Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΔΟΓΜΑ

Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ Π. ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΟΥ
Η Διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας σχετικά με την Αγ. Τριάδα
 
Η Αλήθεια της Θείας Αποκαλύψεως που αφορά την Αγία Τριάδα διακηρύχθηκε από την Ορθόδοξο Εκκλησία από την αρχή . Εφ’ όσον βασική προϋπόθεση για να γίνει κανείς μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας έπρεπε να βαπτιστεί στο Όνομα των τριών Προσώπων: του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η Ορθόδοξος Εκκλησία ενσωμάτωσε την χρήση των Ονομάτων των τριών Προσώπων του Θεού μέσα στη λατρεία και το έκαμε ουσιαστικό μέρος της Ομολογίας Πίστεως, που αντιτίθεται σε όποια πλάνη, ψευδή δόγμα και αίρεση.
Η Διδαχή αναφέρει ότι όποιος ήθελε, έπρεπε να βαπτιστεί … στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος … μέσα σε τρεχούμενο νερό .  
Ο άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς, αναφέρει αυτού του είδους τύπου βαπτίσματος με επιπρόσθετο Σύμβολο Βαπτίσματος διακηρύσσοντας πίστη στην Αγία Τριάδα.  Επί πλέον, μας πληροφορεί ότι κατά την Ευχαριστία ο ιερέας … δίδει δόξα στον Πατέρα των πάντων μέσον του ονόματος του Υιού και του Αγίου Πνεύματος .  
Αυτές οι Τριαδικές Δοξολογίες έγιναν πιο συχνές στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως ενσωματώθηκαν μέσα στην Αιγυπτιακή Τάξη, που είναι ταυτόσημη με την Αποστολική Παράδοση του αγίου Ιππολύτου.  Όριζε ότι με κάθε ευλογία θα πρέπει να λέμε: Δόξα σε Σένα, Πατέρα και Υιέ μαζί με το Άγιο Πνεύμα μέσα στην αγία Εκκλησία, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων .
Στην ακολουθία του Βαπτίσματος εκείνος που βαπτιζόταν ερωτάτο από τον Πρεσβύτερο: Πιστεύεις στο Θεό Πατέρα τον Παντοκράτορα; Και απαντώντας ότι πίστευε, πραγματοποιείτο η πρώτη βύθιση μέσα στο αγιασμένο νερό.  Τότε επακολουθούσε άλλη ερώτηση: Πιστεύεις στον Ιησού Χριστό τον Υιό του Θεού; και με το να απαντήσει ότι πιστεύει, επακολουθούσε η δεύτερη βύθιση.  Μία τρίτη ερώτηση απευθυνόταν στον κατηχούμενο από τον Πρεσβύτερο: Πιστεύεις στο Άγιο Πνεύμα και στην Αγία Εκκλησία και στην Ανάσταση της σάρκας; και  ανταποκρινόμενος στην ερώτηση θετικά, η τρίτη βύθιση ελάμβανε χώρα .
Παράλληλα στη λατρεία, η πίστη στην Αγία Τριάδα ήταν κοινή ανάμεσα στους Αποστολικούς Πατέρες και αρχαίους εκκλησιαστικούς Συγγραφείς, παρ’ όλο που ορισμένα θέματα που αφορούσαν την ισότητα των τριών Προσώπων και η σχέση του ενός προς τα άλλα δεν είχαν διασαφιστεί.
Ο άγιος Κλήμης Ρώμης στην επιστολή του προς την Εκκλησία της Κορίνθου αναφέρεται στον Πατέρα ως τον Δημιουργό, τον Υιό ως τον Σωτήρα, ενώ για το Άγιο Πνεύμα ως Εκείνον που ενέπνευσε τους αγίους Αποστόλους, … αγιάζοντας τις ψυχές και καθοδηγώντας την Εκκλησία .  
Ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας ο Θεοφόρος χρησιμοποιεί τον τριαδικό τύπο και ονομάζει τους Χριστιανούς … λίθους ναού, προπαρασκευασμένους για την οικοδομή του Θεού Πατέρα, οικοδομηθέντες στο ύψος από τον γερανό του Ιησού  Χριστού, που είναι ο Σταυρός, χρησιμοποιώντας ως σχοινί το Άγιο Πνεύμα, η πίστη σας είναι εκείνη που σας σηκώνει, και η αγάπη είναι ο τρόπος που σας οδηγεί στο Θεό .  
Στην Επιστολή Βαρνάβα αναφέρεται ότι ο Θεός Πατέρας είπε στον Υιό … στη θεμελίωση του κόσμου: ‘Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν υμετέραν’ .  
Ο Αθηναγόρας, ελέγχοντας τις ψευδείς κατηγορίες των αθέων εναντίον των Χριστιανών, εκφράζει την απορία του με το να ερωτά:  Πώς είναι δυνατόν εκείνοι που πιστεύουν σε … Θεό τον Πατέρα και Θεό τον Υιό και Θεό το άγιο Πνεύμα δείχνοντας την ενωτική δύναμη (ενότητα Ουσίας) και την τάξη της διαιρέσεως (διαφοροποίηση των Υποστάσεων) … να κατηγορούνται για αθεϊσμό ;
Ο Τερτυλιανός ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε με επιτυχία τον όρο: Τρία Πρόσωπα, μία Ουσία  (“tres Personae una Substantia”) και αναφέρθηκε στην Τριάδα της Μίας Θεότητας (“Trinitas unius divinitatis Pater et Filius et Spiritus Sanctus”) .
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας (325), διακήρυξε ότι ο Υιός  είναι … ο Μονογενής Υιός του Θεού που γεννήθηκε από τον Πατέρα πριν απ’ όλους τους κόσμους, είναι  … Φως από το Φως, Θεός αληθινός από Θεό αληθινό, γεννηθέντα όχι δημιουργηθέντα, έχοντας μία Ουσία με τον Πατέρα δια του Οποίου όλα δημιουργήθηκαν.
Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (381), διακήρυξε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι … ο Κύριος και ο Χορηγός της Ζωής, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, που μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό προσκυνείται και δοξάζεται, που μίλησε διά μέσον των Προφητών.
Διασαφίσεις και τελικοί Τριαδικοί όροι
Οι άγιοι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας διασάφισαν τους όρους που αναφέρονται στο Δόγμα για την Αγία Τριάδα.  Στη Δύση ο Τερτυλιανός εισήγαγε τους όρους “Natura” (“Φύση”), “Substantia” (“Ουσία”) και αργότερα τον όρο “Essentia” (“Ουσία”), που αναφέροντο στην κοινή Θεία Ουσία της Αγίας Τριάδος.  Αυτοί οι όροι αντιπροσώπευαν τους όρους που χρησιμοποιούντο στην Ανατολή: «Φύση» και «Ουσία».
Ο άγιος Αμβρόσιος δεν διαιρεί τον Χριστό, όταν διακρίνει την ουσία της σάρκας απ’ εκείνη της Θεότητος, αλλά διακηρύσσει ένα Χριστό που είναι με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα .  
Πολλοί λίγοι εκκλησιαστικοί Συγγραφείς χρησιμοποίησαν τους όρους «Φύση» και «Ουσία» για να ορίσουν τα Θεία Πρόσωπα για τα οποία αργότερα χρησιμοποιήθηκε ο όρος «Υπόσταση».  Ακόμα, άλλοι Πατέρες χρησιμοποίησαν τους όρους «Ουσία» και «Υπόσταση» ως συνώνυμα.
Ο άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας, γράφοντας προς τους Επισκόπους της Αφρικής τόνισε ότι … η Υποστάση είναι η Ουσία και τίποτε άλλο, δηλαδή το ίδιο το ΩΝ … διότι, η Υπόσταση και η Ουσία είναι η ύπαρξη .  
Όταν ο όρος «υπόσταση» χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει τον όρο «πρόσωπο», οι Πατέρες της Δύσεως δίστασαν να τον δεχθούν διότι, σύμφωνα μ’ αυτούς, αυτός ο όρος ήταν ισοδύναμος με τον όρο “Substantia” που χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει την ίδια σημασία όπως ο όρος «ουσία» .  Για να διευκρινιστεί αυτή η διαφορά, μία Σύνοδος έλαβε χώρα στην Μεγάλη Πόλιν της Αλεξανδρείας (Αίγυπτος) και οι αποφάσεις της στάλθηκαν στην Αντιόχεια .  Τελικά, ο όρος «υπόσταση» («ουσία») διακρίθηκε από τους όρους «φύση» και «ουσία».  Η φύση και η Θεότητα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι Μία, αλλά ταυτόχρονα η ταυτότητα της μίας Φύσεως διακρίνεται σε τρεις τέλειες «Υποστάσεις» και έτσι ο Ένας Θεός αναγνωρίζεται .
Επειδή ο όρος «πρόσωπο» χρησιμοποιήθηκε από τον αιρεσιάρχη Σαβέλλιο για να εκφράσει τους τρόπους της φανερώσεως του Θεού, πολλοί Πατέρες είχαν τις αμφιβολίες τους.  Αλλά, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζινός προτιμά τον όρο «υπόσταση», δεν αρνείται τον όρο «πρόσωπο», εφ’ όσον οι τρεις «Υποστάσεις» δεν εισάγουν τρεις «Ουσίες». Ακόμα, εκείνοι που μιλούν για τρία Πρόσωπα αναγνωρίζουν ότι η διαίρεση δεν αναφέρεται στη Φύση του Θεού, αλλά στις Υποστατικές Του Ιδιότητες .   
Ο Μέγας Βασίλειος πίστευε ότι δεν αρκεί να μετρά κανείς τα διάφορα Πρόσωπα, αλλά να ομολογεί κάθε Πρόσωπο ως μία αληθινή Υπόσταση .  
Ο όρος«μοoύσιος»  έγινε αποδεκτός μετά από πολλές συζητήσεις.  Ο άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας παρότρυνε εκείνους που αποδέκτηκαν τις αποφάσεις της Νικαίας, αλλά αμφέβαλαν για τον όρο «ομοούσιος», να μην ενεργούν με εχθρότητα εναντίον εκείνων που τον αποδέχθηκαν, … διότι είναι της αυτής γνώμης και ο δισταγμός τους αφορά μόνον το όνομα …, επειδή ομολογούν ότι … η Υπόσταση του Υιού είναι από την ίδια Ουσία εκείνης του Πατέρα και ότι δεν είναι δημιούργημα, αλλά γνήσιο γέννημα από την Φύση του Πατέρα, υπάρχων πριν από κάθε χρόνο μαζί με τον Πατέρα .  
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325) καταδίκασε τον όρο “oμοιούσιος” που χρησιμοποιήθηκε από τον αιρεσιάρχη Άρειο, ο οποίος διακήρυξε ότι ο Υιός δεν είναι ούτε ίσος προς τον Πατέρα, ούτε τέλειος Θεός, αλλά ήταν δημιούργημα και κάτι παρόμοιο προς τον Θεό, «ομοιούσιος».   Η Αγία Σύνοδος, υιοθέτησε τον όρο “oμoούσιος”,  και διακήρυξε ότι ο Υιός είναι της αυτής Ουσίας με τον Πατέρα και ότι δεν δημιουργήθηκε. Ο Λόγος του Θεού είναι η απαραχάρακτη εικόνα του Θεού Πατέρα, ο ίδιος και ταυτόσημος σ’ όλα μ’ Αυτόν, αμετάβλητος και αδιαίρετος, υπάρχων προ όλων των χρόνων μ’ Αυτόν «ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» .
Η Αγία Σύνοδος επίσης διακήρυξε ότι ο Λόγος και Υιός του Θεού είναι διαφορετικός απ’ όλη τη Δημιουργία, όχι μόνον στο ότι είναι από την ίδια Ουσία με τον Πατέρα, αλλά, επειδή παραμένει αχώριστος από την Ουσία του Πατέρα με τέτοιο τρόπο που είναι Ένας με τον Πατέρα . Ο Υιός είναι η εικόνα του Πατέρα  και πάντοτε υπάρχει μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας μέσα στον Υιό , όπως η λάμψη στην σχέση της με το φως .  
Ο Μέγας Βασίλειος μας διδάσκει ότι ο όρος «από μία Ουσία» δηλώνει ό,τι ο όρος είναι «ταυτόσημος» .
Τελικά, οι όροι «αγένητος» και «αγέννητος» έγινα σαφείς.  Ο Αρειανισμός, συγχίζοντας την σημασία του όρου «αγένητος», όχι μόνον το προσδιόριζε στον Πατέρα για να αποδείξει ότι είναι ο Μόνος που είναι «αγένητος»• ενώ, σχετικά με τον Υιό, διακήρυττε ότι επειδή ήταν «γεννητός», θα πρέπει να περιγραφεί ως «γεννητός».  
Ο άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας τόνισε ότι, … εάν εκείνο που δεν έχει δημιουργηθεί, αλλά υπάρχει πάντοτε ονομάζεται «αγένητος», τότε ο Υιός θα πρέπει να ονομάζεται «αγένητος».  Αλλά, εάν διά του όρου «αγένητος» επιθυμούν να εκφράσουν «το υπάρχον», αλλά που δεν είναι γενητό από κάποιον, ούτε έχει πατέρα, τότε θα πρέπει να γνωρίζουν ότι υπάρχει ένας και μόνος, ο Πατέρας.  Αλλά, επειδή ο Πατέρας είναι «αγένητος», αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο Υιός είναι «γενητός», επειδή ο Λόγος είναι της αυτής Ουσίας με τον Πατέρα.  Επομένως, εάν ο Θεός είναι «αγένητος», τότε και η Εικόνα Του είναι.  Και όπως ο Πατέρας είναι αιώνιος, αΐδιος, παντοκράτωρ, φως, βασιλέας, παντοδύναμος, Θεός, Κύριος και Δημιουργός, τότε ταυτόσημα σ’ αυτά πρέπει να είναι και η Εικόνα Του, ώστε εκείνος που θα βλέπει τον Υιό έχει πραγματικά δει τον Πατέρα . Αλλοιώς, εάν όπως οι Αρειανοί διακηρύττουν ότι είναι «γενητός», τότε ο Υιός δεν είναι από τον Αΐδιον, τότε δεν είναι στα αλήθεια η Εικόνα του Πατέρα και θα ήταν αδύνατον για τον Δημιουργό των όλων να βλέπει τον Εαυτόν Του μέσα σ’ ένα δημιούργημα. Διότι, ό,τι είναι ο Πατέρας, η Εικόνα Του θα πρέπει να είναι .  Επομένως, ο Υιός είναι «εκ του Πατέρα γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων», αλλά είναι «αγένητος», επειδή δεν έχει δημιουργηθεί.

AGIA TRIADA
Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ Π. ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΟΥ

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
  1. Ο Μονοθεϊσμός στην Παλαιά Διαθήκη

Η υψίστη αλήθεια που αφορά την Αγία Τριάδα ως τον Ένα Θεό φανερώθηκε ειδικά στην Καινή Διαθήκη. Αναμφισβήτητα στην Παλαιά Διαθήκη ο Αληθής Θεός αποκάλυψε τον Εαυτόν Του και δια μέσον του Μωϋσέως κηρύχθηκε ο αυστηρός Μονοθεϊσμός ως το πρώτο άρθρο της Θείας Αποκαλύψεως. «Εγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ. Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου»[1].  « Ἄκουε,  Ἰσραήλ· Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι»[2].  Οι Εβραίοι, όμως, αποδείχθηκαν παρήκοοι στο Θέλημα του Θεού και λάτρευσαν σε πολλές περιστάσεις ψευδείς θεούς και είδωλα[3].  Επειδή η πονηρία και ανωριμότητα εμπόδιζε τον εκλεκτό λαό του Θεού από του να δεχθεί την Αποκάλυψη του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος, ήταν φυσικό να παραμείνει μία αόριστη πραγματικότητα μέχρις ότου η Θεία Πρόνοια παρασκεύασε τον δρόμο για τον άνθρωπο να δεχθεί την πληρότητα της Θείας Αποκαλύψεως.
Στην Παλαιά Διαθήκη έχομε την περίοδο προπαρασκευής, σύμφωνα με την οποία το έργο της Θείας Πρόνοιας οδηγούσε τα γεγονότα για τη θεμελίωση του Μυστηρίου της Θείας Αποκαλύψεως.  Αυτά τα γεγονότα ήταν διφορούμενα και ακατανόητα όχι μόνον στο λαό, αλλά ακόμα στους αγίους Προφήτες και εάν δεν είχαν διευκρινιστεί από την Καινή Διαθήκη, θα  παρέμειναν σκοτεινά.
Στα παλαιότερα Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ο όρος «Άγγελος Θεού» χρησιμοποιείται για να δηλώσει Εκείνον που μιλά όχι μόνον εκ μέρους του Θεού, αλλά ως Θεός ο ίδιος.  Γι’ αυτό, ο Φίλων Τον είδε ως τον Λόγο του Θεού.  Πολλοί εκκλησιαστικοί Συγγραφείς, ειδικά ο Θεοδώρητος Κύρου, κατανόησαν τον όρο «Άγγελος Θεού» ως αναφερόμενο στο δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος[4].  Σύγχρονοι θεολόγοι δέχθηκαν τη θεωρία ότι η χρήση του όρου «Άγγελος Θεού» ήταν για να αντικαταστήσει το όνομα Γιαχβέ σε ένδειξη σεβασμού, έχοντας εμφανιστεί άμεσα στους Πατριάρχες (Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ) και στον Μωϋσή.  Αυτή η θεωρία αναθεωρήθηκε και αυτές οι εμφανίσεις αποδόθηκαν στον ως «Άγγελος Θεού» χωρίς να χάσουν την αξία τους ως προς τον τρόπο που αυτός ο «Άγγελος Θεού» μιλά με εξουσία Θεού[5].

Στην Παλαιά Διαθήκη βρίσκει κανείς τον Θεό να μιλά σε πληθυντικό αριθμό[6] παρά στον ενικό.  Η χρήση του πληθυντικού «ποιήσομεν» δηλώνει  ότι ο Θεός μιλά σ’ Άλλους οι Οποίοι είναι ίσοι στην Εξουσία μ’ Αυτόν[7].  Ο Θεός δεν μιλά στον Εαυτόν Του σαν ένα Πρόσωπο, διότι αυτό θα σήμαινε τρέλα· ούτε μιλά στους Αγγέλους, διότι οι Άγγελοι δεν μπορούν να δημιουργήσουν και ο Θεός δεν είναι υποχρεωμένος να δώσει λογαριασμό των ενεργειών Του στα δημιουργήματά Του.  Οι Άγγελοι δεν είναι ίσοι με τον Θεόν, αλλά στέκονται με φόβο και τρόμο ενώπιον Του, δοξολογώντας ακατάπαυστα για όλα τα θαυμάσια που επιτέλεσε.
Η χρήση της λέξεως «Άγιος» τρεις φορές στον Ησαΐα[8] και η εμφάνιση των τριών Αγγέλων στη Μαμβρή στους οποίους ο Αβρααάμ απευθύνθηκε ως σ’ ένα Πρόσωπο[9], θεωρηθήκανε ενδείξεις των τριών Υποστάσεων της Μίας Θεότητας.  Ακόμα, στο βιβλίο των Παροιμιών, η Σοφία εμφανίζεται να έχει δική της προσωπικότητα με αυτοσυνειδησία, ενέργεια, υπάρχουσα από την αρχή με τον Θεό, αντικατροπτίζοντας το Φως της Θείας Γνώσεως  και συμμετέχοντας στα έργα της Δημιουργίας.  Όλα αυτά θεωρηθήκανε ως αναφορές στο δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.  Ο συγγραφέας του βιβλίου των Παρομοιών είναι ένας αυστηρός μονοθεϊστής που δεν κάμνει συγκαταβάσεις ή δέχεται την συνύπαρξη δευτέρου προσώπου στη Θεότητα.  Σύμφωνα μ’ αυτόν υπάρχει μόνον Ένας Θεός.
Γενικά, η σημασία των πιο πάνω χωρίων, που δίδουν ενδείξεις για τα τρία Πρόσωπα του Θεού, είναι ξένα όχι μόνον στους Ισραηλίτες που έζησαν προ Χριστού, αλλά ακόμα στους Συγγραφείς των ιερών Βιβλίων.  Αυτό όμως δεν αντιπαραθέτει την γνώμη του αγίου Αυγουστίνου ότι η Παλαιά Διαθήκη ερμηνεύεται και διευκρινίζεται από την Καινή Διαθήκη.  Αυτό είναι κατανοητό, όταν θυμηθούμε ότι οι Εβραίοι, επηρεασμένοι από τα γειτονικά προς αυτούς έθνη, ήσαν πάντοτε έτοιμοι να στραφούν στη λατρεία των ειδώλων και στον πολυθεϊσμό.  Επομένως, για να προστατευτούν από μία τέτοια πτώση, ο Θεός διασφάλισε, ώστε το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος παραμείνει κρυμένο απ’ αυτούς, και μ’ αυτό τον τρόπο απότρεψε την εισαγωγή διαφορών στοιχείων στη Φύση των Υποστάσεων και που στη συνέχεια θα οδηγούσε στην ειδωλολατρία.  Ακόμα, ήταν για τους διδάξει από την αρχή για την Μοναρχία της Θεότητας και σιγά – σιγά να προχωρήσουν στο Δόγμα των τριών Υποστάσεων[10].
Γι’ αυτό τον λόγο, οι προφητείες που αφορούσαν τον Μεσσία, όπως «Εμμανουήλ» ο Οποίος θα γεννιόταν από «την Παρθένον»[11], ο «Χριστός» του Θεού[12], επάνω στον Οποίο το Άγιο Πνεύμα θα αναπαυόταν, του Οποίου το Όνομα θα κληθεί «Μεγάλης Βουλής Άγγελος», «Άρχων Ειρήνης»[13], «Κυρίου του Θεού»[14], «Υιός ανθρώπου, ο Οποίος έρχεται επί των νεφελών του ουρανού»[15], και τόσες άλλες, δεν έχουν κατανοηθεί, από τους συγχρόνους Εβραίους που, δυστυχώς, δεν έχουν αποδεχτεί τον ερχομό του αληθινού Μεσσία, του Κυρίου και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, σύμφωνα με την Θεότητά Του, και του Υιού του Βασιλέα Δαβίδ, σύμφωνα με την ανθρωπότητά Του, τον Οποίο και απάνθρωπα εσταύρωσαν.
Γενικά, οι όροι «Σοφία», «Λόγος», «Πνεύμα», «Υιός Θεού» και «Χριστός Κυρίου», δεν θεωρούνται ότι έχουν την ίδια σημασία στην Παλιά Διαθήκη, όπως στην Καινή Διαθήκη, αλλά κάθε όρος εξετάζεται χωριστά.  Εκείνο που μπορούμε να πούμε με αναφορά τις Διδασκαλίες της Παλαιάς Διαθήκης, είναι ότι την περίοδο των αρχαίων Συγγραφέων, ο κόσμος προπαρασκευάζετο για την πίστη στην Αγία Τριάδα, αλλά δεν αποκαλύφθηκε στους Ισραηλίτες, που γνώριζαν και διδάχθηκαν τον Μονοθεϊσμό ως τρόπο λατρείας του Ενός Αληθινού και Προσωπικού Θεού.

  1. Η Διδασκαλία της Αγίας Γραφής ότι η Αγία Τριάδα είναι ο Ένας Θεός

Οι θεμελιώδεις βάσεις της Διδασκαλίας για την Αγία Τριάδα βρίσκονται στην Καινή Διαθήκη, όπου, ταυτόχρονα διακυρήσσεται η μοναδικότητα και η ενότητα της Μιάς Θεότητας. 
Η Μητέρα του Θεού, η  Αειπάρθενος και Θεοτόκος Μαρία, πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ότι «Πνεῦμα  Ἃγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ»[16].  Όταν ο Χριστός βαπτιζόταν, η Αγία Τριάδα φανερώθηκε: το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε με τη μορφή σαν περιστέρι, ο Πατέρας μαρτυρούσε ότι Εκείνος που βαπτιζόταν ήταν ο Υιός Του ο αγαπητός[17].  Ακόμα, όταν ο Χριστός πήρε μαζί Του τους τρεις Μαθητές, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και ανέβηκαν στο Θαβώριο όρος, μεταμορφώθηκε μπροστά τους.  Την ίδια στιγμή το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή φωτεινού συννέφου τους επισκίασε και ο Θεός Πατέρας τους διαβεβαίωσε λέγοντας ότι «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε»[18]. 
Στην αρχιερατική προσευχή Του, πριν παραδοθεί στους Εβραίους, ο Κύριος διαφοροποιεί τον Εαυτόν Του από το Άγιο Πνεύμα αποκαλώντας Τον «ἄλλον Παράκλητον»[19], «ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατέρα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται»[20].  Αυτό το Άγιο Πνεύμα, που εκπορεύεται μόνον από τον Πατέρα, θα μαρτυρήσει για τον Υιό, θα τους υπενθυμίσει όλα και θα τους καθοδηγήσει σ’ όλη την Αλήθεια[21].  Όταν ο Χριστός ονόμασε το Άγιο Πνεύμα  «ἄλλον Παράκλητον», προσδιόρισε με την λέξη «ἄλλον» την διαφορά της Υποστάσεως του τρίτου Προσώπου από τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ενώ, με το να χρησιμοποιήσει την λέξη «Παράκλητον», προσδιόρισε την σχέση Του στη Θεία Ουσία σύμφωνα με την οποία το Άγιο Πνεύμα τελεί ό,τι και ο Υιός[22].
Η τελευταία Εντολή του Χριστού που δόθηκε στους αγίους Αποστόλους ήταν: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[23]. Με το να τους προτρέψει να βαπτίζουν τους ανθρώπους ΟΧΙ «στα ονόματα», αλλά «εἰς τὸ ὄνομα» προσδιόρισε την μονάδα και το αδιαίρετο της Μίας Φύσεως ή Ουσίας της Αγίας Τριάδος. Ταυτόχρονα, όμως διακήρυξε την Τριάδα των Υποστάσεων ή Προσώπων στη Μία Θεότητα[24].
Ο άγιος Απόστολος Παύλος, κλείνοντας την Β΄ προς Κορινθίους Επιστολή του προσεύχεται λέγοντας: «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου  Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν»[25]. Διακηρύσσει μ’ αυτόν τον τρόπον το Δόγμα της Αγίας Τριάδος.  Ο Παύλος θέτει τα Ονόματα της Αγίας Τριάδος σε διαφορερική τάξη και όχι σύμφωνα με εκείνη που ο Χριστός χρησιμοποίησε στο Ματθαίο 28:19-20, δηλώνοντας ότι η τάξη των Ονομάτων δεν σημαίνει διαφορά της Φύσεως ή Δυνάμεως ή Αρχής των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, αλλά διακηρύσσει την ισότητα των Υποστάσεων ή Προσώπων της Μιάς Θεότητας[26].  Και πάλιν, σ’ άλλες περιπτώσεις αναφέρεται στη Χάρι που εκπηγάζει από τον Κύριο, ή από το Άγιο Πνεύμα, ή από τον Πατέρα, και μ’ αυτό τον τρόπο αποδεικνύει ότι δεν Τους θέτει σύμφωνα με κάποιο βαθμό, διότι η Φύση και η Ουσία  της Αγίας Τριάδος είναι κοινή και για τα τρία Πρόσωπα.

συνεχίζεται


[1] Έξ. 20:2-5.
[2] Δευτ. 6:4.
[3] Κριταί 2:16-19.
[4] Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. I, σελ. 229.
[5] Lagrange, “L’ ange”, σελ. 221-222.
[6] Γεν. 1:26• 2:18• 3:23• 11:7.
[7] Βασιλείου του Μεγάλου, Εις Εξαήμερον, κεφ. VIII, Migne, P.G., 29, 205.  Βαρνάβα, V, 5, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 167.  Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, στη B, τόμ. 2, σελ. 230, 232 και τόμ. 5, σελ. 34.  Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατήχησις, X, § 7, Migne, P.G., 33, 668.  Αθανασίου Αλεξανδρείας, Κατά Ελλήνων, § 44, Migne, P.G., 25, 93. Γρηγορίου Νύσσης, Εις Γένεσιν 1:26, Ομιλία 1, Migne, P.G., 44, 260.  Ειρηναίου, Πανάριον, IV, Migne, P.G., 7, 1032. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Περί Αγίας Τριάδος, Ομιλία 1, Migne, P.G., 75, 25.  Χρυσοστόμου, Εις Γένεσιν, Ομιλία 8, Migne, P.G., 53, 71.
[8] Ησ. 6:3.  Αθανασίου Αλεξανδρείας, Περί της ενσαρκώσεως, Migne, P.G., 26, 1000. Του ιδίου, Εις το «πάντα παρεδώθησαν εις εμέ», Migne, P.G., 25, 220. Του ιδίου, Κατά Αρειανών, Ομιλία II, Migne, P.G., 26, 312.    
[9] Γεν. 18:1-4.
[10] Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Βιβλίο II, Επιστολή 143, Migne,  P.G., 78, 589.
[11] Ησ. 7:14.
[12] Ψαλμ. 2:2.
[13] Ησ. 9:6.
[14] Ψαλμ. 110:3.
[15] Δανιήλ 7:13.
[16] Λουκ. 1:35.
[17] Ματθ. 3:16-17.  Μάρκ. 1:9-11. Λουκ. 3:22.  Ψαλμ. 2:7.  Ησ. 42:1.  Β΄ Πέτρου 1:17.  Ιωάν. 1:33.
[18] Ματθ. 17:1-8. Μάρκ. 9:2-8.  Λουκ. 9:28-36.
[19] Ιωάν. 14:16-17.
[20] Ιωάν. 14:26• 16:26.
[21] Ιωάν. 14:26• 15:26.
[22] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις Ιωάννην, βιβλίο IX, Ομιλία 1, Migne, P.G., 74, 257.  Χρυσοστόμου, Εις Ιωάννην, Ομιλία 75, § 1, στον Montfaucon, τόμ. 8, σελ. 502.
[23] Ματθ. 28:19-20.
[24] Αμβροσίου, De Spiritus Sanctus, I, κεφ. 3, § 40, migne, P.L., 16, 742.  Αυγουστίνου, migne, P.L., 35, 1429.
[25] Β΄ Κορινθ. 13:14.  Φιλ. 2:1.
[26] Θεοδωρήτου Κύρου, Εισαγωγή, Migne, P.G., 82, 457.


 http://www.enromiosini.gr/arthrografia/arthografia-theologika/16778-%CF%84%CE%BF-%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%B4%CE%BF%CE%B3%CE%BC%CE%B1/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου