Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερωσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιερωσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Αποστολική Εκκλησία, Αποστολική πίστη, Αποστολική διαδοχή. Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος

Αποστολική Εκκλησία, Αποστολική πίστη, Αποστολική διαδοχή

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Εν Πειραιεί 29-06-2013
Εορτάζουμε σήμερα τήν σύναξη των αγίων ενδόξων καί πανευφήμων Δώδεκα Αποστόλων καί γι’αυτό προτάσσουμε και προβάλλουμε ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Αποστολική Εκκλησία. Ως Ορθόδοξοι πιστεύουμε, σύμφωνα μέ τό Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας-Κων/λεως (381), «εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν καί Αποστολικήν Εκκλησίαν». Κατά τήν αδιάκοπη δογματική συνείδηση του πληρώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλ. κατά τήν αυτοσυνειδησία της, η Μία αυτή, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία είναι αποκλειστικώς και μόνον η Ορθόδοξος Εκκλησία, και καμμία άλλη αίρεση ή θρησκεία.
Τί σημαίνει, όμως, ότι η Εκκλησία μας είναι Αποστολική; Σημαίνει δύο πράγματα. Ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει α) τήν Αποστολική Πίστη καί β) τήν Αποστολική Διαδοχή. Τί είναι Αποστολική Πίστη καί τί Αποστολική Διαδοχή;
Α) Αποστολική Πίστη.
Αποστολική πίστη είναι η πίστη, που μας παρέδωσαν ως παρακαταθήκη οι άγιοι ένδοξοι Απόστολοι, την οποία κληρονόμησαν από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό, ως αυτήκοοι και αυτόπτες του ιδίου του Θεού Λόγου. Επομένως, η αποστολική πίστη είναι η πίστη του Χριστού και κατ’επέκτασιν είναι η πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον καθηγητή της Δογματικής του ΑΠΘ κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη[1], «η πίστη αυτή της Εκκλησίας είναι θεόπνευστη και αδιαπραγμάτευτη. Η ένταξη καί η παραμονή στό μυστηριακό Σώμα του Χριστού, τήν Εκκλησία, δέν είναι απροϋπόθετη. Προϋποθέτει οπωσδήποτε τήν άνευ όρων αποδοχή καί ομολογία της Αποστολικής πίστεως, όπως αυτή ερμηνεύθηκε καί οριοθετήθηκε από τίς αποφάσεις των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Έτσι, λοιπόν, όταν κάποιος πιστός, ανεξαρτήτως της θεσμικής θέσεως πού κατέχει στό Σώμα της Εκκλησίας (απλός πιστός, μοναχός, ιερεύς, αρχιμανδρίτης, επίσκοπος, μητροπολίτης, πατριάρχης), ή σύνολα πιστών, ανεξαρτήτως του αριθμού τους (τοπικές Εκκλησίες, σύνοδοι) παραβιάσουν εκ πεποιθήσεως τήν οριοθετημένη πίστη της Εκκλησίας, αποκόπτονται από τό Σώμα της. Καί αν είναι σ’οποιοδήποτε ιερατικό αξίωμα, καθαιρούνται, ενώ οι λαϊκοί αφορίζονται, όπως προκύπτει από τά Πρακτικά των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων. Αυτό σημαίνει ότι δέν μπορούν στό εξής νά μετέχουν καί νά κοινωνούν στά ιερά μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Επομένως, είναι προφανές ότι συλλήβδην όλοι οι αιρετικοί (Παπικοί, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες) καί όλοι οι ετερόδοξοι (Μουσουλμάνοι, Ιουδαίοι) έχουν εκπέσει από τήν Αποστολική πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επειδή οι αιρέσεις καί οι ετεροδοξίες τους ανατρέπουν πλήρως τήν Αποστολική πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Β) Αποστολική διαδοχή.
Μέ τήν Αποστολική πίστη συνδέεται αδιαίρετα καί η Αποστολική διαδοχή. Η Αποστολική διαδοχή έχει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο μέσα στό Σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας καί προϋποθέτει οπωσδήποτε τήν Αποστολική πίστη.
Λέγοντας Αποστολική διαδοχή εννοούμε τήν αδιάκοπη συνέχεια της ηγεσίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας από τους αγίους Αποστόλους. Η συνέχεια αυτή έχει χαρισματικό χαρακτήρα καί διασφαλίζεται μέ τή μετάδοση της πνευματικής εξουσίας των αγίους Αποστόλων στούς Επισκόπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας καί δι’αυτών στούς ιερείς. Ουσιαστικά, λέγοντας Αποστολική διαδοχή εννοούμε πρωτίστως τήν διαδοχή της Αποστολικής πίστεως καί έπειτα τήν διαδοχή των πατριαρχικών, αρχιεπισκοπικών, μητροπολιτικών και επισκοπικών θρόνων καί όχι τήν διαδοχή των θρόνων χωρίς τήν διαδοχή της Αποστολικής πίστεως.
Ο τρόπος μεταδόσεως της πνευματικής, αποστολικής εξουσίας στούς Επισκόπους γίνεται μέ τήν χειροτονία. Αν, επομένως, κάποιος Επίσκοπος έχει λάβει μέ κανονικό, εκκλησιαστικό τρόπο τήν χειροτονία του καί στή συνέχεια βρεθεί εκτός Εκκλησίας, εξαιτίας της εσφαλμένης πίστεώς του, παύει ουσιαστικά νά έχει καί τήν Αποστολική διαδοχή, αφού αυτή έχει νόημα μόνο μέσα στό μυστηριακό Σώμα του Χριστού, τήν Ορθόδοξη Εκκλησία.
Κατά συνέπεια, αν κάποιος Επίσκοπος ή καί ολόκληρη Τοπική Εκκλησία, ανεξαρτήτως αριθμού μελών, εκπέσουν από τήν πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράστηκε αλαθήτως στίς Άγιες και Οικουμενικές Συνόδους, παύουν νά έχουν οι ίδιοι τήν Αποστολική διαδοχή, επειδή βρίσκονται ήδη εκτός Εκκλησίας. Καί αφού διακόπτεται η Αποστολική διαδοχή, ουσιαστικά δέν μπορεί νά γίνεται λόγος γιά κατοχή ή γιά συνέχεια της Αποστολικής διαδοχής στούς εκπεσόντες από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Μέ βάση, λοιπόν, τά παραπάνω όλοι οι αιρετικοί (Παπικοί, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες) καί οι ετερόδοξοι (Μουσουλμάνοι, Ιουδαίοι) στερούνται τήν Αποστολική διαδοχή, επειδή, στερηθέντες τήν Αποστολική πίστη, εξέπεσαν από την Ορθόδοξο Εκκλησία. Κατά συνέπεια, λόγος γιά Αποστολική διαδοχή εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι λόγος ατεκμηρίωτος επιστημονικά και θεολογικά, είναι δηλ. λόγος αθεολόγητος και μάλλον οικουμενιστικός.
Μέ τήν Αποστολική διαδοχή συνδέεται καί η ιερωσύνη. Η ιερωσύνη προϋποθέτει τήν αδιάκοπη συνέχειά της από τούς αγίους Αποστόλους, προϋποθέτει δηλ. τήν Αποστολική διαδοχή. Πρωτίστως, όμως, η ιερωσύνη προϋποθέτει τόν Θεάνθρωπο Χριστό ως ιερουργό στό μυστηριακό Σώμα Του, τήν Ορθόδοξο Εκκλησία. Σέ τελευταία ανάλυση, η ιερωσύνη του Χριστού υφίσταται στήν Ορθόδοξο Εκκλησία καί παρέχεται από τόν ίδιο τόν Χριστό διά της Εκκλησίας Του καί γιά τήν Εκκλησία Του. Αυτονομημένη ιερωσύνη καί αυτονομημένα από τήν Εκκλησία μυστήρια δέν μπορούν νά υπάρχουν. 
Η ιερωσύνη, όπως άλλωστε καί όλα τά ιερά μυστήρια, αποτελεί λειτουργική φανέρωση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις», κατά τόν άγιο Νικόλαο Καβάσιλα. Αυτό σημαίνει ότι, γιά νά υπάρχουν μυστήρια, πρέπει προηγουμένως νά υπάρχει η Εκκλησία. Τά μυστήρια είναι σάν τά κλαδιά ενός δένδρου. Ζωντανά κλαδιά, πού ανθούν καί καρποφορούν, μπορούν νά υπάρχουν μόνο όταν αυτά είναι οργανική προέκταση του δένδρου, όταν δηλ. είναι οντολογικά συνδεδεμένα μέ τόν κορμό του δένδρου.
Επομένως, είναι θεολογικά ακατανόητο νά υποστηρίζεται από οικουμενιστικούς κύκλους ότι οι αιρετικοί καί οι ετερόδοξοι έχουν έστω καί ένα μυστήριο, π.χ. τό βάπτισμα. Τό θεμελιώδες ερώτημα, που πρέπει νά τίθεται εδώ, είναι : Ποιός ιερούργησε τό μυστήριο; Πού βρήκε τήν ιερωσύνη ο ιερουργός; Ποιός του έδωσε τήν ιερωσύνη, αφού αυτή τήν παρέχει μόνο η Ορθόδοξος Εκκλησία; Πού βρέθηκε η Εκκλησία στούς αιρετικούς καί ετεροδόξους, αφού αυτοί, λόγω της εσφαλμένης δογματικής πίστεώς τους, εξέπεσαν από τήν Ορθόδοξο Εκκλησία»;
Εν κατακλείδι, αυτό, πού πρέπει νά μείνει στό νου μας καί πρέπει νά τονίσουμε, είναι τό εξής˙ ότι μόνο η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία καί ότι μόνο αυτή κατέχει τόσο τήν Αποστολική πίστη, όσο καί τήν Αποστολική διαδοχή, όπως επίσης καί τήν ιερωσύνη καί τά ιερά μυστήρια. Οι αιρετικοί καί οι ετερόδοξοι, λόγω παραχάραξης της πίστεως, δέν κατέχουν ούτε τήν Αποστολική πίστη, ούτε τήν Αποστολική διαδοχή καί ακολούθως ούτε ιερωσύνη ούτε μυστήρια έχουν.


[1] Δ.ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, «Είναι οι ετερόδοξοι μέλη της Εκκλησίας»;  Εν Συνειδήσει, Οικουμενισμός, Ιστορική και κριτική προσέγγιση, έκδ. Ι. Μ. Μεγάλου Μετεώρου, Άγια Μετέωρα (Ιούνιος 2009) 78-83.
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/06/blog-post_7401.html

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Περί Εφημεριών εν Κωνσταντινουπόλει.(Αρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου,Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας)

P1020496
Σεβασμιώτατε[*] δέσποτα, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και συλλειτουργοί, ευχαριστώ πολύ που με καλέσατε για να σας ομιλήσω. Δεν έρχομαι εν σοφία λόγων, ούτε ως επιστήμων θεολόγος, ούτε για να τριχάσω την τρίχα.
Είμαι ένας καλογερόπαπας και απευθύνομαι σε παπάδες, με την παλαιά έννοια του όρου «παπάς», κι όχι με την μειωτική που μας αποδίδουν σήμερα με την λέξι «παπαδαριό». «Παπάς» είναι λέξις τιμητική και είναι χαϊδευτικό της λέξεως «πατήρ», και μετάφρασις της αραμαϊκής λέξεως «αββάς». Και η λέξις «παπάς» ή «παπίας» δεν είναι μακρυά ετυμολογικώς από την λέξι «πάπας» που τόσον έχει παρεξηγηθή εξ αιτίας της χρήσεώς της από τον επίσκοπο Ρώμης.
Τονίζω ότι ιερομόναχοι και έγγαμοι πρεσβύτεροι είμεθα ένα· άνευ διακρίσεως «αγιότητος». Είμαι παπάς, είσθε παπάδες. Είμαι πρεσβύτερος, είσθε πρεσβύτεροι.
Δεν υπάρχει στην Εκκλησία του Χριστού διάκρισις μεταξύ έγγαμου και άγαμου κλήρου. Όπου υπάρχει διάκρισις, εκεί υπάρχει αίρεσις. Διότι μια φορά, θυμάμαι, κάποιοι αρχιερείς οι οποίοι προέρχονταν από οργανώσεις είχαν επισκεφθεί το Μοναστήρι που ήμουν καλόγηρος. Και λέγει τότε ο οικείος επίσκοπος, μακαριστός πλέον τώρα, πως την επομένη ημέρα θα ετελείτο μια «παρθενική Λειτουργία». Του λέγω:
-Τι εννοείτε; Μου απαντά:
-Θα λειτουργήσουμε μόνον εμείς οι άγαμοι.
-Συγγνώμη, μα εγώ δεν θα λειτουργήσω, δεν θα έρθω.
-Γιατί; ερωτά. Και του απαντώ:
-Πρώτον, διότι αυτό είναι εγκρατιτική αίρεσις, δεύτερον διότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν την διάκρισι μεταξύ άγαμου και έγγαμου επί ποινή αφορισμού, και τρίτον διότι εγώ δεν είμαι παρθένος.
Εκεί τινάχτηκε! Λέει:
—Τί εννοείς;
—Εννοώ πως αν ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «Και γυναίκα ού γινώσκω και παρθένος ούκ ειμί», εγώ δεν μπορώ να ισχυρισθώ πως είμαι παρθένος. Εξάλλου η Εκκλησία του Χριστού, εκ των ανδρών μόνον ένα ονόμασε Παρθένο∙ τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Ευαγγελιστή. Οι υπόλοιποι είμαστε καθ’ υπόνοιαν «παρθένοι».
Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί μου, αισθάνομαι πολλήν την οικειότητα ανάμεσά σας. Άλλωστε να ξέρετε πως οι καλύτεροί μου φίλοι είναι οι έγγαμοι κληρικοί. Και χαίρω ιδιαιτέρως όταν έρχονται στο Μοναστήρι μας και λειτουργούν. Διότι δεν είναι σωστό κάποιοι αρχιμανδρίτες των 20 και 25 χρόνων να περιφρονούν κληρικούς έγγαμους 80 – 85 χρόνων.
Αλλά «περί την νύσσαν τον πώλον κεντώ» για να θυμηθώ το άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο
Ο νους μου πετά προς την Κωνσταντινούπολι την αγαπημένη. Εκεί θέλω να μεταφέρω και την αγάπη σας. Δεν θα σας μιλήσω για τους ναούς της, ούτε για τ’ αγιάσματά της, ούτε για τα κάστρα της. Δεν θα σας μιλήσω ούτε για τον Πατριάρχη και την Πατριαρχική αυλή. Γι’ αυτά μιλούν πολλοί και έχουν γράψει πολλά και γράφουν εισέτι.
Θα σας απασχολήσω με κάτι που κανείς μέχρι τώρα δεν καταπιάστηκε. Θα σας μιλήσω για συναδέλφους. Για τους δικούς σας ανθρώπους. Για τους παπάδες της Πόλης. Γι’ αυτούς τους ήρωες για τους οποίους κανείς δεν ομιλεί, κανείς δεν γράφει. Θα σας μιλήσω για όσα έχω ακούσει, για όσα έχω δή, για όσα οι ίδιοι μου έχουν διηγηθή. Ιερείς με οικογένειες, σε μακρυνές ξεχασμένες ενορίες, χωρίς ενορίτες, σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό. Ιστορίες άγνωστες, άλλες συγκινητικές, άλλες ηρωικές, αλλά όλες ενδιαφέρουσες. Φυσικά θα αναφερθώ ενδεικτικά, σε πολύ λίγα, διότι δεν θα ήτο δυνατόν να αναφέρω στην αγάπη σας όλα όσα γνωρίζω.
Για να κάνουμε και μια σύγκρισι μεταξύ αυτών και ημών. Διότι παραπονούμεθα πολλάκις αλλά χωρίς λόγο και αιτία.
Ζούν οι ταπεινοί λευίτες της Κωνσταντινουπόλεως σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Δεν γνωρίζουν από που και από ποιόν θα έρθη η βρισιά, η πέτρα, το φτύσιμο. Λίγο να διαταραχθούν οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, αυτοί πληρώνουν τα σπασμένα.
Επίσης γνωρίζουν ότι εκεί είναι μόνιμοι. Κάθε φυγή προς τα εδώ ή το εξωτερικό σημαίνει καθαίρεσις. Και όμως μένουν εκεί από του χρέους μη κινούντες. Ωσάν τον στρατιώτη μιας πύλης στην Πομπηΐα. Η λάβα του Βεζούβιου ήρθε και τον εκάλυψε, μα εκείνος έμεινε ακίνητος φρουρός μιάς διαταγής· να μη εγκατάλειψη την πύλη. Και στις ανασκαφές βρέθηκε πετρωμένος απ’ την λάβα με το δόρυ στο χέρι, στην πύλη.
Ο εφημέριος της Παναγίας στο Πέραν μου έλεγε πριν μερικά χρόνια: «Είμαι εδώ εφημέριος επί 54 χρόνια». Αν ζη πρέπει να έχη ξεπεράση τα 60 χρόνια ιερατικής διακονίας. Και είδε δόξες να περνούν και να χάνονται…
Εμείς πολλές φορές έχουμε σαν όνειρο την συνταξιοδότησι. Να πάρουμε σύνταξι να γλυτώσουμε από τριμηνίες, προϋπολογισμούς και απολογισμούς. Γνώρισα τον πατέρα Φιλόθεο στην ηλικία των 92 ετών. Ήτο εφημέριος στον Άγιο Γεώργιο Εδίρνε Καπού (στην Πύλη της Αδριανουπόλεως). Ενορίτες; Αυτός, η παπαδιά του και μία κόρη, αν δεν απατώμαι. Ψάλαμε μαζύ σε μια Προηγιασμένη στο Αγίασμα των Βλαχερνών. Εθαύμασα την αντοχή του στο ψάλσιμο, παρ’ όλη την προχωρημένη ηλικία του. Μετά την απόλυσι, τον ερώτησα:
-Είσθε συνταξιούχος; Μου απήντησε:
Εμείς εδώ δεν γνωρίζουμε τι έστι σύνταξις· πεθαίνουμε στο Θυσιαστήριο!
Μετά τρία έτη έμαθα ότι εκοιμήθη. Όμως εκοιμήθη ως λειτουργός. Στο Θυσιαστήριο, από του χρέους μη κινών.
Ύστερα από το διάταγμα του Κεμάλ το 1934 η ρασοφορία εκτός του ναού απαγορεύεται. Οπότε οι ιερείς κυκλοφορούν με πολιτικά και εισερχόμενοι εις τον ναόν φορούν ράσο και καλυμαύχι. Διευκρινίζω πως η ρασοφορία έκτοτε απαγορεύθηκε για τους τούρκους υπηκόους και μόνον, κι όχι δι’ όσους απλώς επισκέπτονται την Τουρκία (εξ Ελλάδος φερ’ ειπείν ή όπου αλλού). Ενθυμούμαι, λοιπόν, τον μακαριστόν π. Μελέτιο Σακκουλίδη, τον Μεγάλον Οικονόμον. Ήτο εφημέριος σε 11 ναούς της περιφερείας Υψωμαθείων. Έζησε τα δραματικά γεγονότα του ’55 στους Αγίους Θεοδώρους Βλάγκας. Αυτός ποτέ δεν εκάθισε σε ώρα ακολουθίας η Θείας Λειτουργίας. Μέχρι τέλους. Και εντύπωσι μου είχε κάνει μεγάλη διότι δεν έκρυβε ποτέ την ιερωσύνη του. Και γένεια έτρεφε και κόμη διατηρούσε. Μάλιστα δε ο μακάριος εκείνος στο αριστερό πέτο του σακακιού του είχε πάντοτε καρφιτσωμένο ένα χρυσό σταυρό. Και πάντα έτσι κυκλοφορούσε εν μέσω αλλογενών και αλλοθρήσκων· με τον σταυρό να λάμπει.
Αυτό το διάταγμα του Κεμάλ, έφερε σε πολύ δύσκολι θέσι τους εφημέριους τότε, αλλά και τους πιστούς. Έχει καταγραφεί ότι ο Πατριάρχης Φώτιος ο Β’ (επί του οποίου βγήκε το διάταγμα) ουδέποτε εξήλθε του Πατριαρχείου, αρνούμενος και μη ανεχόμενος να συνοδεύεται από παντελονοφόρους κληρικούς.
Ο μακαριστός π. Γεώργιος Οκουμούσης εφημέριος στην Ίμβρο (εκοιμήθη πέρυσι) μου εδιηγείτο τα εξής: «Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Όταν ήλθε ειδοποίησις από το Πατριαρχείο να βγάλουν οι ιερείς τα ράσα, να περιορίσουν κατά το δυνατόν την γενειάδα και να κόψουν την κοτσίδα (για να μη δίδουν στόχο, διότι τα πράγματα τότε ήσαν πολύ άγρια και επικίνδυνα) έπεσε θρήνος στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου ήταν ιερεύς στους Αγ. Θεοδώρους και έπρεπε να συμμορφωθή. Με κλάμματα η μητέρα μου παπαδιά πήρε το ψαλίδι, έκοψε την κοτσίδα και την τοποθέτησε σ’ ένα κουτί. Την έβαλε κάτω άπ’ τα εικονίσματα, και όταν ο πατέρας μου εκοιμήθη, το μόνο κτέρισμα που τον συνώδευσε στον τάφο ήσαν τα μαλλιά του, η κοτσίδα του»…
Είπα και προηγουμένως· οι κίνδυνοι ελλοχεύουν πάντοτε. Οι ιερείς είναι στο στόχαστρο. Ας κυκλοφορούν με πολιτικά, τους διακρίνουν αμέσως. Ακόμα, θυμηθείτε, αγνοείται η τύχη του πτώματος του Ηγουμένου του Μπαλουκλή Χρύσανθου. Κάποιο πηγάδι κρατάει το μυστικό του βασανισμού του… Ο τέως Μέγας Εκκλησιάρχης π. Σεραφείμ όταν ήτο διάκονος, λειτουργούσε σε κάποιο ναό της περιφερείας του Βοσπόρου. Θες από άγνοια του κινδύνου, θες από αφέλεια φόρεσε γαλάζια διακονική στολή. Ήταν η εποχή μετά τα Σεπτεμβριανά. Ξαφνικά εισβάλλουν στον ναό τραμπούκοι εγκάθετοι και απήτησαν με κραυγές, βρίζοντας και απειλώντας, να βγάλη τα άμφια που θύμιζαν Ελλάδα…
Μου έλεγεν ο μακαρίτης παπα-Νεόφυτος εφημέριος στο Μπαλουκλή: «Κάποιος Χριστιανός με χάρισε ένα ρολόι χειρός που είχε στο κέντρο την Παναγία. Το φόρεσα και μπήκα στο λεωφορείο για να πάω στο σπίτι μου στα Ταταύλα. Το λεωφορείο γεμάτο ήταν, θέσεις δεν είχε, και στεκόμουν όρθιος. Πιάστηκα από την χειρολαβή να μη πέσω, τραβήχτηκε το μανίκι καί φάνηκε το ρολόϊ. Σαν κοράκια, σαν όρνια έπεσαν επάνω μου να με γδάρουν. Είδα κι έλαβα να γλυτώσω από τα χέρια τους. Και από τότε το έχω στην τσέπη του σακακιού μου». Εκείνο, αδελφοί μου, που είναι πολλές φορές ανυπόφορο για τους ιερείς της Πόλεως είναι η μοναξιά. Χωρίς οικογένεια, χωρίς ενορίτες.
Περιμένω μια φορά στον διάδρομο έξω από το Πατριαρχικό Γραφείο να με δεχθή ο Πατριάρχης. Δίπλα μου κάθεται ένας ηλικιωμένος ιερεύς. Περιμένει να δη κι αυτός τον Πατριάρχη. Πιάνουμε κουβέντα. «Είμαι Ίμβριος και εφημερεύω στον Άγιο Φωκά στο Ορτάκιοϊ (Μεσοχώρι). Έχω 15 ενορίτες, απ’ τους οποίους οι μισοί είναι κατάκοιτοι. Δύο θυγατέρες έχω, αλλά στην Αθήνα μένουν. Εδώ πιά μόνος μένω. Έχασα την παπαδιά μου εδώ και δέκα επτά χρόνια. Μόλις πέθανε η παπαδιά μου σκέφθηκα να φύγω. Πως να έμενα πιά μόνος μου, με προβλήματα υγείας… Την ώρα που της έριχνα λίγο χώμα στον τάφο της, πάτερ μου, σαν να άκουσα την φωνή της: -Παπά μου, τόσα χρόνια σε υπηρετούσα πιστά, και τώρα φεύγεις και με αφήνεις μόνη; Ποιος θα μου ανάβη το καντήλι στον τάφο; Κι έτσι, πάτερ, αποφάσισα κι έμεινα μόνος μου δέκα επτά χρόνια, σ’ ένα κελλάκι του ναού, στο οποίο γυναίκα δεν πάτησε∙ μόνος μου τακτοποιούμαι και συντηρούμαι. Όμως έχει πολλά σκαλιά και δεν μπορώ πιά ν’ ανεβοκατεβαίνω. Δεν με βαστούν τα πόδια μου. Έχω και πολλές αρρώστιες… Γι’ αυτό ήλθα στον Πατριάρχη να με αφήση να φύγω, να πάω στις κόρες μου»…
Μπαίνει πρώτος στον Πατριάρχη. Εγώ δεύτερος. Μου λέγει ο Πατριάρχης: «Τον λυπούμαι, έχει πολλές αρρώστιες, είναι ηλικιωμένος, αλλά εάν φύγει θα κλείση ο Άγιος Φωκάς». Απαντώ: «Παναγιώτατε, ολοι έχουμε αρρώστιες. Άλλος λίγες, άλλος πολλές. Αλλά ο πατήρ έχει μια αρρώστια ανίατη∙ την μοναξιά!»…
Μετά από δύο χρόνια εκοιμήθη. Ένας νέος κληρικός εύελπις τον διεδέχθη και λειτουργεί τώρα στον Άγιο Φωκά στο Μεσοχώρι.
Κουβεντιάζω, πριν από χρόνια, με τον τότε εφημέριο της Παναγίας Χαντζεριώτισσας, τον μακαρίτη επίσης π. Γεώργιο. Ενορίται; Ουδείς. Μόνον οι νεωκόροι και αυτοί αραβόφωνοι. Χήρος με μια κόρη με ειδικές ανάγκες. Μου αφηγείται: «Ήλθε, πάτερ, η ημέρα της Πεντηκοστής. Χτύπησα την καμπάνα γιατί έπρεπε να την χτυπήσω· διότι αν δεν την χτυπήσω θεωρείται η εκκλησία έρημη, mazbut, και καταλαμβάνεται από την Γενική Διεύθυνση Βακουφιών. Διάβασα όσα διάβασα, μόνος κι έρημος. Έφθασα στις ευχές της γονυκλισίας. Γονάτισα. Κουτσά – στραβά τις διάβασα. Πήγα να σηκωθώ. Αδύνατον! Τα γόνατά μου δεν με ακολουθούσαν! Σύρθηκα σαν χελώνα μέσα στο ιερό. Βρήκα μια καρέκλα. Πιάστηκα και επιτέλους σηκώθηκα»…
Με μια συντροφιά πήγα προσκυνητής στον ναό του Ευαγγελισμού στο Βαφεοχώριον ή στους Ταξιάρχες Μεγάλου Ρεύματος, δεν ενθυμούμαι καλώς. Μεγάλη χαρά είχε ο εφημέριος που μας είδε. «Ελάτε να σας βλέπουμε! Να ακούμε ελληνικά! Δεν θέλουμε τίποτε. Μόνο λίγο λιβάνι, δυο καθαρές λαμπάδες, ένα πρόσφορο!».
Όμως υπάρχουν στην Πόλι και πολλοί τούρκοι, ίσως οι πλείστοι, που είναι άνθρωποι ταπεινοί, ευλαβείς. Και πολλές φορές ωφελείσαι απ’ αυτούς.
Όταν ο νύν Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως και Μαδύτου Στέφανος ήτο Αρχιδιάκονος, μπήκε σ’ ένα ταξί για να πάη στους γονείς του, στα Ταταύλα. Κυκλοφορούσε, φυσικά, με τα πολιτικά. Ο ταξιτζής τον κοιτάζει από το καθρεφτάκι και τον ρωτάει, στα τούρκικα βεβαίως:
—Παπάς είσθε;
—Ναι, άπαντα απορημένος (που τον κατάλαβε) ο Αρχιδιάκονος. Ο ταξιτζής κουνώντας το κεφάλι του συνεχίζει:
Εσείς έχετε πολύ δύσκολη δουλειά.
—Εσείς ίσως δυσκολότερη, που όλη μέρα είσθε στο τιμόνι, στους δρόμους.
—Όχι, παπάζ εφέντη, η δική σας δουλειά είναι πιο δύσκολη. Εγώ αν κάνω καμμιά ζημιά θα πληρώσω στο συνεργείο ή στην τροχαία, κι αν κάνω κάτι σοβαρότερο ίσως μπώ και φυλακή. Εσείς, όμως, αν δεν κάνετε όπως πρέπει τα καθήκοντα σας, θα έχετε να κάνετε με τον Αλλάχ! Έκπληξις!
Άλλη περίπτωσις. Στην Αντιγόνη ήταν ένας εφημέριος με πέντε παιδιά. Τα ‘μπλεξε με μιάν Αρμένισσα και παρατάει την οικογένειά του. Το μαθαίνει ο χότζας του νησιού, τον πλησιάζει και τον νουθετεί: «Μεγάλη αμαρτία κάνεις, παπάζ εφέντη! Είσαι ιερεύς. Αυτό είναι μεγάλη υπόθεσις! Έχεις ευθύνη στον Θεό και στο Γένος σου. Τίποτε δεν σας λείπει. Ξέρουμε ότι το Πατριαρχείο σας φροντίζει. Ξανασκέψου το! Ντροπή, γιατί το κάνης αυτό;». Δυστυχώς ο ταλαίπωρος δεν τον άκουσε και καθηρέθη. Το παράδοξον και λυπηρόν του πράγματος είναι ότι αυτός τώρα κάνει τον ξεναγό στην Πόλι, ακόμα και μέσα στο Πατριαρχείο!
Γνωρίζω, όμως, και μια εντελώς αντίθετη ιστορία. Την έζησα προσωπικώς. Μια ιστορία μεγάλης μετανοίας. Φυσικά, δεν θα αναφερθώ σε ονόματα ή ναούς.
Βρίσκομαι σ’ ένα πανηγυρίζοντα ιερό ναό κάπου στην Πόλι. Μέσα στο ιερό βήμα βλέπω ένα (για νεωκόρος μου φάνηκε) που εγνώριζε τα πάντα από τάξη. Άριστος στην διακονία του. Στο τέλος, με την απόλυσι, τον πλησιάζω και τον συγχαίρω:
—Μπράβο! Είσαι ο καλύτερος νεωκόρος που έχω συναντήση!
Αμέσως αυτός άρχισε να κλαίη!
—Μήπως σε προσέβαλα, ζητώ συγγνώμη, του λέγω.
—Όχι, πάτερ. Αλλά δεν είμαι νεωκόρος. Είμαι καθηρημένος διάκονος, και μένω στην Ελλάδα χρόνια τώρα, δουλεύοντας ως καθηγητής.
Συζητήσαμε επ’ αρκετόν. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχαν ηθικοί λόγοι. Μόνον λόγοι ανυπακοής.
—Άκου, του λέγω, αν διετηρήθης καθαρός, πήγαινε στον Πατριάρχη. Βάλε μετάνοια. Ζήτησε συγγνώμη. Αυτός θα σε δεχθή και θα σε επαναφέρη.
Είπαμε κι άλλα πολλά. Σκορπίσαμε. Μετά από 2-3 χρόνια βρέθηκα πάλι στην Πόλι σε κάποιον άλλο ναό. Διακονούσε ένας διάκονος. Δεν μου πήγε στο νού τίποτε. Μετά την απόλυσι με πλησιάζει, με αγκαλιάζει, με φιλάει, δακρύζει.
—Δεν με θυμάσαι; Είμαι ο τάδε, κι όλα έγιναν όπως μου είπες!
Τώρα πλέον ως ιερεύς άμισθος υπηρετεί με ζήλο πολύ σε εκκλησία της Πόλης! Καλή του ώρα!
Έχω δε διαπιστώσει ότι καλοί εφημέριοι διεμβολίζουν τους αλλόθρησκους και πολλάκις οι σχέσεις τους είναι φιλικές· εξαιρούνται βεβαίως οι γκρίζοι λύκοι.
Στα Σεπτεμβριανά όλες οι εκκλησίες της Πόλεως και των ομόρων Μητροπόλεων υπέστησαν δηώσεις, καταστροφές και ιεροσυλίες αφάνταστες. Μια, όμως, εγλύτωσε. Ποιά; Οι Άγιοι Απόστολοι στο Φερίκιοϊ.
Το τι θα συνέβαινε εκείνη την φοβερή αποφράδα νύχτα, στους λεγάμενους (στους τούρκους δηλαδή) ήταν γνωστό από ημερών πολλών. Έγινε θέμα συζητήσεως στους θαμώνες του απέναντι του ιερού ναού καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οι τούρκοι μεταξύ τους. Άλλοι υπέρ, άλλοι κατά. Κάποιος επεμβαίνει.
—Πρέπει να προστατέψουμε την ρωμαίϊκη εκκλησία, διότι σ’ αυτήν, το ξέρετε όλοι, είναι ένας παπάς που μας βοηθάει στις ανάγκες μας, στις αρρώστιες μας, στην ανέχειά μας.
—Πάψε, ρε! Παραμύθια! λένε οι φωνασκούντες αντιτιθέμενοι.
—Θα σας το αποδείξω! Αμέσως κιόλας. Δεν έχω ούτε μια λίρα πάνω μου, ψάξτε με! Θα πάω στο σπίτι του παπά και θα σας φέρω 500 λίρες!
Πάει, λοιπόν, και χτυπάει την πόρτα. Ζητάει τα χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πως έχει μεγάλη ανάγκη, άρρωστη γυναίκα και άλλα τέτοια. Ο παπάς απαντά:
—Βρε παιδί μου, δεν έχω τόσα χρήματα πάνω μου, και μάλιστα τέτοια ώρα. Θα ζητήσω και από τις αδελφές μου, όμως. Περίμενε!
Συγκεντρώνει το ποσόν και του το δίδει. Τότε ο τούρκος τρέχει στο καφενείο και κρατώντας τα χρήματα στα χέρια του ψηλά και δείχνοντας τα φωνάζει στους ομοφύλους του:
—Βλέπετε, όλοι; Αυτός είναι ο παπάς!
Έτσι, λοιπόν, εκείνο το φρικτό βράδυ του 1955, όλοι οι τούρκοι γείτονες περικύκλωσαν την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και όταν άρχισαν να έρχονται οι παρακρατικοί τραμπούκοι και ο μαινόμενος όχλος με ρόπαλα και μαχαίρια, βρήκαν τους ομοθρήσκους τους να προασπίζονται αποφασισμένοι τον ιερό ναό· «θα περάσετε πάνω άπ’ τα πτώματά μας και ύστερα θα πειράξετε τον ναό και τον παπά»!
Το όνομα του εφημερίου; Δημήτριος Παπαδόπουλος. «Άνους» κατά τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ταπεινός και απέριττος, ευλαβής και αφανής. Ποιος Δημήτριος; Ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος! Από τους καλυτέρους Πατριάρχας του 20ού αιώνος!
Ας είναι αυτά τα ολίγα, ταπεινό μνημόσυνο γι’ αυτόν τον υπέροχο Πατριάρχη!
Υπάρχουν, αδελφοί συλλειτουργοί, και άλλα πολλά. Ενθυμούμαι όμως τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο που λέγει ότι ο λόγος δεν πρέπει να γίνεται «αηδής διά τον κόρον» διό και τελειώνω εδώ.
Αυτοί οι πρεσβύτεροι αξίζουν τον θαυμασμό μας. Χωρίς ποίμνιο, χωρίς «τυχερά», χωρίς κρατική ενίσχυσι, χωρίς καμμιά εξουσία (σημειωτέον πως η κρατική εξουσία εκεί δεν αναγνωρίζει καθόλου τους κληρικούς παρά μόνον τους εφοροεπιτρόπους των βακουφιών, οι ιερείς και οι επίσκοποι είναι ως μη υπάρχοντες), γαντζωμένοι σαν τα στρείδια στον βράχο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, χτυπούν καμπάνα και μ’ αυτήν διαλαλούν ότι υπάρχουν, ότι η Ρωμηοσύνη ζη και θα ζη έως ότου έλθη ο Ευλογημένος. Αμήν.
[*] Ομιλία του Γέροντος Δοσιθέου σε Ιερατική Σύναξη των Εφημερίων της Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, που πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίας Φωτεινής Ιεράπετρας τη Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012.

Πηγή: Διμηνιαία έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπυτνής και Σητείας, «Άγκυρα Ελπίδος», περίοδος Β΄, τ.68, Μάϊος-Ιούνιος 2012
 http://fdathanasiou.wordpress.com/2013/04/07/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%BD-%CE%B5%CE%BD-%CE%BA%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%B9/

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας. Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας

Γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας 

 Μιλᾶμε, ἀδελφοί χριστιανοί, γιά τήν ἰσοτιμία τῶν δύο φύλων, ὅτι δηλαδή ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμοι καί δέν ὑπερτερεῖ ὁ ἕνας ἔναντι τοῦ ἄλλου.
Ἀλλά ἄν ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, τότε γιατί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει «ἡ γυναίκα νά φοβᾶται τόν ἄνδρα»;
Σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα ἀπαντήσαμε μέ τό προηγούμενο κήρυγμά μας. Ἀλλά καί ἕνα ἄλλο δεύτερο σχετικό ἐρώτημα προβάλλει: Γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερεύς ὅπως καί ὁ ἄνδρας, ἀφοῦ εἶναι
ἰσότιμη μέ αὐτόν;
Σ᾽ αὐτό τό ἐρώτημα θά ἀφιερώσω τό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί, καί παρακαλῶ πολύ νά τό προσέξετε. Ἀπό τήν ἀρχή ὅμως σᾶς λέγω ὅτι τό θέμα αὐτό εἶναι βαθύ, χρειάζεται μελέτη πολλή καί ὁμολογῶ ὅτι δέν τήν ἔχω κάνει τήν μελέτη αὐτή. Μερικά μόνο, δυό-τρία πράγματα, θά πῶ στό σοβαρό αὐτό θέμα, πού τά θεωρῶ ἰσχυρά.

1. Τό πρῶτο ἐπιχείρημα στό γιατί ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερεύς, τό παίρνω ἀπό τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Πουθενά, οὔτε στήν Ἁγία Γραφή οὔτε στά βιβλία τῶν ἁγίων Πατέρων ἤ στά ἱερά Συναξάρια, πουθενά, λέγω, δέν βλέπουμε τήν γυναίκα νά λειτουργεῖ ὡς ἱερέας. Μόνο στήν εἰδωλολατρία φαίνεται ἡ γυναίκα ὡς ἱέρεια.
2. Δεύτερο ἐπιχείρημα: Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε στήν Κοιλία τῆς Παναγίας μας, ὁ Ἀρχιερέας Χριστός, ἔλαβε ἀνδρώα φύση, γι᾽ αὐτό καί περιετμήθη. Μήν πεῖ ὅμως κανένας ὅτι σώθηκαν μόνο οἱ ἄνδρες καί ὄχι οἱ γυναῖκες, ἐπειδή ὁ Χριστός ἔλαβε φύση ἀνδρός. Ὄχι, γιατί ἡ ἀνδρώα φύση ἐκφράζει ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση.
Θυμηθεῖτε αὐτό πού σᾶς ἔλεγα ἄλλοτε ὅτι τά δύο φύλα δημιουργήθηκαν στήν ἀρχή ἑνοποιημένα, μέ ἀνδρώα ὅμως φύση: Ὁ Ἀδάμ. Καί ὅταν λοιπόν ὁ ἄνδρας ὡς ἱερεύς ὑπηρετεῖ τόν Θεό, τόν ἱερατεύει ὅλη ἡ ἀνθρώπινη φύση καί ὄχι ὁ ἄνδρας μόνο.
Γι᾽ αὐτό πού σᾶς λέω, γιά τήν συμπερίληψη δηλαδή καί τῆς γυναικείας φύσεως στόν ἄνδρα, θά σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή: Ὅταν ὁ Ἰωσήφ διηγήθηκε στόν πατέρα του τό θεϊκό ὄνειρο πού εἶδε, ὅτι τόν προσκυνοῦσαν ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καί οἱ ἕνδεκα ἀστέρες, ὁ πατέρας Ἰακώβ τό ἑρμήνευσε σωστά, ὅτι θά τόν προσκυνήσουν ὁ πατέρας του, ἡ μητέρα του καί τά ἕνδεκα ἀδέλφια του (βλ. Γεν. 37,10).
Καί πραγματικά, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν Ἰωσήφ, πού ἔγινε ἀντιβασιλέας τῆς Αἰγύπτου, τόν προσκύνησαν τά ἀδέλφια του, ὁ πατέρας του, δέν τόν προσκύνησε ὅμως ἡ μητέρα του, γιατί αὐτή εἶχε πεθάνει! Τί λοιπόν;
Δέν ἐκπληρώθηκε ἀκριβῶς τό θεϊκό ὄνειρο; Καί βέβαια ἐκπληρώθηκε, λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος! Γιατί ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα εἶναι ἕνα πράγμα στόν γάμο. Ἀφοῦ λοιπόν προσκύνησε τόν Ἰωσήφ ἡ κεφαλή, δηλαδή ὁ Ἰακώβ, τόν προσκύνησε καί τό ὑπόλοιπο σῶμα, δηλαδή ἡ γυναίκα του, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσήφ, ἡ Ραχήλ. «Ἐπεί οὖν κεφαλή τῆς γυναικός ὁ ἀνήρ, “καί ἔσονται, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν”· τῆς κεφαλῆς προσκυνησάσης, δηλονότι καί τό σῶμα ἅπαν ταύτῃ εἵπετο».1
Ἄνδρας λοιπόν γίνεται ἱερεύς καί ἱερατεύει τόν Θεό, ἀλλά στόν ἄνδρα συμπεριλαμβάνεται καί ἡ γυναίκα. Ἡ δέ γυναίκα προσφέρει τά δῶρα στόν ἱερέα, γιά νά τά προσκομίσει αὐτός στόν Θεό. Ὥστε λοιπόν στήν προετοιμασία γιά τήν Θεία Λειτουργία περιλαμβάνεται καί ἡ εὐλαβής γυναίκα, ἡ ὁποία ζυμώνει τό πρόσφορο γιά νά τό φέρει στόν ἱερέα.

3. Τρίτο ἐπιχείρημα: Ὁ ἱερεύς εἶναι ὁ ἀνώτερος ὅλων, εἶναι ἄρχοντας, γιατί ἡ ἱερωσύνη εἶναι πραγματικά ὑψηλοτέρα πάντων. Διοικεῖ λοιπόν ὁ ἱερεύς στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέτοχος στό ἀρχιερατικό, προφητικό καί βασιλικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό ὅμως δέν μπορεῖ νά λεχθεῖ γιά τήν γυναίκα, ὡς ἱέρεια, γιατί ἡ γυναίκα εἶναι σέ ἐπιτίμιο νά κυριεύεται ἀπό τόν ἄνδρα καί ὄχι νά αὐθεντεύει αὐτοῦ (βλ. Γεν. 3,16. Α´ Τιμ. 2,12). Καί μέσα στήν παραδείσια κατάσταση, πού τά δύο φύλα εἶναι ἰσότιμα, ἡ γυναίκα δέν πρέπει νά λησμονεῖ τό ἐπιτίμιό της, τό «πρός τόν ἄνδρα ἡ ἀποστροφή σου καί αὐτός σου κυριεύσει», γιατί στήν πραγματικότητα εἴμαστε στήν πτωτική κατάσταση.
Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος λέγει «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα», μέ τόν ἀντιθετικό σύνδεσμο «δέ». Δηλαδή: Ναί μέν ἡ γυναίκα εἶναι ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, ναί μέν ἡ σχέση της μέ τόν ἄνδρα στόν γάμο εἶναι στενή καί ἱερή, ὅσο ἡ σχέση Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας, ἀλλά δέν πρέπει αὐτή νά λησμονεῖ τήν ὑποταγή της σ᾽ αὐτόν.
Ἡ γυναίκα, λοιπόν, λόγω τοῦ ἐπιτιμίου της, πού ἔλαβε κατά τήν πτώση, δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας, γιατί δέν μπορεῖ νά ἄρχει στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

4. Τέλος, λέγουμε ὅτι ἡ γυναίκα δέν μπορεῖ νά γίνει ἱερέας, γιατί κατά τήν φύση της ἐκφράζει περισσότερο τήν πτωτική κατάσταση. Ἔτσι διαβάζουμε στό Ἱερό Πηδάλιο ὅτι οἱ Πατέρες ἐμπόδισαν τήν γυναίκα νά εἰσέρχεται στό ἱερό βῆμα καί νά ὑπηρετεῖ στά Μυστήρια «διά τήν τῶν καταμηνίων κάκωσιν», γιά τήν μηνιαία ἀδιαθεσία της.2
Ἐχειροθετεῖτο δέ παλαιότερα ἡ γυναίκα διάκονος, ἡ διακονία της ὅμως δέν ἦταν, ὅπως τοῦ ἄνδρα διακόνου, μέσα στό ἱερό Βῆμα, ἀλλά ἔξω ἀπό αὐτό. Ἡ διάκονος γυναίκα βοηθοῦσε κατά τήν βάπτιση τῶν γυναικῶν ἤ σέ ἄλλες ὑπηρεσίες, πού ἦταν ἀνάρμοστο νά ὑπηρετεῖ ὁ ἄνδρας διάκονος, ἐκτός
ὅμως τοῦ ἱεροῦ Βήματος
.3

5. Ἄς μή ζητάει λοιπόν ἡ γυναίκα νά γίνει ἱερεύς, πράγμα πού δέν ἔγινε ποτέ στήν Ἐκκλησία μας. Ἄς μήν ξεχνάει ἡ γυναίκα ὅτι σάν μητέρα μπορεῖ νά κάνει τό παιδί της ἱερέα ἤ ὅτι καί ἡ ἴδια ἄν τό θέλει, μπορεῖ νά φορέσει τό τίμιο ράσο καί νά γίνει μοναχή. Μία τοιαύτη παρθένον, ἀφιερωμένη στόν Χριστό, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, θαυμάζοντάς την, λέγει: «Ὤ τήν ἱέρειαν»!

 Σημειώσεις:

1. Εἰς τήν Γένεσιν, ὁμιλία ΞΣΤ´, εἰς ΑΑΠ 51,630D, σ. 177.
2. Βλ. Πηδάλιον, ἔκδοσις «Ἀστήρ», σ. 150 (ὑποσημείωση).
3. Παραθέτουμε μακρά σημείωση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου στόν ΙΘ´ κανόνα τῆς Α´
Οἰκουμενικῆς Συνόδου:
Σημείωσαι ὅτι ἡ Διάκονος, ἀγκαλά καί φαίνεται νά χειροτονῆται ὕστερα ἀπό τόν Πρεσβύτερον καί
Διάκονον, κατά τόν ιδ´ τῆς στ´ καί νά κάμνῃ λειτουργίαν, κατά τόν ιε´ τῆς δ´, κατά τάς Ἀποστολικάς
ὅμως Διαταγάς δέν φαίνεται νά ἐπιτελῇ τήν ἐν τῷ βήματι τῶν θείων Μυστηρίων λειτουργίαν τοῦ ἄρρενος
Διακόνου, ἀλλά τήν ἔξω τοῦ βήματος. Λέγουσι γάρ αὗται βιβλ. γ´ κεφ. θ´ «ἀνίσως εἰς τάς γυναῖκας δέν
συγχωρήσωμεν νά διδάσκουσιν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ (δι᾽ ὅτι γυναικί διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, λέγει ἰδίᾳ ὁ
Παῦλος. α´ Τιμοθ. κεφ. β´) πῶς θέλει συγχωρήσῃ τινάς εἰς αὐτάς νά ἱερατεύουν; δι᾽ ὅτι τοῦτο εἶναι
σφάλμα τῆς τῶν Ἑλλήνων ἀθεότητος νά χειροτονῶσιν ἱερείας εἰς τάς θηλυκάς των Θεάς, καί ὄχι τῆς
τοῦ Χριστοῦ νομοθεσίας. Ἐχειροτονεῖτο λοιπόν ἡ Διάκονος αὕτη, πρῶτον μέν, (αὐτόθι κεφ. ιε´ καί ιστ´)
διά τάς φωτιζομένας, ἤτοι βαπτιζομένας γυναῖκας, τάς ὁποίας, ἀφ᾽ οὗ ὁ μέν Ἐπίσκοπος ἄλειφε τήν κε-
φαλήν αὐτῶν μέ τό ἅγιον ἔλαιον, ὁ δέ Διάκονος μόνον τό μέτωπον, ἔπερνεν ἐκείνη καί ἄλειφεν ὅλο τό
σῶμά των, μέ τό νά μή ἦτο πρέπον νά βλέπεται ἀπό τούς ἄνδρας σῶμα γυμνόν γυναικός. Δεύτερον δέ
διά τάς ἄλλας ὑπηρεσίας τῶν γυναικῶν.
Διότι εἰς τά ὀσπήτια ἐκεῖνα ὁποῦ ἐσυγκατοίκουν γυναῖκες μέ ἄνδρας ἀπίστους, εἰς τά ὁποῖα δέν ἦτο σεμνόν νά πέμπεται ἄνδρας Διάκονος διά τάς πονηράς ὑποψίας, ἡ Διάκονος γυναῖκα ἐπέμπετο, κατά τό ιε´ κεφ. τοῦ γ´ βιβλ. ἐφύλαττεν εἰς τάς θύρας τῆς Ἐκκλησίας διά νά μή ἔμβῃ κᾀμμία κατηχουμένη καί ἄπιστος. (Βιβλ. β´ κεφ. ιζ´) ἐξέταζε τάς γυναῖκας ἐκείνας, ὁποῦ μέ συστατικά γράμματα ἤρχοντο ἀπό μίαν πόλιν εἰς ἄλλην, ἄν ᾖναι μεμολυσμέναις ἀπό καμμίαν αἵρεσιν· ἄν ᾖναι ὕπανδρες ἤ χῆραι, καί μετά τήν ἐξέτασιν ἔκαμνε τόπον εἰς τήν ἐκκλησίαν νά σταθῇ ἡ κάθε μία κατά τήν τύχην καί στάσιν της (βιβλ. γ´ κεφ. ιδ´ καί ιθ´) ἐχρειάζετο ἀκόμη ἡ Διάκονος εἰς τό νά ὑπηρετῇ τάς χήρας ἐκείνας ὁποῦ ἦσαν γραμμέναις εἰς τόν κατάλογον τῆς ἐκκλησίας, προσφέρουσα εἰς αὐτάς τάς παρά τῶν χριστιανῶν διδομένας ἐλεημοσύνας, καί πρός ἄλλας ἀκόμη ὑπηρεσίας ἦτον χρησιμεύουσα».
Περισσότερον δέ ἀπό ὅλα ἐχειροτονεῖτο κατά τό η´ βιβλ. κεφ. κ´ καί κεφ. κη´ διά νά φυλάττῃ τάς ἁγίας πύλας, καί νά ὑπηρετῇ τούς Πρεσβυτέρους ὅταν ἐβάπτιζαν τάς γυναῖκας διά τό σεμνόν, καί εὐπρεπές, ἐν οἷς καί γέγραπται ὅτι «Διακόνισσα οὐκ εὐλογεῖ οὐδέ ποιεῖ τι ἀπό ἐκεῖνα ὁποῦ κάμνουν οἱ Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι. Λέγει δέ περί αὐτῶν καί ὁ Ἐπιφάνιος αἱρεσ. οθ´ ὅτι τό ἐκκλησιαστικόν τάγμα ἄχρι μόνον Διακονισσῶν ἐχρειάσθη τάς γυναῖκας, Χήρας τε ὠνόμασε, καί τάς γηραιοτέρας ἀπό αὐτάς ὠνόμασε Πρεσβύτιδας, πρεσβυτερίδας ὅμως ἤ ἱερίσσας εἰς κανένα μέρος δέν ἐπρόσταξε νά γίνωνται.
Διότι οὔτε οἱ Διάκονοι ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ τάξει ἐπιστεύθησαν νά ἐπιτελῶσι μυστήριόν τι, ἀλλά μόνον διακονῶσιν εἰς τά παρά τῶν ἱερέων τελούμενα. Καί πάλιν, ὅτι μέν Διακονισσῶν τό τάγμα εἶναι εἰς τήν ἐκκλησίαν, ὄχι διά νά ἱερατεύῃ, οὐδέ διά νά ἐπιχειρῇ νά συγχωρῇ τι, ἀλλά διά τήν σεμνότητα τοῦ γένους τῶν γυναικῶν, ἤ διά τήν ὥραν ὁποῦ βαπτίζονται θετέον, ἤ διά ἐπίσκεψιν πάθους, ἤ πόνου, ἤ διά νά θεωρῆται μόνο ἀπό αὐτήν ὅταν γυμνωθῇ σῶμα γυναικός, ἐν καιρῷ ἀνάγκης, καί ὄχι ἀπό τούς ἱερουργοῦντας ἄνδρας. Εἰ δέ καί ὁ Βαλσαμών λέγει εἰς τήν λε´ ἐρώτησιν Μάρκου τοῦ καί νά γίνει μοναχή. Μία τοιαύτη παρθένον, ἀφιερωμένη στόν Χριστό, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, θαυμάζοντάς την, λέγει: «Ὤ τήν ἱέρειαν»!
Ἀλεξανδρ. ὅτι αἱ Διακόνισσαι εἶχον βαθμόν ἐν τῷ βήματι, ἡ δέ τῶν ἐμμήνων κάκωσις ἀπεξένωσε τόν
βαθμόν αὐτῶν καί τήν ὑπηρεσίαν ἀπό τό βῆμα, ὅμως αὐτός πάλιν ἐν τῇ αὐτῇ ἐρωτήσει λέγει ὅτι ἐν τῇ
Κωνσταντινουπόλει προχειρίζονται Διακόνισσαι μηδεμίαν μέν μετουσίαν, ἤ μετοχήν ἔχουσαι ἐν τῷ βήματι, ἐκκλησιάζουσαι δέ τά πολλά, καί τάς γυναῖκας ἐκκλησιαστικῶς διορθούμεναι.

Λέγει δέ καί ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρ. στρωματ. βιβλ. γ´ ὅτι οἱ Ἀπόστολοι, εἶχον μαζύ τους εἰς τό κήρυγμα γυναῖκας ὡς ἀδελφάς, καί συνδιακόνους διά τάς ἐν τῷ οἴκῳ καθημένας γυναῖκας, διά μέσου τῶν ὁποίων, εἰσήρχετο ἡ τοῦ Κυρίου διδασκαλία μέσα εἰς τόν θάλαμον, καί ἰδιαίτερον οἶκον τῶν γυναικῶν. Εὕρηται δέ ἔντισι βιβλίοις, ὅτι ἡ χειροθεσία τῆς Διακόνου ἦτο, νά κλίνῃ τήν κεφαλήν της, καί ὁ Ἀρχιερεύς θέτωντας ἐπάνω εἰς αὐτήν τήν χεῖρά του, νά κάμνῃ τρεῖς σταυρούς, καί νά τῆς ἐπεύχεται εὐχάς τινας.
Περί τῶν Διακονισσῶν γράφει ὁ Παῦλος α´ Τιμοθέου: » γυναῖκας ὡσαύτως σεμνάς, μή διαβόλους, νηφαλίους, πιστάς ἐν πᾶσι. « Σημείωσαι ὅτι ἀγκαλά καί αἱ διακόνισσαι ἦσαν ἄλλαι ἀπό τάς χήρας, καί ἀπό τάς Πρεσβύτιδας, μ᾽ ὅλον τοῦτο καί ἀπό τό τάγμα τῶν εἰς τήν ἐκκλησίαν κατειλεγμένων χηρῶν ἐχειροτονοῦντο διακόνισσαι· ἀνάγνωθι καί τήν β´ ὑποσημείωσιν τοῦ μ´, τῆς ς´ καί τήν τοῦ ια´ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ.
Εἰ δέ τις φιλομαθής ἀγαπᾷ νά ἠξεύρῃ τόν τρόπον τῆς χειροτονίας τῶν τοιούτων διακονισσῶν ἄς μάθῃ τοῦτον παρά τοῦ Βλαστάρεως πλατύτερον. Λέγει γάρ οὗτος ὅτι εἰς παλαιά βιβλία εὑρέθη γεγραμμένον πῶς αὐταί ὅταν ἐχειροτονοῦντο ἦσαν χρόνων τεσσαράκοντα, καί σχῆμα εἶχον μοναχικόν τέλειον (ἤτοι τοῦ μεγαλοσχήμου) καί ὅτι ἐκαλύπτοντο μέ μαφόριον, ἔχουσαι τά ἄκρα του κρεμάμενα ἔμπροσθεν.
Ὅτι ὅταν ὁ Ἀρχιερεύς, ἔλεγεν ἐπ᾽ αὐταῖς, τό Ἡ Θεία χάρις, δέν ἔκκλινον τό γόνυ, ὡς οἱ Διάκονοι, ἀλλά μόνην τήν κεφαλήν. Ἔπειτα ὁ Ἀρχιερεύς ἔβανεν εἰς τόν τράχηλον αὐτῶν ὑπό τό μαφόριον, τό Ὀράριον τοῦ Διακόνου, φέρων εἰς τόν ἔμπροσθεν τά δύο ἄκρα τοῦ Ὀραρίου. Δέν ἐσυγχώρει ὅμως εἰς αὐτάς νά ὑπηρετοῦν εἰς τά Μυστήρια, ἤ ριπίδιον νά βαστοῦν, ὡς οἱ Διάκονοι, ἀλλά μόνον νά κοινωνοῦν ὕστερα ἀπό τούς Διακόνους, καί ἀφ᾽ οὗ ἤθελε κοινωνήσῃ τούς ἄλλους ὁ Ἀρχιερεύς, νά πέρνουν τό ποτήριον ἀπό τάς χεῖράς του, καί νά τό βάλλουν ἐπάνω εἰς τήν ἁγίαν τράπεζαν, χωρίς νά κοινωνήσουν τινά· ἐπιφέρει δέ ὁ Βλάσταρις ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, ὅτι ἐμποδίσθησαν αὐταί ὕστερον ἀπό τούς Πατέρας, οὔτε εἰς τό βῆμα νά ἐμβαίνουν, οὔτε τάς τοιαύτας ὑπηρεσίας νά ἐπιτελοῦν, διά τήν τῶν καταμηνίων κάκωσιν, ὡς εἶπεν ἀνωτέρω καί ὁ Βαλσαμών.

Ἀπό τό περιοδικό Μητροπόλεως Γόρτυνος. Τεύχος Ἰούλιος-Αὔγουστος 2011 – Ἀριθμ. 52
Δημητσάνα - Μεγαλόπολις, Κυριακή 28 Αὐγούστου 2011
 http://anavaseis.blogspot.gr/2012/07/blog-post_3205.html