Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Δύο σπουδαῖα ὄνειρα. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. (Μέρος Β')



 Δύο σπουδαῖα ὄνειρα. (Μέρος Β')
Ὁ πληγωμένος Ἀετός. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

  Ὅμως κάτι συνέβαινε μέ τή Νόννα.  Μέσα της φούντωνε ὧρες-ὧρες μιά ὑπόκωφη ἀνησυχία. Ὁ σημαδεμένος ἀπό τό Θεό γιός της, ὁ Γρηγόριος τί θά ἔκανε τελικά; Τόν εἶχε ἀφιερώσει στό Θεό.  Καί ’κεῖνος, μικρότερος ὅταν ἦταν, συμφωνοῦσε.
Τώρα, τώρα πού ἔγινε σχεδόν ἄντρας, εἴκοσι χρονῶν παλληκάρι; τί σκέπτεται καί πῶς βλέπει τά πράγματα; Περίμενε μιά καλή εὐκαιρία, νά τοῦ μιλήσει ἰδιαίτερα.  Νά εἶναι μόνο οἱ δύο τους καί νά εἶναι τό παλληκάρι ἀπόλυτα ἤρεμο.
Ἕνα πρωί, πού ὁ πατέρας βγῆκε νωρίς παίρνοντας μαζί του τόν Καισάριο, ἡ Νόννα ἔκατσε κοντά στόν Γρηγόριο μέ μάτια πού ρωτοῦσαν καί θαύμαζαν τό γιό της. Ἄρχισε πρώτη:
-Θυμᾶσαι Γρηγόριε, ὅταν ἤσουν μικρός... σοῦ ’λεγα πῶς γεννήθηκες... σ’ ἔστειλε ὁ Θεός... καί τοῦ ὑποσχέθηκα, δηλαδή τοῦ εἶπα ὅτι ἄν ἀποκτήσω γιό, θά τοῦ τόν ἀφιερώσω.  Καί μοῦ ’δωσε ὁ Θεός τά ἱερά σημάδια. Εἶδα τή μορφή σου, παιδί μου, πρίν γεννηθεῖς.... καί τ’ ὄνομά σου ἀκόμη!
-Ναί μητέρα, ὅλα τά θυμᾶμαι καλά.  Ποτέ δέν φύγανε ἀπ’τό μυαλό μου.
 Ἀνακουφίστηκε ἡ μητέρα. Γαλήνεψε τό πρόσωπό της. Ἡ καρδιά της χτυποῦσε τώρα μέ κανονικό ρυθμό. Καί συνέχισε:
-Γρηγόριε μου, σέ ἀφιέρωσα στό Θεό πρίν γεννηθεῖς, καταλαβαίνεις τί σημαίνει..... Χωρίς νά σέ ρωτήσω, παιδί μου, βλέπεις, δέ γινόταν. Ἔτσι ἤρθανε τά πράγματα. Πάντως ἔχουμε μαζί τήν εὐθύνη.....
-Ναί μητέρα, τή διέκοψε ὁ Γρηγόριος. Νά μήν ἀνησυχεῖς καθόλου. Ποτέ δέν ἄλλαξα γνώμη.  Σκέφτομαι πάντα τήν ἀφιέρωσή του στό Θεό καί μάλιστα σάν ἄγαμος, ὁ μοναχισμός, οἱ μοναχοί.... συνεχῶς αὐτά σκέφτομαι.

Ἡ Νόννα ἔσκυψε αὐθόρμητα καί τοῦ φίλησε τά δυό χέρια πάνω στό τραπέζι. Μέ σεβασμό φίλησε κι ἐκεῖνος τά δικά της. Ἡ σκηνή εἶχε ἱερότητα. Ὅλα ἦταν φανερά στίς καρδιές καί τῶν δύο. Ὁ Θεός τίς πλημμύριζε καί ὅλα εἶχαν γίνει καθαρά, ἔτσι ἀποφάσισε ὁ Γρηγόριος, γιά νά ἡσυχάσει ἀκομα περισσότερο τή μητέρα του, νά μιλήσει κι αὐτός γιά ἱερά σημάδια. Ὁ Θεός εἶχε δώσει καί σ’ αὐτόν σημάδια, γιά τά ὁποῖα δέν εἶχε μιλήσει. Τά κρατοῦσε, χρόνια τώρα, στήν καρδιά καί τό νοῦ του μέ δέος.
-Ἄκου καί μένα, μητέρα, λέει ὁ Γρηγόριος.  Δέ σοῦ τά εἶπα ποτέ.... Τότε πού μέ πήγατε στή Διοκαισάρεια.... στό θεῖο μου τόν Ἀμφιλόχιο. Τότε, λοιπόν, εἶδα ὄνειρο, πού δέν τό ξεχνῶ. Ἀπό τότε βαθιά καί καθαρά εἶναι χαραγμένο στήν καρδιά μου.
-Ἔχει, παιδί μου, σχέση μέ τήν ἀφιέρωσή σου, μέ τόν προορισμό σου; διέκοψε ἡ Νόννα.
-Ἀσφαλῶς κι ἔχει, γιατί ἀπό τότε ἄναψε μέσα μου ἔρωτας, ἀγάπη, γιά τήν παρθενία. Ἐμφανίστηκαν, μάνα, στόν ὕπνο μου δύο πανέμορφες κοπέλλες.  Καί γλυκές ὅσο δέν παίρνει.  Δέν εἶχαν παράταιρα στή φύση στολίδια.  Φοροῦσαν ἀσημένια μακριά φορέματα, χυτά στό σεμνό σῶμα τους.  Δέν εἶχαν βαμμένα βλέφαρα καί μάτια.  Τά μάτια τους γλυκά καί καθαρά ἤτανε σκυμμένα καί καθρεφτίζανε τήν ὡραιότητα τῆς ψυχῆς τους. Ὁ λαιμός τους δέν εἶχε ἁλυσίδες καί διαμάντια. Ὡραῖο πέπλο ἔπεφτε μέχρι τόν ἀστράγαλο καί ζώνη τό ἔσφιγγε στή μέση. Δέ μιλοῦσαν.  Τά κλειστά χείλη τους ἴδια μέ ροδοπέταλα σέ δροσερούς κάλυκες. Τίς ἔβλεπα, μητέρα, σχεδόν ἀποσβολωμένος. Ἀπό εὐχαρίστηση, ἀγαλλίαση.  Δέν μπορῶ νά σοῦ περιγράψω τήν ὀμορφιά τους καί τή χαρά πού μου ἔφεραν. Τόσο ὄμορφες κοπέλλες δέν ξαναεῖδα.  Στέκονταν πλησίον καί ἤτανε σά νά μέ φιλοῦσαν μέ τά χείλη τους.  Στήν κατάστασή μου αὐτή βρῆκα τό κουράγιο νά τίς ρωτήσω. Ποιές ἤσαστε καί ἀπό ποῦ ἐρχόσαστε; Καί ἦρθε ἱερή ἀπάντηση: ἡ μιά, εἶπε, εἶναι ἡ ἁγνεία, ἡ ἄλλη ἡ σωφροσύνη.  Μοῦ εἶπαν ἀκόμα ὅτι στόν οὐρανό στέκονται δίπλα στό Χριστό καί ὅτι ἐκεῖ ἀπολαμβάνουν τή χαρά ἐκείνων πού δέν εἶχαν παντρευτεῖ στή γῆ, πού μόναζαν.

  Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
 σελ.21-28
Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Ἔκδοση Δ΄
Ἀποστολική διακονία
30 Αὐγούστου 2013
Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Ὁ πληγωμένος Ἀετός - Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
http://anavaseis.blogspot.gr/2013/08/blog-post_4301.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου