Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Πρωτοσύγκελλος Βικέντιος Μαλάου.Μέρος Δ'. Ρουμάνοι Μοναχοί

Πρωτοσύγκελλος Βικέντιος Μαλάου
Μοναστήρι Σέκου νομοῦ Νεάμτς (1887-1945)
Μέρος Δ'
Τό τρίπτυχο τῶν ἀρετῶν τοῦ μοναχοῦ: 1.Ἀκτημοσύνη μέ τό θέλημά σου.2 Καθαρότης τοῦ σώματος (ἁγνότης) καί 3. Ὑπακοή σέ ὅλα καί σέ ὅλους.

Καλά ἔργα τοῦ μοναχοῦ: 1. Νά ἐξομολογεῖσαι ὅλες τίς ἁμαρτίες σου, 2.Νά κάνεις τόν κανόνα τοῦ Πνευματικοῦ σου στό κελλίο σου, 3. Νά λέγεις πάντοτε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, 4. ν᾿ ἀγαπᾶς τήν μοναξιά περιφρονώντας τήν ἀκρόασι καί συνομιλία μέ ἄλλους, τήν ἐπιθυμία φαγητοῦ, ἐκτός τραπέζης, τήν κριτική τῶν ἄλλων δικαίως ἤ ἀδίκως. Ὁ Σωτήρ μας κρίνει δικαίους καί ἀδίκους. 5. Ὅλους θά τούς βλέπεις σάν ἁγίους.
Ἀγωνίσου μέ ἀγάπη νά κάνεις αὐτά καί θά τό ἐπιτύχεις. Ἐάν δέν ἐφαρμόζεις αὐτά, γιατί νά κατακρίνεις τούς ἄλλους; Ὤ, τί τρέλλα καί ἀθεράπευτο κακό εἶναι νά κρίνεις τούς ἄλλους, χωρίς νά σκέπτεσαι γιατί τούς κρίνεις!
Ἰδού πῶς ὁ καλός ποιμένας ἀγρυπνοῦσε γιά τήν μετάνοια τῶν ὑποτακτικῶν του!
Ὁ π. Γερόντιος Γεωργίου, μοναχός ἀπό τήν μονή Μπίστριτσα ἦταν τότε ὑποτακτικός τοῦ π. Βικεντίου. Ἰδού τί μᾶς εἶπε πρό ἐτῶν γι᾿ αὐτόν τόν ἀξιοσέβαστον πατέρα: «Ἐγώ γεννήθηκα τό 1902 στήν κοινότητα Πρεουτέστι ἐπαρχίας Φαλτιτσένι.
Στήν μονή Σέκου ἐπῆγα τό 1926. Τότε ἡγούμενος ἦτο ὁ π. Βικέντιος Μαλάου. Ἡ ἀδελφότης μας ἀπετελεῖτο ἀπό 80 μοναχούς καί δοκίμους. Τί ὡραία καί πόση ἀγάπη ὑπῆρχε τότα ἀνάμεσά μας στήν Σέκου! Ὁ π. Βικέντιος ἦτο ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος. Δέν εἶχε ἴχνος κάποιας περιουσίας στό κελλίο του, γιατί ἦτο πάμπτωχος. Δέν εἶχε οὔτε κρεββάτι στό κελλίο του,  παρά μόνο μία βελέντζα. Κοιμόταν ἐλάχιστα, διότι τόν περισσότερο χρόνο τῆς νυκτός  προσευχόταν, ἐδιάβαζε, διώρθωνε βιβλία, ἀγιογραφοῦσε καί ἄλλα.
Ὅταν τόν ἐρώτησα: «Γιατί Γέροντα, δέν κοιμᾶσθε τό βράδυ στό κελλίο σας; Καί μοῦ ἀπήντησε τά ἑξῆς:
-Ἐάν ἔλθη ὁ Νυμφίος τό μεσονύκτιο καί μ᾿ εὕρει νά κοιμᾶμαι, τί θά τοῦ ἀπαντήσω  ἐγώ;
Ἤμουν μαθητής του καί τό κελλίο μου ἦτο ἀπέναντι ἀπό τό ἰδικό του. Κάθε πρωΐ, ὥρα πέντε περνοῦσε ἀπ᾿ἔξω ὁ Γέροντας καί κτυπώντας τήν πόρτα μοῦ ἔλεγε: «Ἄϊντε, ἀδελφέ Γεώργιε, ἔλα στήν προσευχή. Ξημέρωσε. Ἰδού τά πουλάκια ἄρχισαν τήν δική τους προσευχή καί ἐμεῖς ἐγίναμε ρεζίλι». Ἐάν καθυστεροῦσα νά σηκωθῶ, μοῦ ἔλεγε: «Πήγαινε τώρα στό πηγάδι καί φέρε μου γρήγορα ἕνα κουβᾶ νερό νά πλυθῶ, διότι μοῦ τελείωσε τό νερό». Ἄλλοτε ἔψαλλε ἔξω ἀπό τό κελλίο μου, μέχρις ὅτου ἀποφασίσω νά σηκωθῶ καί τοῦ ἀνοίξω τήν πόρτα μου.
Κατέβαινε ὁ ἴδιος καί κτυποῦσε τήν καμπάνα γιά νά σηκωθοῦν οἱ μοναχοί καί νά κάνουν τόν κανόνα τῆς προσευχῆς τους, πρίν ἀρχίσει ἡ πρωϊνή ἀκολουθία. Κατόπιν ὁ ἴδιος ἄνοιγε τήν ἐκκλησία, προσκυνοῦσε τίς ἱερές εἰκόνες, ἔκανε μετάνοιες καί μετά ἔμπαινε στό ἅγιο Βῆμα. Εἶνα σάν νά τόν βλέπω τώρα γονατιστόν δίπλα στήν Ἁγία Τράπεζα νά διαβάζει τά ὀνόματα ζώντων καί νεκρῶν.
Πῶς λειτουργοῦσε, πάτερ Γερόντιε, ὁ π. Βικέντιος;
-Δέν ἀκουμποῦσε στήν Ἁγία Τράπεζα, ἔστω καί νά τελοῦσε μόνο τήν θεία Λειτουργία, ἀπό σεβασμό καί φρίκη. Δέν ἄφηνε τήν λειτουργική του φυλλάδα ἐκεῖ ἐπάνω, οὔτε ὀνόματα γιά μνημόνευσι, οὔτε ἄλλο τι, ἐκτός ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί τό Ἀρτοφόριο.
Δέν τελοῦσε τήν θεία Λειτουργία μέ βιασύνη, ἀλλά μέ περισυλλογή, εὐλάβεια καί φόβο Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό δέν λειτούργησε ποτέ χωρίς δάκρυα. Ὅταν ἐλάμβανε στά χέρια του τό Σῶμα τοῦ Κυρίου μας, συναισθανόμενος τήν ἀναξιότητά του, ἔκλαιγε μέ στεναγμούς καί τά δάκρυα ἔπεφταν στό ἔδαφος...
Ὅταν δέν λειτουργοῦσε, ἐρχόταν στόν χορό κι ἔψαλλε ἔστω ἕνα «Δοξαστικό». Ἔψαλλε τόσο κατανυκτικά, πού οἱ ἄνθρωποι ἐδάκρυζαν. Ὁ π. Βικέντιος ἦτο ἕνα στολίδι τῆς μονῆς μας...
Ὅπου ἐπήγαινε ὁ π. Βικέντιος, ἐνομίζαμε ὅτι κοντά του ἐβάδιζε καί ὁ Χριστός. Ἀπό τό πρόσωπό του ἐξεπέμπετο ἐπάνω μας χαρά καί εἰρήνη. Ὅσοι τόν ἐπλησίαζαν εἰρήνευαν, ἐχαίροντο, διότι εἶχε τό Ἅγιο Πνεῦμα μέσα του...
Ἦτο πολλά χρόνια ἐκκλησιαστικός, δηλαδή διακονητής γιά τήν εὐπρέπεια τῆς ἐκκλησίας. Δέν δεχόταν νά φέρει κάποιος κάτι στήν ἐκκλησία ἤ στό Ἅγιο Βῆμα πού νά ἀντίκειται στήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας. Μία φορά ἐμπῆκε στό Ἱερό Βῆμα ἕνας ἱερεύς τῆς μονῆς μας  κρατώντας στά χέρια του ἕνα πασχαλινό τσουρέκι. Ὁ Πατήρ τοῦ εἶπε:
-Πάτερ, ξέρεις ὅτι δέν ἐπιτρέπεται νά φέρουμε τσουρέκια, αὐγά καί τυριά μέσα στό Ἅγιο Βῆμα. Πῶς τό κάνεις αὐτό; Γιά τιμωρία σου, νά κάνεις 200 μετάνοιες. Ἀλλά, ἐπειδή δέν μοῦ ἐπιτρέπεται νά βάζω ἐγώ κανόνα σέ ἱερεῖς, ἄφησε. Θά κάνω ἐγώ ἀντί γιά σένα 500 μετάνοιες». Καί πράγματι τίς ἔκαμε.
-Πάτερ Γερόντιε, πεῖτε μας, πῶς ἔκανε τήν ἐξομολόγησι ὁ Γέροντάς σου;
-Μετά τήν λειτουργία, ἔπαιρνε τό σταυρό του, τό ἐπιτραχήλιο καί τό φαιλόνιό του καί ἐρχόταν στό ἐκκλησάκι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἤ στό ἐξομολογητήριο. Αὐτός ἦτο ὁ Πνευματικός τῆς μονῆς μας. Τότε ἦτο ὁ πιό φημισμένος Πνευματικός στήν Μολδαβία. Δεχόταν τούς πάντες μέ πολλή ἀγάπη. Ἐνίοτε ἐξωμολογοῦσε μέχρι τήν νύκτα καί ἄλλοτε μέχρι τό πρωΐ. Πολλοί χριστιανοί ἤρχοντο γιά ἐξομολόγησι ἀπ᾿ ὅλη τήν Μολδαβία.
Ὁ π. Εὐθύμιος Τανάσε, ὅταν ἦτο στρατιώτης καί ἔφθασε τραυματισμένος στό νοσοκομεῖο, ὅπου ὑπηρετοῦσε ὁ π. Βικέντιος, μᾶς διηγήθηκε κατόπιν:
-Δέν τόν ἐγνώριζα ἀπό πρίν. Μέ περιποιήθηκε καί μ᾿ἐξωμολόγησε. Τόν ἐρώτησα, ἐάν θά ἐξέλθω ζωντανός ἀπό τό νοσοκομεῖο καί ἐκεῖνος μοῦ ἀπήντησε: «Ἄκουσέ με, Ἰωάννη, νά ἔχεις δυνατή πίστι. Καί ὑγιής θά ἐξέλθης ἀπ᾿ἐδῶ καί μοναχός θά γίνεις στήν μονή Σέκου καί ἱερεύς ἀργότερα». Ὅσα μοῦ εἶπε σέ δύο χρόνια ἐκπληρώθηκαν ὅλα. Ὅταν ἐπέστρεψε στήν μονή, μ᾿ εὑρῆκε ἐκεῖ καί μ᾿ ἀγκάλιασε κλαίγοντας αὐτός κι ἐγώ ἀπό χαρά».
Ὁ π. Βικέντιος συνέχισε καί πάλι στήν μονή του τίς προηγούμενες δραστηριότητές του, τόσο στήν ἐκκλησία, ὅσο καί στήν ὑποδοχή τῶν Χριστιανῶν τούς ὁποίους ἐξωμολογοῦσε, εἰρήνευε μέ τόν Θεό καί τούς βοηθοῦσε καί μέ ὑλικά ἀγαθά.
Τό ἔτος 1926, ὁ ἱερομόναχος π. Βικέντιος, ἐξελέγη ἀπό τήν ἀδελφότητα ἡγούμενος τῆς μονῆς του. Ἀλλά δέν ἔμεινε πολύ, παρά μόνο περίπου δύο χρόνια.  Ὀλίγο χρόνο ἔμεινε, ἀλλά προσέφερε πολλά. Λόγῳ τῆς ταπεινοφροσύνης του, δέν ἤθελε καμμία τιμή καί δόξα ἀπό τήν ἀδελφότητα τῆς μονῆς του. Ἀκόμη καί σάν ἡγούμενος δέν ἄλλαξε σέ τίποτε στήν ἄσκησί του καί στούς μοναχικούς του ἀγῶνες.
Κάποια φορά ἦλθε στήν μονή μία ὁμάδα καθηγητῶν.
-Ποῦ εἶναι ὁ πατήρ Ἡγούμενος;
-Κυττᾶξτε. Εἶναι ἐκεῖ δίπλα στήν ἐκκλησία καί ἁγιογραφεῖ, τούς εἶπε ὁ ἴδιος.
-Πάτερ, -ἄκουσαν ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἡγούμενος- ἡ Πανοσιότης σας εἶσθε ὁ ἡγούμενος; Ἔχουμε ἀνάγκη νά συναντηθοῦμε μαζί σας.
-Ἐγώ δέν ξέρω, Ἀδελφοί. Ὁ ἡγούμενος βγῆκε ἔξω στό λειβάδι τῆς μονῆς.
Αὐτοί, βλέποντάς τον ντυμένον ἁπλοϊκά, ἐπίστευσαν καί ἀναζητοῦσαν τόν ἡγούμενον στά πολυτελῆ δωμάτια τῆς Μονῆς, πού εἶναι γιά τούς ἐπισήμους.
Ἄλλη φορά ἕνα νέος μοναχός ἦλθε κοντά του καί τοῦ ζητοῦσε πνευματικές συμβουλές, τώρα πού ἔγινε μοναχός.
-Γέροντα, τί νά κάνω γιά νά σωθῶ;
-Πάτερ μου, ἀγωνίσου νά ἐκπληρώσεις αὐτά πού ὑποσχέθηκες καί μέ βεβαιότητα θά σωθῆς.
-Φοβοῦμαι, Γέροντα, γιά τίς μοναχικές ὑποσχέσεις πού ἔδωσα.
-Μή φοβεῖσαι, πάτερ. Ἔχε ἐλπίδα, διότι ἔλαβες τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ξεκίνα τά ἔργα τῆς μετανοίας σιγά σιγά μέχρι νά τά ἀποκτήσεις. Φρόντισε ἡ συνείδησίς σου νά εἶναι εἰρηνική. Νά μή σέ ἐλέγχει σέ κάτι μέχρι τήν δύσι τοῦ ἡλίου. Μετά πρόσεχε τί σκέψεις περνοῦν ἀπό τόν νοῦ σου. Κάνε κάθε διακόνημα μέ ἀγάπη καί λέγε πάντοτε τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ...». Ἄρχισε ἔτσι καί θά προκόψεις. Ἔτσι, καλλιεργεῖται ὁ ἀγρός τῆς ψυχῆς!
Ἐάν ὑπῆρχε κάποιος νέος μοναχός, πού ἦτο κἄπως ἀδιάφορος γιά τά καθήκοντά του, τόν καλοῦσε στό κελλί του, τόν συμβούλευε πολύ καί ἐνίοτε τοῦ ἔδινε γραπτῶς καί ἕνα χαρτάκι νά τοῦ ἐνθυμίζει τίς μοναχικές του ὑποσχέσεις καί τά καθήκοντά του. Ἰδού τέτοια χαρτάκια πού διασώθηκαν ἀπό τούς σημερινούς γέροντες τῆς μονῆς, τά ὁποῖα τούς ἔδινε ὁ Γέροντας, ὅταν ἦσαν νέοι.


Ἐπιμέλεια κειμένου Αναβάσεις

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Ρουμάνοι Μοναχοί

http://anavaseis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_9455.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου