Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανθρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανθρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Νέα Ἐποχή - Θεοῦ ἀποχή. Ἀρχ. Ἀρσένιος Κατερέλος

"Νέα Ἐποχή" - Θεοῦ ἀποχή

Ὁμιλία Ἀρχιμανδρίτου Ἀρσενίου Κατερέλου Ἡγουμένου Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος.
Ἑσπερινή ὁμιλία στήν Ἱερά Μονή Ἁγ. Νικολάου Δίβρης (1-12-2013).

Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού τά τελευταῖα ἔτη νά μήν ἔχη ἀκούσει περί τῆς «Νέας Ἐποχῆς», δηλ.  γιά  μία  νέα ἐποχή («Ν.Ε.»), τήν ὁποία, ὅσοι τήν προβάλλουν, ἐπαγγέλλονται ὡς τήν λύσι ὅλων δῆθεν τῶν προβλημάτων, πού ἔχουν συσσωρευθῆ στόν κόσμο. 
Πρόκειται δηλ. γιά μία νέα κατάστασι πού οἱ ἰσχυροί τῆς γῆς θέλουν νά ἐπιβάλλουν, πού γιά νά ἐπικρατήση καί γιά νά ἐπιφέρη τίς λύσεις καί τά νέα δεδομένα πού ἐπιθυμοῦν, καί μάλιστα σέ παγκόσμια κλίμακα, θά πρέπη ὁ,τιδήποτε παλαιό, ἀλλά καί ὁ,τιδήποτε ἀναδεικνύει τίς τοπικές παραδόσεις  τῶν λαῶν καί πηγάζει ἀπό αὐτές, νά καταργηθῆ.  Καί εἰδικά τήν Ἑλληνική Παράδοσι (γλῶσσα, ἱστορία, πολιτισμό κλπ.) καί κυρίως τήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική Παράδοσι.

Ἀλλά, ποιά εἶναι αὐτά τά «δείγματα» γραφῆς, τά ὁποῖα τελικῶς ἀποδεικνύονται «δήγματα» τῆς νέας αὐτῆς «μεσσιανικῆς ἐποχῆς» (ἀντιχρίστου ἐποχῆς), πού κατά κόρον προβάλλεται ἀπό τά Μ.Μ.Ε. καί ταυτοχρόνως κηρύσσεται ἀπό τά κόμματα ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων μά καί ἀπό ἀνθρώπους πού δῆθεν ἔχουν μελετήσει τίς κοινωνιολογικές ἐξελίξεις καί τίς ἀνθρώπινες ἀνάγκες καί συμπεριφορές;
Ποιά εἶναι τά στάνταρ τῆς «Ν.Ε.» πού προβάλλονται ἀκόμη καί ἀπό ἀνθρώπους πού φαίνονται, ἐξωτερικῶς τοὐλάχιστον, ὅτι ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία;
Καί γιά νά μνησθοῦμε τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποιοί εἶναι αὐτοί τελικῶς οἱ ἄνθρωποι πού ἐμφοροῦνται ἀπό τίς δῆθεν «νέες ἰδέες»; Ὁ Κύριός μας εἶπε «ἀπό τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς» (Ματθ. Ζ΄ 16). Καί ποιοί εἶναι οἱ καρποί, δηλ. τά «φροῦτα»  τοῦ δένδρου τῆς «Ν.Ε.»;
Δέν χρειάζεται νά κουρασθοῦμε πολύ γιά νά βροῦμε τά πρόσωπα καί νά ἀνακαλύψωμε καί νά προβλέψωμε τίς καταστάσεις πού θά ἐπέλθουν, ἐάν ὅπως ἰσχυρίζωνται ἐπικρατήσουν, ἀφοῦ, ἐντελῶς ἀδιάντροπα, «Θεόν μή φοβούμενοι καί ἄνθρωπον μή ἐντρεπόμενοι», ἀποκαλύπτουν οἱ ἴδιοι τά πραγματικά τους πρόσωπα καί «urbi et orbi»,  δηλ. σέ ὅλη τήν οἰκουμένη, διαφημίζουν τά «φροῦτα» καί τήν «πραμάτειά»  τους  στά «παζάρια» τῶν λαῶν.

Καί, πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα, ἡ «Ν.Ε.» στό καίριο καί καυτό θέμα τοῦ πανανθρωπίνου θρησκευτικοῦ πιστεύω, παρουσιάζει μία ἐξόφθαλμη ἀνακολουθία, ὅσον ἀφορᾶ στήν σχέσι τῶν ἄλλων θρησκειῶν μέ τόν Χριστιανισμό καί δή μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστη - Ἐκκλησία μας. Ἀπό τήν μία μέν ἡ «Ν.Ε.» διακηρύσσει τήν ἀνοχή στό νά πιστεύη κανείς ὅ,τι θέλει καί νά ἐκφράζη ἐλεύθερα καί μέ τόν τρόπο πού θέλει τήν πίστη του, ἀπό τήν ἄλλη δέ, ἐπιχειρεῖ νά θέτη περιορισμούς στήν Ὀρθοδοξία, ὅσον ἀφορᾶ στό καθαρῶς ποιμαντικό καί ἱεραποστολικό Της ἔργο καί μάχεται τήν Ἐκκλησία.
Ἀπό τήν μία δηλ. παρέχεται ἡ δυνατότητα στόν κάθε ἕνα νά διαδίδη, ἀκόμη καί μέ θράσος «χιλίων πιθήκων», τά θρησκευτικά του πιστεύω, ἀκόμη καί αὐτά πού ἔρχονται σέ ἀντίθεσι μέ τά χρηστά ἤθη τῆς κοινωνίας μας, καί ἀπό τήν ἄλλη καταδικάζει τήν Ἐκκλησία γιά «στεῖρο φανατισμό», γιά φονταμενταλισμό καί γιά ἀνελευθερία ἐκφράσεως, ὅταν Αὐτή προστατεύη τό  Ποιμνιό Της, ἀποκαλύπτοντας τά προσωπεῖα τῶν ποικίλων αἱρέσεων, τῶν καταστροφικῶν λατρειῶν, κλπ. Συνάμα, κατηγορεῖ τήν ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τήν προσπάθεια μεταδόσεως τοῦ αὐθεντικοῦ κηρύγματος, ὡς δῆθεν «προσηλυτισμό».
Ἐπίσης, ψηφίζουν νόμους τούς ὁποίους βαπτίζουν μέ ὡραῖες  ὀνομασίες, ὅπως π.χ. ὁ ἐπικείμενος «ἀντιρατσιστικός νόμος» κλπ. Ὅμως βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ, δέν θἀ ἐπιτρέπεται ὁ Χριστιανός νά ἐκφράζεται ἀληθῶς καί ἐλευθέρως. Δηλ., ὁ νόμος αὐτός θά  ἀπαγορεύει  τήν διακήρυξι τῆς ἀληθείας ἡ ὁποία καί θά τιμωρῆται.  Ἄκουσον, ἄκουσον...! Ποιοί; Οἱ ψεῦτες θά  δικάζουν καί θά  τιμωροῦν τούς ἐκφράζοντες τήν ἀλήθεια. 

Χρειάζονται, ἄρα, ἰδιαίτερες γνώσεις γιά νά ἐννοήση κανείς ὅτι, τελικῶς, ἡ «Ν.Ε.» αὐτό πού φοβᾶται δέν εἶναι τά ἀνθρώπινα θρησκευτικά κατασκευάσματα, πού, ὡς ἄλλα σαπιοκάραβα ναυαγοῦν καί θᾶττον ἤ βράδιον θά ναυαγήσουν ὅλα αὔτανδρα στόν ὠκεανό τοῦ πανδαμάτορος χρόνου, ἀλλά εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία; Ὅτι ἡ «Ν.Ε.» μισεῖ καί μέ φανατισμό ἐπιζητεῖ καί ἐπιδιώκει τόν ἀφανισμό τῆς Κιβωτοῦ τῆς Σωτηρίας, πού εἶναι καί ὀνομάζεται Ὀρθοδοξία;  Καί εἶναι ἀνάγκη νά διαθέτη κανείς εἰδικές θεολογικές γνώσεις, γιά νά διαπιστώση ὅτι ὁ λεγόμενος Οἰκουμενισμός, πού ἀνοήτως καί ἐξοργιστικῶς τοποθετεῖ ἀλήθεια καί πλάνη στό ἴδιο βάθρο, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ σχεδίου τῆς «Ν.Ε.» στό θέμα τῆς Πίστεως καί τοῦ γενικοῦ θρησκευτικοῦ πιστεύω;    

Ἀρκεῖ καί μόνο μιά ματιά νά ρίξη κανείς στίς  διαθρησκειακές συναντήσεις, στά συνέδρια, στίς συμπροσευχές μετά συμποσίων καί κροκοδειλίων ἐναγκαλισμῶν καί ἀνταλλαγῆς πνευματικῶν souvenir (σουβενίρ) - νέα «μόδα» (κοράνια κλπ. ἀντί γλυκισμάτων) - καί  στά παγκόσμια  συμβούλια τῶν ἐκκλησιῶν κλπ. ἀρκεῖ  λοιπόν μόνο μιά ματιά νά ρίξη γιά νά καταλάβη τί σχεδιάζεται… 

Διαφαίνεται πολύ καθαρά αὐτό, ἀρκεῖ κανείς νά μήν ἔχη ὑποστῆ «πνευματική ἀμβλυωπία». Φαίνεται δηλ., ὅτι οἱ θρησκευτικές συνισταμένες τῆς «Ν.Ε.», ὁδηγοῦν σέ μία παγκόσμια θρησκεία, ἡ ὁποία βεβαίως δέν πραγματώνει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Καί γενήσεται μία ποίμνη, εἷς Ποιμήν» (Ἰωαν. Ι' 16), ἀλλά μία παγκόσμια θρησκεία μέ στόχο τό ἰσοπέδωμα, τό ξερρίζωμα τῶν πάντων καί τήν λατρεία ἀνθρωπίνων προσώπων. Ὅπερ καί γενήσεται ἕνα συμβιβασμένο ἀντίχριστο κοπάδι μετά ἀπό διδασκαλίες,  πλύσεις ἐγκεφάλου καί ἐξαναγκασμούς, κατόπιν μεθοδευμένων ἀντιξοοτήτων σέ ὅλους τούς τομεῖς ἀπό τούς ἑκάστοτε μπροστάρηδες πρό, ὑπό καί παρά- ἀντιχρίστους, ἕως τοῦ ἡτοιμασμένου γιά σφράγισμα κοπαδιοῦ ἀπό  τόν κυρίως  Ἀντίχριστο. Ὁ συμβιβασμός εἶναι προδοσία τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι  χωρισμός ἀπό τόν Θεό, εἶναι ὁ αἰώνιος ὀλέθριος θάνατος. Οἱ τέτοιου εἴδους συμβιβασμοί σέ θέματα Πίστεως, Πατρίδος,  Θεσμῶν, κλπ., εἶναι προσωπικές ὑπογραφές τοῦ καθενός μας πού θά ὁδηγήσουν καί θά καταλήξουν στήν  τελική ὑπογραφή, ἡ ὁποία θά φέρει καί τήν σφραγίδα τοῦ Ἀντιχρίστου.
Δέν ὑφίσταται ἐπίσης ἀμφιβολία, ὅτι στό πλαίσιο αὐτό τῆς παγκοσμίας θρησκευτικο-πολιτικο-κοινωνικῆς χοάνης ἐντάσσεται, τόσο ἡ δρομολογημένη καί ἐπιδιωκομένη κατάργησις τῶν βασικῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν καί, ἐνῶ μεθοδεύεται, στήν θέσι τους, ἡ ἀνάδειξις ἄλλων, ἀχρώμων καί ἀγεύστων ἑορτῶν ὅσο καί ἡ ὑποστήριξις τῶν ἑορτῶν ἄλλων θρησκειῶν, καί μάλιστα ἀκραίων καί φανατικῶν, πού στήν κορυφή τῆς κλίμακας ἔχουν θέσει τήν ἀφαίρεσι καί αὐτοῦ τοῦ δώρου τῆς ζωῆς (βλέπε Ἰσλάμ κλπ.).
Ὡς χαρακτηριστικό δεῖγμα τῆς πορείας τῶν πραγμάτων, ἀπό τά πολλά πού ὑπάρχουν, ἀναφέρομε καί τήν ὁλοένα καί περισσότερο αὐξανομένη τάσι, ἀλλά καί τό σχέδιο καί τήν μεθόδευσι στό νά καταργηθοῦν οἱ χριστιανικές ἀργίες, ὅπως αὐτή τῆς Κυριακῆς , ἀλλά καί νά σιωπήσουν οἱ κώδωνες τῶν ἐκκλησιῶν, διότι δῆθεν οἱ κωδωνοκρουσίες δημιουργοῦν «ἠχορύπανσι»! Ταυτοχρόνως δέ, βλέπομε, δυστυχῶς, τήν ὑποστήριξι στήν ἀνέγερσι τζαμιῶν, πού ἀπό τούς μιναρέδες τῶν ὁποίων, «ἑπτάκις τῆς ἡμέρας» διά μεγαφώνων ἰσχυρῶν, θά ἀκούγεται θέλοντας καί μή ἡ κραυγή καί ὁ ἀλαλαγμός τοῦ ἰμάμη.  Ἐδῶ δέν τίθεται κἄν θέμα ἰσλαμορύπανσης…
Καί ἐνῶ ἀνέκαθεν στίς κοινωνίες ὑφίστατο ἡ διάκρισις πολιτικῆς καί θρησκευτικῆς ἐξουσίας, τό καλούπι τῆς «Ν.Ε.» παράγει καί ἀποκαλύπτει κάποιο νέο φορέα, ὁ ὁποῖος θά κατέχη συγχρόνως καί τούς δύο πυλῶνες τῶν ἐξουσιῶν αὐτῶν. Γιά τήν «Ν.Ε.», πλέον, δέν ἰσχύει ἡ ὑπόδειξις τοῦ Χριστοῦ: «Ἀπόδοτε τοίνυν τά Καίσαρος Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Λουκ Κ΄ 25), ἡ ὁποία κατέστησε σαφῆ τήν διάκρισι τῶν ἐξουσιῶν, μά καί τίς ὑποχρεώσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἰσχύει τό «ὑποτάξου καί λάτρευε ἄνευ ἀντιρρήσεων τήν Ν.Ε. ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου». 
Καί γιά νά εἴμαστε ἀκριβοδίκαιοι, θά πρέπη νά ἐπισημάνωμε, ὅτι ὁ πρῶτος διδάξας τήν συγχώνευσι τῶν δύο παραπάνω ἀναφερομένων διακριτῶν ἐξουσιῶν, δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν «ἄρχοντα» τοῦ Βατικανοῦ, τόν Πάπα καί προκαθήμενο τῆς «Ἁγίας Ἕδρας», τόν «δοῦλο τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ», ὅπως ἀρέσκεται νά αὐτοαποκαλῆται, καί πού γιά νά φθάνη ἡ «εὐλογία» του - ἀλογία του -  στά πέρατα τῆς οἰκουμένης, εἶναι ἀνάγκη νά διαθέτη τίς πρεσβεῖες καί τούς πρέσβεις τοῦ κοσμικοθρησκευτικοῦ κράτους του Βατικανοῦ σέ ὅλα τά κράτη τῆς γῆς...
Τώρα, ἴσως ρωτήση κανείς μέ δίκαιη  ἀπορία: «Τί εἶναι ὅλα αὐτά; Κωμικά, ἤ τραγικά; Σοβαρά ἤ γελοῖα;» Θά λέγαμε, ὅτι ἡ παγκόσμια κοινωνία μέ τά θέατρα αὐτά περνᾶ ἀπό τήν κωμωδία στό δρᾶμα, ἤ μᾶλλον ὁδηγεῖται πρός κατάντημα κωμικοτραγικό.
Ἑπόμενο τώρα, ὅπως ὅλοι βλέπωμε, ἦταν, νά μή διαφύγουν ἀπό τό στόχαστρο τῆς «Ν.Ε.» τά ἔθνη καί τά κράτη. Μέ τόν βαρύγδουπο ὅρο «παγκοσμιοποίησις», οἱ  «δογματολόγοι» τοῦ νεόκοπου αὐτοῦ πολιτικοῦ καί κοινωνικοῦ «δόγματος» ἐπιχειροῦν τόν ἀφανισμό τῶν ἐπί μέρους κρατῶν μέσα στήν δίνη τῆς συγχωνεύσεως καί μαζοποιήσεως τῶν λαῶν.

Ὁ ὁδοστρωτήρας τῆς δῆθεν ἰσότητας καί τῶν κοινῶν εὐκαιριῶν, πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἰσοπέδωμα καί ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἐπιχειρεῖ τόν ἀφανισμό τῶν ἐθνικῶν ἰδιαιτεροτήτων καί τῶν ἐπί μέρους ἐθνικῶν χαρακτηριστικῶν τῶν λαῶν. Ἀλλά, γιά τήν τάξι καί τήν ἀσφάλεια τῆς παγκόσμιας κοινότητας, ὅπως οἱ ἰθύνοντες τῆς «Ν.Ε.» ἀποφαίνωνται, θά χρειασθῆ, βεβαίως – βεβαίως, ἕνα ἔθνος «ἱκανό» (ποιό ἄραγε; -"Φῶς φανάρι"…)  ὥστε, νά εὑρίσκεται στήν κορυφή τῆς πυραμίδας γιά νά ἐλέγχη τήν ἀπρόσκοπτη λειτουργία τῆς μηχανῆς τοῦ «ἀνθρωποκιμᾶ» καθώς καί ἕνα ἠλεκτρονικό σύστημα καταγραφῆς καί παρακολουθήσεως τῶν πάντων, ὅπως γίνεται σήμερον, τῷ καιρῷ ἐτούτῳ ἤ καί ὅ,τι ἄλλο ἴσως ἤδη ἔχουν ἐφεύρει καί δέν τό ἔχουν κοινοποιήσει, ἤ θά ἐφεύρουν στό μέλλον  τῶ καιρῷ ἐκείνῳ (καί οἱ νοοῦντες νοείτωσαν).

Φυσικά, ὅλα αὐτά, ὅσοι διδάσκόμεθα ἀπό τήν ἱστορία καί διαθέτομε τήν ζωντανή πίστι στόν Χριστό, δέν πτοούμεθα, δέν δειλιοῦμε, δέν συγκατατιθέμεθα στίς καλπάζουσες καί μεθοδευόμενες ἐνέργειές τους, τῶν ὁποίων ὁ νοσηρός καί δαιμονικός στόχος  εἶναι ἡ ἰσοπέδωσις τῶν πάντων καί ἡ ὑποταγή μας στήν παγκόσμια ἐξουσία τους.
   Οἱ δέ ἀλλοπρόσαλλες ἀπειλές πού ἀπευθύνονται σέ ὅσους ἀρνοῦνται ἤ θά ἀρνηθοῦν τήν ἔνταξί τους στό πρόγραμμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως, δέν εἶναι παρά «βέλος νηπίων» (Ψαλμ. ΞΓ΄11), ἀφοῦ ξεκάθαρα ἡ Γραφή ἀποκαλύπτη ὅτι ὁ Θεός «ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν κατά ἀριθμόν ἀγγέλων Θεοῦ» (Δευτερον. ΛΒ΄ 8).
Εἶναι στό χέρι τοῦ καθενός μας ἡ στόχευσις, εἴτε τῆς Ζωῆς, εἴτε τοῦ θανάτου. Καί μάλιστα τοῦ θανάτου μέ τήν σύγχρονη «νεοεποχήτικη» διαδικασία τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου», ὁ ὁποῖος σήμερα ἔχει θεσμοθετηθῆ μέ νευροβιολογικά κλπ. κριτήρια καί τόν ὁποῖο ἔχουν ταυτίσει  μέ τόν βιολογικό θάνατο,  πού κάτι τέτοιο δέν ὑφίσταται. Ἤ, τοῦ θανάτου μέσῳ τῆς εὐθανασίας, (πού εἶναι χριστιανικῶς, ἠθικῶς κλπ. ἀπαράδεκτη),` ἡ ὁποία μέλει καί αὐτή νά θεσμοθετηθῆ.

Ἀλλά, ἄς περάσωμε τώρα στούς καρπούς καί στά «κοινωνικά  φροῦτα» τῆς «Ν.Ε.». Ἐδῶ, ὄχι ἁπλῶς αἰσθανόμαστε τήν δυσοσμία τῆς σαπίλας, ἀλλά ἡ ἀηδία ἔχει κατακλύσει τήν ὅλη ἀτμόσφαιρα, ἀφοῦ ἕνα ἀπό τά «κοινωνικά ἐπιτεύγματα» πού ἐπαγγέλλονται οἱ θιασῶτες της εἶναι καί ἡ σεξουαλική ἀπελευθέρωσις μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται στό ὄνομα οἱασδήποτε ἰδιαιτερότητας καί ἡ ἀνερυθρίαστη ἔκφρασις τῆς διεστραμμένης σαρκικότητας. Τί ἀποτελέσματα θά ἐπιφέρη τώρα καί τοῦτο τό τσουνάμι τῆς διαστροφῆς;  
Ἤδη, τά ἀποτελέσματα εἶναι ὁρατά στά ἄτομα, στίς οἰκογένειες, στήν ἐκπαίδευσι καί στήν ὅλη κοινωνία, πού ἀνέχεται - συμβιβάζεται – νομοθετεῖ καί τέλος ὑποστηρίζει τά «πάθη τῆς ἀτιμίας» (Ρωμ. Α΄ 26) ὡς δῆθεν κάτι τό φυσιολογικό. Καί μόνο τυχαῖο δέν εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ «Ν.Ε.», στό πλαίσιο τῆς παγκοσμιοποιήσεως καί τοῦ ἐνδιαφέροντός της γιά τήν δῆθεν ἁπλότητα στήν ἀνθρωπίνη ἔκφρασι, ὠθεῖ τήν κοινωνία, καί ἰδίως τούς νέους, πρός τό τρίτο φύλο (unisex)
Σέ μία κοινωνία δηλ. ἀφύσικη, πού κατορθώνει νά ἀλλοιώνη καί νά ἀποχαρακτηρίζη τά φύλα τοῦ Ἀνδρός καί τῆς Γυναικός, ξεκινῶντας ἀπό τήν ἐνδυμασία πού λανσάρεται μέσῳ τῆς «θεότητας» τῆς μόδας, καί πού, σύν τοῖς ἄλλοις καταλήγει σέ ἕνα τρίτο φύλο ὡς πρότυπο ἀνθρωπίνης συμπεριφορᾶς. Ἔτσι, ἐμφανίζεται καί ἐπιβάλλεται στίς κοινωνίες ἕνα ὄν, πού δέν εἶναι, οὔτε ἄνδρας, οὔτε γυναῖκα, ἤ μᾶλλον εἶναι καί τά δύο μαζί.  Δηλ., ἕνα ἀλλόκοτο καί ἀποκρουστικό τέρας.

Λησμονοῦν, φαίνεται, οἱ παγιδευμένοι στά δόγματα τῆς «Ν.Ε.», ὄχι μόνο τό τί ἀκριβῶς διδάσκει ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Θεοῦ περί τοῦ σοδομισμοῦ καί ποιά εἶναι τά ἀποτελέσματα τῆς τριτοφυλικῆς κοινωνίας, μέ τήν ζοφερῆ περίπτωσι τῶν Σοδόμων καί τῆς Γομόρας, ἀλλά τούς διαφεύγει καί τό γεγονός ὅτι ἡ ἴδια ἡ φύσις ἀπορρίπτει, μέ τούς δικούς της μηχανισμούς, τό ἀφύσικο καί καταστρέφει τό διεστραμμένο καί μή παραγωγικό. Φαίνεται, πώς χάνουν, τά ἠθικά αὐτά τέρατα, ἀπό τήν ὀθόνη τῆς συνειδήσεώς τους τήν πραγματικότητα, ὅτι δηλ. τά «βιολογικά τέρατα» δέν ὑπάρχει περίπτωσις νά ἐπιβιώσουν καί νά πολλαπλασιασθοῦν (βλέπε καί κλωνοποίησι).

Προφανῶς, γι᾽ αὐτόν τόν λόγο, οἱ διεστραμμένοι των νόες - «παρέδωκεν αὐτούς ὁ Θεός εἰς ἀδοκιμον νοῦν, ποιεῖν τά μή καθήκοντα»  (Ρωμ. Α´28)  -  ἐπιζητοῦν νομικῶς καί τήν υἱοθεσία νηπίων μετά τήν  εἰσήγησι τῆς νομοθετήσεως γάμων μεταξύ ὁμοφυλοφίλων, ὅπως καί σέ κάποιες περιπτώσεις αἱμομικτῶν, κλπ.) Λοιπόν, αὐτοί δέν κάνουν τίποτε ἄλλο παρά νά διακηρύσσουν καί νά ὑπογράφουν μέ τήν «βούλα» τῆς «Ν.Ε.» τό ἀφύσικο τῆς ἐπιλογῆς τους καί τήν ἀνοικτή τους κόντρα μέ τούς νόμους τῆς ἴδιας τῆς φύσεως, πού ἰσχυρίζονται ὅτι δῆθεν τούς καθοδηγεῖ. Ἡ φύσις ὅμως, ὅπως ὅλοι γνωρίζομε, ἐκδικεῖται καί, μάλιστα, πολύ ἄσχημα ( aids κ.λ.π.)
Ἀλλά ἡ  καρικατούρα  τῆς  «Ν.Ε.»  καί  τῆς     «παγκοσμιοποιήσεως» - ἀπανθρωποποιήσεως - ἐνδύεται καί ἄλλα τραγικά προσωπεῖα γιά νά καλύψη τήν φρικτή της ὄψι. Αὐτά, ἔχουν νά κάνουν  μέ τούς τομεῖς τῆς ἐκπαιδεύσεως, τῆς ἐφηρμοσμένης ἐπιστήμης (βλέπε «ἐγκεφαλικός θάνατος, ἐμπόριο ὀργάνων κλπ.»), μέ τίς ἀρχές πού διέπουν τίς κοινωνίες, τά κράτη καί τούς λαούς καί μέ  πλείστους ὅσους ἄλλους τομεῖς, πού, ἐάν κανείς μελετήση, διαπιστώνει, παρά τίς ἐλευθεροστομίες τῶν ἐκφραστῶν της, ὅτι ὁ σκοπός τοῦ  σχεδιασμοῦ τῆς  «Ν.Ε» εἶναι διπλός. 
Πρῶτα, νά κτυπηθῆ ὁ,τιδήποτε ἀληθινό καί φυσιολογικό, καί τοῦτο γιά νά καμφθοῦν οἱ ἀντιδράσεις καί νά ἐπέλθη ὁ συμβιβασμός, καί στήν συνέχεια νά ἀναδειχθῆ μία παγκόσμια διοίκησις – κυβέρνησις μαζί μέ μία παγκόσμια πίστι – θρησκεία - ἐκκλησία, πού θά λατρεύη, ὄχι φυσικά τόν Θεάνθρωπο Κύριο μας Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλά ἕναν «ἰσχυρό» καί ἀπάνθρωπο ἄνθρωπο - ὁ νοῶν νοείτω -, πού θά ἐπαγγέλλεται δῆθεν εὐδαιμονία στό ὄνομά του καί θά ἀπαιτῆ ὑπακοή. Φυσικά, τέτοιου εἴδους  σχέδια  καί  παρανοϊκές  καταστάσεις δέν ὁδηγοῦν τίς διψασμένες ψυχές  πού  λαχταροῦν  τήν  Ζωή  καί  τήν  Ἀλήθεια  στό  «ὕδωρ  τό  ζῶν» καί  στήν  «πηγή  ὕδατος  ἁλλομένου  εἰς  ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάννου Δ΄14), ἀλλά στό «φρέαρ τό συντετριμμένον» (Ἱερεμ. 2,13 – αἶνοι  Μ.  Πέμπτης ἑσπέρας) 
Ὅμως, οἱ ἀναθυμιάσεις  τοῦ βόθρου τῆς «Ν.Ε.», ἤδη προεξένησαν τήν ἀποστροφή τῶν ὅσων διαθέτουν ζωντανή τήν αἴσθησι τῆς πνευματικῆς ὀσφρήσεως καί δέν ἔπαυσαν νά συνειδητοποιοῦν ὅτι εἶναι ἄνθρωποι μέ προορισμό τήν ἁγιότητα. Ἄς ἀσφυκτιοῦν, λοιπόν, ὅσοι θέλουν νά ἐπιλέγουν τά σαπισμένα καί σκουληκιασμένα «φροῦτα» τῆς «Ν.Ε.» μέ τήν «ὀσμή τοῦ θανάτου» καί ἄς τρέφωνται ἀπό τήν «κομποστοποίησι» τῆς κάθε εἴδους «ἀπελευθέρωσης».

Ὅσοι ὅμως συγκροτοῦν καί καταρτίζουν «νοῦν Χριστοῦ», ὅσοι ἀγαποῦν τήν Πατρίδα, τιμοῦν τήν Οἰκογένεια καί τίς αὐθεντικές μας παραδόσεις, ἄς χαίρωνται καί ἄς χαιρώμαστε τήν ἐν Χριστῷ ἀπελευθέρωσι καί τήν Χάρι πού μᾶς ὁδηγεῖ καί μᾶς καταξιώνει, ὡς ἀνθρώπους, καί συνάμα μᾶς καταρτίζει στόν ἀγῶνα τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως, στήν πραγματική Διαχρονική Νέα Ἐποχή. 
Ἡ Διαχρονική  Νέα Ἐποχή  ἔχει ξεκινήσει ἐδῶ καί δύο χιλιάδες χρόνια καί εἶναι μόνο ἡ Μία Ἁγία Ὀρθόδοξος Καθολική  καί  Ἀποστολική  Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ ὁποία διά πρεσβειῶν τῆς Κυρίας Θεοτόκου τῶν Οὐρανίων Ταγμάτων καί τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ τόν κάθε ἄνθρωπο στήν Ἄκτιστη  Παγκοσμιοποιήσι –τήν ἐνυπόστατο ἐν Χριστῷ καινή κτίσιν.  «ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινή κτίσις˙ τά ἀρχαῖα, ἰδοὺ γέγονε καινά τὰ πάντα» (Β´ πρός Κορινθ. Ε´17).  
Ἀμήν.
Γένοιτο.
 
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγ. Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
( Ἑσπερινή ὁμιλία στήν Ἱερά Μονή Ἁγ. Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος 1-12-2013)

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Κατεβάστε το σὲ μορφή pdf πατώντας : Νέα Ἐποχή - Θεοῦ άποχή. Ἀρχ. Ἀρσένιος Κατερέλος
 
 http://anavaseis.blogspot.gr/2013/12/blog-post_3165.html

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Ἡ ἀσκητική μέθοδος στήν Ὀρθοδοξία καὶ οἱ οἰκουμενικοί διάλογοι Μέρος Γ΄. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος

Ἡ ἀσκητική μέθοδος στήν Ὀρθοδοξία καὶ οἱ οἰκουμενικοί διάλογοι. Μέρος Γ΄.*

Πρωτοπρ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς

Ἐν Πειραιεῖ 20-11-2013
Ἡ ἄσκηση δέν περιφρονεῖ τό σῶμα. 

«Ἡ ἀληθινή ἄσκηση καμμία σχέση δέν ἔχει πρός τήν πλατωνική ἤ μανιχαϊκή περιφρόνηση τῆς ὕλης ἤ τοῦ σώματος. Οἱ Χριστιανοί ἀσκητές ἀσκοῦνται, ὄχι διότι περιφρονοῦν τό σῶμα, ἀλλά διότι θέλουν νά τό καταστήσουν πειθήνιο ὄργανο τῆς ψυχῆς. Κατά τόν μζ' (47ο) Ἱερό Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, οἱ βδελυσσόμενοι (ὅσοι περιφρονοῦν μέ μίσος) τόν γάμο, ἀποστρεφόμενοι τόν οἶνο καί τήν κτίση τοῦ Θεοῦ, μεμιασμένη (μολυσμένη) εἶναι λέγοντες, δέν μπορούν νά γίνουν ἀποδεκτοί στήν Ἐκκλησία χωρίς νά βαπτισθοῦν. Ἄς μήν ἰσχυρίζονται δέ ὅτι ἔχουν βαπτισθεῖ στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ' ὅσον θεωροῦν τόν Θεό ποιητή τοῦ κακοῦ καί καθίστανται ἐφάμιλλοι πρός τόν Μαρκίωνα καί τούς λοιπούς αἱρετικούς[1]…».
Ἡ ἄσκηση ἔχει ἐσχατολογικό χαρακτήρα.

«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρισθεῖ ἐκτός τῶν ἄλλων καί ὡς Ἐκκλησία ἀσκήσεως. Αὐτό μαρτυροῦν οἱ πολλές καί μακρές περίοδοι νηστείας, οἱ μακρές ἀκολουθίες καί ἡ κατ’ αὐτές ὀρθοστασία (τά παλαιά στασίδια δέν ἔδιναν, ὡς γνωστόν, τήν δυνατότητα ἀναπαυτικοῦ καθίσματος), τά αὐστηρά ἐπιτίμια πρός τούς ἁμαρτάνοντας, ὁ σεβασμός τῶν κοσμικῶν πρός τούς αὐστηρούς μοναχούς καί ἀσκητές, οἱ ἀγρυπνίες, οἱ μέ ταλαιπωρία ὁδοιπορίες καί ταξίδια πρός ἱερούς τόπους (προσκυνήματα) κ.τ.ὅ.
Εἶναι ἀδιανόητο γιά ἕνα δυτικό Χριστιανό νά νηστεύσει ἤ νά μείνει στήν Ἐκκλησία τρεῖς ἤ πέντε ὧρες, ὅπως μένουμε οἱ Ὀρθόδοξοι κατά τίς μακρές ἀκολουθίες καί ἰδίως τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Εἶναι ἀντιθέτως σύνηθες στούς αἱρετικούς Διαμαρτυρομένους (προτεστάντες) νά κοινωνοῦν, ἀφοῦ προηγουμένως ἔχουν φάει τό πλούσιο πρωϊνό τους. Οἱ αἱρετικοί παπικοί κατήργησαν τελευταίως στήν Ἀμερική καί αὐτή τήν σκιώδη νηστεία τῆς Παρασκευῆς.
Τό θαυμαστό σ’αὐτά εἶναι ὅτι τό ἀσκητικό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μας συνδυάζεται μέ τό ἐσχατολογικό πνεῦμα τῆς προγεύσεως τῆς χαρᾶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἀναστάσεως καί τῆς ἀγάπης. Ἡ ἄσκηση τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι χαροποιός ἄσκηση, ὅπως καί τό πένθος μᾶς εἶναι χαροποιό πένθος[2]…».

Εἶναι δυνατός ὁ συγχρονισμός τῆς ἀσκήσεως;

«Πράγματι ὁ ἀσκητισμός εἶναι κάτι τό ἀκατανόητο γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, τοῦ ὁποίου ἡ συνείδηση ἔχει ἐκκοσμικευθεῖ ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς ἀθέου κουλτούρας, μέσα στήν ὁποία ζεῖ. Τά ἰδεώδη της κουλτούρας αὐτῆς εἶναι ἡ ἐπιτυχία, ἡ εὐημερία, ἡ ἀπόλαυση, τό σέξ, ἡ αὐτάρκεια. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας ἔχει ἐπίσης σχεδόν χαθεῖ. Ἁμαρτία δέν εἶναι πλέον ἡ παράβαση τοῦ ἠθικοῦ νόμου, ἀλλά ἡ μή παράβασή του, ὅταν ἐμποδίζεται ἀπ’ αὐτόν ὁ ἄνθρωπος νά ἱκανοποιήσει τίς μή ἰκανοποιηθεῖσες ἀπωθημένες ὀρέξεις του. Αὐτό διδάσκει ὁ Φρόϋντ καί ἐπί τῆς ἀρχῆς αὐτῆς θεμελιώνεται ἡ φροϋδικῆ ψυχανάλυση καί τό στύλ τῆς ζωῆς, πού διαμορφώνεται ἀπό αὐτήν…
 Μέσα σ’ ἕνα στό σύνολό του παράλογο καί μηδενιστικό κόσμο τί νόημα μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἄσκηση; Πολλοί θεολόγοι στό ἐξωτερικό ἀπάντησαν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά κενωθεῖ, νά χάσει τόν ἑαυτό της, γιά νά κερδίσει τόν κόσμο. Ἔτσι, κήρυξαν ὅτι ὁ Θεός πέθανε («θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ»), ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἱστορικό γεγονός καί ὅτι τό Εὐαγγέλιο δέν ἔχει σταθερές ἠθικές ἀπαιτήσεις (περιπτωσιακή ἠθική). Ἀλλά, αὐτό δέν εἶναι κένωση, εἶναι πτώση καί μεταβολή τῆς Ἐκκλησίας σέ κόσμο. Εἶναι συσχηματισμός μέ τόν κόσμο. Ἐάν ἡ Ἐκκλησία ἔπαυε νά εἶναι ἀσκητική, θά πρόδιδε τόν Κύριό της, ὁ Ὁποῖος ἔτσι τήν θέλησε, θά πρόδιδε ἐπίσης τόν ἄνθρωπο, διότι χωρίς τήν ἄσκηση εἶναι ἀδύνατη ἡ θέωσή του...». Ἑπομένως, δέν πρέπει νά παρουσιάζουμε ἕνα εὔκολο χριστιανισμό, ἀποστερημένο τοῦ ἀσκητικοῦ χαρακτήρα, γιά νά κερδίσουμε τούς συγχρόνους ἀνθρώπους καί μάλιστα τούς νέους.
«Ἀλλά, ὑπάρχει, καί τό δεύτερο ἐρώτημα :

Εἶναι ἐπιτρεπτός ὁ συγχρονισμός καί ἡ προσαρμογή τῆς ἀσκήσεως στίς ἀνάγκες καί τήν ψυχοσωματική κατάσταση καί ἀντοχή τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου;

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἀνθεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου στόν πόνο, τίς στερήσεις, τίς σκληραγωγίες ἔχει σήμερα αἰσθητῶς μειωθεῖ παρά ἤ ἴσως καί λόγω τῆς ὑπό τῆς ἰατρικῆς παρατάσεως τῆς ζωῆς. Οἱ συνθῆκες διαβιώσεως (ὁ θόρυβος τῶν μεγαλουπόλεων, οἱ ταχύτητες τῶν συγκοινωνιακῶν μέσων, ὁ ταχύς ρυθμός τῆς ζωῆς, ἡ ἀνασφάλεια καί ὁ φόβος) κάνουν τόν ἄνθρωπο ὑπερευαίσθητο, νευρικό, ἑτοιμόρροπο. Λόγοι ποιμαντικῆς διακρίσεως καί φιλανθρωπίας ἐπιτρέπουν καί ἴσως ἐπιβάλλουν κάποια προσαρμογή τῆς ἀσκήσεως, ὑπό τόν ὄρο ὅτι ἡ ἄσκηση δέν θά καταντήσει ἕνα εἶδος καταπραϋντικοῦ, ἀλλά θά διατηρήσει τόν χαρακτήρα τῆς στερήσεως, τοῦ ἀγῶνος, τῆς ἀποταγῆς τοῦ ἰδίου θελήματος καί τῆς θυσίας…».

Ἡ ἀγωγή τῆς ἀσκήσεως

«Ὑπάρχει τέλος τό ἐρώτημα τῆς ἀγωγῆς τῆς ἀσκήσεως. Πῶς δηλ. ὁ πιστός θά μάθει νά ἀσκεῖται.
Ἡ καλύτερη ἀγωγή ἀσκήσεως εἶναι ἡ ἔνταξη τοῦ πιστοῦ στήν ζωή καί τήν λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία παιδαγωγεῖ τά τέκνα της μέ σοφία καί στοργή στήν ἄσκηση. Οἱ ἐντός τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους σοφῶς κατανεμημένες νηστεῖες, οἱ κατανυκτικές ἀκολουθίες, ὅπως τά Μεγάλα Ἀπόδειπνα, οἱ Χαιρετισμοί, οἱ ἐνδιαμέσως τῶν νηστειῶν πανευφρόσυνες ἑορτές (τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κ.λπ.), ἐμπνέουν, διευκολύνουν καί στηρίζουν τόν ἀσκούμενο Χριστιανό.
Τό πρόβλημα εἶναι πῶς ὅλα αὐτά θά διοχετευθοῦν ποιμαντικῶς στόν λαό. Παλαιότερα, σχολεῖο τῆς ἀσκήσεως ἦταν ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική οἰκογένεια. Ἐκεῖ μάθαινε τό παιδί τήν νηστεία, τήν ἐγκράτεια, τίς καλές καί ἅγιες παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας καί γι' αὐτό μποροῦσε, ὅταν ἔφθανε ἡ ἡλικία τῆς ἐξάψεως τῶν παθῶν, νά συγκροτεῖται καί νά ἐγκρατεύεται.
Σήμερα πού ἡ οἰκογένεια ἐν πολλοῖς δέν εἶναι χριστιανική, πρέπει νά διδάσκουμε συστηματικῶς τίς ἅγιες αὐτές παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας στά Κατηχητικά Σχολεῖα, στά κηρύγματα καί σέ κάθε ποιμαντική εὐκαιρία.
Στήν ἐποχή αὐτή τῆς ἀποστασίας, τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καί τῆς συγχύσεως, ἐμεῖς ἄς κηρύξουμε μέ ταπεινοφροσύνη καί πίστη τό κήρυγμα τῆς ἐν μετάνοια, ἐγκρατεία καί ἀσκήσει ἐπιστροφῆς στόν Πατέρα καί Πλάστη μας.
Ἡ ἀναβίωση στήν Ἐκκλησία τοῦ ἀσκητικοῦ ἰδεώδους θά ἀποτελέσει τό σπουδαιότερο μέσο, ἀλλά καί καρπό τῆς ἐν Ἁγίω Πνεύματι ἀνακαινίσεώς της. Θά δώσει, ἐπίσης, νέα ὤθηση καί δραστηριοποίηση στό ποιμαντικό καί Ἱεραποστολικό της ἔργο, τό ὁποῖο μποροῦν νά ἀναλάβουν μόνο ἄνθρωποι αὐταπαρνήσεως καί θυσίας.
Εἶναι χαρακτηριστικό τό κατανυκτικό στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ της Κυριακῆς της Τυρινῆς, τό ὁποῖο συνοψίζει τήν ὀρθόδοξη θεολογία τῆς ἀσκήσεως : «Τόν τῆς Νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρός ἀγώνας πνευματικούς ἑαυτούς ὑποβάλλοντες· ἀγνίσωμεν τήν ψυχήν, τήν σάρκα καθάρωμεν˙ νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν ταῖς βρώμασιν ἐκ παντός πάθους, τάς ἀρετᾶς τρυφῶντες τοῦ πνεύματος· ἐν αἶς διατελοῦντες πόθω, ἀξιωθείημεν πάντες, κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί τό Ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι». 
Δηλ. ἄς ἀρχίσουμε μέ εὐχαρίστηση καί πνευματική χαρά τόν καιρό τῆς νηστείας τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς πρίν ἀπό τό Πάσχα, ἀφοῦ ὑποβάλλουμε τούς ἑαυτούς μας σέ πνευματικούς ἀγῶνες. Ἄς ἀγνίσουμε ἀπό τούς ρύπους τῆς ἁμαρτίας τήν ψυχή μας ὁ καθένας καί ἄς καθαρίσουμε, ἐπίσης, καί τό σῶμα μας. Ἄς νηστεύσουμε ἀπό κάθε πάθος, ὅπως νηστεύουμε ἀπό τά ὑλικά φαγητά καί ποτά, ἀφοῦ εὐχαρίστως μετέχουμε καθαρτικά στίς ἀρετές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέσα σ’ αὐτές τίς ἀρετές, ἀφοῦ διατελέσουμε καί ἐντρυφήσουμε μέ θεῖο πόθο καί ἔρωτα θεϊκό, μακάρι νά ἀξιωθοῦμε ὅλοι νά δοῦμε, νά φθάσουμε, νά μετάσχουμε στό πάνσεπτο Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί στό Ἅγιο Πάσχα, ἔχοντας χαρά καί ἀγαλλίαση καί εὐφροσύνη πνευματικῶς».

Σκοπός συγγραφῆς

Ζητοῦμε συγγνώμη, διότι δέν πρωτοτυποῦμε στό θεολογικό αὐτό δοκίμιο, δέν γράφουμε κάτι τό ἐντυπωσιακό, φαινομενικό, γιά νά κολακεύσουμε ἐγωιστικά τούς ἀναγνῶστες μας. Σκοπός μας εἶναι, πρῶτον, νά ξυπνήσουμε πνευματικῶς πρῶτα ἐμεῖς, πού γράφουμε ὄλ’αὐτά, καί νά ἀκολουθοῦμε ταπεινῶς, υἱϊκῶς καί εὐσεβάστως τήν Ἁγία Γραφή, τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τούς ἁγίους Προφῆτες, Ἀποστόλους, Μάρτυρες, Δικαίους, Μοναχούς, Ὁμολογητές, ὅλους δηλ. τούς ἁγίους Πατέρες καί τίς Τοπικές καί τίς ἐννέα Ἅγιες καί Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Δεύτερον, γράφουμε ὄλ’αὐτά, γιά νά εὐαγγελισθοῦμε τήν εἰρήνη, τήν ἀλήθεια, τήν ἀγάπη καί τήν ἐλευθερία τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ σέ ὅσους καλοπροαιρέτως ποθοῦν καί ἀναζητοῦν τήν πραγματική ἀλήθεια καί ἑνότητα ἐν Χριστῷ καί ἐν τή Ἐκκλησία.


[1] νγ΄ Ἁγίων Ἀποστόλων καί ιγ΄ ΣΤ΄
[2] ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑÏΤΗΣ, Κλίμαξ, Λόγος ζ΄ (7ος), ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1999, σσ. 140-156.


* Τὸ Μέρος Α΄ ἐδῶ
* Τὸ Μέρος Β΄ ἐδῶ

* Τὸ Μέρος Δ΄ ἐδῶ

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2412.html

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Αναφορά από την Μητρόπολη Πειραιώς σε δηλώσεις του Mακαριωτάτου Πατριάρχου και Πάπα Αλεξανδρείας Θεοδώρου του Β΄

Αναφορά από την Μητρόπολη Πειραιώς σε δηλώσεις του Mακαριωτάτου Πατριάρχου και Πάπα Αλεξανδρείας Θεοδώρου του Β΄


Με έκπληξη και οδύνη ψυχής για μιά ακόμη φορά βλέπουμε τον συγκρητιστικό Οικουμενισμό και το πανθρησκειακό όραμα της «Νέας Εποχής» να προβάλλεται και να μετασχηματίζεται σε ένθερμο κήρυγμα όχι ενός τυχαίου ποιμένος, αλλά του Προκαθημένου της των Αλεξανδρινών και πάσης Αφρικής Εκκλησίας, Θεοδώρου του Β΄.
Στις 30 Σεπτεμβρίου μετέβη στη Ρώμη, προκειμένου να συμμετάσχει στη Διαχριστιανική και Διαθρησκειακή Συνάντηση, που οργάνωσε η «Κοινότητα του αγίου Εγιδίου» με τίτλο: «Το Κουράγιο της Ελπίδας», η οποία έλαβε χώρα στην Basilica di Santa Maria in Trastevere στη Ρώμη.
Οι διακηρύξεις δε και οι δηλώσεις, τις οποίες έκαμε κατά την επίσκεψή Του αυτή ο Μακαριώτατος, τόσο στην προσφώνησή του προς τον «Πάπα» Φραγκίσκο τον Α΄, όσον επίσης κατόπιν και ενώπιον των παρισταμένων στην αιρετική και πανθρησκειακή παρασυναγωγή της Ρώμης, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, κατά την ταπεινή μας γνώμη, ως απηχούσες την οικουμενιστική ιδεολογία και ως πέρα για πέρα ξένες προς την διδασκαλία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και Παραδόσεως. Επειδή δε πιθανότατα έχουν προκαλέσει σκανδαλισμό στον πιστό λαό του Θεού και ίσως έχουν παρασύρει στον οικουμενιστικό κατήφορο, γι’ αυτό θεωρήσαμε σκόπιμο να προχωρήσουμε στις παρά κάτω επισημάνσεις:

Κατ’ αρχήν στη συνάντησή Του στο Βατικανό με τον αιρεσιάρχη «Πάπα» τον προσφωνεί ωσάν να ήτο κανονικός Ορθόδοξος επίσκοπος και ωσάν η «Εκκλησία» της Ρώμης σήμερον να είναι Ορθόδοξος!: «Οι δύο Εκκλησίες, η Αλεξανδρινή και η Ρωμαϊκή, ανήκουμε, ιστορικώς και παραδοσιακώς, στις αρχαίες Εκκλησίες».
Είναι απορίας άξιον, πώς ο Αλεξανδρινός Προκαθήμενος φαίνεται να αγνοεί στοιχειώδεις γνώσεις εκκλησιαστικής ιστορίας. Η Εκκλησία της Ρώμης ανήκε επί χίλια έτη στις ιστορικώς και παραδοσιακώς αρχαίες Εκκλησίες, επειδή ανήκε στον κορμό της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας ως ένα από τα πέντε Ορθόδοξα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία. Επειδή όμως στη συνέχεια οι αιρετικοί Φράγκοι κατέλαβαν το σεβάσμιο Πατριαρχείο της Δύσεως και το οδήγησαν σε σειρά φρικτών αιρετικών διδασκαλιών, εξέπεσε πλέον στην κατάσταση της αιρέσεως και απεκόπη οριστικά από την Ορθόδοξο Καθολική Εκκλησία το 1054.
Στην κατάσταση δε αυτή δυστυχώς παραμένει μέχρι σήμερα.
Στη συνέχεια της προσφώνησής Του επανέλαβε τη μέθοδο του Οικουμενισμού, την προσπάθεια ανοικοδόμησης ενότητος της Ορθοδοξίας με την αίρεση με βάση όσα μας ενώνουν: «…διά της μαρτυρίας όσων μας ενώνουν και διά του διαλόγου, να συνεχίσουμε την πορεία στον δρόμο της αποκαταστάσεως της ενότητας των Χριστιανών».
Ωστόσο ένα τέτοιο μοντέλο ενότητος δεν έχει κανένα απολύτως έρεισμα ούτε στην αγία Γραφή, ούτε στους Ιερούς Κανόνες, ούτε επίσης μαρτυρείται από τους αγίους Πατέρες. Πότε, Μακαριώτατε, στη δισχιλιόχρονη πορεία της Εκκλησίας μας οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες στήριξαν τους αντιαιρετικούς των αγώνες προς τους αιρετικούς σε αυτά που τους ένωναν με αυτούς; Αναφερθήκατε στον προκάτοχό Υμών Μέγα Αθανάσιο. Μπορείτε να μας παρουσιάσετε έστω και μία αναφορά του, στην οποία προσπαθεί να προσεγγίσει την αίρεση του Αρείου με τα κοινά στοιχεία της με την Ορθοδοξία; Το πρόβλημά μας με τις αιρέσεις δεν είναι τα στοιχεία που μας ενώνουν με αυτές, αλλά τα στοιχεία που μας χωρίζουν. Αυτά είναι τα αίτια της απομακρύνσεώς των από την Εκκλησία.

Συνεχίζοντας την προσφώνησή Του προς τον «Πάπα» αναφέρει: «Ως ποιμένες της αγάπης και της αλήθειας, ας προσευχηθούμε διαπύρως…». Ερωτώμεν και πάλιν: Από πότε Μακαριώτατε ο αιρεσιάρχης «Πάπας» έγινε «ποιμένας και διάκονος της αγάπης και της αλήθειας»; Πώς μπορεί να είναι φορέας αληθείας, καθ’ όν χρόνον είναι ταυτόχρονα φορέας μιάς σωρείας αιρέσεων και πλανών; Και πώς μπορεί να είναι φορέας αγάπης, καθ’ όσον έπαυσε πλέον να είναι φορέας της αληθείας;
Διότι είναι αδύνατον να έχει κανείς την αγάπη ως άκτιστη ενέργεια του αγίου Πνεύματος, εάν δεν έχει ταυτόχρονα και την αλήθεια. Αφού λοιπόν κατά την άποψη Υμών ο «Πάπας» είναι φορέας της αγάπης και της αλήθειας και αφού δε βρίσκετε σ’ αυτόν καμία πλάνη, αλλά μόνον αγάπη και αλήθεια, τότε τι εμπόδισε Υμάς να προχωρήσετε στην μυστηριακή διακοινωνία μ’ αυτόν; Επίσης προτρέπει τον Πάπα: «ας προσευχηθούμε διαπύρως…».
Οι άγιοι Πατέρες ουδέποτε διενοήθησαν να ζητήσουν τις προσευχές των αιρετικών, τους οποίους ως λύκους βαρείς απέκοπταν από την Εκκλησία και συνοδικώς αναθεμάτιζαν. Στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Βραζιλία χορήγησε ως «ευλογία» στους συμμετέχοντας «λυσίποινα», συντόμευση του  χρόνου παραμονής στο καθαρτήριο!!! Υπάρχει καθαρτήριο Μακαριώτατε;

Σε άλλο σημείο επισημαίνει την ανάγκη «συνεχίσεως και εντάσεως του Διαχριστιανικού Διαλόγου προς σύμπηξη και εμπέδωση της χριστιανικής ενότητας μέσα από την διαφορετικότητα…». Τι άλλο όμως μπορεί να είναι η «διαφορετικότητα» αυτή των χριστιανικών αιρέσεων, για την οποία κάνει λόγο ο Μακαριώτατος, παρά οι ψευδείς και πεπλανημένες διδασκαλίες των;
Μπορεί λοιπόν η αλήθεια της Εκκλησίας να ενωθεί με την διαφορετικότητα της πλάνης και του ψεύδους «προς σύμπηξη και εμπέδωση της χριστιανικής ενότητας»; Μπορεί το φώς να ενωθεί με το σκότος; «Τις κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄Κορ.6,14) λέγει ο απόστολος. Ασφαλώς καμία.
Αν ήταν δυνατή μια τέτοιου είδους ενότητα, όπως την οραματίζεται εδώ ο Μακαριώτατος, θα ήταν περιττοί οι αγώνες των αγίων Πατέρων μας εναντίον των αιρέσεων και των αιρετικών, για να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της Ορθοδόξου πίστεως, περιττοί οι διωγμοί και τα μαρτύρια, τα οποία υπέφεραν, περιττή η συγκρότηση Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων, περιττοί οι αναθεματισμοί των αιρετικών. Η αποστολή της Εκκλησίας, Μακαριώτατε, δεν είναι ο συσχηματισμός και η συμπόρευσή της με τα φθαρτά και κτιστά σχήματα και ιδεολογίες του κόσμου, αλλά ο μετασχηματισμός του κόσμου σε «Καινή κτίση», σύμφωνα με τον λόγον του Παύλου «ει τις εν Χριστώ Καινή κτίσις» (Β΄Κορ.5,17).

Ο Μακαριώτατος κατά τον λόγον Του ενώπιον των προσκεκλημένων συνέδρων της Συναντήσεως ομίλησε με ακόμη πιό οικουμενιστική γλώσσα. Αρχίζει την ομιλία Του με ένα εγκώμιο προς την θρησκεία, εντάσσοντας μέσα σ’ αυτή και την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία. Η θρησκεία κατά την άποψή του, «εξακολουθεί να προσφέρει στον ποντοπόρο άπορο άνθρωπο του 21ου αιώνα υπαρξιακό προσανατολισμό, νόημα ζωής, ηθική συνείδηση, πολιτισμική ταυτότητα, προοπτική αιώνιας σωτηρίας.
Προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα να κατανοήσει τον εαυτό του πλήρως μόνον ξεκινώντας από τον Θεό ως Δημιουργό, Αρχή και Πηγή του κόσμου, τον Θεό όλων των εθνών και των ανθρώπων, τον Θεό της Αγάπης, της Πρόνοιας και της Σωτηρίας "κατά τo πλήθος των οικτιρμών" Του για όλα τα δημιουργήματά Του». Όλα αυτά όμως τα οποία ο Μακαριώτατος απέδωσε γενικά και αόριστα στην θρησκεία, μόνον μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκουν την πλήρη πραγματοποίησή τους. Ερωτώμεν και πάλιν:
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μιά από τις πολλές θρησκείες του κόσμου; Από πότε Μακαριώτατε μεταβλήθηκε η Εκκλησία του Χριστού σε θρησκεία και μάλιστα «τσουβαλιασμένη» με τις άλλες θρησκείες του κόσμου; Από πότε οι θρησκείες του κόσμου προσφέρουν «προοπτική αιώνιας σωτηρίας»; Σε ποιες βιβλικές ή αγιοπατερικές μαρτυρίες στηριχθήκατε για να διατυπώσετε αυτές τις θέσεις; Ο απόστολος Πέτρος στην θεόπνευστη ομιλία του ενώπιον του Ιουδαϊκού Συνεδρίου δεν ομιλεί για την μοναδικότητα και αποκλειστικότητα της διά του Ιησού Χριστού σωτηρίας; «Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομα εστίν έτερον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ώ δει σωθήναι ημάς» (Πρ.4,12).

Παρουσιάζει επίσης ο Μακαριώτατος την θρησκεία ως παράγοντα «ειρηνοποιίας  και ενισχύσεως του αγώνα για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια». Ποια παραδείγματα θα μπορούσε να αναφέρει προς επίρρωσιν της θέσεώς Του αυτής; Μπορεί να μας εξηγήσει πώς μπορεί το Ισλάμ, για παράδειγμα, να είναι παράγων ειρηνοποιΐας, όταν ως βασικό δόγμα πίστεώς του έχει το «Τζιχάντ», την σφαγή των αλλοθρήσκων στο όνομα του Αλλάχ;
Τα πρόσφατα γεγονότα του πολέμου στη Συρία, όπου οι Χριστιανοί σφάζονται σαν αρνάκια, από τους φανατικούς ισλαμιστές δεν διαψεύδουν τους ισχυρισμούς Του αυτούς; Αποστολή της Εκκλησίας, Μακαριώτατε, είναι να ειρηνεύσει τον άνθρωπο με τον Θεό, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ειρηνεύσουν και οι άνθρωποι στη συνέχεια μεταξύ τους και όχι να μεταβάλλεται η ίδια σε ένα παγκόσμιο ειρηνευτικό οργανισμό.
Να προσφέρει τον Χριστόν, τον μόνον ειρηνοποιόν, ο οποίος είναι «η ειρήνη ημών» (Εφ.2,14) κατά τον απόστολο. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ειρήνη δεν σημαίνει την απουσία πολέμου, αλλά είναι καρπός του αγίου Πνεύματος: «ο δε καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη…» (Γαλ.5,22). Εξ άλλου και ο ίδιος ο Χριστός την αντιδιαστέλλει από την κοσμική ειρήνη: «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν, ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιω.14,27).
Πέραν τούτου τόσον οι άγιοι απόστολοι, όσον και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας εν μέσω πολέμων και αιματοχυσιών έζησαν και έδρασαν. Δεν κατενόησαν όμως την αποστολή τους, όπως την κατανούν σήμερα πολλοί Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι και θεολόγοι Οικουμενιστές. Ποτέ δεν διανοήθηκαν να συμμαχήσουν και να συνεργαστούν με άλλες θρησκείες και αιρέσεις για να υπηρετήσουν μία κοσμικού τύπου παγκόσμια ειρήνη.

Στη συνέχεια ομίλησε ο Μακαριώτατος για τον κύριο παράγοντα, που εμποδίζει την αποστολή της θρησκείας να αποβή «παράγων ειρηνοποιίας  και ενισχύσεως του αγώνα για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια»: «…ο θρησκευτικός αυτοπροσδιορισμός αποβαίνει συχνά παράγων διχασμού και μισαλλοδοξίας, φανατισμού και βίας. Αυτό συμβαίνει όταν η θρησκευτική συνείδηση χειραγωγείται, η θρησκευτική ιδιαιτερότητα παρεξηγείται, ο θρησκευτικός ζηλωτισμός αρνείται την ελευθερία του άλλου στο όνομα του Θεού».
Γνωρίζει μήπως ο Μακαριώτατος καμιά θρησκεία του κόσμου, που να μην έχει «θρησκευτικό αυτοπροσδιορισμό»; Υπαινίσσεται μήπως, ότι και η Εκκλησία του Χριστού, ως μία από τις θρησκείες του κόσμου, όπως την θέλει εκείνος, πως ο δικός Της «αυτοπροσδιορισμός», δηλαδή η θεία διδασκαλία Της, που την διαφοροποιεί από τις άλλες θρησκείες, είναι παράγων κατάλυσης της παγκόσμιας ειρήνης και εμπόδιο να ενισχυθεί ο αγώνας για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια των ανθρώπων;
Έτσι όπως εκφράζεται μας αφήνει αβίαστα να σκεφτούμε, πως μιά ενδεχόμενη άρση του «θρησκευτικού αυτοπροσδιορισμού» των θρησκειών, και φυσικά της Εκκλησίας, θα σημάνει και την εδραίωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της αξιοπρέπειας στον κόσμο.
Πάντως το γεγονός ότι σε άλλες θρησκείες όπως στο Ισλάμ, τον Ιουδαϊσμό, ή τον Ινδουϊσμό, παρατηρούνται φαινόμενα «μισαλλοδοξίας, φανατισμού και βίας» ή θρησκευτικού ζηλωτισμού, ο οποίος «αρνείται την ελευθερία του άλλου στο όνομα του Θεού», αυτό δεν σημαίνει, ότι το ίδιο συμβαίνει και στην Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, η οποία ουδέποτε καθιέρωσε μιά τέτοιου είδους στάση απέναντι στους οπαδούς άλλων θρησκειών.
Και τούτο διότι βασική και θεμελιώδης αρχή της ευαγγελικής διδασκαλίας του Κυρίου μας είναι ο σεβασμός της ελευθερίας του ανθρωπίνου προσώπου: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν…» (Ματθ.16,24). Θα έπρεπε λοιπόν ο Μακαριώτατος να κάνη έναν αναγκαίο διαχωρισμό και να μην «τσουβαλιάση» μέσα στο τσουβάλι της «μισαλλοδοξίας, φανατισμού και βίας» και την Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι έτσι την αδικεί κατάφωρα.

Στη συνέχεια ο Μακαριώτατος επανέρχεται και πάλι στο θέμα της προβολής «των στοιχείων που ενώνουν τις θρησκείες, παρά εκείνων που τις χωρίζουν» και προσδιορίζει παρά κάτω πιό συγκεκριμένα, ποιά είναι αυτά τα στοιχεία, που πρέπει να προβληθούν: «…η προβολή των κοινών αξιών των διαφόρων θρησκειών, παρά των αντιλήψεων εκείνων περί θρησκευτικής ανωτερότητας, που υπονομεύουν την ανοχή στην διαφορετικότητα…
Στόχος ενός τέτοιου διαλόγου οφείλει να είναι η συναίνεση των θρησκειών σε μια ελάχιστη κοινή ηθική, χωρίς νόθευση της πίστεως». Δηλαδή κατά τον Μακαριώτατον, θα πρέπει να παύσουμε να προβάλλουμε και να διακηρύττουμε προς τους αλλοδόξους την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ότι ο μοναδικός Σωτήρας και λυτρωτής του κόσμου είναι ο Χριστός, σύμφωνα με τους θεόπνευστους λόγους του αποστόλου Πέτρου, που αναφέραμε παρά πάνω, επειδή μιά τέτοια διακήρυξη, που αναδεικνύει όχι απλώς την «ανωτερότητα», αλλά και την μοναδικότητα της διά του Ιησού Χριστού σωτηρίας, καλλιεργεί αντιλήψεις «θρησκευτικής ανωτερότητας που υπονομεύουν την ανοχή στην διαφορετικότητα».
Θα πρέπει επίσης να παύσουμε να πιστεύουμε και να διακηρύττουμε, ότι ο Χριστός είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω.14,6), «η ανάστασις και η ζωή» (Ιω11,25) και πλείστες όσες άλλες μαρτυρίες από την Αγία Γραφή, που προβάλλουν την μοναδικότητα του Χριστού. Εν τέλει θα πρέπει να παύσουμε να πιστεύουμε και να διακηρύττουμε την Ανάσταση του Χριστού, που είναι το θεμέλιο της πίστεώς μας, επειδή ο Χριστός με την Ανάστασή του απέδειξε, ότι είναι ο μοναδικός νικητής του θανάτου και ο μοναδικός χορηγός της ζωής. Και όλα αυτά μπορούν να γίνουν, πάντα κατά τον Μακαριώτατον, «…χωρίς νόθευση της πίστεως».
Μακαριώτατε, με τις παρά πάνω διακηρύξεις Υμών ουσιαστικά ανατρέπετε ολόκληρο το Ευαγγέλιο. Ουσιαστικά κηρύττετε ένα άλλο  Ευαγγέλιο.

Παρά κάτω φέρνει ως παράδειγμα ενότητος με τις άλλες θρησκείες το παράδειγμα, που ακολουθούν οι χριστιανικές «εκκλησίες» μεταξύ τους, το ιδανικό «της ενότητας μέσα από την διαφορετικότητα, ως προτύπωση της ανάγκης ειρηνικής συμβιώσεως των πιστών των διαφόρων θρησκειών».
Ωστόσο το ιδανικό αυτό της ειρηνικής συμβιώσεως με τους οπαδούς των άλλων θρησκειών αποτελεί ουτοπία. Διότι πώς μπορεί να συμβιβασθεί αυτό το ιδανικό με τον λόγον του Χριστού «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν»; (Ιω.15,20). Είναι αδύνατον ο πιστός, που πραγματικά θέλει να ζήσει την εν Χριστώ ζωή, να αποφύγει τον διωγμό και να συμβιώσει ειρηνικά με τον κόσμο της απιστίας και της αποστασίας, με τις θρησκείες των δαιμόνων.
Αγνοεί ότι κατά την θεόπνευστη διακήρυξη «οι θεοί των Εθνών δαιμόνια»; (Ψαλμ.95,5). Ένα τέτοιο ενδεχόμενο το απέκλεισε ο Χριστός, ως νόμον πνευματικόν. Ή θα παύσει να ομολογεί Χριστόν, οπότε θα βρεθή παραβάτης των λόγων του Κυρίου «πας ούν όστις ομολογήσει εν εμοί…όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων αρνήσωμαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ.10,32-33), ή θα ομολογήσει Χριστόν, οπότε αναπόφευκτα θα διωχθή.

Παρά κάτω στρέφεται και εναντίον εκείνων, που δε συμμερίζονται το πανθρησκειακό του όραμα: «Γνωρίζω πολύ καλά, ότι κάποιοι φοβικά υποστηρίζουν πως ο Διομολογιακός και Διαθρησκειακός διάλογος αποχρωματίζει την θρησκευτική ιδιαιτερότητα και ευνοεί τον συγκρητισμό.
Αδυνατούν όμως να αντιληφθούν, ότι άνθρωπος και θρησκευτική πίστη άρρηκτα συνυπάρχουν από την αρχή του κόσμου». Και συνεχίζει: «Το πρόβλημα δεν είναι ο θρησκευτικός πλουραλισμός, αλλά η στάση μας απέναντι σε αυτόν. Αν κυριαρχήσει ο φόβος μπροστά στην θρησκευτική διαφορετικότητα, τότε θα οδηγηθούμε νομοτελειακά σε εγκλεισμό στην δική μας κοινότητα και σε ολισθηρές απολυτοποιήσεις».
Ο φόβος λοιπόν του Μακαριωτάτου δεν είναι οι πλάνες και οι δαιμονοδιδασκαλίες των αιρέσεων και των θρησκειών του κόσμου, αλλά μην πέσει η Εκκλησία μας «σε ολισθηρές απολυτοποιήσεις»!
Η σώζουσα διδασκαλία της Εκκλησίας μας, για τον δεύτερο στην τάξη Πατριάρχη της Εκκλησίας είναι «ολισθηρή απολυτοποίηση»!
Για να στηρίξει όλα αυτά υπερασπίζεται με στόμφο την θρησκευτική πίστη, η οποία «δεν διαγράφηκε ποτέ από την υπαρξιακή ταυτότητα ατόμων και λαών» και ότι «η πίστη στον Θεό αποτελεί την μοναδική σταθερά σε έναν κόσμο που κλυδωνίζεται επικίνδυνα».
Θέλει να αγνοεί ο Μακαριώτατος, πως ο μεταπτωτικός άνθρωπος θρησκευτικότητα είχε και μάλιστα περισσή, σωτηρία δεν είχε. Θέλει να παραβλέπει επίσης, πως η μόνη σταθερά στον κόσμο δεν είναι η αόριστη πίστη στο Θεό, αλλά η πίστη στο σαρκωμένο Θεό, τον Ιησού Χριστό, μέσω του οποίου γνωρίζουμε πραγματικά τον Θεό και ενωνόμαστε μαζί Του.
Θέλει να ξεχνά, πως όλες οι θρησκείες και αιρέσεις του κόσμου, οι οποίες συνιστούν τη θρησκευτική πίστη, που υπαινίσσεται, πολεμούν με λύσσα το θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού. Και καταλήγει στο εξής εξωφρενικό: «Το πρόβλημα δεν είναι ο θρησκευτικός πλουραλισμός, αλλά η στάση μας απέναντι σε αυτόν».
Δηλαδή, για τον Μακαριώτατο δεν είναι πρόβλημα πως ο Ιουδαϊσμός αρνείται κάθε αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού και μάλιστα Τον υβρίζει χυδαιότατα μέσα από τό «ιερό βιβλίο» του το Ταλμούδ και την σατανική Καμπάλα. Επίσης δεν αποτελεί πρόβλημα το Ισλάμ, το οποίο Τον απογυμνώνει από τη Θεία Του υπόσταση ως τραγική επιβίωση του δεινού Αρειανισμού. Το πρόβλημα για Κείνον είναι πως να μη θίξουμε τη διδασκαλία των άλλων! Πάνω απ’ όλα ο σεβασμός στον πλουραλισμό!!!

Στη συνέχεια προχωρεί ακόμη περισσότερο, απευθυνόμενος στους εκπροσώπους των θρησκειών και των αιρέσεων: «Είναι καιρός να μάθουμε τους πιστούς μας…να παραμένουν πιστοί στην παράδοσή τους». Καλεί δηλαδή τους ηγήτορες των θρησκειών να περιχαρακώσουν τους πλανεμένους οπαδούς των, ώστε να μη γίνουν Χριστιανοί.
Και προχωρεί: «Είναι καιρός να μάθουμε τους πιστούς μας, ότι η απολυτοποίηση της ιδιαιτερότητας δεν συνιστά διάσωση της αλήθειας, αλλά φαλκίδευση της αλήθειας και ολίσθηση προς τη θρησκειογενή νεύρωση της αποκλειστικότητας». Το λέει ξεκάθαρα, πως αν απολυτοποιήσουμε την μοναδική ιδαιτερότητα, που έχει το θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Τον θεωρήσομε ως τον μοναδικό Σωτήρα του κόσμου, προσβάλλουμε την αλήθεια και την φαλκιδεύουμε. Και το χειρότερο ολισθαίνουμε σε θρησκειογενή νεύρωση!!!

Περαίνοντες την μικρή αυτή αναφορά μας εκφράζουμε και πάλιν την βαθύτατη θλίψη μας για όσα κακόδοξα διεκήρυξε ο Μακαριώτατος κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη Ρώμη, με τα οποία αναδεικνύεται ως διαπρύσιος κήρυκας του Πανθρησκειακού Οικουμενισμού. Προσευχόμεθα προς τον Θεόν να Τον φωτίσει να συνειδητοποιήσει την τραγικότητα των λόγων Του.
Τον παρακαλούμε δε να λάβει ιδιαιτέρως υπ’ όψιν Του την παραγγελία, που δίδει το Άγιο Πνεύμα διά του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου προς τον Επίσκοπο της εν Εφέσω Εκκλησίας: «Μνημόνευε ούν πόθεν πέπτωκας και μετανόησον και τα πρώτα έργα ποίησον. Ει δε μη έρχομαί σοι και κινήσω την λυχνίαν σου εκ του τόπου αυτής, εάν μη μετανοήσης» (Αποκ. 2,5).

Εκ του Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών

Ο υπεύθυνος
Αρχ. Παύλος Δημητρακόπουλος
Ο Γραμματέας
κ. Λάμπρος Σκόντζος
 
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/m.html

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Θλιβερὲς διαπιστώσεις Μητροπόλεως Πειραιῶς γιά τό φλέγον θέμα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Διαχριστιανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ

Ἐν Πειραιεῖ τῇ 7ῃ Ὀκτωβρίου 2013

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ
Θλιβερὲς διαπιστώσεις

Δύο ἱστορικῆς σημασίας ἐπιστολές, κατὰ τὴν ἐκτίμηση πολλῶν, ἔγραψε καὶἀπέστειλε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Σεραφεὶμ στὸ πρόσφατο παρελθόν. Ἐπιστολὲς, ποὺ προκάλεσαν πανελλήνια αἴσθηση καὶ εὐρύτατο σχολιασμὸ ἀπὸ πολλούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. 
Ἡ πρώτη ἐγράφη τὸν παρελθόντα Μάϊο πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο Β΄καὶ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ θέμα τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στὴν ὁποία ὁ Σεβασμιώτατος ἐπισημαίνει τὴν ἐπείγουσα ἀναγκαιότητα συγκλήσεως τοπικῆς Συνόδου γιὰ τὴν ἄμεση καταδίκη της καθὼς καὶὅσων τὴν προωθοῦν: «Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἐκφράζοντες τὴν ἀγωνία μας, ἀπευθυνόμεθα πρός Σας,…ἰκετευτικῶς καὶ ταπεινῶς παροτρύνοντας καὶ προτείνοντας, ὅπως ἐμεῖς,…ἀναλάβωμεν τὰς εὐθύνας μας ἔναντι Αὐτοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ λαοῦ Του καὶ ἀρθῶμεν στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ συγκαλέσωμε Τοπικὴ Σύνοδο, ἡ   ὁποία καθηκόντως ὀφείλει νὰ προχωρήσει στὴν ἐπίσημο συνοδικὴ καταδίκη της εἰρημένης κακοδοξίας καὶ δεινῆς αἱρέσεως».
Ἕνα θέμα καυτὸ, ἐπίκαιρο, φλέγον, πρώτης προτεραιότητος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίλυση καὶ ἡ συνοδικὴ ἀντιμετώπιση, χρονίζει δυστυχῶς ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια. Ἕνα θέμα μεγίστης ἐπισκοπικῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἀπασχολήσει πρὸ πολλοῦ τούς ἱεράρχες μας, ἀφοῦ ἡ παναίρεση αὐτὴ ὁλοένα καὶ περισσότερο ἑξαπλοῦται ἐν εἴδει ἐπιδημικῆς νόσου, προξενοῦσα μεγίστη διάβρωση καὶ φθορὰ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 
Ἕνα θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο Πανορθόδοξα Συνέδρια καὶ Ἡμερίδες ἔχουν διοργανωθῆ, βιβλία καὶ φυλλάδια ἔχουν γραφῆ, ὅπως τὸ ἱστορικὸ κείμενο τῆς Συνάξεως Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν «Ὁμολογία πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ἀποτειχίσεις μέρους τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἔχουν σημειωθῆ. Ἕνα θέμα τὸ ὁποῖο, χάρις στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου, τίθεται πλέον ἐπισήμως σὲ ἐπίπεδο Ἱεραρχίας. 
Ὡστόσο ἡ Ἱεραρχία μας, ὅπως ἦταν δυστυχῶς ἀναμενόμενο, σὲ πεῖσμα ὅλων των ἀνωτέρω, ἐξακολουθεῖ τὴν ἐκκωφαντικὴ σιωπή Της. Οὔτε καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ συγκλονιστικὴ στὸ περιεχόμενό της ἐπιστολὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας ἴσχυσε δυστυχῶς νὰ ἐπιδράση στὸ νοῦ καὶ τὶς καρδιὲς τῆς πλειονότητος τῶν ἱεραρχῶν μας, προκειμένου νὰ πράξουν τὸ αὐτονόητο καθῆκον των. Ἔχουν ἤδη παρέλθει ἕξι μῆνες ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐπιστολῆς καὶ ὁ ἅγιος Πειραιῶς οὐδεμία ἐπίσημη συνοδικὴ ἀπάντηση ἔλαβε μέχρι σήμερα. 
Τὸ δὲ τραγικότερο εἶναι, ὅτι ἐλάχιστοι ἱεράρχες μέχρι σήμερα ἔσπευσαν νὰ ἐπιδοκιμάσουν δημοσίως καὶ νὰ ἐκφράσουν ἐπισήμως τὴν σύμφωνη γνώμη τους γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα συγκλήσεως συνόδου. Μὲ θλίψη καὶ ἀπογοήτευση πληροφορηθήκαμε, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσει τὴν Ἱεραρχία κατὰ τὴν ἐτήσια τακτική της συνεδρία τοῦὈκτωβρίου. Παραμερίζεται λοιπὸν τὸ καυτὸ καὶ φλέγον, τὸ κολοσσιαίων διαστάσεων, «τὸ ἐκρηκτικό, τὸ διαιρετικὸ τοῦ ποιμνίου, τὸ διαβρωτικό της Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ ζωῆς» θέμα τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, Διαχριστιανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ, τὴν ὁποία αἵρεση σύγχρονοι Πατέρες καὶ ἅγιοι Γέροντες, ὅπως ὁἅγιος Ἰουστίνος ὁ Πόποβιτς χαρακτήρισαν ὡς τὴν χειρότερη ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση ὅλων των αἰώνων. 
Ἄφατη θλίψη καὶ ὀδύνη, ἀλλὰ καὶ δικαία ὀργὴ καὶ ἀγανάκτηση συνέχουν τὶς καρδιὲς τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τί ἀπολογία θὰ δώσωμε στὸν Θεὸ ἐν ἡμέρα κρίσεως ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός Του γιὰ τὴν ἀδιαφορία, τὴν ἐγκληματική μας ἀμέλεια; Γιὰ τὸν βαρύτατο σκανδαλισμὸ τῶν πιστῶν; Γιὰ τὴν καταπάτηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ὅπως τοῦ 37ου Ἀποστολικοῦ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει: «Δεύτερον τοῦ ἔτους Σύνοδος γινέσθω τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀνακρινέτωσαν ἀλλήλως τὰ δόγματα τῆς εὐσεβείας καὶ τὰς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας διαλυέτωσαν…» .  Τί ἀπολογία θὰ δώσωμε γιὰ τὴν ἔνοχη σιωπή μας, τὴν ὁποία μάλιστα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς χαρακτηρίζει ὡς τρίτο εἶδος ἀθεΐας; «τρίτον δὲ ἐστὶν εἶδος οὗ πόρρω τῆς ἀνωτέρω πονηρᾶς ξυνωρίδος, τὸ παραιτεῖσθαι τί λέγειν τῶν δεδογμένων περὶ Θεοῦ» .
***
    Καὶ ἐρχόμεθα στὴν δεύτερη ἐπιστολὴ τοῦ Σεβασμιωτάτου πρὸς τὸν Παναγιώτατον Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο. Μιὰ βαρυσήμαντη ἐκτενέστατη ἐπιστολὴἀντι-οἰκουμενιστικοὺ χαρακτῆρος, στὴν ὁποία τὰ θιγόμενα θέματα, βαθείαν ἐσωτερικὴν σχέσιν ἔχοντα μεταξύ των, παραπέμπουν ὅλα σὲ ἕνα κοινὸ παρονομαστή, τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 
Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ Σεβασμιώτατος, σὲ καιροὺς πνευματικῆς ἀφασίας καὶ ἐπισκοπικῆς ἀδρανείας, πρώτον μὲν ἐπισημαίνει «ἀδήριτη τὴν ἀνάγκη συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου μὲ τὴν συμμετοχὴἁπάντων των Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων καὶ λαϊκῶν θεολόγων, ἡὁποία θὰ ἔχει μέγα χρέος καὶ πρώτιστο καθῆκον νὰ καταδικάσει τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Ἁγιογραφικῆς, Ἁγιοπατερικῆς καὶ Ἱεροκανονικὴς διδαχῆς καὶ παραδόσεως…»
Στὴ συνέχεια, σχολιάζων τὰ πραχθέντα καὶ λεχθέντα τοῦ Παναγιωτάτου στὸ Μιλάνο καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ ἀφορμὴ τὸν ἑορτασμὸ τῶν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ τοῦ«Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων», καθὼς καὶ τὴν ἐπακολουθήσασα ἐπίσκεψή του στὴν Τσεχία καὶ Σλοβακία, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέτει ὁρισμένα καυτὰ ἐρωτήματα πρὸς Αὐτόν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου καταλογίζει σ’ Αὐτὸν εὐθύνες γιὰ λόγους καὶ πράξεις του.

Παραθέτουμε ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς: «Εἶναι πασιφανές, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὶς ὁμιλίες, ποῦἐκφώνησε ἡ Ὑμετέρα Παναγιότης στὸ Μιλάνο, ὅτι διδάσκετε καινοφανῆ, πρωτοφανῆ καὶ οἰκουμενιστικὴἐκκλησιολογία, ἡὁποία, βεβαίως, τυγχάνει ἀλλοτρία καὶ ξένη πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία.  Ἀποδέχεσθε τὶς κακόδοξες οἰκουμενιστικὲς θεωρίες περὶ “ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν” καὶ “δύο πνευμόνων”. Ἀναγνωρίζετε τὶς αἱρετικὲς παρασυναγωγὲς τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ (Λουθηρανοί, Μεταρρυθμισμένοι) ὡς “Ἐκκλησίες” ἰσότιμες καὶ ἰσάξιες της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀναγνωρίζετε τὸν αἱρεσιάρχη Πάπα, τοὺς Καρδιναλίους, τοὺς Πάστορες σὰν νὰ ἔχουν ἔγκυρη ἱερωσύνη, μυστήρια καὶἀποστολικὴ διαδοχή. Χρησιμοποιεῖτε ὁμοειδῆ θεολογία καὶ γιὰ τοὺς ἀλλοθρήσκους (Μουσουλμάνους, Ραββίνους). 
Γιά Σάς, Παναγιώτατε, ὅλες οἱ παραπάνω αἱρέσεις μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελοῦν ἤδη τὴ “Μία Ἐκκλησία”, ἡ ὁποία ὅμως, στὸν παρόντα καιρὸ εἶναι διηρημένη καὶ προχωρᾶ πρὸς τὴν ἑνότητά της». «…Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω ἀπαραδέκτων ἐξ ἐπόψεως θεολογικῆς, δογματικῆς καὶ ἐκκλησιολογικὴς δηλώσεων Ὑμῶν, Παναγιώτατε Δέσποτα, ἐπισημαίνομεν ὅτι σφάλλετε». 
«…Μετὰ ταῦτα, ἐρωτοῦμεν Ὑμᾶς, Παναγιώτατε Δέσποτα: Πῶς χρησιμοποιεῖτε τὸν ὄρο “ἀδελφὲς ἐκκλησίες”, ὅταν αὐτὸς εἶναι ἁγιοπατερικῶς ἀμάρτυρος καὶ μάλιστα πανορθοδόξως ἔχει ἀπορριφθεῖ καὶ ἀκυρωθεῖ; Διατὶ κάνετε ἐπιλεκτικὴ χρήση τῶν πανορθοδόξων ἀποφάσεων;». «Ἀναγνωρίζετε, Παναγιώτατε Δέσποτα, τὸν Παπισμὸ ὡς “Ἐκκλησία;” Εἶναι, ὅμως, “ἐκκλησία” ἢ αἵρεσις; Πλῆθος Ὀρθοδόξων Συνόδων ἔχουν καταδικάσει τὸν Παπισμὸ ὡς αἵρεση…». «Ἀναγνωρίζετε, Παναγιώτατε Δέσποτα καὶ τὸν Προτεσταντισμὸ ὡς “Ἐκκλησία”. «Ὡς φυσικὸς ἀπότοκος τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν αἱρέσεων ὡς “Ἐκκλησιῶν” ἐκ μέρους Ὑμῶν, Παναγιώτατε Δέσποτα, ἀκολουθεῖ ἡ ἀναγνώριση  ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος, τῆς ἱερωσύνης καὶ τῶν μυστηρίων τους». 
«Εἶναι φανερὸ πλέον, Παναγιώτατε Δέσποτα, ὅτι διαχέετε τὸ πνεῦμα τοῦ συγχρόνου διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, γι’αὐτὸ καὶ δέχεσθε, ὀνομάζετε καὶ ἀναγνωρίζετε τὶς αἱρέσεις ὡς  “Ἐκκλησίες”, ἐρχόμενος σὲ πλήρη ἀντίθεση καὶἀντίφαση μὲ τὴν διαχρονικὴ παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». «Ταπεινῶς ἐρωτῶμεν, Παναγιώτατε Δέσποτα: Διατί, ἐνῶ  ἀποδίδετε τίτλους ἐκκλησιαστικότητος στοὺς πρόδηλα κακοδόξους αἱρετικούς, δὲν προβαίνετε στὴν μαζί τους διαμυστηριακὴ κοινωνία;» «…προσπαθεῖτε νὰ στηρίξετε τὴν παναίρεση τοῦ συγκρητιστικοῦ διαχριστιανικοῦ καὶ διαθρησκειακοὺ Οἰκουμενισμοῦ,βασιζόμενος στὴν ἀνεξιθρησκεία τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖο, ὅμως, δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ ὅσα σήμερα τεκταίνονται στὸ χῶρο τοῦ διαθρησκειακοῦ καὶ διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν προβάλλει τὴν μοναδικότητα τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εὐνοεῖ τὸ Χριστιανισμό, ὅπως τὸν εὐνόησε τὸ “Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων” καὶ ἡ μετέπειτα ἰσαπόστολη δράση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου». «Εἶναι ἡλίου φαεινότερον, Παναγιώτατε Δέσποτα, ὅτι Ὑμεῖς, ἐκφράζετε καὶ υἱοθετεῖτε τὴ θεωρία περὶ “διηρημένης Ἐκκλησίας”, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρημένη σὲ ἐπὶ μέρους “ἐκκλησίες” (ὄχι τοπικές, ἀλλ’ ὁμολογιακὲς- δογματικές, βλ. τὸ κείμενο τοῦ Porto Alegre) καὶ χρήζει ἑνώσεως. Ἡ τοιαύτη θεώρησις τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πέραν πάσης σοβαρῆς, ἔστω βασικῆς, κατανοήσεως τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας».
   
Παρῆλθον ἤδη 4 μῆνες ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐπιστολῆς καὶ ὁ Σεβασμιώτατος, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενον, οὐδεμία ἀπάντηση ἔλαβε ἀπὸ τὸν Παναγιώτατον. Πῶς ὅμως ἐξηγεῖται νὰ μὴν δέχεται διάλογο ὁ Παναγιώτατος μὲ τοὺς ἐντός της Ἐκκλησίας ὁμοδόξους, καθ’ ὃν χρόνον ἐμφανίζεται ὁ κατ’ ἐξοχὴν θιασώτης καὶ ὑπέρμαχος τῶν διαλόγων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, παρὰ τὸ γεγονὸς μάλιστα ὅτι οἱ τελευταῖοι ἔχουν ἀποτελματωθῆ καὶ χρεοκοπήσει; 
Ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως περιορίστηκε νὰ κάνη μιὰ σύντομη ἀναφορὰ στὸ θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν διαλόγων, στὸν χαιρετισμό, τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Μακαριώτατον Πατριάρχη Βουλγαρίας κ. Νεόφυτον, κατὰ τὴν εἰρηνικὴ ἐπίσκεψή του στὸ Φανάρι στίς 20-9-2013.

Στὶς δηλώσεις του προσπαθεῖ νὰ ἀπορρίψει, ἀνεπιτυχῶς βέβαια, τὴν κατηγορία, ὅτι κατέχεται ἀπὸ οἰκουμενιστικὲς ἀντιλήψεις. Λέγει ἐπὶ λέξει: «…Διὰ τῆς τακτικῆς ταύτης δὲν προδίδομεν τὴν Ὀρθοδοξίαν, ὡς κατηγορούμεθα, οὔτε ὑποστηρίζομεν οἰκουμενιστικάς ἀντιλήψεις, ἀλλὰ κηρύσσομεν πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν»
Ὡστόσο ἡ διπλωματικοῦ χαρακτῆρος αὐτὴ ἀόριστη δήλωση κανέναν δὲν πείθει πλέον. Ἀκριβῶς τὸἀντίθετο συμβαίνει. Ὑπάρχει ἕνα μπαρὰζ λόγων καὶ πράξεων στὴν ἐπὶ 22 χρόνια πατριαρχική Του πρωθιεραρχία, ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀλήθεια αὐτή. 
Εἰλικρινὰ θὰ θέλαμε πολύ, νὰ πιστεύσωμε στὴ διακήρυξή Του αὐτή. Ἀναγνωρίζοντας ἐκκλησιαστικὴ ὑπόσταση καὶ ἀποστολικὴ διαδοχὴ στὶς αἱρετικὲς προτεσταντικὲς καὶ παπικὲς κοινότητες, ἀποκαλώντας αὐτὲς «ἀδελφὲς ἐκκλησίες», κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;»
Ὅταν συμπροσεύχεται μὲ αἱρετικούς, ἀλλοθρήσκους, μάγους καὶ εἰδωλολάτρες μπροστά σε ὁμοίωμά της ... «θεᾶς» Γαίας στὴ Γροιλανδία, κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;»
Ὅταν προσφέρει τὸ Κοράνιο, τὸ ὁποῖο μάλιστα χαρακτηρίζει ὡς «ἅγιο», ὡς δῶρο στὸν πρόεδρο τῆς Κόκα Κόλα κ. Μουχτάρ, ἀντὶ Ἁγίας Γραφῆς, κηρύσσει  «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;». Ὅταν χαρακτηρίζει τοὺς ἁγίους Πατέρες ὡς «κληροδοτήσαντες εἰς ἠμᾶς τὴν διάσπασιν» καὶ ὡς «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως» κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;». 
Ὅταν ὑποδέχεται τὸν αἱρεσιάρχη τῆς Ρώμης Πάπα Βενέδικτο τὸν 16ο στὸ Φανάρι τὸ 2006 μὲ κωδωνοκρουσίες, θυμιατίσματα, ἀσπασμούς, λειτουργικὲς δεήσεις καὶ αἰτήσεις ὑπὲρ αὐτοῦ, «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος», πολυχρόνια, κοινὴ εὐλογία, δῶρα, ἀπαγγελία τοῦ «Πιστεύω» καὶ τοῦ «Πάτερ ἠμῶν», κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;». 
Ὅταν ἰσχυρίζεται, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν ἐπιδιώκει νὰ πείση τοὺς ἄλλους περὶ συγκεκριμένης τινὸς ἀντιλήψεως τῆς ἀληθείας ἢ τῆς ἀποκαλύψεως, οὔτε ἐπιδιώκει νὰ τοὺς μεταστρέψει εἰς συγκεκριμένον τινὰ τρόπον σκέψεως», κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;». Ὅταν διακηρύσσει, ὅτι «…Ρωμαιοκαθολικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες καὶ Ἑβραῖοι, Μουσουλμάνοι καὶἸ νδοί, Βουδιστὲς καὶ Κομφουκιανοί, ἦλθε ὁ καιρὸς ὄχι ἁπλῶς γιὰ προσέγγιση, ἀλλὰ γιὰ μιὰ συμμαχία καὶ συλλογικὴ προσπάθεια πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καθοδηγήσεως τοῦ κόσμου, μακράν των ψευδοπροφητῶν τοῦ ἐξτρεμισμοῦ καὶ τῆς μισαλλοδοξίας», κηρύσσει «πρὸς πάντας τὴν Ὀρθόδοξον ἀλήθειαν;»

Δὲν εἶναι δυνατὸν βέβαια νὰ ἀπαριθμηθοῦν ὅλα αὐτὰ (λόγοι καὶ ἔργα) ἕνα πρὸς ἕνα, στὰ πλαίσια ἑνὸς ἄρθρου, τὰ ὁποῖα ὡστόσο κατὰ καιροὺς ἔχουν ἐπισημανθῆ καὶ δημοσιευθῆ μὲ ἄρθρα καὶ μελέτες στὸν ἔντυπο καὶ ἠλεκτρονικὸ τύπο. Τέτοιου εἴδους διπλωματικοὶ ἑλιγμοὶ δὲν ὀφελοῦν, διότι ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ ἔχει πρὸ πολλοῦ ἀφυπνιστῆ καὶ εὐαισθητοποιηθῆ ἀπέναντι στὴν φοβερὴ αὐτὴ αἵρεση.
Ματαίως ἐπίσης προσπαθεῖ νὰ πείσει τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, ὅτι οἱ Διαχριστιανικοὶ Διάλογοι δῆθεν «δὲν ἀποσκοποῦν, ὡς ἐγράφη καὶ ἐν Βουλγαρία καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς κοινῶς ἀποδεκτοῦ “συνονθυλεύματος” δοξασιῶν. Δηλαδή, δὲν ἐπιδιώκεται διὰ τῆς λεγομένης οἰκουμενικῆς κινήσεως ἡἀποδοχὴ μιᾶς “χριστιανικῆς συγκρητιστικῆς ὁμολογίας”, ἀλλὰ ἡ ἐμβάθυνσις εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ὀρθόδοξον πίστιν καὶ εἰς τὴν κοινωνικὴν συνεργασίαν τῶν ἐπικαλουμένων τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ». Τὰ συμφωνηθέντα στὸ Balamand τοῦ Λιβάνου τὸ 1993 καὶ στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε της Βραζιλίας τὸ 2006, γιὰ νὰ περιοριστούμε μόνον σ’ αὐτά, ἐπιβεβαιώνουν τὸν ἰσχυρισμὸ Του αὐτὸν ἢ μαρτυροῦν τὸἀντίθετο;
    
 Στὴν προσπάθειά Του νὰ δικαιώσει τοὺς Διαλόγους ὁ Παναγιώτατος ἐπιχειρεῖ νὰ τοὺς θεμελιώσει πατερικῶς, ἐπικαλούμενος τοὺς ἁγίους Ἰωάννην τῆς Κλίμακος καὶ Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον. Λέγει ὁ πρῶτος ἐξ’ αὐτῶν: «Ἐν τοῖς μὲν κακοθελῶς ἠμὶν μαχομένοις ἀπίστοις, ἢ κακοπίστοις, μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παυσώμεθα. Ἐν δὲ τοῖς τὴν ἀλήθειαν μαθεῖν βουλομένοις, τὸ καλὸν ποιοῦντες, ἕως αἰῶνος μὴ ἐκκακῶμεν. Πλήν, καὶ πρὸς στηριγμὸν ἠμῶν τῆς καρδίας ἐν ἀμφοτέροις χρησώμεθα» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, περὶ διακρίσεως, 2,11). 
Ἐδῶ ὁ ἅγιος οὐδόλως δογματίζει ἀτέρμονες διαλόγους μὲ τοὺς αἱρετικούς. Ἀπεναντίας σαφέστατα διευκρινίζει τοὺς ὅρους καὶ τὶς προϋποθέσεις τοῦ διαλόγου, ἐρχόμενος σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τὴν παραγγελία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν πρὸς Τίτον ἐπιστολὴ του (Τίτ.3,10). 
Ὅταν εὐρισκόμεθα πρὸ αἱρετικῶν καὶ ἀθέων («ἀπίστοις ἢ κακοπίστοις»), οἱὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν καλὴ διάθεση καὶ θέληση («κακοθελῶς»), νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ἀντίθετα μάλιστα ἐναντιώνονται μὲ πεῖσμα («μαχομένοις ἠμὶν») καὶἐπιμένουν στὴν πλάνη τους, τότε ὀφείλομε μετὰἀπὸ μία πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν, νὰ σταματήσωμε τὸν διάλογο («μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παυσώμεθα»). Μόνον ὅταν διαπιστώνουμε διάθεση μαθητείας («τοῖς τὴν ἀλήθειαν μαθεῖν βουλομένοις»), ἃς εἴμαστε ἀκούραστοι στὸ νὰ κάνουμε τὸ καλὸ ἀκατάπαυστα («το καλὸν ποιοῦντες, ἕως αἰῶνος μὴἐκκακῶμεν»). 
Τί συμβαίνει λοιπὸν μὲ τοὺς «κακοπίστους» καὶ αἱρετικοὺς Παπικοὺς καὶ Προτεστάντες; Ἔδειξαν μέχρι τώρα κάποια διάθεση μαθητείας καὶ ἀποδοχῆς τῆς ἀλήθειας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, στοὺς μέχρι τώρα γενομένους διαλόγους; Καμμία ἀπολύτως.Ὄχι μόνο σημάδια ἐπιστροφῆς καὶ προσεγγίσεως πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία δὲν διαπιστώθηκαν, ἀλλὰ τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Μὲ κάθε τρόπο καὶ μέσον, θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο, μὲ τὴν διπλωματία, μὲ τὸν προσηλυτισμὸ καὶ τὴν Οὐνία, μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀγάπης (διάλογος τῆς ἀγάπης), μὲ τὴν βία (σταυροφορίες, φραγκοκρατία, γενοκτονία τῶν Σέρβων τὸ 1941, βομβαρδισμοὶ στὴ Σερβία τὸ 1999 κ.λ.π.), καὶ μὲ τοὺς ἐπὶ αἰῶνες μέχρι τώρα γενομένους θεολογικοὺς  διαλόγους, προσπάθησαν  νὰ προσελκύσουν στὶς πλάνες τους τοὺς Ὀρθοδόξους μὲ σκοπὸ νὰἐξαφανίσουν, ἢ δυνατόν, τὴν Ὀρθοδοξία. Παραθέτει ἐπίσης ὁ Παναγιώτατος μία φράση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Ὁ Θεὸς ἀεὶ μεθ’ ἠμῶν διαλέγεται». Δὲν διευκρινίζει ὅμως, ποῦ ὁ ἅγιος εἶπε αὐτὴ τὴν φράση, ὥστε ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα νὰ προσδιορίσουμε τὸ πραγματικὸ νόημά της.
    Περαίνοντες, υἱϊκῶς παρακαλοῦμεν τὸν Παναγιώτατον γιὰ ἀλλαγὴ πορείας πλεύσεως μὲ ἀμετάκλητη στροφὴ πρὸς τὴν ἁγιοπατερικὴ μας παράδοση, ἡ ὁποία θὰ ἐπισφραγισθῆ μὲ τὴν σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου, ἡ ὁποία θὰ καταδικάσει τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Πράγμα τὸ ὁποῖον εὐχόμεθα ἀπὸ καρδίας!
Ἐκ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν.
ὑπεύθυνος
Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος.
Ὁ Γραμματέας
κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος

Διαβάστε σχετικά:

Απειλεί ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος όσους πολεμούν την παναίρεση του Οικουμενισμού. Ιωάννη Τάτση θεολόγου

 

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/10/blog-post_1063.html