφόρω, πρωτεύων Πρωτομάρτυς, τύπος αύτοῖς ἐγένου, πρώταθλε Στέφανε.

http://xristianos.gr
 

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

04 Νοεμβρίου, μνήμη και του ευσεβεστάτου βασιλέως Ιωάννου Βατάτζη του ελεήμονος

04 Νοεμβρίου, μνήμη και του ευσεβεστάτου βασιλέως Ιωάννου Βατάτζη του ελεήμονος

 Του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου
Τη Δ. του αυτού μηνός «Νοεμβρίου», ο Άγιος και ευσεβέστατος βασιλεύς Ιωάννης δουξ ο Βατάτζης και ελεήμων, εν ειρήνη τελειούται.

Κάτω βασιλεύς ων το πριν, στεφηφόρε,
Άνω βασιλεύς νυν εδείχθης ω κλέους.

Ούτος ο φιλόχριστος βασιλεύς Ιωάννης, πατρίδα μεν είχεν το Διδυμότειχον, εις την μεγαλόπολιν Αδριανούπολιν, προγόνους δε τους πρώτους της βασιλικής Συγκλήτου, διότι ο παππούς αυτού, ο Κωνσταντίνος ο Βατάτζης λεγόμενος, ήτο στρατοπεδάρχης του βασιλέως Μανουήλ του Κομνηνού, εν έτει 1143. Αφού δε απέθανον οι γονείς του βασιλέως τούτου, έμεινε πολύ πλούτος εις αυτόν, τον οποίον διεμοίρασεν εις πτωχούς και εξώδευσεν εις αφιερώματα θείων ναών και εκκλησιών.
Έπειτα υπήγεν εις το εν Βιθυνία Νυμφαίον, όπου τότε ήτο το παλάτιον και η καθέδρα των βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως (καθώς, αλωθείσης της Κωνσταντινουπόλεως υπό των λατίνων (1204), ο Θεόδωρος Λάσκαρις αναγορευθείς αυτοκράτωρ και καταφυγών εις Ασίαν έστησε τον θρόνον του εις την Νίκαιαν της Βιθυνίας).

Εκεί εύρεν τον από πατρός θείον του, κληρικόν όντα, πλησίον εις τον βασιλέα Θεόδωρον Λάσκαριν. Με το μέσον λοιπόν του θείου του, έγινε φίλος με τον βασιλέα, δεν υπερηφανεύετο όμως δια την φιλίαν ταύτην, αλλά ταπεινώς εις όλους εφέρετο. Όθεν και από όλους ηγαπάτο, ήθος έχων σεμνόν, ζωήν σώφρονα, όμμα ιλαρόν. Ήτο ευκολοπλησίαστος εις όλους, πράος, άκακος, γαληνός και διαλεγόμενος εις όλους με πρόσωπον ήρεμον.
Λοιπόν δια τας αρετάς του ταύτας έλαβεν εις γυναίκα του την θυγατέρα του βασιλέως, Ειρήνην ονομαζομένην, ύστερον δε, αφού εμονομάχησε με τον λατίνον Κόραδον, τον καυχώμενον εις την δύναμίν του, και ενίκησε αυτόν ειπών: «Κύριε Ιησού χριστέ, βοήθει μοι».

Αφού δε ο πενθερός του, βασιλεύς Θεόδωρός, απέθανεν, έλαβε την βασιλείαν ο χαριτώνυμος ούτος Ιωάννης εν έτει 1222. Και λοιπόν ήτο εις όλους τους αδικουμένους προστάτης θερμότατος και εδεικνύετο στάθμη της δικαιοσύνης. Μάλιστα δε εγνωρίζετο παρά πάσι ότι ήτο πηγή ελεημοσύνης, διό και κατ’ εξοχήν επωνομάζετο ελεήμων.
Ομοίως εγνωρίζετο της ευσεβείας και ορθοδόξου πίστεως ζηλωτής, διότι ούτος ο αοίδιμος έγινεν αίτιος να βαπτισθή εις τον καιρόν του το γένος των ιουδαίων. Και ζήλον έλαβεν εις την καρδίαν του δια να ενώση την Ανατολικήν Εκκλησίαν μετά της Δυτικής, ένεκα του οποίου πρέσβεις εστάλησαν από τον ένατον Γρηγόριον, τον πάπαν Ρώμης, και διάλεξις συνεκροτήθη μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών, εξάρχου όντος της διαλέξεως του τότε πατριάρχου κωνσταντινουπόλεως Γερμανού του νέου. Και όσον το επ’ αυτώ θα ετελείωνε την τοιαύτην ποθητήν ειρήνην, αν οι δυτικοί ήθελον στέρξει να σηκώσωσιν από το Σύμβολον της Πίστεως την προσθήκην του «και εκ του Υιού εκπορευόμενον».

Ούτος ο ελεήμων βασιλεύς ήκουσε νοερώς και θείαν φωνήν ενηχηθείσαν αυτώ και λέγουσαν: «Ο σταυρωθείς εγήγερται, ο μεγάλαυχος πέπτωκεν, ο καταπεσών και συντριβείς ανώρθωται». Από την οποίαν ενδυναμωθείς, κατετρόπωσε και κατέσφαξε δια μονομαχίας τον μεγάλαυχον εκείνον σουλτάνον Αζατίνην ονόματι, ο οποίος επιδραμών από το Ικόνιον, ελεηλάτει τας πόλεις όσαι ευρίσκοντο κατά τον ποταμόν Μαίανδρον.
Κυβερνήσας λοιπόν θεοφιλώς το σκάφος της παγκοσμίου βασιλείας, ο τρισμακάριστος παρέδωκεν εν ειρήνη την ψυχήν του εις χείρας Θεού, χρόνων ων εβδομήκοντα δύο. Το δε τίμιον αυτού σώμα ενεταφιάσθη εις το μοναστήριον του Σωτήρος Χριστού, το οποίον έκτισεν ο ίδιος αυτός βασιλεύς και επωνόμασεν αυτό Σώσανδρα. Ύστερον δε, δι’ αποκαλύψεως του ιδίου βασιλέως, μετεκομίσθη το τούτου άγιον σώμα εις την πόλιν της Μαγνησίας.
Θαύμα δε εφάνη ότε ανεκομίσθη εκ του τάφου το τούτου άγιον λείψανον και μετεκομίσθη εις την Μαγνησίαν, διότι, ότε ο τάφος ηνοίχθη, καμία δυσώδης αποφορά δεν εξήλθεν, αλλά ευωδία και χάρις μεμιγμένη με ηδονήν και γλυκύτητα, ως αν ήθελεν ανοιχθή κήπος αρωματικός και ευώδης.

Ο δε νεκρός εφάνη να κάθεται επάνω εις θρόνον βασιλικόν, χωρίς να έχη καμίαν λύσιν των αρμών του σώματος, χωρίς να έχη καμίαν μελανίαν και χωρίς τινά δυσωδίαν ή σημείο άλλο νεκρότητος. Αλλά ο προ επτά ετών ενταφιασθείς εφαίνετο ζωντανός, έχων μεν εις τα μέλη του το φυσικόν αυτών κίνημα, φέρων δε εις τας παρειάς του προσώπου το φυσικόν αυτών κόκκινον χρώμα.
Αλλά και αυτά τα βασιλικά στρώματα του λειψάνου εφυλάχθησαν αδιάφθορα, ως αν ήθελαν ραφεί σήμερον. Ούτως δε οίδε δοξάζειν Θεός τους Αυτόν δοξάζοντας.
Από τότε δε και ύστερον ενήργει το τίμιον λείψανον εν τη μαγνησία θαύματα πάμπολλα, ιατρεύον ασθενείας, διώκον δαίμονας και άλλα πάθη θεραπεύον, δια της εν αυτώ κατοικούσης του Θεού χάριτος, πάντων των μετά πίστεως αυτώ προστρεχόντων, καθώς τινά εξ αυτών αναφέρει ο μετ’ εγκωμίου κατά πλάτος βίος του.

Τον κατά πλάτος Βίον τούτου μετέφρασεν η εμή αδυναμία εις το απλούν, εξ ού και εσυνώψισα το παρόν Συναξάριον. Αλλά και ολόκληρον ασματικήν Ακολουθίαν εξ υπαρχής εφιλοπόνησα εις την τούτου βασιλικήν μεγαλειότητα, άπερ ευρίσκονται νυν εις την Μαγνησίαν.

(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου” Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Εκδόσεις Δόμος, 2005)


Απολυτίκιον. Ήχος Α. Της ερήμου

Τον λαμπρόν βασιλέα και των πιστών μέγα καύχημα, και του Διδυμοτείχου το κλέος, Ιωάννην τιμήσωμεν, εν ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, ιεράν μνήμην εκτελούντες την αυτού, ίνα λάβωμεν πλουσίως την αμοιβήν, συμφώνως ανακράζοντες. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Κοντάκιον

Ιωάννη, εδείχθης ανάκτων το καύχημα, φιλανθρώπων δε πάντων το σεμνόν εγκαλώπισμα, και πιστών της Ορθοδοξίας πρότυπον σεπτόν. Διο έλαβες ως αμοιβήν την βασιλείαν του Θεού, και χαράν ανεκλάλητον. Σκέπασον σαις πρεσβείαις, βελών του αντιδίκου, τους ανυμνούντας ευλαβώς την ζωήν σου θεοδόξαστε.

Ενημέρωση από Ορθόδοξη Πορεία
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/11/04.html

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Ο Όσιος Γεράσιμος περί συμπροσευχών. Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος

Παλαιά ἱστορία ἀλλά λίαν ἐπίκαιρος συμβεῖσα εἰς τήν Ἱεράν Μονήν τοῦ Ὁσίου Γερασίμου ἐν Κεφαλληνία

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιώς

Εν Πειραιεί 19-10-2012

Η Ορθόδοξος Εκκλησία διδάσκει σταθερά καί αταλάντευτα ότι απαγορεύεται η συμπροσευχή του Ορθοδόξου Χριστιανού μέ αιρετικούς. Όχι ασφαλώς από μίσος. Η ρήτρα αυτή αποτελεί στοιχειώδες μέτρο ασφαλείας γιά τούς πιστούς της, αλλά καί ένα φιλάνθρωπο μήνυμα αφυπνίσεως γιά τούς αιρετικούς. Υπάρχουν γι’αυτό καί θεόπνευστες εντολές της Αγίας Γραφής καί παραδείγματα Αποστόλων καί Πατέρων, αλλά καί σχετικοί Ιεροί Κανόνες Αγίων Συνόδων. Αυτό γνωρίζαμε καί αυτό τηρούμε οι Ορθόδοξοι αιώνες τώρα.

Αλλά ήδη καί αυτός ο σωτήριος φραγμός, σύμφωνα μέ άνωθεν οδηγίες, επιχειρείται νά καταρριφθεί. Γιατί; Διότι, αποτελεί εμπόδιο στούς σκοπούς της παναιρέσεως του Οικουμενισμού καί της «Νέας Τάξεως Πραγμάτων», πού θέλουν τήν παγκοσμιοποίηση καί επομένως τό πλησίασμα, τή συναναστροφή, τήν απάμβλυνση των θρησκευτικών ιδίως διαφορών, τή συναλοιφή όλων, τό θρησκευτικό ανακάτεμα, μέ μιά λέξη τήν πανθρησκεία. Καί ήδη μέ τίς επανειλημμένες συμπροσευχές, πού προβάλλουν κάθε τόσο τά Μ.Μ.Ε., πολλοί κοντεύουν νά ξεχάσουν καί αυτά, πού ήξεραν.
Καί οι μέν εκτός Εκκλησίας τή δουλειά τους κάνουν. Τό ανησυχητικό είναι ότι στά σχέδιά τους παρασύρουν τήν πνευματική μας ηγεσία, πού ήδη έχει εισάγει νέες ερμηνείες καί νοθεύει τήν καθαρή διδασκαλία της. Έτσι καί στό προκείμενο θέμα ακούμε τώρα νά λένε˙ «Η συμπροσευχή, πού απαγορεύεται, δέν είναι αυτή, πού νομίζετε εσείς οι αδαείς˙ είναι μόνο η ευχαριστιακή». Απαγορεύεται δηλ. η συμπροσευχή μόνο στή Θεία Ευχαριστία-Λειτουργία. Εννοούν, έτσι, ότι οι άλλες συμπροσευχές επιτρέπονται.

Αλλοίμονο, βέβαια, αν η εκκλησιαστική διδασκαλία άλλαζε έτσι, μέ τήν επινόηση μιάς νέας ερμηνείας. Τά τέκνα της Ορθοδοξίας διακρίνουν τήν ορθή από τή νόθο ερμηνεία˙ γνωρίζουν ότι κάθε συμπροσευχή μέ αιρετικούς καί αλλοθρήσκους απαγορεύεται. Οι Οικουμενιστές, όμως, συλλαμβάνονται καί εδώ από τά λόγια τους. Διότι, ούτε καί μέ αυτή τή νεόκοπη ερμηνεία τους φαίνονται συνεπείς. Τελικά, καί σέ ευχαριστιακές συμπροσευχές έχουν προχωρήσει, καί μάλιστα πρό πολλού, όπως θά καταδειχθεί από τό περιστατικό, πού θά αναφέρουμε στή συνέχεια. Ποιά νέα ερμηνεία θά επινοήσουν τώρα οι Οικουμενιστές, γιά νά δικαιολογήσουν τά αδικαιολόγητα;

Τό γεγονός, στό οποίο θά αναφερθούμε, λαμβάνοντας αφορμή από τή μνήμη του Οσίου Γερασίμου στις 20 Οκτωβρίου, είναι παλαιό, πράγμα πού δείχνει ότι η διάβρωση έχει αρχίσει από πολύ νωρίς. Έχει δημοσιευθεί στή «Σπίθα» τόν Οκτώβριο του 1965 από τόν μακαριστό επίσκοπο πρώην Φλωρίνης Αυγουστίνο Καντιώτη.

Όπως είναι γνωστό στή νήσο της Κεφαλληνίας υπάρχει η Ι.Μ. του Οσίου Γερασίμου, όπου βρίσκεται τό Ιερό Λείψανο του Οσίου. Η Ι.Μ. έχει γίνει ένα από τά σπουδαιότερα προσκυνήματα της Ελλάδος. Μυριάδες ευσεβούς ορθοδόξου λαού καί από τά νησιά καί από τήν ηπειρωτική Ελλάδα, κατά τήν εορτή του Οσίου, συρρέουν γιά νά προσκυνήσουν. Όπως πάντοτε, έτσι καί τότε τήν 20ή Οκτωβρίου του 1965, όταν εορταζόταν ο Όσιος, στόν Καθεδρικό Ναό της Μονής τελέσθηκε μεγαλοπρεπώς αρχιερατική λειτουργία. Λειτουργών αρχιερεύς ήταν ο Σεβ. Μητροπολίτης Ζακύνθου κ. Αλέξιος, τοποτηρητής της χειρευούσης Μητροπόλεως Κεφαλληνίας. Κύματα ευσεβούς λαού πλημμύρισαν τόν Ναό καί μετείχαν μέ κατάνυξη της θείας Λειτουργίας. Αλλά, ξαφνικά η γαλήνη του εκκλησιάσματος ταράχθηκε από θλιβερό γεγονός ή μάλλον από σειρά-αλυσίδα γεγονότων, από τά οποία τό ένα ήταν θλιβερώτερο του άλλου.

Στό πυκνό εκκλησίασμα, τό οποίο αποτελούνταν αποκλειστικώς από Ορθοδόξους, παρεισέδυσε καί ένας παπικός «ιερεύς». Κακώς επετράπη στόν παπικό «ιερέα» η είσοδος στό Ναό. Διότι, σύμφωνα μέ τούς Ιερούς Κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, απαγορεύεται η είσοδος αιρετικών στούς Ιερούς Ναούς της Ορθοδοξίας. Αλλά, δέν ήταν αυτό η μόνη κανονική παράβαση.
Επακολούθησε καί άλλη σοβαρότερη. Ο παπικός «ιερεύς» δέν έμεινε καθ’όλη τή διάρκεια της Θείας Λειτουργίας μεταξύ του πλήθους των πιστών. Μετά τόν Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, ο λειτουργών αρχιερεύς κάλεσε τόν παπικό «ιερέα», πού καθόταν έξω από τό θυσιαστήριο, νά εισέλθει εντός του Ιερού. Αυτός, αφού δέχθηκε μιά τέτοια τιμητική πρόσκληση, εισήλθε στό Ιερό Βήμα καί πλησίασε πρός τήν Αγία Τράπεζα, γιά νά λάβει αντίδωρο από τόν αρχιερέα.
Αλλά, εκείνη τήν στιγμή, κατά τήν οποία ο παπικός «ιερεύς» ετοιμαζόταν νά λάβει τό αντίδωρο, πέφτει κεραυνός, πού τάραξε τούς πάντες. Κεραυνός Ορθοδοξίας. Κεραυνό ονομάζουμε τήν θαρραλέα κραυγή, η οποία ακούσθηκε.
Λαϊκός, πού δέν φοίτησε σέ ιερατικές καί θεολογικές σχολές καί δέν μετεκπαιδεύθηκε στήν Ευρώπη, κάτοχος λίγων γραμμάτων, εργάτης στό επάγγελμα, αλλά έχοντας στά στήθη του σπινθήρα Ορθοδοξίας, όταν είδε τήν αντικανονική αυτή ενέργεια του Μητροπολίτου, δέν σιώπησε, αλλά έκραξε φωνή μεγάλη καί είπε˙ «Δέν έχουν θέση οι αιρετικοί εντός του Ορθοδόξου θυσιαστηρίου. Διαμαρτύρομαι. Όσοι πιστοί Ορθόδοξοι ας διαμαρτυρηθούν!».

Καί τό πιστό τέκνο της Εκκλησίας δέν αρκέσθηκε μόνο σέ μία έντονη διαμαρτυρία, αλλά εκτελώντας χρέη ευταξίου της αρχαίας Εκκλησίας, ο οποίος έδιωχνε από τό Ναό κάθε ανόσιο καί αιρετικό, πού θά τολμούσε νά εισέλθει σ’αυτόν, κατά τή φρικτή ώρα της τελέσεως του μυστηρίου, προσπάθησε κι αυτός νά εκδιώξει από τόν Ιερό Ναό τόν παρείσακτο. Αλλά, δέν πέτυχε.
Διότι, ο δεσπότης κάλεσε αμέσως άλλου είδους ευταξίες, κάλεσε τά όργανα της δημοσίας τάξεως, τούς χωροφύλακες, οι οποίοι δέν έχουν θέση, κατά τίς ιερές στιγμές, στόν Ιερό Ναό καί δίνει αυστηρή εντολή νά απομακρύνουν από τόν Ιερό Ναό τόν Ορθόδοξο, πού διαμαρτυρόταν. Τά όργανα της τάξεως, πιστά καί αυτά τέκνα της Ορθοδοξίας, παρ’όλη τή δυσφορία καί αγανάκτηση, πού αισθάνθηκαν γι’αυτή τήν ενέργεια του δεσπότη, αναγκάσθηκαν νά εκτελέσουν τήν εντολή. Εξέβαλαν, λοιπόν, από τόν Ιερό Ναό τό πιστό τέκνο της Ορθοδοξίας.

Αλλά, έως εδώ σταμάτησε τό σκάνδαλο; Δυστυχώς όχι. Έπεται θλιβερώτατη συνέχεια, γιά τήν οποία κάθε πιστός πρέπει νά κλάψει καί νά θρηνήσει. Διότι, ο δεσπότης, αντί από τήν ζωηρή αυτή διαμαρτυρία νά συναισθανθεί τό σφάλμα του καί νά απέχει κάθε άλλης φιλοφρονήσεως πρός τόν παπικό, κάλεσε δυστυχώς τόν παπικό εκ νέου καί του έδωσε τό αντίδωρο.
Αλλά, η ενέργεια του λειτουργούντος αρχιερέως δέν έμεινε αναπάντητη. Άλλο πιστό τέκνο της Ορθοδοξίας, όχι λαϊκός, αλλά κληρικός, ιεροδιάκονος, αψηφώντας τήν μήνη του αρχιερέως καί ενθυμούμενος ποιανού τάχθηκε νά είναι γενναίος στρατιώτης, μέ όλη τήν σταθερότητα, αλλά καί μέ όλη τήν σεμνότητα, πού απαιτούσε ο ιερός τόπος καί οι στιγμές της φρικτής μυσταγωγίας, πλησίασε τόν αρχιερέα καί του λέει˙ «Αυτό, Σεβασμιώτατε, τό οποίο κάνετε, απαγορεύουν αυστηρώς οι Ιεροί Κανόνες της Ορθοδοξίας».
Στό άκουσμα της νέας διαμαρτυρίας, στό άκουσμα της λέξεως «κανόνες» ο αρχιερεύς ταράχθηκε σφόδρα˙ αλλοιώθηκε τό πρόσωπό του, έχασε πλήρως τήν κυριαρχία του εαυτού του, λησμόνησε ολοτελώς πού βρισκόταν καί γεμάτος οργή καί θυμό, ντυμένος μέ όλη τήν αρχιερατική στολή - φρικτό θέαμα καί άκουσμα - ορμά ακάθεκτος κατά του ταλαίπωρου ιεροδιακόνου, τόν κτυπά, τόν ραπίζει, καί σέ έντονο ύφος του λέει˙ «Ποιό κατσίκι σέ χειροτόνησε;... Κάτι τέτοιοι καλόγεροι σάν κι εσένα είναι στήν Αθήνα καί ταράσσουν τήν Εκκλησία... Θά σέ αφορίσω. Θά σέ καθαιρέσω... Εγώ είμαι εδώ... Κάνω ό,τι θέλω...».

Ορθόδοξος αρχιερεύς, τελώντας τήν Θεία Λειτουργία, έχοντας τά χείλη του πορφυρωμένα μέ τό Τίμιο Αίμα του Χριστού, νά κτυπά καί νά βρίζει χυδαίως ένα διάκονο, διότι τόλμησε νά του υπενθυμίσει ευλαβώς τό ιερό καθήκον του ως ιεράρχου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τούς Ιερούς Κανόνες της οποίας ορκίσθηκε, κατά τή φρικτή ώρα της χειροτονίας, νά είναι ο άγρυπνος φύλακας!

Αυτό τό θλιβερό γεγονός συνέβη στόν Καθεδρικό Ναό της Ι.Μ. του Οσίου Γερασίμου κατά τήν επέτειο μνήμη της εορτής του Οσίου τό σωτήριο έτος 1965.

Τά ονόματα των δύο τιμίων τέκνων της Ορθοδοξίας είναι του μέν λαϊκού Γεώργιος Σαββάγλου από τήν Κεφαλληνία, του δέ ιεροδιακόνου Νικόδημος Πετρόπουλος από τήν Πάτρα. Ο ιεροδιάκονος αυτός τυγχάνει ευλαβέστατος, ευώδες άνθος πίστεως καί αρετής, τό οποίο ανεβλάστησε από τήν πνευματική ράβδο του προμάχου της Ορθοδοξίας, του εν Κυρίω κοιμηθέντος αειμνήστου π. Γερβασίου Παρασκευόπουλου.

Μέ τό στόμα αυτών των δύο γενναίων τέκνων της Ορθοδοξίας ακούσθηκε η φωνή αειμνήστων πατέρων καί διδασκάλων της Αγίας καί Αμωμήτου Πίστεώς μας. Ακούσθηκε εν πρώτοις η φωνή των εν Λαοδικεία της Μ. Ασίας συνελθόντων Αγίων Πατέρων τό 364 μ.Χ., οι οποίοι απαγόρευσαν τήν είσοδο των αιρετικών στούς Ναούς της Ορθοδοξίας. Ακούσθηκε η φωνή των Πατέρων της εν Κων/λει Πενθέκτης Οικ. Συνόδου, η οποία μέ τόν Β΄ κανόνα της περιέβαλε μέ οικουμενικό κύρος τίς αποφάσεις της εν Λαοδικεία Συνόδου. Νά, επί λέξει οι σχετικοί κανόνες της εν Λαοδικεία Συνόδου:

ΚΑΝΟΝΑΣ ΣΤ΄: «Περί του μή συγχωρείν τοις αιρετικοίς εισιέναι εις τόν οίκον του Θεού, επιμένοντας τη αιρέσει» (Δέν είναι συγχωρεμένο, απαγορεύεται στούς αιρετικούς νά εισέρχονται στόν οίκο του Θεού, στόν ορθόδοξο ναό, όταν επιμένουν στήν αίρεσή τους).

ΚΑΝΟΝΑΣ ΛΓ΄: «Ότι ου δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι» (ότι δέν πρέπει νά συμπροσευχόμασθε μέ αιρετικούς ή σχισματικούς).

Εάν κάποιος, αναγινώσκοντας αυτούς τούς Ιερούς Κανόνες, μας πει ότι αυτοί αφορούν τούς αιρετικούς καί όχι τούς χριστιανούς, οι οποίοι ανήκουν στόν Παπισμό καί είναι οπαδοί του Πάπα, εμείς έχουμε νά απαντήσουμε ότι, δυστυχώς, οι Παπικοί είναι καί σχισματικοί καί αιρετικοί. Αυτή είναι η υγιής κρίση των Ορθοδόξων.
Αυτή είναι εν πρώτοις η κρίση του μεγάλου ηγέτη των Ορθοδόξων στή σύνοδο της Φλωρεντίας, του αρχιεπισκόπου Εφέσου αγίου Μάρκου του Ευγενικού, ο οποίος αγωνίσθηκε πάνω από κάθε άλλον, γιά νά μήν υποταγεί η Ορθόδοξος Εκκλησία στόν Πάπα. Εμείς, κηρύττει ο άγιος Μάρκος, δέν διακόψαμε τίς σχέσεις μέ τούς Παπικούς γιά κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο γιατί διαπιστώσαμε ότι είναι όχι μόνο σχισματικοί, αλλά καί αιρετικοί. Επί λέξει˙ «Ημείς δι’ουδέν άλλο απεσχίσθημεν των παπικών, αλλ’η ότι εισίν ου μόνον σχισματικοί, αλλά καί αιρετικοί»[1]. Καί αυτή είναι η κρίση όχι μόνο του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, αλλά καί άλλων εγκρίτων θεολόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Εάν κάποιος άλλος πει ότι, κατά τά τελευταία έτη, τά πράγματα άλλαξαν καί ότι ο Παπισμός αποδοκιμάζει τίς πλάνες καί τίς αιρέσεις του καί εκδηλώνει ειλικρινείς διαθέσεις, γιά νά επιστρέψει στίς πηγές των οκτώ πρώτων αιώνων, όταν ο Παπισμός ήταν ενωμένος μέ τήν Εκκλησία, αυτός πού λέει καί κηρύττει αυτά πλανάται οικτρώς.
Διότι, τά πράγματα αποδεικνύουν ότι κανένα βήμα υποχωρήσεως δέν έκανε ο Παπισμός. Παρά τίς φιλοφρονήσεις, τά μειδιάματα καί τά φανταχτερά λόγια, πού ως πυροτεχνήματα εξαπολύει εσχάτως ο Πάπας, γιά νά μας εντυπωσιάσει, ο Πάπας στήν πραγματικότητα παραμένει αμετάπειστος καί αμετανόητος.
Η ιδέα ότι ο Πάπας είναι ο ποντίφηκας, ο άκρος αρχιερέας, ο πρώτος, ο ύψιστος αρχηγός όλης της Εκκλησίας, πού έχει τά κλειδιά, τό πρωτείο καί τό αλάθητο, αυτός πού προβάλλει τό «veto» καί σ’αυτές ακόμη τίς αποφάσεις των Οικ. Συνόδων, τό είδωλο, πού πρέπει όλοι νά πέσουν νά προσκυνήσουν, η εσφαλμένη αλλά καί εωσφορική αυτή ιδέα έχει σφηνωθεί τόσο πολύ μέσα στά κρανία των Παπών καί όλων των οπαδών του Παπισμού, ώστε πρέπει νά περάσουν όχι δεκαετηρίδες, αλλά αιώνες ολόκληροι, γιά νά γίνει θαύμα, γιά ν’αλλάξει η νοοτροπία τους.
Η αμετανοησία του Πάπα φάνηκε καί εσχάτως, όταν τόν Νοέμβριο του 2006 διεκήρυξε από τό πάλαι ποτέ κέντρο της Ορθοδοξίας, τό Φανάρι της Κων/λεως, τό εωσφορικό πρωτείο εξουσίας του επί της καθόλου Εκκλησίας, μπροστά στά μάτια καί τά αυτιά του λατινόφρονος Μεγάλου Οικουμενιστή Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου καί των αρχιερέων του πατριαρχείου, χωρίς τήν παραμικρά αντίδρασή τους, αλλά καί τόν Ιούλιο του 2009, όταν μέ εγκύκλιό του υποστήριξε ότι η μοναδική αληθινή Εκκλησία του Χριστού είναι ο Παπισμός, ενώ οι άλλες Εκκλησίες, ανάμεσα στίς οποίες καί η Ορθόδοξη, είναι ελλειμματικές, επειδή δέν αναγνωρίζουν τό πρωτείο του.
Ας μήν απατώμασθε από τίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Ο βαθύτερος σκοπός των νέων απόπειρων του Πάπα είναι ένας˙ η διάλυση καί απορρόφηση της Ορθοδοξίας. Ας προσέξουμε πολύ οι Ορθόδοξοι, γιά νά μήν πέσουμε στήν παγίδα, τήν οποία μας στήνει εσχάτως τό Βατικανό. Τό θηρίο της Ρώμης, παρ’όλα τά προσωπεία πού αλλάζει κατά καιρούς, παραμένει στήν ουσία αμετάβλητο. Σήμερα είναι κατ’εξοχήν επικίνδυνο, διότι δέν κρατά ξίφη, αλλά σκορπίζει παντού μειδιάματα καί «ευλογίες»...

Λέγοντας αυτά δέν είμασθε κατά της ενώσεως, πού είναι καθολικό αίτημα όλου του χριστιανικού κόσμου. Θέλουμε καί εμείς τήν ένωση, αλλά μέ Ορθοδοξία ακέραιη καί απερίτμητη. Αλλά, δέν έχει φθάσει η ώρα της αληθούς αυτής ενώσεως. Ένωση, πού γίνεται σέ βάρος της Ορθοδοξίας, είναι ψευδοένωση. Κάθε πρόωρη προσέγγιση, αντί νά συντελέσει στή συντόμευση του χρόνου της ενώσεως, θά συντελέσει στό νά διευρύνει περισσότερο τό χάσμα, τη σχάση, πού χωρίζει τόν Παπισμό από τήν Ορθόδοξη Εκκλησία, καί ο χρόνος της πραγματικής ενώσεως θά απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο.

Δυστυχώς, κούφοι θεολόγοι καθηγητές καί επιπόλαιοι ιεράρχες, όπως ο παπόφρων Μέγας Οικουμενιστής Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, που πρόσφατα στις 10/13-10-2012 έλαβε ενεργό μέρος στους εορτασμούς των πενήντα χρόνων από την σύγκληση της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου στη Ρώμη, συμπροσευχόμενος μετά του Πάπα Βενεδίκτου, ασπαζόμενος τον Πάπα, ομιλούντος και αναγνωρίζοντος το «σπούδαιο» έργο της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου, δηλ. την παναίρεση του Οικουμενισμού, την δαιμονική και επάρατη Ουνία και τον διαθρησκειακό συγκρητισμό, δέν θέλουν νά αντιληφθούν τήν σκληρή πραγματικότητα.
Αγαπούν τά ταξίδια, τίς αβρότητες, τίς συναναστροφές, τίς κοσμικές σχέσεις, τά πολυτελή συμπόσια... Καί κάποιοι φιλοδοξούν νά γίνουν οι ειρηνοποιοί, η γέφυρα της ενώσεως. Αλλά τί είδους γέφυρα; Γέφυρα χάρτινη, η οποία στήν ορμή του πρώτου ανέμου θά καταπέσει. Καί μακάρι πάνω σ’αυτή νά βρίσκονται μόνο οι κατασκευαστές της...

Αλλά, ευτυχώς, εναντίον των τάσεων αυτών τάσσονται αρκετοί παραδοσιακοί Ιεράρχες, κληρικοί και ο ευσεβής Ελληνικός λαός, ο ακοίμητος αυτός φύλακας της Ορθοδοξίας. Τό απέδειξαν τά θλιβερά γεγονότα της Κεφαλληνίας.

Σημεία καιρών. Συσκοτισμός ηλίου. Πτώση αστέρων Αποκαλύψεως! Πώς αλλιώς πρέπει νά χαρακτηρίσουμε τά φοβερά γεγονότα της Κεφαλληνίας;

Στό ορθόδοξο κέντρο της Ελλάδος, τό οποίο είναι η Ι.Μ. του Οσίου Γερασίμου Κεφαλληνίας, κατά τήν επέτειο εορτή, διεπράχθησαν ενώπιον Αγγέλων καί ανθρώπων σέ τόπο άγιο, εγκλήματα κατά των Ιερών Κανόνων της Ορθοδοξίας, τέτοιας εκτάσεως, ώστε κάθε πιστός νά μένει εμβρόντητος. Δημόσια πιστό τέκνο της Εκκλησίας δάρθηκε, βρίσθηκε χυδαίως καί αφορίσθηκε, καί όλα αυτά διότι διέπραξε τό μέγα... έγκλημα νά υψώσει φωνή υπέρ της πατρώας Πίστεως.

Ας παραλληλίσουμε τό παραπάνω γεγονός καί μέ τά όσα βλάσφημα καί προδοτικά της πίστεως γεγονότα, έλαβαν χώρα τόν 20ό αιώ. και συνεχίζονται 21ο αιώ. στήν αγιοτόκο και ηρωοτόκο Ελλάδα μας, στό Οικουμενικό Πατριαρχείο Κων/λεως και γενικά στη σύνολη Ορθοδοξία, μέ τήν επέλαση του Πάπα καί τήν προώθηση του Οικουμενισμού, μέ τήν συγκατάθεση και συνευδοκία, μάλιστα, των οικουμενιστών πατριαρχών καί αρχιερέων.

Εμείς, όμως, ο Ορθόδοξος κλήρος καί λαός, ας ικετεύσουμε τόν εορτάζοντα Όσιο Γεράσιμο νά μας διαφυλάττει καί νά μας λυτρώνει από κάθε αίρεση, ιδίως από τίς παναιρέσεις του Παπισμού καί του Οικουμενισμού.


[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σ. 55, Αθήναι 1957.
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/10/blog-post_5806.html

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Σαν σήμερα 10 Οκτωβρίου 1830. Εύρεσις της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου, στα Φυρά της Σαντορίνης

Εύρεσις της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου

Όπως αναφέρουν πολλές γραπτές μαρτυρίες της Ιεράς, σεβάσμιας και αυτοκρατορικής Μονής του Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, ακόμα δε και Θηραϊκό έγγραφο του έτους 1830, κατά το μήνα Ιούνιο του 1820 εστάλησαν στη Κρήτη για τη  διάσωσή της,  από την επιδημία πανώλης, ιερά λείψανα, ανάμεσα στα οποία  η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, τμήμα του Τιμίου Ξύλου, εντός Τιμίου Σταύρου και η κάρα του αγίου Ανδρέα, επισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου, με τη συνοδεία των ιερομόναχων Νεοφύτου και Αμβροσίου, του ιεροδιακόνου Παρθενίου και των μοναχών Διονυσίου και Δωροθέου.
Λόγω  των ανελέητων σφαγών των Τούρκων, οι μεν δύο ιερομόναχοι και ο μοναχός Διονύσιος θανατώθηκαν, ο δε ιεροδιάκονος και ο μοναχός Δωρόθεος, στη προσπάθειά τους να διαφυλάξουν τα άγια λείψανα, κατέφυγαν στο Αγγλικό προξενείο.
Όμως και σε αυτό ο κίνδυνος σφαγής ήταν ορατός. Φύλαξαν, λοιπόν, την Τιμία Ζώνη  στο τζεπχανέ (αποθήκη), μαζί  με όλα τα αφιερώματα των χριστιανών και τη  νύχτα από τα παράθυρα του προξενείου τους κατέβασαν  στο λιμάνι του Ηρακλείου, όπου τους περίμενε πλοίο έτοιμο για να τους μεταφέρει στο Άγιον Όρος.
Και οι  πρόξενοι απειλούμενοι από τους άγριους Οθωμανούς, άρχισαν ν' αναχωρούν ο ένας μετά τον άλλον για την Ευρώπη, για λόγους   ασφάλειας.
Το πλοίο, όμως, του Άγγλου προξένου Δομίνικου Σανταντωνίου,  στο οποίο είχε επιβιβαστεί με την οικογένειά του και που είχε μαζί της  τα ιερά λείψανα, λόγω του αντίθετου  ανέμου και απειλούμενο από τα πλοία  του Τούρκικου στόλου, προσέγγισε στο λιμάνι  της Σαντορίνης στις  αρχές του  1821, όπου και παρέμεινε .
Από τον όρμο Αθηνιός του νησιού, ο πρόξενος ανέβηκε στα Φυρά, κρατώντας κρυμμένα τα άγια λείψανα ακόμα και από τους Βατοπαιδινούς μοναχούς. Παραδόξως, όμως, εκεί  συνάντησε αρκετούς  Κρήτες πρόσφυγες,  γνωστούς στη οικογένειά του.
Λόγω δε των πολεμικών επιχειρήσεων της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο πρόξενος αποφάσισε να παραμείνει  στη Σαντορίνη, όπου του πρόσφεραν  άριστη φιλοξενία οι  Καθολικοί του τόπου προς τους οποίους πρόσφερε και ο ίδιος  αρκετές  υπηρεσίες, ως χειρουργός γιατρός. Για δέκα χρόνια  τα αναφερόμενα λείψανα τα είχε με επιμέλεια κρυμμένα,  με σκοπό στο μέλλον να τα μεταφέρει σε πόλεις της Ευρώπης και να τα πουλήσει.
Μετά από λίγο καιρό όμως, οι Κρήτες πρόσφυγες του νησιού αποκάλυψαν το μυστικό, ότι δηλαδή ο Άγγλος πρόξενος κατέχει την Τιμία Ζώνη και τα άλλα άγια λείψανα.
Όταν η είδηση διαδόθηκε μέχρι  το Άγιον Όρος, ήλθαν να τα  παραλάβουν  δύο Βατοπαιδινοί μοναχοί, ο Διονύσιος και ο Στέφανος, έχοντας μαζί τους και τα επίσημα μοναστηριακά Γράμματα για  την κυριότητα των λειψάνων, οι οποίοι και πληροφόρησαν σχετικά τον επίσκοπο Σαντορίνης Ζαχαρία.
Αμέσως ο ζηλωτής εκείνος ποιμένας  επισκέφτηκε με τον αρχιδιάκονό του Σεραφείμ Καΐρη και τον Αστυνόμο Αντώνιο Ν. Σιγαλά  στην οικία του τον Άγγλο πρόξενο, τον οποίο και παρακάλεσαν, να τους  παραδώσει τα Άγια λείψανα.
Εκείνος, όμως, αρνιόταν να το κάνει, δικαιολογούμενος ότι πιέζεται «υπό του δαίμονος της γυναικός του Στεφανίας», συμφώνα με το θηραϊκό έγγραφο. Τότε ο αστυνόμος μάζεψε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς, κλήρο και λαό, έξω από το σπίτι  του προξένου, στα Φυρά, με τα  λάβαρα και τα εξαπτέρυγα ενώ οι  καμπάνες των εκκλησιών  κτυπούσαν  χαρμόσυνα.
Εξαιτίας όλων αυτών, ο πρόξενος Δομίνικος φοβήθηκε το λαό των ορθοδόξων, που  παρέμεινε αμετακίνητος  όλη τη νύκτα της 9ης προς τη 10η Οκτωβρίου 1830 έξω από  το σπίτι του, και αφού  άφησε για λίγο μόνους τους επισκέπτες, πήγε στο εσωτερικό του σπιτιού του και επανήλθε σε λίγο έχοντας  την έκφραση του προσώπου του αλλοιωμένη.
 Αφού δε ετοίμασε τραπέζι, ξαναέφυγε, γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Όταν δε γύρισε ανακοίνωσε ότι πήγε στο μοναστήρι των Φράγκων και πήρε  το κιβώτιο με τα άγια λείψανα. Αμέσως άναψε στο τραπέζι είκοσι κηροπήγια και αφού θυμίασε το σπίτι του, τους παρευρισκομένους επισκέπτες και τους δύο Βατοπαιδινούς πατέρες, οι οποίοι έφθασαν εν τω μεταξύ, έλαβε με ιεροπρεπή κίνηση τα άγια λείψανα, τα ανύψωσε κλαίγοντας  και τα παρέδωσε στα χέρια του αγίου αρχιερέως Σαντορίνης, ο οποίος «κλίνας γόνυ ψυχής και σώματος» τα προσκύνησε με ιερή συγκίνηση και ανέκφραστη χαρά.
Η Θεοτόκος έδειξε και πάλι το θαύμα Της!
Μετά την Ακολουθία του αγιασμού, ο μεν επίσκοπος σήκωσε το χρυσό κιβώτιο με την Τιμία Ζώνη, οι δε αγιορείτες μοναχοί τα άλλα δύο ιερά λείψανα και συνοδευόμενοι από τον ιερό κλήρο και το λαό, έφθασαν με πομπή στον Μητροπολιτικό  ναό  της πόλεως των Φυρών, όπου  έγινε ευχαριστήρια  δοξολογία  προς τον πανάγαθο Θεό. Όχι δε μόνον οι ορθόδοξοι, αλλά και αυτοί οι Φράγκοι ήρθαν «συν γυναιξί και τέκνοις» και προσκύνησαν με πολλή ευλάβεια, ενώ πολλοί από πάθη θεραπεύτηκαν και όσοι είχαν δαιμόνια φώναζαν ότι φεύγουν για την δύναμη της Τιμίας Ζώνης!
Στη συνέχεια οι Βατοπαιδινοί πατέρες τη μετέφεραν για  αγιασμό  στα υπόλοιπα χωριά  του νησιού, όπου «ο λαός ως σμήνος μελισσών» ερχόταν , να προσκυνήσει το άγιο Θεομητορικό λείψανο, το οποίον «ευωδίαζε άρρητον ευωδία», κατά την ακριβή διατύπωση του Θηραϊκού εγγράφου.
Μετά τρείς  μήνες, από την ημέρα της ευρέσεως, οι μοναχοί συνοδευόμενοι από πολλούς  κατοίκους των Θυρών, που έφεραν συνεισφορές των χριστιανών, αφιερώματα και δωρεές - μεταξύ των οποίων πεντάφωτη χρυσή λυχνία με  το όνομα «ΘΗΡΑ» - έφεραν τα  ιερά λείψανα στη Μονή Βατοπαιδίου, και όλοι οι μοναχοί με πνευματική χαρά, έκαναν «παννύχιο αγρυπνία» την ήμερα εκείνη. Επίσης έκριναν  σωστό, όπως ο εορτασμός της ευρέσεως και φανερώσεως της Τιμίας Ζώνης γίνεται κάθε χρόνο  τη δεκάτη  Οκτωβρίου, εις τιμήν και μνήμη της Ύπεραγίας Θεοτόκου, γεγονός το οποίο συνεχίζεται ως  σήμερα.

πηγή: Ματθαίου Ε. Μηνδρινού, Ασματική Ακολουθία εις ανάμνησιν της ευρέσεως της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου

agioritikesmnimes.blogspot.gr 

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Όσιος Σάββας ο Βατοπαιδινός, ο δια Χριστόν σαλός (†1349)

Αγιορείτης Άγιος  Μνήμη 5 Οκτωβρίου

Σύγχρονη κυπριακή φορητή εικόνα.
Από το βιβλίο του μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου,
«Βατοπαιδινό Συναξάρι»

Ο όσιος Σάββας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη περί το 1280 από λίαν ενάρετους γονείς, οι όποιοι τελικά μόνασαν. Ο άριστος βιογράφος του οσίου και γνώριμος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος τους εγκωμιάζει θαυμάσια.
Ο όσιος ονομαζόταν κατά κόσμον Στέφανος. Έλαβε καλή βασική μόρφωση και από νωρίς αγάπησε θερμά την αρετή, τη σωφροσύνη, την εγκράτεια και την ταπείνωση, ώστε ηταν σε όλους πολύ αγαπητός.
Νέος αφήνει πατρίδα, γένος, υπόληψη και πατρική αγάπη και έρχεται στο Άγιον Όρος. «Εισέρχεται στον ιερό Άθωνα, τον όντως χρυσό και αγαπητό Άθωνα, τον πρόξενο των καλυτέρων αγαθών σε μένα απ’ οτιδήποτε άλλο» κατά τον άγιο βιογράφο του. Τίθεται στην υπακοή σεβάσμιου και έμπειρου Γέροντος στην περιοχη των Καρυών σε κελλί Βατοπαιδινό. Στην κουρά του λαμβάνει το όνομα Σάββας. Υπόμενε καρτερικά την αυστηρότητα του Γέροντος του και τη σκληρότητα της υπερβολικής του εγκράτειας.
 Η πείνα, η δίψα, η ολονύκτια αγρυπνία, η ορθοστασία, η δέηση τον συνόδευαν πάντοτε. Ο αυστηρός του Γέροντας του ηταν λίαν αγαπητός, αφού τον θεωρούσε βέβαιο οδηγό της σωτηρίας του. Ο ίδιος ηταν πολύ αγαπητός σε όλους τους συνασκητές του και χαίρονταν τη συνομιλία του.

Λόγω της μεγάλης του ταπεινοφροσύνης αρνήθηκε να δεχθεί την ιερωσύνη. Βλέποντας πως δεν εισακούεται, την ημέρα της χειροτονίας του κρύφθηκε σε μέρος που αδυνατούσαν να τον ανακαλύψουν. Χαρακτηριστικά γεγονότα φανερώνουν το μέγεθος της ανυπόκριτης φιλαδελφίας του, όταν σε μακρά οδοιπορία λαβαίνει στον ώμο του τα πράγματα και τον ίδιο τον αδελφό του συνοδοιπόρο του.
 Λόγω επιδρομών των Καταλανών ο Γέροντας του αναχωρεί με άλλους πατέρες για μονή της Θεοτόκου της Θεσσαλονίκης. Ο ϊδιος μή θέλοντας να έχει τις περιποιήσεις των γονέων και τις κολακείες των γνωστών, φίλων και συγγενών, αναχωρεί για τα νησιά Λήμνο, Λέσβο και Χίο και καταλήγει στη Μικρά Ασία, στην Έφεσο. Επισκέπτεται την Πάτμο και άλλα νησιά και καταλήγει στην Κύπρο.
Μετά από θερμή και ένδακρυ προσευχή αποφασίζει ν’ ακολουθήσει τη δύσκολη οδό της διά Χριστόν σαλότητος, απορρίπτοντας όλα τα ρούχα του και περιφερόμενος στα βουνά άστεγος και γυμνός, αλλά και στις πόλεις άγνωστος, αμίλητος, άσιτος και απρόσιτος. Νεκρός για τον κόσμο ζούσε με συνεχή νηστεία η μάλλον ασιτία.
 Έφθανε να τρώει μία φορά την εβδομάδα μόνο άγρια χόρτα. Δεν είχε στρώμα, στέγη, ένδυση, φιλία και γνωριμία. Ζούσε πράγματι μια ζωή σπάνια, υπερφυή, απερίγραπτη, ασυνήθιστη κι απίθανη. Εκτεθειμένος στον καύσωνα, στο ψύχος, στην καταιγίδα, τη νεροποντή, τον άνεμο, τα θηρία, τα ερπετά, και τη στέρηση απορούσε κανείς πως δεν τον επισκεπτόταν ο θάνατος.
Έτσι όμως έγινε θαυμαστός στους αγγέλους και μισητός στους δαίμονες. Ο σοφός περιφερόταν ώς άσοφος και μωρός διά Χριστόν κατά τον θειο Παύλο. Αρκετοί τον θεωρούσαν παράφρονα και τον περιφρονούσαν και απομακρύνονταν από κοντά του. Μερικοί άρχιζαν να τον σέβονται και να τον τιμούν, υποψιαζόμενοι τον μυστικό άγώνα του και την επιλεγμένη σιωπή του.
Με τα αγωνίσματα του πολεμούσε τη μαλθακότητα της ηδονής, την παραδοξότητα της αλαζονείας, τη θρασύτητα της υπεροψίας και την κακότητα της εμπάθειας. Ορισμένοι τον παρεξηγούσαν, τον υποπτεύονταν, τον έβριζαν κι έφθασαν να τον δείρουν ανελέητα. Εκείνος όμως είχε μια υπέροχη συγχωρητικότητα και θεωρούσε τις κατ’ αυτού ενέργειες των ανθρώπων καθαρά δαιμονοκίνητες.
Ο δαίμονας όταν έβλεπε οι έντεχνες παγίδες του να καταστρέφονται από τον επιτήδειο ασκητή, του έσπερνε μύριους δεξιούς λογισμούς περί υψηλής αγιότητός του και απομακρύνσεως από την οδό που βαδίζει μέσα στον κόσμο με τόσες περιπέτειες. Μα δεν κατάφερε τίποτε να κερδίσει από τον ταπεινό εργάτη του ευαγγελίου.
Κάποτε που εισήλθε σε ένα μοναστήρι παπικών που γευμάτιζαν εξήλθε αιμόφυρτος από το ξύλο που του έδωσαν θεωρώντας τον ώς απατεώνα. Παντού και πάντοτε διατηρούσε τη σιωπή, τη νήψη, την προσευχή και την ταπείνωση. “Εφθασε όμως ο καιρός που η περιφρόνηση, η κακομεταχείριση και η υβρεολογία μετατράπηκε σε θαυμασμό, δόξα και τιμή για τον όσιο. Ο ευλαβής κυπριακός λαός άρχισε να τον τιμά ώς άγιο, ενώ ακόμη ζούσε, με ιδιαίτερη αγάπη.
 Η τιμή όμως ενοχλούσε υπερβολικά τον άνθρωπο του Θεού, όπως άλλους η ατιμία, και έτσι αποφάσισε την αναχώρηση από τη μεγαλόνησο, όπου έζησε πολυ καιρό με υπερθαύμαστους άγώνες.
Βαρύ πένθος κατέλαβε τους Κύπριους με την αποχώρηση του. Μετά από περιπέτειες έφθασε στους Αγίους Τόπους και έγινε ταπεινός προσκυνητής του Παναγίου Τάφου και των άλλων πανίερων προσκυνημάτων. Κατόπιν επισκέφθηκε το θεοβάδιστο όρος Σινά ώς αρχάριος και ανίδεος με την ανυπέρβλητη και πρωτοφανή μετριοφροσύνη του. Επιστρέφει στα Ιεροσόλυμα και εγκλείεται στα ασκητήρια πέραν του Ιορδάνου προσευχόμενος θερμά και αδιάλειπτα.
Οί δαίμονες ξεσήκωσαν δυνατό πόλεμο εναντίον του ακατάφερτα, αφού είχαν να κάνουν με άφοβο και γενναίο άθλητή του πνεύματος, που δεν κάμπτεται και δειλιάζει εύκολα. Παρά τη σωματική του καχεξία, την αδυναμία και τους δαιμονικούς δαρμούς, η καρδιά του μένει προσηλωμένη στον Κύριο της δόξης, που τον αξιώνει άρρητης θεοψίας και θείας φωτοχυσίας.
Η αγάπη του ηταν μεγάλη για την αφάνεια, την ασημότητα, την αδοξία και τη μυστικότητα. Ο θεός όμως τον φανέρωνε προς ωφέλεια πολλών, που συνέτρεχαν από παντού, διδάσκονταν από τη σιωπή του και ευφραίνονταν από τη γαλήνη της θέας του προσώπου του. Αρκούνταν σε μερικά νεύματα και φιλούσε τα πόδια τους. Όλοι τον είχαν για μεγάλο άγιο.
Φοβούμενος τη δόξα των ανθρώπων αναχώρησε πάλι κρυφά στη βαθύτερη έρημο για μεγαλύτερη άσκηση, ώστε να αποκάμει και να τον υπηρετούν άγγελοι. Ο Χριστός του φανερώθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε άρρητο φως και αυτή ηταν η μεγαλύτερη χαρά του. Νέοι κίνδυνοι και νέοι φοβεροί πειρασμοί τον οδήγησαν πλησίον του θανάτου, αλλά υπήρξαν αγγελοφάνειες κι ανείπωτες θειες παραμυθίες.
Εισήλθε στη μονή του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, όπου έγινε γνωστός και του απέδωσαν μεγάλες τιμές μοναχοί και λαϊκοί που συνέτρεξαν να τον δούν. Εκείνος όμως έμεινε ατάραχος στη φίλη ησυχία και προσευχή, αντιστεκόμενος σταθερά στις δαιμονικές πλεκτάνες.
 Οί δαίμονες τα έχασαν μαζί του με τη μόνιμη ανδρεία στάση του και την υπέρμετρη άσκησή του.
 Δεν ηξεραν τί άλλο φοβερό να του κάνουν. Συνεχώς τους καταντρόπιαζε. Τελικά τον άφησαν ησυχο, αφού είδαν ότι ο εναντίον του πόλεμός τους τον έκανε αγιώτερο. Έφθασε να μεταστεί σωματικά, ύστερα από σαρανταήμερη τελεία νηστεία, ορθοστασία κι αγρυπνία. θα νό μιζε κανείς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο βιογράφος του, ότι πρόκειται για ακίνητο άγαλμα.
Είδε για τρίτη φορά τον Χριστό μέσα σε απειρόκαλο φως και γέμισε από ανεκλάλητη ευφροσύνη, γενόμενος υιός φωτός, συνομιλητής αγγέλων, φωτοφόρος και θεοφόρος, φωτόμορφο τέκνο της Εκκλησίας, μακάριος για την καθαρότητα της καρδιάς του, λαμβάνοντας την παύλεια υιοθεσία και γευόμενος το άκτιστο θαβώρειο φως, ώς πιστός μαθητής του Κυρίου.
Στη συνέχεια της ζωής του έμενε αναπόσπαστος στη θέα της καταπληκτικής εκείνης θεοφάνειας. Γι’ αυτό και δεν εκινείτο διόλου, αλλά έμενε στο ίδιο μέρος ακίνητος επί πολύ. Κατόπιν αποφάσισε να πάει υποτακτικός στο κοινόβιο του Τιμίου Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη, προς έκπληξη των εκεί μοναζόντων, όπου ανέλαβε το διακόνημα του εκκλησιαστικού.
Η θεία χάρη που είχε μέσα του τον έκανε να επιτελεί θαύματα, να ημερεύει λιοντάρια και να τον υπακούουν. Με θεϊκή δι’ αγγέλου εντολή αναχώρησε από το μοναστήρι. Οι μοναχοί τον αποχωρίσθηκαν θλιμμένοι. Στα Ιεροσόλυμα τον υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές. Πορεύθηκε προς τη Δαμασκό και την Αντιόχεια της Συρίας.
Στον δρόμο του συνάντησε μια γυναίκα με το νεκρό παιδι της στην αγκαλιά της. Βλέποντας τα δάκρυά της και τις παρακλήσεις της το ανέστησε. Για να αποφύγει τις τιμές αναχώρησε αμέσως αλλάζοντας δρόμο. Και άλλοτε πραγματοποίησε το ίδιο θαύμα.
Με πλοίο έφθασε στην Κρήτη, όπου επί διετία ασκήθηκε στα έρημα βουνά της με υπερθαύμαστο και υπεράνθρωπο τρόπο, ώστε να ασθενήσει. Κατόπιν μετέβη στην Εύβοια, την Πελοπόννησο, την Αθήνα, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ηράκλεια και την Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε σιωπηλός κι έγκλειστος στη μονή του Αγίου Διομήδους. Η φήμη όμως δεν μπόρεσε πάλι να κρυφτεί.
Τον αναζήτησε ο πατριάρχης Ησαΐας και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ ο Παλαιολόγος. Του ζητήθηκε και υπέγραψε ορθή ομολογία πίστεως, που κατανύσει τους πάντες και τους κάνει να τον τιμούν και να τον μεγαλύνουν. Έτσι ώς φυγόδοξος έφυγε ξανά για μακρυά.
Επέστρεψε στο Άγιον Όρος, το περιόδευσε σιωπηλός και ηλθε στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου είχε επιστρέψει και ο Γέροντάς του και είχε μακάρια αναπαυθεί. Ο πάντα ταπεινόφρων Σάββας προτίμησε την υπακοή.
Ελυσε τη σιωπή του και έγινε ξανά εκκλησιαστικός, ψάλτης, αναγνώστης, τραπεζάρης και νοσοκόμος. Σε όλα τα διακονήματα ηταν πρόθυμος, ακριβής, προσεκτικός και αποδοτικός. Υπόδειγμα μοναχού, κυρίως στο ναό, αλλά και στο διακόνημα και στο κελλί του.
Δίδασκε με το βιωμένο του παράδειγμα, το υφος και το ηθος του, τη στάση του, και την προσευχή του. Είχε πλούσια βιώματα από τη νήψη και τη θεωρία, που γίνονταν αντιληπτά από τη χαρά του και τα πολλά του δάκρυα. «Όλη η Βατοπαιδινή αδελφότητα τον παρακαλούσε να. δεχθεί την ιερωσύνη, μα στάθηκε αδύνατον, θέλοντας ν’ ασχολείται μόνο με τον εαυτό του κι όχι με τους άλλους.
Απόφευγε πάντα τις τιμές, αγαπούσε υπερβολικά την ταπείνωση κι υπόμενε τις δοκιμασίες, τρέφοντας περισσή αγάπη στον ηγούμενο και τους αδελφούς του, που τους δίδασκε όλους με την ησυχη κι απαθή ζωή του. Η ζωή του στο Βατοπαίδι ηταν γεμάτη από θεοφάνειες κι αγγελοφάνειες».
Κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1341-1347) οι Βατοπαιδινοί αδελφοί του και οι Αγιορείτες πατέρες τον πίεσαν αφόρητα να ηγηθεί ειρηνευτικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να τερματισθεί ο φοβερός εμφύλιος σπαραγμός. Υπάκουσε ξανά, παρότι προείδε και προείπε ότι η αποστολή τους δεν θα έχει αίσιο τέλος.
 Μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έπι μία εξαετία αφοσιώθηκε στην προσευχή, αφού οι λόγοι του περι ειρήνης και ομονοίας δεν εισακούονταν. Οί ένδακρεις προσευχές του για τον παρασυρμό των ανθρώπων από τα άγρια πάθη ηταν συνεχείς ενώ οι λόγοι του υπέρ συμφιλιώσεως των αντιμαχόμενων πολύ λίγοι.
Με σκληρά λόγια, για πρώτη φορά, μίλησε κατά του Ανδρέα Παλαιολόγου, που ηγείτο του κινήματος των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη και ηταν υπαίτιος πολλών αιματοχυσιών κι ανθρωποκτονιών. Συνέχεια των πολιτικών ταραχών υπήρξαν οι εκκλησιαστικές έριδες με αρχηγό τον αιρετικό Βαρλαάμ τον Καλαβρό, φοβερό πολέμιο του ιερού ησυχασμού και ύποκειμενικό ερμηνευτή των θείων δογμάτων.
 Ο όσιος Σάββας κατόπιν ουρανίων αποκαλύψεων έγινε ορθός υπερασπιστής των δογμάτων και αυστηρός επιτημητής του δεύτερου Ιούδα και Αρείου, Γρηγορίου Ακινδύνου, ακολούθου του Βαρλαάμ. Ο ίδιος ο Σάββας ηταν σύμβουλος του αυτοκράτορας Ιωάννου ΣΤ του Καντακουζηνού, τον όποιο στήριζε με τις προσευχές του και υπήρξε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας.
Ο αυτοκράτορας πρότεινε στην Εκκλησία την εκλογή του Σάββα ώς πατριάρχη και όλοι συμφώνησαν απόλυτα. Εκείνος όμως επίμονα αρνήθηκε. Αναγκάσθηκε να έλθει ο ίδιος ο αυτοκράτορας με τη συνοδεία του για να τον πείσει, αλλά στάθηκε τελείως αδύνατο, παρότι τον παρακαλούσε ικετευτικά έπι ημέρες και είχαν ετοιμασθεί όλα τα της χειροτονίας του. Η ταπείνωση του δεν τον άφηνε να ανέρχεται αλλά μόνο να κατέρχεται, να κρύβεται, να κάνει τον σαλό, τον αμαθή, να σιωπά.
Έφθασε, κατά τον βιογράφο του, στην ακρότητα όλων των αρετών και έγινε υπερφυής συμμέτοχος στη αγγελική εκείνη αϋλία και καθαρότητα, χωρίς κάν να υστερήσει. Ως απαθής έφθασε στην αρίστη ταπεινοφροσύνη και στο μέγα της αγάπης μυστήριο.
Πέρασε την τελευταία εξαετία της ζωής του σχεδόν έγκλειστος στη μονή της Χώρας. Προείδε το τέλος του και το ανάφερε στον μαθητή του, λέγοντάς του λόγους περί ταπεινοφροσύνης. Εκοιμήθη ειρηνικά περί το 1349.
Πράγματι η βιογραφία του αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου αποτελεί εξαιρετικό αγιολογικό κείμενο. Είναι ένα από τα καλύτερα αθωνικά συναξάρια, το όποιο γράφθηκε προς ενίσχυση των συγχρόνων και πνευματική ανάταση των μοναχών. Ο βίος υπάρχει σε αρκετά αγιορειτικά χειρόγραφα.
Αναφέρεται πως τον Οκτώβριο του 1840, όταν γίνονταν επισκευές στο οστεοφυλάκειο τοϋ κοιμητηρίου της μονής Βατοπαιδίου, βρέθηκαν τα οστά ενός μοναχού να ευωδιάζουν. Τοϋ απεδόθη το όνομα Ευδόκιμος.
Ο ασκητής Ιάκωβος ανέφερε στη σύναξη της μονής ότι πρόκειται για τον όσιο Σάββα τον Βατοπαιδινό, προφανώς ύστερα από κάποια αποκάλυψη. Ο Γέροντας Δανιήλ ο Κατουνακιώτης αναφέρει πως ο όσιος Σάββας παρουσιάσθηκε σε Βατοπαιδινό Γέροντα Κελλιώτη, τον όποιο θεράπευσε από ασθένεια, και τοϋ είπε: «Δεν λέγομαι Ευδόκιμος, άλλα Σάββας Μοναχός. Πλην να ειπής εις τους Πατέρας της Ιεράς Μονής να με αποκαλώσιν Εύδόκιμον».
Ο όσιος Σάββας δεν αναφέρεται στους συναξαριστές.
Ή μνήμη του τιμάται στις 5 Οκτωβρίου και στις 15 Ιουνίου, την Τετάρτη της Διακαινησίμου μετά των Σιναϊτών Αγίων και στις 10 Ιουλίου μετά των Βατοπαιδινών Αγίων. Πλήρη ασματική ακολουθία προς τιμή του συνέθεσε ο κος Φ. Α. Τζελέπης.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι
Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

 vatopaidi
agioritikesmnimes.blogspot.gr 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/10/1349.html

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Άγιος Ιλαρίων ο νέος οσιομάρτυρας από την Κρήτη, 20 Σεπτεμβρίου

Το Ηράκλειο της Κρήτης ήταν η πατρίδα του. Ο πατέρας του ονομαζόταν Φραντζέσκος και η μητέρα του Αικατερίνη. Ο νεομάρτυρας αυτός ονομαζόταν Ιωάννης και ανατράφηκε χριστιανικά μαζί με τα τέσσερα αδέλφια του. Κατόπιν ήλθε στην Κωνσταντινούπολη και για 10 χρόνια έμενε κοντά σ' έναν θείο του γιατρό.
Έπειτα, μαζί μ' έναν άλλο χριστιανό, ανέλαβε την διαχείριση του εμπορίου κάποιου Χιώτη. Κάποτε όμως, όταν ο έμπορος αυτός επανήλθε στη Χίο, διαπίστωσε ότι η δουλειά του είχε έλλειμμα 30 γρόσια και γι' αυτό ενοχοποίησε τον Ιωάννη, που τον απειλούσε με τιμωρίες.
Ο Ιωάννης στην απόγνωση του, ζήτησε τη βοήθεια της μητέρας του Σουλτάνου. Κατόπιν συναντήθηκε με τον Αιθίοπα Μας Αγά, που, στην απελπισία του, τον έπεισε και εξισλαμίστηκε.

Λίγο μετά την αποστασία του, ο Ιωάννης συναισθάνθηκε το μεγάλο του ολίσθημα και με πλοίο αναχώρησε στην Κριμαία, όπου παρέμεινε 10 μήνες.
Κατόπιν γύρισε στην Κωνσταντινούπολη και με προτροπή του πνευματικού του πήγε στο Άγιο Όρος, στη Σκήτη της Αγίας Άννας. Εκεί υποτάχθηκε στον παπα – Βησσαρίωνα και εκάρη μοναχός με το όνομα Ιλαρίων.
Αργότερα αφού πήρε την ευχή για το μαρτύριο, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάστηκε στον Αιθίοπα Αγά και ομολόγησε μπροστά του τον Χριστό. Τότε ο Αγάς διέταξε τον άγριο βασανισμό του και κατόπιν, στις 20-9-1804, τον αποκεφαλισμό του.
Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/09/20_1879.html

Άγιος Ιωάννης ο Ξένος - 20 Σεπτεμβρίου


Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, από το χωριό Σίβα Πυργιωτίσσης. Ζει στα μέσα του 10ου αιώνα και δρα, κυρίως, στη Δυτική Κρήτη κηρύσσοντας και οργανώνοντας το μοναχισμό στο νησί. Ιδρύει πολλές μονές, φέρνει εικόνες από την Κωνσταντινούπολη, κτίζει εκκλησίες και εξασφαλίζει την επιχορήγησή τους από το αυτοκρατορικό ταμείο. Είναι ο ιδρυτής της μονής Μυριοκεφάλων Ρεθύμνου. Ο Βίος και η Διαθήκη του, που συντάσσεται το Σεπτέμβριο του 1027, παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία της Κρήτης κατά τη βυζαντινή περίοδο.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ξένος
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ξένος (Άϊ Γιάννης ο Ερημίτης) ήταν ο άγιος που ίδρυσε το Μοναστήρι του Καθολικού στο Ακρωτήρι. Υπάρχει ένας σταλακτίτης στην είσοδο της σπηλιάς, που οι κάτοικοι θεωρούν ότι είναι ιερός.

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΚΥΡ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΛΑΜΨΑΝΤΟΣ
(από  http://www.imks.gr/artman/publish/article_63.shtml)

Ούτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ιωάννης, εγεννήθη εκ γονέων ευσεβών και πλουσίων εν τω χωρίω Σίββα, (Σίββα καλείται η εν Πυργιωτίσση Κρήτης γενέθλιος του Οσίου κώμη, ένθα διασώζεται μέχρι σήμερον η περί αυτού παράδοσις), της Επαρχίας Πυργιωτίσσης Κρήτης κατά τον 10 μ.Χ. αιώνα, επί Αυτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου εβδόμου του Πορφυρογεννήτου.

Εκ παιδικής ηλικίας αγαπήσας ο Όσιος τον μοναχικόν βίον και αρνηθείς γονείς, αδελφούς και λοιπούς συγγενείς αυτού, ως και πλούτον και δόξαν πρόσκαιρον και πάσαν άλλην του κόσμου ευμάρειαν, ανεχώρησεν εις τας ερήμους της Κρήτης διάγων βίον ερημικόν και ισάγγελον προσευχόμενος μόνος εις μόνον τον Θεόν, υπέρ της αγάπης του οποίου εβάσταζε τον καύσωνα της ημέρας και το πάγος της νυκτός, ως να ήτο πέτρινος ο γενναίος. Ενώ δε τοιαύτην επί πολλά έτη διήγεν εις τας ερήμους θεάρεστον πολιτείαν, ένευσεν ο Θεός εις την καρδίαν αυτού, ίνα αναβή εις όρος καλουμενον Ραξου, (Ράξος καλείται τοποθεσία απέχουσα μίαν περίπου ώραν της εν Πυργιωτίσση Ιεράς Μονής Οδηγητρίας. Εν τη τοποθεσία ταύτη, και εντός του σπηλαίου αυτής ο Όσιος κατά Θείαν Αποκάλυψιν έκτισεν ιερόν ναόν, όστις σώζεται μέχρι σήμερον, επ' ονόματι Ευτυχίου και Ευτυχιανού, αυταδέλφων Ιεραρχών της Ιεράς Επισκοπής Αρκαδίας).

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ξένος

Αναβάς δε επ' αυτού και προχωρών εν αυτώ θεωρεί σπήλαιον και εντός αυτού δύο μνημεία αγνοών διατί και δια τίνας υπάρχουσι ταύτα. Ενώ δε εδέετο του Κυρίου να λύση εις αυτόν την απορίαν ταύτην ακούει άνωθεν του σπηλαίου μυστηριώδη φωνήν λέγουσαν αυτώ εκ τρίτου: «Ιωάννη, ταύτα τα δύο μνημεία είναι Ευτυχίου και Ευτυχιανού και θέλεις κτίσει ενταύθα Εκκλησίαν εις το όνομα αυτών». Ακούσας ο Όσιος την φωνήν ταύτην και συμμορφούμενος προς το θείον θέλημα αρχίζει με πόθον πολύν και χαράν μεγάλην την ανέγερσιν του υποδεικνυομένου ιερού ναού τον οποίον και ετελείωσεν εντός ολίγου του Θεού βοηθούντος. Καρείς δ' ενταύθα μοναχός υπό τινος ευλαβούς γέροντος και αφήσας επιστάτην της Εκκλησίας ταύτης ενάρετον μοναχόν ανεχώρησεν εκείθεν και περιπατών από τόπου εις τόπον έφθασεν εις την κορυφήν του όρους του καλουμένου Μυριοκεφάλου, (εις το νοτιοδυτικώτερον και ορεινότερον μέρος της Επαρχίας Ρεθύμνης, και εν τοις μεθορίοις των Επαρχιών Αποκορώνου, Σφακίων και Αγίου Βασιλείου, κείται ωραία, υγιεινή και εύανδρος κώμη καλούμενη Μυριοκέφαλα). Εν τω όρει τούτω και υπεράνω της χώρας της επονομαζομένης Τούρμας του Καλαμώνος ευρών κτίριον Ελληνικόν εισήλθεν εν αυτώ εν ώρα δριμυτάτου χειμώνος και ευθύς ετυφλώθη ο αδάμας. Παραμένων δε εν τοιαύτη καταστασει επί επτά ημέρας, καθ' ας αβοήθητος και αχειραγώγητος έξηκολούθει νυχθημερόν προσευχόμενος, ακούει φωνήν άνωθεν λέγουσαν προς αυτόν: «Ιωάννη, έξελθε εκ του σπηλαίου και θεώρησον κατά Ανατολάς». Ενώ δε ήκουε την φωνήν ταύτην ενόμιζεν ότι εκρατείτο υπό τινος χειραγωγούμενος. Όθεν πειθαρχών εις την επιταγήν της μυστηριώδους ταύτης φωνής και προς Ανατολάς θεωρών, βλέπει μέγα φως και ακούει φωνήν εκ δευτέρου λέγουσαν προς αυτόν: «Ιωάννη, εις τον τόπον τούτον θέλεις κτίσει Εκκλησίαν εις το όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου της Αντιφωνητρίας». Συν τη φωνή δε ταύτη και τη χειραγωγία αποκτά και το φως των οφθαλμών αυτού, δοξάζων και ευλογών δια τούτο την Αγίαν Θεοτόκον. Μετά την θείαν ταύτην οπτασίαν κατεχόμενος ο Όσιος υπό φόβου και τρόμου ήρξατο μετ' ενθέου ζήλου και πόθου μεγάλου οικοδομών εις την υποδειχθείσαν θέσιν, την και σήμερον εν Μυριοκεφάλοις Ρεθύμνης ακμάζουσαν ιεράν και σεβασμίαν Μονήν της Αγίας Θεοτόκου, εκ των επιταγών και συστασεων της ακουσθείσης μυστηριώδους φωνής αυτής επονομαζόμενης έκτοτε και Αντιφωνητρίας. Δια της προθύμου δε βοηθείας των χριστιανών και δια των πλουσίων συνεισφορών αυτών δεν εβράδυνε να φέρη εις αίσιον πέρας και τον Ιερόν Ναόν της Μονής, κτίσας αυτόν εις ρυθμόν Βυζαντινόν, και τα πέριξ αυτής ωραία κελλία δια την διαμονήν των μοναχών, ως και τα λοιπά πάντα, άτινα εθεώρησεν απαραίτητα δια τον καταρτισμόν της ωραίας και παγκάλου Μονής ταύτης. Αποπερατώσας δε αυτήν εθεώρησε καθήκον αυτού υπέρτατον να αφιέρωσει εις αυτήν πάσαν την περιουσίαν αυτού κινητήν και ακίνητον, ως και όσας συνδρομάς και αφιερώματα κατ' οικονομίαν της Αγίας Θεοτόκου παρά των Χριστιανών συνέλεξεν.
Η κάρα του Αγίου Ιωάννη του Ξένου
Αφήσας δε εν τη Ιερά ταύτη Μονή μοναχούς εξ και προϊστάμενον αυτών ιερομόναχον Λουκάν ονομαζόμενον, ανεχώρησεν εντεύθεν αφ' ενός μεν, ίνα αποφύγη εκ ταπεινοφροσύνης τας εις αυτόν αποδιδομένας υπό των χριστιανών μεγάλας τιμάς, αφ' ετέρου δε ίνα και αλλαχού προσφέρη παρόμοια θεάρεστα έργα. Όθεν ελθών εις τόπον λεγόμενον Μέλικα, (Μέλικας εις το Χαμοβούνι. Ούτως εκαλούντο οι προς ανατολάς της Επαρχίας Ρεθύμνης και προς το μέρος της θαλάσσης κείμενοι γήλοφοι, οίτινες είναι σήμερον κατάφυτοι εξ' αμπελώνων, παραγόντων ωραίους οίνους, ξανθούς και πολλάκις γλυκείς ως μέλι, διό και τα μέρη εκείνα εκλήθησαν Μελικά, σήμερον δε καλούνται Πηγαδιανά), εις το Χαμοβούνι έκτισεν Εκκλησίαν επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου. Ενταύθα ο Όσιος υπέμεινε πολλούς κόπους, διότι ο τόπος ούτος ήτο κατάξηρος. Οι χριστιανοί όμως διηυκόλυνον το ιερόν έργον αυτού δωρήσαντες εις αυτόν αγρούς πολλούς εντός των οποίων εφύτευσε και δένδρα και αμπελώνας και περιβόλια.

Αφήσας δε ταύτα εις ένα ιερομόναχον Νικόδημον καλούμενον, ως και εις άλλους μοναχούς, ανεχώρησεν εις τόπον καλούμενον Αρρήου, (επί του χωρίου Σταυρωμένος Ρεθύμνης έκειτο πάλαι πόλις καλούμενη ’ρηον ή ’γριον ένθα ανακαλύπτονται σήμερον νομίσματα, αγάλματα και μωσαϊκά πανάρχαια προμινωικής εποχής. Η πόλις αυτή κατεστράφη πιθανώς υπό των πειρατών. Ου μακράν αυτής κείται σήμερον ακμάζουσα η ιερά και σεβασμία Μονή Αρσανίου), πλησίον του χωρίου Πηγής Ρεθύμνης. Εκεί οί χριστιανοί εδώρησαν εις αυτόν ωραία και πολλά κτήματα εντός των οποίων έκτισε και άλλην Εκκλησίαν επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου του Ψαροπιάστη, (ο εν τω νεκροταφείω Πηγής Ρεθύμνης ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου έλαβε την επωνυμίαν Ψαροπιάστης, διότι κατά την διασωζόμενην παραδοσιν ότε επαρουσιάσθη έλλειψις τροφίμων εις τους εργάτας του ανεγειρομένου ναού και εδυσκολεύοντο ούτοι να προχωρήσωσιν ο κτίτωρ ’γιος απέστειλε τους αλιείς του χωρίου ίνα άλιευσωσιν εις την πλησίον του χωρίου θάλασσαν επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου. Μεταβάντες δε ούτοι και αλιεύσαντες, συνέλαβον τοσαύτην αφθονίαν ιχθύων, ώστε επίστευσαν πάντες ότι τούτο προήλθεν εκ θαύματος του Αγίου Γεωργίου επωνομασθέντος έκτοτε Ψαροπιάστη).

Πανταχού δε οι χριστιανοί βλέποντες τας αρετάς ταύτας και τα κατορθώματα του Οσίου, τας νηστείας αυτού, τας αγρυπνίας και τας προσευχάς και επαξίως τιμώντες την ένθεον πολιτείαν αυτού, έδιδον και εχάριζον εις αυτόν, όσων είχε χρείαν δια τα μονύδρια, άτινα έκτιζεν. Αφήσας δε και ενταύθα ιερομόναχον Ευτύχιον καλούμενον, επέστρεψεν εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων ευρών τους εν αυτή μοναχούς έχοντας ανάγκην τροφών και άλλων δια την συντήρησιν αυτών αναγκαίων. Ευθύς επιχειρήσας περιοδείαν εισέπραξεν από τους χριστιανούς και τρόφιμα πολλά και ζευγάρια εξ και διάφορα άλλα πράγματα, άτινα απέστειλεν εις τους μοναχούς της Μονής Μυριοκεφάλων. Αυτός δε ελθών εις θέσιν καλουμένην Μουσέλα ηγόρασε τόπον ωραίον και καλόν, εδώρησαν δε εις αυτόν και οι χριστιανοί τόπους αρκετούς και ευρύχωρους. Ενταύθα κτίσας άλλην Εκκλησίαν επ' ονόματι του Αγίου Παταπίου κατέστησεν αυτήν ακολούθως Μοναστήριον πλούσιον έχον αμπελώνας, περιβόλια, οπωρικά και κελλία κεραμόστεγα δι' ανάπαυσιν των συναθροισθέντων εν τω Μοναστηρίω τούτω δώδεκα μοναχών. Εσύναξε και κυψέλας μελισσών εκατόν πεντήκοντα τας οποίας μετέφερεν εις την περιφέρειαν των Μυριοκεφάλων τοποθετήσας αυτάς εις τόπον λεγόμενον ’σκυργιανόν. Πάσας δε τας Εκκλησίας και τα Μονύδρια, άτινα ανήγειρεν έως τότε ό ’γιος αφιέρωσεν εις την Μονήν των Μυριοκεφάλων καταστήσας αυτήν πρωτεύουσαν και κυρίαρχον των άλλων Εκκλησιών και Μονυδρίων αυτού, θέλων δε να καταστήση αυτήν και απείρακτον και ανενόχλητον από παντός προσώπου Εκκλησιαστικού και Πολιτικού, μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν επί Αυτοκράτορος Ρωμανού του δευτέρου, βασιλεύοντος μετά τον θάνατον του πατρός αυτού Κωνσταντίνου εβδόμου του Πορφυρογεννήτου πέντε έτη, ήτοι, από του έτους 959 μέχρι του 964, Οικουμενικού δε Πατριάρχου τότε όντος του Αλεξίου. Δεηθείς λοιπόν αυτών ο ’γιος έλαβεν από μεν τον Βασιλέα, Χρυσόβουλον, ίνα λαμβάνη κατ' έτος από το τελωνείον νομίσματα ημίσειαν λίτραν, δύο ράσα και βλαντήν ερυθρόν δια την Μονήν των Μυριοκεφάλων. Από δε τον Πατριάρχην έλαβε, Γράμμα Συγγιλιώδες, ίνα η Μονή αυτή είναι του λοιπού απείρακτος, ανεμπόδιστος, ανενόχλητος και παντελώς ελευθέρα μετά των λοιπών συνηνωμένων Μονυδρίων αυτής. Οι δε κατά καιρούς Μητροπολίται και Επίσκοποι να μη έχωσιν άδειαν να ζητώσι παρ' αυτής ούτε δικαιωμα, ούτε φιλότιμον, ούτε κανίσκιον, αλλά κυρία και αυτοδέσποτος υπάρχουσα να μνημονεύη μόνον το κανονικόν όνομα ως Μονή Σταυροπήγιος, έχουσα προς τούτοις το δικαίωμα να αναφέρηται ελευθέρως εις τον Πατριάρχην και επί πάσης υποθέσεως αυτής. Και οι χριστιανοί δε της Κωνσταντινουπόλεως εχάρισαν εις αυτόν ιεράς εικόνας, ιερά σκεύη, βιβλία και άλλα Εκκλησιαστικής φύσεως πράγματα, άτινα παραλαβών έφερε και εστόλισε τον ιερόν ναόν Μυριοκεφάλων. Στολίσας δε και την όλην Μονήν δι' άλλων χρυσών και αργυρών σκευών και χαλκωμάτων, άτινα πανταχόθεν έφερον οι χριστιανοί εξ'ευλαβείας προς τον ’γιον και την ιεράν Μονήν αυτού και πλουτίσας αυτήν δια προβάτων, αιγών, φορβάδων και πάσης άλλης ευτυχίας, ανεχώρησε προς το μέρος των Χανίων, ίνα αποφύγη την ευλάβειαν και την αγάπην των συρρεόντων όπισθεν αυτού χριστιανών.

Ελθών δε εις Κουφόν λεγόμενον, (Κουφός είναι κώμη της Επαρχίας Κυδωνίας, ένθα σώζεται μέχρι σήμερον ο υπό του Αγίου ανεγερθείς ιερός ναός της Ζωοδόχου Πηγής, φέρων χρονολογίαν 1004), και κείμενον μεταξύ Αλικιανού και Βατολάκκου Κυδωνίας έκτισεν εκεί δι' εξόδων αυτού της Αγίας Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής ιερόν ναόν ωραιότατον, στήσας τον τρούλλον αυτού επί τεσσάρων μαρμάρινων κιόνων. Ηυτρέπισε τον ναόν τούτον ο ’γιος, έκτισε κελλία, εφύτευσεν αμπελώνας και δένδρα πολυποίκιλα εις εκτάσεις γαιών τεσσαράκοντα κοίλων κειμένων πέριξ της Μονής ταύτης. Αφήσας δε εν αυτή ιερομόναχον Κύριλλον καλούμενον, ανεχώρησεν εις την Επαρχίαν Σφακίων και εις τον όπισθεν αιγιαλόν αυτής κτίσας την Εκκλησίαν του Αποστόλου Παύλου εις παράλιον μέρος. Εντεύθεν αναχωρήσας μετέβη εις την Επαρχίαν Σελίνου και εις χωρίον καλούμενον Αζωγυρέ, ένθα έκτισε την Εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου καταρτίσας ενταύθα και μελισσουργόν ωραιότατον. Μη έχων δε και ενταύθα ησυχίαν διότι όσον απεύφευγεν από τον κόσμον τοσούτον αι αρεταί και η φήμη αυτού διεδίδοντο και φωτιζόμενοι θεόθεν οι χριστιανοί έτρεχον οπίσω αυτού, ίνα λάβωσι την ευλογίαν, ανεχώρησεν εις το Δυτικόν μέρος της Επαρχίας Κισάμου και εις χωρίον καλούμενον Ακτή, ένθα ευρών τόπον ακατοίκητον και αρεστόν εις αυτόν έκτισε κατοικητήριον πολύ ησυχαστικόν.

Προβλέπων δε ότι έφθασεν ο καιρός να εγκαταλίπη τον μάταιον τούτον κόσμον και να πορευθή εις τον ποθούμενον αυτού Χριστόν προσεκάλεσε τους κάτωθεν υπογεγραμμένους στρατηγούς και άρχοντας και ενώπιον αυτών συνέταξε την διαθήκην αυτού, έχουσαν επί λέξει ως έξης:

Η Διαθήκη του Οσιου.

«Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διορίζω και παραγγέλω εις όλους, ότι όλα τα Μονυδρια και τας Εκκλησίας, όπου χάριτι Χριστού έκτισα και ανήγειρα, θέλω να μένουν καθώς εις την παρούσαν μου Διαθήκην παραγγέλω. Όσα αφιέρωσα εις την Μονήν της Θεοτόκου των Μυριοκεφάλων, είναι έως όπου εις Κωνσταντινούπολιν επήγα καθώς το Συγγιλιωδες Γράμμα δηλώνει, και αυτά θέλω να μείνουν εις την Μονήν αυτήν και εις την εξουσίαν αυτής μέχρι τέλους. Εις δε τον φίλτατόν μου μαθητήν τον ιερομόναχον Κύριλλον αφήνω την εις Κουφόν Χανίων οικοδομηθείσαν Μονήν εις την οποίαν και ευρίσκεται ο ίδιος και όπως θέλει και βούλεται ας την κάμει ως κύριος, εξουσιαστής και οικοκύρης. Ει δε και ήθελε τις να ενόχληση τους μοναχούς των Μυριοκεφάλων από όσα παραγγέλλω, ή τον ιερομόναχον Κύριλλον, οποίου τάγματος και αν είναι, να είναι υποκείμενος εις τας αράς των Αγίων Πατέρων. Όποιος δε πάλιν φυλάξει την Διαθήκην ταύτην απαρασάλευτον και αμετάτρεπτον, η Κυρία Θεοτόκος και μεσίτρια παντός του κόσμου να συγχωρήση τα αμαρτήματά του εν τε τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι, και να τον στήση ο Κύριος εκ δεξιών Αυτού εις την Βασιλείαν Αυτού την Ουράνιον. Αμήν.
Μόσχος διάκονος και νομικός γραφεύς Χάνδακος, ιδία χειρί υπέγραψα.
Φιλάρετος πρωτοσπαθάριος ο βραχέων και στρατηγός Κρήτης παρών εις την παρούσαν διαθήκην του μοναχού Ιωάννου, προτραπείς παρ? αυτού υπέγραψα.
Ευμάθιος πρωτοσπαθάριος και στρατηγός Κρήτης παρών εις την παρούσαν διαθήκην του μοναχού Ιωάννου προτραπείς παρ' αυτού υπέγραψα.
Παπάς Λέων δαφερέρος, νοτάριος της βασιλικής εξουσίας, μετέγραψα την παρούσαν διαθήκην του μοναχού και Οσίου Πατρός ημών Κυρ Ιωάννου του εν τη Κρήτη της επωνυμίας. "Ετος από κτίσεως κόσμου "ςφλς" (6536), από δε Χριστού έτος "αλα" (1031)».

Το χειρόγραφον εν τέλει έχει επί λέξει τα εξής: «Τέλος και τω Θεώ δόξα - Χείρ Ματθαίου, Ιερομονάχου. Τα Μεγαλυνάρια ποίημα αυτού. Σπυρίδωνα ον γράψαντα μη μέμφεσθε, ως αμαθή, αλλ' εύχεσθε. - Εν σωτηρίω έτει αωμγ'. (1843). - Τη εικοστή Σεπτεμβρίου αωλθ' (1839) εγκαινιάσθη ο ναός του Τιμίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου Μυριοκεφάλων».

Σημ. Εκ των δύο υπογεγραμμένων ενταύθα ως γραφέων, ο Σπυρίδων προηγήθη προφανώς του Ματθαίου. Και ο μεν Σπυρίδων είναι πιθανώς ο συντάκτης της ακολουθίας και του βίου του Οσίου, εκ μετριοφροσύνης αμαθή εαυτόν αποκαλών, ο δε επ? έσχάτων των χρόνων ακμάσας Ματθαίος ιερομόναχος αντέγραψε την ακολουθίαν ταύτην και τον βίον του Οσίου, ποιήσας και τα Μεγαλυνάρια, ως γράφει ο ίδιος.

Και αυτή μεν είναι η ακολουθία, η βιογραφία και η Διαθήκη του Οσίου μέχρι της μεταβάσεως αυτού εις την μικράν κώμην Ακτήν κειμένην εις την Δυτικήν παραλίαν του Δήμου Μεσογείων Κισάμου κατά το ανά χείρας ημών χειρόγραφον, όπερ βρίθον ανορθογραφιών, ασυνταξιών, σολικισμών και βαρβαρισμών παρέστη ανάγκη ίνα ανακαθάρωμεν, διορθώσωμεν και καταγλαϊσμένον εις καθαρεύουσαν γλώσσαν εκδώσομεν ου μόνον προς διάσωσιν και διάδοσιν αυτού, αλλά και χάριν ευγνωμοσύνης προς τον ’γιον παρασχόντα τοσαύτας ευεργεσίας και ωφελείας εις τους χριστιανούς και δια της ιδρύσεως παρ' αυτού παμπόλλων ιερών Μονών και ιερών ναών, και δια του οσίου και αγίου βίου αυτού τύπος και υπογραμμός τοις πάσι γενομένου εν λόγοις και έργοις ζώσης τω όντι και ενεργού χριστιανικής άγάπης.

’ριστα συνδιάσας ο Όσιος τας θεωρητικάς αρετάς του μοναχικού βίου μετά της χριστιανικής προς τον πλησίον αγάπης, υπήρξε τω όντι ωφελιμώτατος και χρησιμώτατος. Διότι ακμάσας και δράσας, αφ' ενός μεν επί της περιόδου των απαισίων Σαρακινών, των δια πυρός και σιδήρου κυριάρχων πάσης της νήσου γενομένων, από του έτους 823 μέχρι του 960, αφ' ετέρου δε διανύσας το ύπόλοιπον του βίου αυτού επί της κυριαρχίας των Βυζαντινών, των αποδωσάντων την ελευθερίαν εις την πολύπαθον νήσον το 960 δια Νικηφόρου του Φωκά στρατηγού του αυτοκράτορος Ρωμανού του Β΄ ανεδείχθη κατ' αμφοτέρας τας περιόδους ταύτας δόκιμος εργάτης εν τω αμπελώνι του Κυρίου. Ως δε ο Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε διέτρεχεν ανά την ανατολήν και την Κρήτην κηρρύτων την Χριστιανικήν θρησκείαν, ούτω και ο Όσιος Πατήρ ημών Ιωάννης ευρών τας Δυτικάς Επαρχίας της πατρίδος του κατερημωμένας από Χριστιανισμόν, αναζωογονεί τα ημβλυμένα χριστιανικά αισθήματα των κατοίκων, προσελκύει αυτούς δια θεαρέστου πολιτείας εις νομάς ζωηφόρους της Ευαγγελικής χάριτος και μονιμοποιεί αυτούς εις την ευσέβειαν δια της ιδρύσεως παμπόλλων ιερών ναών, δι? ων κατέδειξε την προς πάντας αγάπην αυτου έμπλεων ενθέου ζήλου και αυταπαρνήσεως αξιοθαυμάστου.

Τα δε περαιτέρω του Οσίου γνωρίζομεν εκ της διασωθείσης περί αυτού εν Κισάμω παραδόσεως. Κατ' αυτήν μανθάνομεν ότι εν τω χωρίω τούτω Ακτή Μεσογείων και εν σπηλαίω κειμένω εις την συνοικίαν Καβούσι ελθών ο ’γιος έκτισε μέγα και πλούσιον κοινόβιον του Αγίου Ευσταθίου. Πέριξ δε έκτισε και άλλους ναούς, του Αγίου Φωτίου εντός σπηλαίου και τούτου φέροντος την έπιγραφήν «ο ιερός ούτος ναός εκτίσθη το έτος 1010», τον ναόν των Γενεθλίων της Θεοτόκου και τον ναόν του Αγίου Νικολάου, άπαντας σωζόμενους μέχρι σήμερον. Το σπήλαιον δε της Εκκλησίας του Αγίου Ευσταθίου επεκτείνας ο ’γιος προς το νότιον μέρος αυτού μετεχειρίζετο αυτό και ως ασκητήριον, διο και έκοιμήθη ενταύθα εν ειρήνη.

Μετά ταύτα οι ευσεβείς και ευγνώμονες κάτοικοι κατέστησαν και το μέρος τούτο ναόν επ' ονόματι του Οσίου και ούτως εχομεν εν τω αυτώ σπηλαίω διμάρτυρον Εκκλησίαν έχουσαν μεταξύ άλλων και ιεράν εικόνα Βυζαντινού τύπου αρχαίαν εξεικονίζουσαν εν σχήματι γέροντος ερημίτου τον ’γιον με την εξής επιγραφήν: «ο ’γιος Κυρ Ιωάννης ο εν τη Κρήτη». Επί δε αγιογραφικού χάρτου, ον ο ’γιος κατέχει εν τη αριστερά χειρί είναι γεγραμμένα τα εξής: «Φυλάξωμεν εαυτούς αδελφοί, από λογισμούς ρυπαρούς, και ως παρακαταθήκην λαβόντες τηρήσωμεν τω Κυρίω την ψυχήν». Κατά μήκος δε του ναού τούτου υπάρχει εν εξαιρετική θέσει τάφος έχων επ' αυτού σταυρόν λίθινον και εντός του τάφου τούτου διατείνονται οι κάτοικοι ότι ειχεν ενταφιασθή ο ’γιος, και ότι τα μεν ιερά λείψανα του Αγίου δια τον φόβον των ασεβών κατακτητών μετεκομίσθησαν εις Κέρκυραν ένθα ευρίσκονται τιμώμενα επ' ονόματι του Αγίου Ιωάννου του Κρητός, η δε ιερά του Οσίου Κάρα ευρίσκεται και σήμερον εντός αργυράς καλλιτεχνικής θήκης, δωρηθείσης υπό χρυσοχόου ιαθέντος εκ δαιμονίου και αφασίας δια θαύματος του Αγίου, και φυλαττομένης ευλαβώς και επιμελώς εντός του ιερού ναού του Αγίου Κυρ Ιωάννου κειμένου εν τω ομωνύμω χωρίω Αϊκυργιάννη ή Τσουρουνιανά της Επαρχίας Κισάμου.

Ιδού δε κατά ποίον τρόπον μετεκομίσθη εις το χωρίον τούτο η Αγία του Οσίου Κάρα κατά την παράδοσιν.

Εν τω χωρίω τούτω Αϊκυργιάννη, υπήρχεν επί Ενετών άρχων τις, όστις πολύ ετίμα τον ’γιον, υπήρχε δε και εν τω χωρίω Ακτή έτερος άρχων υπό την δικαιοδοσίαν αυτού έχων την Εκκλησίαν εν η εφυλάττετο η Αγία Κάρα του Οσίου. Εν ημέρα πανδήμου εορτής προσκαλέσας ο άρχων του Αϊκυργιάννη τους τρεις υιούς αυτού συνεβούλευσεν αυτούς ίνα μεταβώσιν εις την εν Ακτή Μεσογείων Κισάμου Εκκλησίαν ως προσκυνηταί δήθεν, πράγματι όμως να κλέψωσι την Αγίαν του Οσίου Κάραν και φέρωσιν αυτήν προς αυτόν, ίνα εορτάζη αυτήν ως επεθύμει. Οι υιοί του άρχοντος τούτου ακούσαντες και παραδεχθέντες τας συμβουλάς του πατρός αυτών ίππευσαν τους ίππους αυτών και μετά πορείαν δύο περίπου ωρών αφίκοντο εις την ειρημένην Εκκλησίαν ευρόντες τελειωμένην την λειτουργίαν και τον λαόν πέριξ διασκεδάζοντα.

Επωφεληθέντες της ευκαιρίας ταύτης οι εντεταλμένοι παίδες εισέρχονται εις την Εκκλησίαν και ασπαζόμενοι δήθεν την Αγίαν του Οσίου Κάραν ετοποθέτησαν αυτήν εις το σακκίδιον αυτών απαρατήρητοι. Τάχιστα δε τους ίππους αυτών και αύθις ίππεύσαντες και την Αγίαν του Οσίου Κάραν μεθ' εαυτών φέροντες ανεχώρησαν εσπευσμένως κομίζοντες τον πολύτιμον θησαυρόν εις τον πατέρα αυτών εν χαρά και αγαλλιάσει. Ο άρχων όμως της Ακτής εννοήσας μετ' ου πολύ τούτο κατεδίωξε μετά των ανθρώπων αυτού τους τρεις παίδας και καταφθάσας αυτούς πλησίον του χωρίου Καλαθενών και ακριβώς εις θέσιν καλουμένην Ορθήν Πέτραν έρριψε κατ' αυτών τόξον δι'ου έφόνευσε τον ένα εξ αυτών. Οι δε δύο άλλοι αδελφοί διασωθέντες εκ της καταδιώξεως έφερον εις τον πατέρα αυτών την Αγίαν του Οσίου Κάραν ειπόντες εις αυτόν και τα γενόμενα. Ούτος δε τα μέγιστα ευχαριστηθείς εκ της αποκτήσεως του ποθούμενου θησαυρού απήντησεν ότι τώρα τα πάντα έχουσι καλώς. Η κλοπή δε αυτή της Αγίας του Οσίου Κάρας υπήρξεν αιτία πολέμου μεταξύ των ειρημένων αρχόντων, οίτινες κατά την σύναψιν της ειρήνης και της συνθήκης αυτών έστησαν εκείνην την Ορθήν Πέτραν, την και σήμερον άθικτον υπάρχουσαν, ίνα χρησιμεύη ως μεθόριος γραμμή της εξουσίας και δικαιοδοσίας εκάστου άρχοντος.

Ούτος τέλος κατά το χειρογραφον και κατά την μετά ταύτα παραδοσιν είναι ο βίος και η πολιτεία του Οσίου και θεοφόρου Πατρός ημών Κυρ Ιωάννου του εν Κρήτη λάμψαντος, και ούτως η Αγία αυτού Κάρα μετακομισθείσα εις τον ιερόν ναόν του Αγίου Κυρίου Ιωάννου του ομωνύμου χωρίου Κισάμου φυλάττεται έκτοτε εν αυτώ μετά πολλής ευλαβείας υπό των ευσεβών και φιλοτίμων κατοίκων του χωρίου τούτου, αεννάως βλύζουσα ιαμάτων χαρίσματα δαψιλή εις τους εν πίστει και πόθω, δια των αγίων του Οσίου πρεσβειών επικαλουμένους την χάριν και την βοήθειαν του θαυμαστώσαντος και δοξάσαντος τους Αγίους αυτού και ιλασμόν και σωτηρίαν παντί τω κόσμω δωρησαμένου ευλογητού Θεού ημών, Ου πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/09/20_1767.html